Άγγελοι και Δαίμονες στη Νάξο: Θρύλοι, παραδόσεις, προλήψεις

Γράφει ο Νίκος Κεφαλληνιάδης, στο Περιοδικό Παράδοση, β’ περίοδος, β’ έτος, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1993, τεύχος 3 (7), σελ. 349-359

Ἡ πίστη στήν ὕπαρξη ἀγγέλων καί δαιμόνων εἶναι πλατιά διαδεδομένη στή Νάξο. Πολλές ὀνομασίες, συνηθισμένες ἐκφράσεις, εὐχές, κατάρες, προλήψεις, ἀσμάτια, θρύλοι καί παραδόσεις γι᾿ αὐτούς ὑπάρχουν σ᾽ ὅλα τά χωριά τοὔνησιοῦ. Βασικά πιστεύεται ὅτι οἱ ἄγγελοι εἶναι ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ, ψυχοπομποί, φύλακες τῶν ἀνθρώπων πού ἀγωνίζονται πάντα γιά τήν ἐπικράτησῃ τοῦ καλοῦ καί τή σωτηρία τῶν ψυχῶν στόν Παράδεισο, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ δαίμονες εἶναι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ κακοῦ, πού ἀγωνίζονται μ᾽ ὅλα τά μέσα γιά τήν ἐπικράτησή του καί γιά νά παραπλανήσουν τους ἀνθρώπους παρασύροντάς τους στήν ἁμαρτία καί τήν κόλαση.

Α΄ ΑΓΓΕΛΟΙ

Παραδόσεις

Ο Ταξιάρχες καί ο λλοι γγελοι

Οἱ Ταξιάρχες παίρνουνε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, τόν ἔχει διορίσει ὁ Θεός. Εἶναι τοῦ Θεοῦ δοῦλοι καί κάνουνε τοῦ Θεοῦ τίς δουλειές καί τή βοήθεια, καί τούς ἔχουνε καί στόν κόσμο. Δέν ἔχεις ἀκούσει πού λένε πῶς: «κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό φύλακα ἄγγελό του». Μᾶς φωτίζουνε στό καλό, μᾶς φυλάνε ἀπό ἄδικες ὧρες, εἶναι ἄγγελοι φύλακες”.

Μερικοί λένε πώς «κάθε ἄνθρωπος ἔχει τό διάολό του». Κι ὅπως ὁ ἄγγελος συμθουλεύει στό καλό ὁ «Αὐτός» ἀπεναντίας συμθουλεύει στό κακό.

Ἔχω ἀκούσει πώς ἀκόμα καί τίς ψυχές, ὅταν εἶναι νά πεθάνει ὁ ἄνθρωπος πού ἀνεθάζει ὁ ἄγγελος τήν ψυχή του στά τάγματα τῶν ἀγγέλων, ὅτι εἶναι ὁ ἄγγελος ὁ φίλος του πού γράφει τίς καλοσύνες πού κάνει στό κατάστιχο, ὅλα τά ἔργα τά καλά πού κάνει στή ζωή του καί ὁ Αὐτός γράφει ὅλα τά ἔργα τά κακά, τά ἁμαρτήματα.

Καί γι᾿ αὐτό λένε, ὅταν πεθάνει κανείς, πού πρόκειται νά πάρει τήν ψυχή ὁ ἄγγελος νά τήν πάει στόν οὐρανό, σέ κάθε τάγμα τῶν οὐρανῶν πού πηγαίνει πλέκεται ὁ διάολος μέ τόν ἄγγελο ποιός θά τήν πρωτοπάρει. Λέει ὁ ἕνας, ἐκεῖ ἔκανε καλό, λέει ὁ ἄλλος, ἐκεῖ ἔκανε κακό. Μετροῦνε δηλαδή, τίς καλοσύνες ἀπό τίς ἁμαρτίες, τίς ζυγίζουνςε κι ὅτινος εἶναι πιό πολλές, ἐκεῖνος νικάει. Ἂν εἶναι πιό πολλά τά καλά νικάει ὁ ἄγγελος. Ἂν εἶναι τά ἁμαρτήματα, νικάξι ὁ διάολος, καί κλαίει ὁ ἄγγελος, ὅταν τήν παίρνει ὁ διάολος τήν ψυχή, ὅταν εἶναι ἁμαρτωλή.

Αὐτά λένε πώς εἶναι ἀλήθεια, μοῦ τἄχει πεῖ ἡ γιαγιά μου τό ᾿Αντωνινάκι.

(Αφηγ. Μαρ. Α. Κεφαλληνιάδη, Χαλκί Νάξου).

ξομολόγηση

Νά σοῦ πῶ καί κάτι ἄλλο, ποῦναι ἀπάνὼ στό θέμα αὐτό;

Στόν Ἅγιο Σπυρίδωνα, ἐκεῖ στόν Ἔπιτάφιο, ἤτανε μιά εἰκόνα χάρτινη πού παρίστανε τήν ἐξομολόγηση. Κι ἤτανε ἕνας ἄνθρωπος πού ξεμολογιότανε στόν

πνευματικό. Κι ἀπό τή μιά ἤτανε ὁ ἄγγελος κι ἀπό τήν ἄλλη ὁ διάολος. Καί κάθε

ἁμαρτία πού ἔλεγε ὁ ἄνθρωπος πετιότανε ἕνα φίδι ἀπό μέσα του κι ἔπεφτε κάτω. Κι ὅταν δέν τίς πεῖς μένει μέσα σου. Κι ἤτανε ἕνα φίδι σταματημένο στό στόμα, γιατί λέει, πῆγε νά τήν πεῖ κι ὕστερα τό μετάνοιωσε, ὅταν δέν τίς πεῖς εἶσαι τοῦ διαόλου. Γι᾿ αὐτό δά, Μαρία μου, πρέπει νά ξεμολογεῖται κανείς ἀπό δώδεκα χρονῶν παιδί, μοὔλεγε ἡ γιαγιά μου τό ᾿Αντωνινάκι.

(Αφηγ. Μαρ. Α. Κεφαλληνιάδη)

2

γγελος καί Χάρος

Ὁ ᾿Αρχάγγελος Μιχαήλ παίρνει τίς ψυχές. Ἄλλος ὅμως εἶναι ὁ χάρος. Ὁ χάρος θεωρεῖται μαῦρος, κακός, εἶναι μᾶλλον γιά τούς κακούς. Ὁ ἄγγελος εἴναι γιά τούς καλούς. Ὁ ἄγγελος εἶναι ἄσπρος, ὁλόλευκος. Δέν ἔχεις ἀκούσει πού λένε: «Αὐτή ἡ γυναίκα εἶναι ντυμένη στ᾿ ἄσπρα σάν ἄγγελος;»”.

(Αφηγ. Κολώνα Α. Κεφαλληνιάδη, (Μανία) Χαλκί Νάξου).

3

Παράδεισος κατοικία τν γγέλων

Οἱ ἄγγελοι κατοικοῦνε στόν οὐρανό, στόν Παράδεισο.

Ὁ Παράδεισος εἶναι ἕνα μεγάλο περιβόλι, τό ὡραιότερο μέρος τοῦ οὐρανοῦ. Καί ἐκεῖ πηγαίνουνε οἱ καλοί ἄνθρωποι, οἱ καλοί Χριστιανοί πού δέν ἔχουνε ἁμαρτίες. Καί κάθονται κοντά στό Θεό, στό Χριστό, στήν Παναγία, στούς ᾿Αγίους καί προπάτορες καί σ᾽ ὅλους τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ.

Ἐκεῖ εἶναι ἡ κατοικία ντωνε πιά, κοντά στό Θεό, εἶναι τό σπίτι ντωνε.

Οἱ Ἅγιοι ἄγγελοι εἶναι ὑπηρέτες καί βοηθοῦνε τό Θεό, καί τρέχουνε νά κάνουνε τό καλό. Ἐκεῖ πέρα ὅποιος εἶναι, εἶναι ὅλο χαρά. Δέν ὑπάρχουνε ἐκεῖ καθόλου στενοχώριες, οὔτε λύπη οὔτε στεναγμός, μόνο εἶναι ὅλο χαρά καί εὐχαρίστηση καί εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κατάφυτο ἀπό δένδρα, ὡραία δένδρα καί ὡραία ζῶα καί ὡραία πουλιά, πάπιες, χῆνες, περιστέρια. Λένε πώς ἀπ’ ὅλα τά εἴδη τοῦ κόσμου ὑπάρχουνε μέσα καί εἶναι καί κατάφυτο ἀπ᾽ ὅλα τά εἴδη τοῦ κόσμου τά λουλούδια.

Ἐκεῖ μέσα εἶναι καί τό δένδρο τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ πού ἡμάρτησε ἡ Εὔα. Ἐκεῖ ἀκούγονται ψαλμωδίες τῶν ἀγγέλων πού ὅλο ὑμνοῦνε καί εὐχαριστοῦνε τό Θεό. Καί γι᾿ αὐτό πρέπει νἄμαστε καλοί Χριστιανοί, γιά νά πηγαίνουμε ἐκεῖ, κοντά στό Θεό, νά εὐχαριστιούμαστε, ἐκεῖ πού εἶναι πιά ἡ ζωή ἡ αἰώνιος, πού δέν ἔχει τελειωμό καί θά χαιρόμαστε πάντοτε κοντά στό Χριστό. Αὐτά τἄχω ἀκούσει ἀπό τή μάνα μου καί τή γιαγιά μου τό ᾿Αντωνινάκι“.

(Μαρ. Α. Κεφαλληνιάδη).

4

νυχτερινή λειτουργία τν γγέλων

Α΄. Νύχτα, λέει, θγῆκε ἡ Μαυρομμάτενα, πολύ νύχτα, ἔξω στήν αὐλή τῆς ποὖχε δουλειά, καί κοίταξε τήν ἐκκλησία, τήν ᾿Ακαδημιώτισσα, κι εἶδε μέσα φωτοχυσία, λάμψη πολλή καί ἄκουσε ψαλμωδίες ἀγγελικές καί ψάλλανε, ἤ λειτουργούσανε οἱ ἄγγελοι.

Κι αὐτό συνέθη γιατί δέν εἶχε τότε ἡ ἐκκλησία ἐφημέριο, παπά καί δέν λειτουργούσανε ἐκεῖνο τό διάστημα, τήν εἴχανε τήν ἐκκλησία κλειστή. Κι εἴπανε δά πώς τὄδανε ὁλοφάνερο τό θαῦμα ἐπειδή τήν εἴχανε κλειστή καί δέν λειτουργούσανε. Γι᾿ αὐτό ἡ θεία χάρις, εἴδανε τή φωτοχυσία καί ἐλειτουργούσανε οἱ ἄγγελοι.

(Αφηγ. Ἄννα Μαυρομματάκη, Κουτσοχεράδος — Νάξου).

Β΄. Λέγανε στόν καλόξυλο ὅτι θλέπανε φωταγωγημένη τήν ἐκκλησία, τήν ᾿Ακαδημιώτισσα, κάθε θράδυ κι ἀκοῦνε ψαλμωδίες. Καί δέν τό πιστεύανς. Καί πήγανε δυό καί πιάσανε δυό στασίδια καί καθήσανε τή νύχτα μέσα νά βεβαιωθοῦνε. Κι ὅπως καθότανε, φωταγωγήθηκε ἡ ἐκκλησία κι ἄρχισε ἡ λειτουργία κι αὐτοί μείνανε, κατόπι, βουβοί.

(Αφηγ. Π. Γ. Παραράς, Καλόξυλος Νάξου).

5

Τό ραμα τς Φιλισίας

Ἧ μακαρίτισσα ἡ Φιλισία Κανδύλη ἤτανε ἁγία γυναίκα. Καί τρεῖς μέρες πρίν πεθάνει ἔθλεπε τόν ἄγγελό της ὅραμα. Κι ἐπειδή ἡ ἀνηψιά τῆς ἡ Στέλλα δέν ἔκανε τότε παιδί, ὁραματίσθηκε ὅτι θλέπει ἕνα παιδάκι, ὅτι ἀκούει κλάμα μωροῦ. Ἔλεγε, δέτο τό μωρούλι πού κλαίει, δέτο, δέτο. Τό προφήτεψε, ἐπειδή ἤτανε ἁγία γυναίκα. Καί πράγματι ἔκαμε ἡ Στέλλα ἀργότερα παιδί.

(Αφηγ. Μ. Κεφαλληνιάδη).

6

ρχάγγελος Μιχαήλ

Στόν Κουτσοχεράδο, ὅταν πεθαίνει ἕνας ἄνθρωπος, συνηθίζουν νά χύνουν τό νερό τοῦ σταμνιοῦ, γιατί λέει ὁ ᾿Αρχάγγελος Μιχαήλ πλύνει ἐκεῖ τό σπαθί του ἀπό τά αἵματα πού πῆρε τήν ψυχή τοῦ πεθαμένου.

(Ἄφηγ. Κυριακή Ν. Βλησίδου, Κουτσοχεράδος — Νάξου).

7

Τά μωρούλια γγελιάζονται

Καμιά φορά τά μωρούλια πού λαγοκοιμοῦνται, ἀνοιγοκλείνουνε τά μάτια ντώνε, θλέπουνε ἀπάνω καί χαμογελοῦνε καί λένε πώς βλέπουν τόν ἀγγελόντωνε, τ᾽ ἀγγελάκια καί χαίρονται. Ἐπειδή εἶναι ἀθῶο παιδί καί κοιτάζει, γι᾿

αὐτό τόν θλέπει τόν ἄγγελό του.

Καμιά φορά τά παρατηρούμενε πού κοιμόντανε καί γελοκλαίγανε καί ρωτοῦσα τή μάνα μου: – Μά γιατί λέω, μάνα, γελοκλαίει; καί μοὔλεγε πώς: — Κάτι τοῦ λένε οἱ ἄγγελοι πώς θά πεθάνει ἡ μάνα σου καί πηγαίνει πώς θά κλάψει, ὕστερα πάλι κάτι τοῦ λένε ὅτι ψέματα τὄπανε γιά νά τοῦ παίξουνε καί γελᾶ. Τἀ μωρούλια, ἐπειδή εἶναι ἀθώα, ἀγγελλιάζονται.

(Αφηγ. Μαρ. Κεφαλληνιάδη).

Σχετικά μέ τίς παραπάνω παραδόσεις σημειώνουμε τά κόλουθα:

Σύμφωνα μέ τή λαϊκή ἀντίληψη ἡ παρουσία τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ στή

ζωή μας εἶναι ἀδιάλειπτη καί ἡ πάλη τους καθημερινή γιά τήν κατάκτησῃη τῆς

ψυχῆς μας.

Χαρακτηριστικό πάντως εἶναι ὅτι ὁ λαός τοποθετεῖ τό καλό καί τό κακό ἔξω ἀπ᾽ αὐτόν καί τό προσωποποιεῖ μέ τή μορφή τοῦ ᾿Αγγέλου ἤ τοῦ Διαθδόλου. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἀπό τίς καλές ἤ κακές πράξεις του ἀπό τήν ἐξομολόγηση καί τή μετάνοια.

Καί ἡ περσική θρησκεία δέχεται τό καλό σάν φῶς καί τό κακό σάν σκοτάδι. Τό φῶς εἶναι συνυφασμένο μέ τήν ἀλήθεια, τό λευκό μέ τήν καθαρότητα καί ἁγνότητα. Τό σκοτάδι ἀπεναντίας μέ τό ψέμα, τό μαῦρο μέ τή θρωμιά καί τή δολιότητα.

Ἕνας θρύλος λέει ὅτι κάποτε οὐρανός καί γῆ ἤτανε ἕνα καί γι᾽ αὐτό ζούσαμε ὅλοι κι ἀπολαμθάναμε τόν Παράδεισο κοντά στό Θεό. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἄρχισε νά ἁμαρτάνει, ἡ γῆ ἀπομακρύνθηκε ἀπό τόν οὐρανό. Καί ὅσο μεγαλύτερες εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, τόσο περισσότερο ἀπομακρυνόμαστε ἀπ’ αὐτόν, ἀπό τόν Παράδεισο καί πλησιάζομε στήν Κόλαση. Κι ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει καί ξαναγίνεται καλός, τόσο ἡ γῆ θά ξαναζυγώνει τόν οὐρανό, θά πλησιάζει ξανά τόν Παράδεισο μέχρι πού ὅταν ξαναγίνει ἁγνός, ὅπως ἦταν πρῶτα θά ξανασμίξει τελείως μ᾽ αὐτόν καί θά

ξανακατοικήσει, εὐτυχισμένος, στόν Παρᾶδεισο.

Ἡ παράδοση σκοπό ἔχει νά διδάξει ὅτι δέν πρέπει νά ἀφήνομε τίς ἐκκλησίες μας ἀλειτούργητες. Θά πρέπει ἴσως νά ξυνασυμθοῦν τέτοια γεγονότα γιά νά καταλάθουν οἱ ἁρμόδιοι ὅτι πρέπει νά ξανανοίξουν καί νά δοθοῦν στούς πιστούς οἱ δεκάδες βυζαντινές ἐκκλησίες τοῦ νησιοῦ, πού μετά τήν ἀναπαλαίωσή τους παραμένουν ἑρμητικά κλειστές; Νά ξανακουστοῦν σ᾽ αὐτές οἱ βυζαντινές ψαλμωδίες, ἀφοῦ αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τῶν ἐκκλησιῶν, δέν φτιάχθηκαν γιά μουσεῖα ἀλλά γιά λειτουργία.

Τά μικρά παιδιά ἐξαιτίας τῆς ἀθωότητάς τους, καθώς καί οἱ ἀγαθοί ἄνθρωποι, λένε πώς μποροῦν νά δοῦν τούς ἀγγέλους, ἐπικοινωνοῦν ἐξαιτίας τῆς καθαρότητας καί ἁγνότητάς τους μέ τόν κόσμο τοῦ καλοῦ. Τό εἶπε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται», καί «Ἄφετε τά παιδία ἐλθεῖν πρός με, αὐτῶν γάρ ἐστί ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Καί ὑπογράμμισε ὅτι ἄν δέν γίνομε σάν ἕνα ἀπ᾿

αὐτά τά παιδιά – ἁγνοί δηλαδή καί καθαροί – δέν μποροῦμε νά κερδίσουμε τή θασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Καί στ᾿ ᾿Απεράθου λένε πώς «Ὁ χάρος εἶναι μαῦρος, ἄγριος στήν ὄψη, μέ μαῦρα νύχια κι ἕνα κοφτερό μαχαίρι.

Ἁρπάζει τίς ψυχές κι εἶναι ὁ μόνος καί ὁ ἀπόλυτος κύριος τοῦ κάτω κόσμου… Ἔχουν ἀκόμη τήν ἰδέα πώς κι ὁ ἄγγελος παίρνει τίς ψυχές – μάλιστα πολλές φορές τίς τραθᾶ ἀπό τό σῶμα καί στάζουν αἷμα, «ξεματώνουν» καί συνηθισμένος εἶναι ὁ ὅρκος «μά τόν ἄγγελο, πού θά πάρει τήν ψυχή μου».”

Σχετικοί μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ χάρου, τή μαυρίλα καί τό κοφτερό του μαχαίρι εἶναι καί οἱ παρακάτω στίχοι τῆς λαϊκῆς ποιήτριας τ᾽ ᾿Απεράθου, τῆς γνωστῆς Βοντορήνης:

«Μές τ᾽ ᾿Απεράθου ὀ χάροντας τήν ἅμαξά ντ᾿ ἀράζει

κι ὁ κόσμος ἐνεφάλιασε καί ἡ ᾿Αξά τρομάζει

ξεσπαθωμένος ἠθγῆκε καί τό σπαθί ντου τρίζει

τή νιότ᾽ ἑνός παλληκαριοῦ στά ‘χέρια ντ᾽ ἀνεμίζει

παλεύγει τό λεθεντονιό ὧρες καί νυχτομέρια

κι ἤφτε ἡ νιότη κι ἤσθηνε μές τ’ ἀδικά ντου χέρια.

Τοῦ νιοῦ ἡ δύναμη θαστᾶ, τοῦ χάρου ἀντιτείνει

δύο δύναμες συνάπτουνται τή μαύρη ὥρα κείνη

ὁ νιός δέν παραδώνεται, τά νιάτα δέν τά δώνει

κι ὁ χάρος ἀνυπόμονος κι ἄλλο σπαθί ξεζώνει

δίκοπο καί φαρμακερό καί φρεσκοματωμένο

κι ἀπόνα κατακάρφωσε τόν νιό τόν ἀνθισμένο.

Ὥρα τσ’ αὐγῆς ἐδιάλεξε, τήν ὥρα πού χαράζει

κι ἐσφάλιξε τά μάθια ντου στω λουλουδιῶ τ’ ἀγιάζι.

Τήν ὥρα πού κελάδιζε τοῦ φτερωτοῦ τό στόμα

ἤνοιξ᾽ ἡ ἧς καί νέμενε τό νιό στό μαῦρο χῶμα.

«χάρε πού μαῦροα ντύνεσαι καί μαῦρο δάκρυ δώνεις,

μαῦρο πουκάμισο φορεῖς. μαῦρο σπαθί σηκώνεις.

Χάρε, παιδί τσῆ σκοτεινιᾶς, τοῦ μαύρου παιδογγόνι,

μαῦρο νερό ποτίζεσεε, μαύρη φασκιά σέ ζώνει.

Ὦ χάρε πού νά με χαρεῖς τὸ μαῦρο σου σκοτάδι,

ἰά πές μου ποῦν ὃ τόπος σου στά ὕψη ἤ στόν Ἄδη;

Χάρε τήν ὥρα ὄντε εμπᾶς, ψυχή νά ξεριζώσεις

νά ξαναπάρεις πλιο ψυχῇ καί νά τήνε ζυάσεις,

ἡ ζυαριά σου νᾶ κοππεῖ, νά μή ντή ξαναπιάσεις!

Συνηθισμένες ἐκφράσεις, προλήψεις, λαϊκή πίστη

– Εἴδενε τόν ἄγγελό του (κινδύνεψε νά πεθάνει).

τ ᾿Αγγελοσκιάχτηκε (ὅταν εἶναι νά πεθάνει κανείς).

— ᾿Αγγελοκόπηκε: Δέν κάνει νἄ άναι ἀπό πάνω σ᾽ ἕνα μωρούλι νά κλαῖνε, γιατί

«ἀγγελοκόδεται- κι ὕστερα δυσκολεύεται νά παραδώσει τήν ψυχή του. Τά μωρούλια ἢ οἱ καλοί. Χριστιανοί λένε πώς τόνε bλέπουνε τόν ἄγγελόντωνε, πρίν πεθάνουνε. Ὅσα πεθαίνουνε ἔτσι μωρούλια πού εἶναι ἀθῶα καί. δέν ἔχουνε ἁμαρτίες, τά λένε ὅτι γίνονται «ἀγγελόπουλα». Ἅμα εἶναι bαφτισμένα. Ἅμα εἶναι ἀbάφτιστα λέν πώς χάνεται ἡ ψυχήντωνε.

— «Ἤστειλεν ὁ Θεός τόν ἄγγελο, νά πάρει τήν ψυχῇ ντου». Λέγεται γιά τούς καλούς ἀνθρώπους. Τῶν ἁμαρτωλῶν τήν ψυχή τήν παίρνει ὁ Αὐτός καί τήν πάει στήν Κόλαση.

«Νά δοῦμενε πάλι ποιοί θά γράψει ἀπόψε ὁ Μιχαλάκης». Στόν Καλόξυλο λένε πώς, ὅποιους γράψει στό κατάστιχότου ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ τήν παραμονή τῶν Ταξιαρχῶν, αὐτοί πεθαίνουν τό νέο ἔτος.

— «Ἤδωσα τ᾽ ἀγγέλου τήν ψυχή μου».

— «Εἴδενε τόν ἄγγελό ντου». Αὐτό τό λέμε ἅμα εἶναι νά πεθάνει κανείς, ὄχι ὅμως ὅλοι, δέν τόνε βλέπουνε ὅλοι, μόνο ἅμα εἶναι καλοί. ἄνθρωποι.

– «Ἐγέλασε τ’ ἀγγέλου ντου». Τό μωρούλι εἶναι γελαστό, γιατί εἴδενε τόν ἄγγελό ντου.

– «Ἐφτός ἔχει τόν ἄγγελο φύλακά ντου». Προστατεύεται ἀπό τόν ἄγγελό του.

– «Ἐφτός εἶναι ἄγγελος». Καί γιά τήν ὀμορφιά λένε ἄγγελος καί γιά τήν ψυχή ἅμα εἶναι κανένας καλός ἄνθρωπος.

– «Ὄμορφος σάν ἄγγελος. Αὐτή εἶναι σάν ἄγγελος». Ἅμα θαυμάζουμε κανένὰ ὄμορφο ἄντρα ἤ καμιά ὄμορφη γυναίκα.

– «Ὄμορφιά ἀγγέλου». Θαυμασμός γιά τούς ὄμορφους καί τίς ὄμορφες. Ἔχεις ἀκούσει τό τραγουδάκι πού λέει: «καί τ᾽ ἀγγελικά σου κάλλη».

– «᾿Ανεθοκατεθαίνανε ἄγγελοι μέ τά φτερά». Στίς διηγήσεις τό λένε ἤ στά ὅνειρα.

— «Ἐφτός δέ δίνει τ᾽ ἀγγέλου ντου νερό». Αὐτή τήν παροιμία τή λένε γιάτούς

τσιγκούνηδες.

9

Εὐχές

Ἄγγελος νά Χαίρεται τήν Ψυχή σου.

Ἄγγελοι κι ἀρχάγγελοι νά Χαίρονται τήν Ψυχή σου.

Οἱ ἀτζέλοι στή Ψυχή ντου.

Πού νᾶναι ἀγγέλοι στή ψυχή ντου.

᾿Αγγέλοι στή Ψυχή ντου, καλός ἤτανε ὁ μακαρίτης.

10

Κατάρες

᾿Αλλοί πού νά δεῖς τόν ἄγγελό σου (δηλαδή νά πεθάνεις)

11

Ἐρωτικά ἀσμάτια

Μιά φορά ἤμουν ἄγγελος
τώρα ἀγγελίζουν ἄλλοι
τή θρύση ποὔπινα νερό
τώρα τήν πίνουν ἄλλοι.

Ὄμορφη ποῦσαι μάτια μου
κι ἀγγελικά χορεύεις
κι ἀγγελικά πατεῖς στή γῆ
καί τῶν ἀγγέλων μοιάζεις.

᾿Αγγελική μου ζάχαρη,
᾿Αγγελική μου μέλι,
᾿Αγγελική κρύο νερό,
πού πίνουν οἱ ἀγγέλοι.

᾿Ανοῖξαν τά οὐράνια
καί βγῆκαν τρεῖς ἀγγέλοι
κι οἱ τρεῖς μαζί μοῦ εἴπανε
πώς θά γενοῦμε ταῖρι.

᾿Αγγέλοι σέ θαφτίσανε
καί ἡ Παναγιά νονά σου
καί διά τοῦτο βγάλανε
Μαρία τ᾽ ὄνομά σου.

᾿Ανάμεσα στή θάλασσα
γούρνα εἶναι πελεκισμένη
κι ἕνα κανάτι ὁλόχρυσο
καί πίνουνε οἱ ἀγγέλοι.

᾿Αγγέλοι σέ ζωγράφισαν
τή νύχτα στό φεγγάρι
κι ἔγινες ἄσπρη κι ὄμορφη
σά ντό μαργαριτάρι.

Αὐτά εἶναι παλιά τραγουδάκια. χορεύαμε ἅμα εἴμαστε μικρές καί τάλέγαμε στό χορό ἀπάνω.

(Αφηγ. Μαρ. Κεφαλληνιάδη).

[…]

13

Πῶς ζωγραφίζονται οἱ ἄγγελοι στίς ἐκκλησίες

Παραστάσεις ἀγγέλων συναντοῦμε σέ τοιχογραφίες διαφόρων βυυζαντινῶν ἐκκλησιῶν καί σέ διάφορες εἰκόνες. Στή γέννηση, βάφτιση καί ᾿Ανάσταση τοῦ Χριστοῦ, στόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, στούς τρούλους τῶν ἐκκλησιῶν στίς θύρες τοῦ ἱεροῦ κι ἀλλοῦ.

Παριστάνονται ἄλλοτε ὁλόσωμοι κι ἄλλοτε ὄχι, ντυμένοι μέ μακριά φορέματα συνήθως λευκά, νά κατέρχονται ἀπό τόν οὐρανό ἀνάμεσα σέ σύννεφα, νά στέκονται φρουροί καίμέ διαφορετι-

κούς ἄλλους τρόπους.

Στή γέννηση τοῦ Χριστοῦ κατεθαίνουν ἀπό τόν οὐρανό, πάνω ἀπό τό σπήλαιο, κρατώντας ταινία στήν ὁποία ἀναγράφεται ὁ ἀγγελικός ψαλμός τους: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Στή βάφτιση τοῦ Χριστοῦ στέκονται στίς ὄχθες τοῦ ᾿ἸΙορδάνη ὄρθιοι ἤ γονατιστοί.

Στήν ᾿Ανάσταση κάθονται στόν τάφο τοῦ Σωτῆρος.

Στόν Εὐαγγελισμό ὁ ᾿Αρχάγγελος Γαβριήλ προσφέρει στήν Παναγία τόν κρίνο.

Στούς τρούλους γύρω ἀπό τόν Παντοκράτορα στέκονται τάγματα ἀγγέλων μέ βαριές βυζαντινές ἐνδυμασίες κρατώντας διάφορα ἐνεπίγραφα λητάρια καί ἄλλα σύμθολα, σφαῖρες μέ σταυρούς κιλπ.

Στήν ἀριστερή θύρατοῦ ἱεροῦ ζωγραφίζεται ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ σάν νέος ντυμένος στρατηγός μέ σανδάλια καί κρατώντας τή ρομφαία. Ὁ ἀρχάγγελος, λένε, ζωγραφίζεται μέ σπαθί, γιατί μ᾽ αὐτό παίρνει τίς ψυχές. μα εἶναι μέ κοντάρι δείχνει ὅτι ἔχει ἐξουσία. «Στίς

περισσότερες παραστάσεις του ὁ Μιχαήλ κρατᾶ μέ τό ἀριστερό του χέρι ζυγαριά πού ζυγίζει τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων». Εἶναι τό γνωστό θέμα τῆς «ψυχοστασίας». ᾿Από τό ἕνα μέρος εἶναι ἡ ψυχή κι ἀπό τό ἄλλο τά καλά ἤ κακά πού ἔχει κάνει. ᾿Ανάλογα μέ τίς ἁμαρτίες ἡ

ψυχή πάει στόν Παράδεισο ἤ στήν Κόλαση. Κάτω ἀπ᾽ τή ζυγαριά, ἀριστερά παριστάνεται συνήθως ὁ διάδολος κρατώντας τρίαινα, σάν σύμθολο τῆς ἐξουσίας του καί ᾿λητάριο στό ὁποῖο ἄναγράφεται. «Δικός μου εἶσαι φιλάργυρε». Κι αὐτό τό κάνει ἡ ἁγιογραφική παράδοση, ἡ ᾿Εκκλησία, γιά νά δείξει πόσο μεγάλο ἁμάρτημα εἶναι ἡ φιλαργυρία. Συνήθως στήν ἀγκαλιά του ὁ ἀρχάγγελος κρατᾶ ἕνα φασκιωμένο νήπιο, πού συμθολίζει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ τό ἕνατου πόδι ὁ Μιχαήλ πατᾷ πάνω στό νεκρό πού συνήθως ζωγραφίζεται κάτω ἀπό τά πόδια του.

᾿Αληθινό ζωγραφικό ἔπος γιά τήν ἐξεικόνιση καί παρουσία ἀγγέλων καί δαιμόνων ἀποτελοῦν οἱ γνωστές παραστάσεις (τοιχογραφίες ἤ εἰκόνες) τῆς «μέλλουσας κρίσης». Στό ἐπάνω μέρος

εἰκονίζεται ὁ Παράδεισος μέ τήν Αγ. Τριάδα, τήν Παναγιά κι ὅλους τούς ᾿Αγίους καί ᾿Αγγέλους καί στό κάτω ἥ κόλαση μέ τόν Ἅδη σάν δράκο πού ἀπό τό στόμα του πετιῶνται φλόγες. Οἱ διάθολοι σέ διάφορες στάσεις δασανίζουν τούς ἀνθρώπους μέ διάφορα φρικτά μαρτύρια. Ὁ χάροντας «ὁ μαῦρος καβαλλάρης» καθάλλα στό μαῦρο ἄλογό του μεταφέρει τίς ψυχές (πού κάθονται σά φασκιωμένα νήπια στά καπούλια τοῦ ἀλόγου) κατευθείαν πάνω ἀπό τό στόμα τοῦ Ἅδη, τό ἀνοιχτό στόμα τοῦ δράκου πού πετᾶ φλόγες, «τό πῦρ τό ἐξώτερον» καί τίς ρίχνει μέσα σ᾽ αὐτό. Στό κέντρο πάλι ἡ ψυχοστασία μέ τόν ἄγγελο ἀπό τή μιά καί τόν διάβολο ἀπό

τήν ἄλλη γιά νά δοῦν ποιός θά πάρει τήν ψυχή, γιά νά τήν ὁδηγήσει στήν κόλαση ἤ στόν παράδεισο. Θυμᾶμαι ὅταν, παιδί ἀκόμα, ἀντίκρυσα στόν Ἅη- Γιώργη τό Διασκορίτη μιά τέτοια μέλλουσα κρίση, ὅτι τόσο τρόμαξα ἀπό τίς παραστάσεις καί τά μαρτύρια τῆς κόλασης πού φοβόμου νά ξαναπεράσω ἀπό κείνη τήν ἐκκλησία.

14,

Εἰκόνες

᾿Αναφέρω ἐδῶ μερικές συγκεκριμένες εἰκόνες καί τοιχογραφίες τῶν σχετικῶν ἀγγελικῶν. παραστάσεων στή Νάξο:

Στό δεξιό ϑυρόφυλλο τοῦ ἱεροῦ τοῦ Αγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Ποταμιά εἰκονίζεται ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ Θηραίου ἁγιογράφου Ἄργυροῦ: «Διά χειρός Γρηγορίου Οἰκονόμου ᾿Αργυροῦ Θηραίου ἐν ἔτει 1899». Παριστάνεται λι ς στρατηγός μέ περικεφαλαία. Στό δεξί χέρι κρατᾶ ρομφαία καί στό ἀριστερό ᾽λητάριο μέ τήν ἐπιγραφή: «ἐθεώρουν τόν σατανά ὡς ἀστραπήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. Ἰδού δίδι τήν ἐξουσίαν τοῦ παὧν». Ὁ ἀρχάγγελος εἰτᾶ πάνω στό κεφάλι τοῦ διαθόλου πού ἄγριος, φτερωτός, με μαὔρες ἀγκαθωτές φτερούγες σαν δράκος εἰκονίζεται ἀπό κάτω να πιέζει ανάμεσα στά χέρια του ἀσφυκτικά ένα κρανίο, μᾶλλον νά κρατᾶ τον αμαρτωλό μέσα στις φλόγες της κόλασης καταπιέζοντάς τον μην ξεφύγει.

Διαφορετική ταράσταση εἰκονίζεται σε εικόνα της Καθολικῆς Μητρόπολης Νάξου, στο τέμπλο. Ὁ ἀρχάγγελος στό γνωστό θέμα της ψυχοστασίας. Στό ἕνα χέρι, αριστερά κρατά τόν ζυγό. Στό ἕνα τάσι του φαίνεται η Ψυχή, μικρό νήπιο, να ατενίζειτον αρχάγγελο καί στό ἄλλο οι αμαρτίες του ανθρώπου (pecatum). Ὁ ζυγός γέρνει προς την ψυχή. Γι᾿ αὐτό ὁ αρχάγγελος υψώνει ἀπειλητικά τή ρομφαία ἐναντίον τοῦ διαβόλου πού ξαπλωμένος ἀπό κάτω ζωόμορφος, ἀποκρουστικός, ἀναδίνοντας φλόγες, . ὑψώνει τά γαμψωτά νύχια του γιά ν᾿ ἀρπάξει τήν ψυχή. Ὅμως αὐτή ἀνήκει στόν ἀρχάγγελο.

Στόν ναό τοῦ Ταξιάρχη στό Κεραμί σέ ἀσημόσκεπη εἰκόνα εἰκονίζεται ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ. Στό δεξί χέρι κρατᾶ ρομφαία, στό ἀριστερό χέρι τήν ψυχή (φασκιωμένο νήπιο) τοῦ νεκροῦ πού θρίσκεται ξαπλωμένος στά πόδια του. Ὁ ᾿Αρχάγγελος πατᾶ πάνω στό στῆθος τοῦ σφανδάζοντος νεκροῦ. Χαρακτηριστική λεπτομέρεια εἶναι ὅτι στή λαβή τοῦ σπαθιοῦ τῆς ρομφαίας τοῦ ᾿Αρχαγγέλου ὑπάρχουν δύο Φασκιωμένα νήπια, ψυχές, ἀφοῦ «μέ τό σπαθί παίρνει τίς ψυχές ὁ ἀρχάγγελος». ᾿Ἐπιγραφή: «Δαπάνῃ τοῦ Μάρκου Πολίτη, χειρί ἸΙωάννου Γεωργίου καί Νικολάου Πελοποννησίων». Φρίξον ψυχή μου τά ὁρώμενα, ΑΨΠΖ (1787).

Στόν ἴδιο ναό ὑπάρχει εἰκόνα μέ τή «Σύναξη τῶν Ταξιαρχῶν», ὅπου ξεχωρίζουν οἱ ἀρχάγγελοι. Ἴδια εἰκόνα ὑπάρχει καί στήν Πρωτόθρονο στό Χαλκί.

Στό δεξιό θυρόφυλλο τοῦ ἱεροῦ, στήν Παναγιά τή Ραχιδιώτισσα, εἰκονίζεται σέ μιά ὡραία σύνθεση καί μέ ὡραία ἐπιγραφή ὁ ᾿Αρχάγγελος Μιχαήλ. Φέρει στολή στρατηγοῦ. Κάτω ἀπό τά πόδια του ἡ γνωστή παράσταση τοῦ θνήσκοντος ἀνθρώπου, (ἔτσι συμθολίζεται ἡ ἐξουσία τοῦ ᾿Αρχαγγέλου). Ψηλά ἡ ἐπιγραφή: «Ὁ ἄρχων Μιχαήλ». Στό ἕνα χέρι κρατᾷ τή ρομφαία καί στό ἄλλο ‘λητάριο μέ τήν ἐπιγραφή:

«Θεοῦ στρατηγός εἰμί τήν σπάθην φέρων καί τούς ἐνταῦθα εἰσιόντας ἐν φόθῳ φρουρῷ, προμαχῶ ὑπερμαχῶ καί σκέπω τούς δέ καρδία ρυπαρά εἰσιόντας πικρῶς ἐκτέμνω

ἐν τῇ ρομφαίᾳ τῇδε…».

᾿᾽Εντυπωσιακή παράσταση τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ ὑπάρχει στό δεξιό θυρόφυλλο τοῦ ἱεροῦ τῆς Παναγιᾶς τῆς Καστριανῆς, στό ᾿Απάνω Κάστρο τῆς Τραγαίας. Στό ἐπάνω μέρος εἰκονίζεται «ὁ ἄρχων Μιχαήλ», μέ τήν γνωστή στολή τοῦ στρατηγοῦ. Στό κάτω μέρος ὑπάρχει ὁ τάφος τοῦ Μεγάλου ᾿Αλεξάνδρου μέ τόν Ὄσιο Χριστόδουλο πάνω ἀπ’ αὐτόν. ᾿Επιγραφή σημειώνει: «Ὁ Ὅσιος Χριστόδουλος ὁρεῶν τόν τάφον τοῦ ᾿Αλεξάνδρου θασιλέως». Στό κάτω μέρος τοῦ τάφου σημειώνονται τοῦτοι οἱ στίχοι πού θυμίζουν ᾿Ερωτόκριτο:

«Δέ δύνονται ὅλα τά ἅρματα τοῦ κόσμου, καί τά πλούτη, νά ξελυτρώσουσι ὅποιον μπεῖ

στήν κατοικίαν ἐτούτη».

Ἡ χριστιανική φιλοσοφία θέλει τούς ἀνθρώπους ἴσους ἀπέναντι στόν θάνατο εἴτε θασιλιάδες εἶναι εἴτε κοινοί θνητοί. ᾿Αντίθετα ὁ λαός στόν μύθο τῆς Γοργόνας βάζει τόν ναύτη ν᾿ ἀπαντᾶ

στό ἐναγώνιο ἐρώτημά της ἄν ζεῖ ὁ ἀδελφός της ὁ Μ. ᾿Αλέξανδρος:

– «Ζεῖ καί θασιλεύει καί τόν κόσμο κυριεύει». Ὁ λαός θέλει τούς ἥρωές του ἀθάνατους μπροστάρηδες, εἴτε Μ. ᾿Αλέξανδρος εἶναι γιά Διγενής, γιά ᾿Αχιλλέας. Δέν τούς ἀφήνει νά πεθάνουν γιατί τότε πεθαίνει μαζί τους.

Δίπλα στόν ἄγγελο μισοσβησμένη ἐπιγραφή:

«ἡ ρομφαία φυλάττει τήν πύλη τῆς Ἐδέμ»”

᾿Ανάλογη εἰκόνα ἀκόμη πιό σύνθετη, ὑπάρχει καί στόν Ἅγ. Σπυρίδωνα τοῦ Χαλκιοῦ. Στό ἐπάνω μέρος ἡ Παναγία, ἐπιγραφή:

«Ἄλαλα τά χείλη τῶν ἀσεθῶν τῶν μή προσκυνούντων τήν εἰκόνα σου τήν σεπτήν τήν ἱστορηθεῖσαν ὑπό τοῦ ἀποστόλου Λουκᾶ ἱερωτάτου την ὁδηγήτριαν». Δέησις τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ ᾿Αντωνίου ἱερέως Σπανοῦ. Στό κάτω μέρος εἰκονίζεται καί πάλι ὁ τάφος τοῦ Μεγ.

᾿Αλεξάνδρου μέ τόν ᾿Αββᾶ Σισώη μπροστά του κι ἀκόμα ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ μπροστά σέ ἄλλο τάφο μέσα ἀπό τόν ὁποῖο προδάλλει ὁ Χάρος, καθώς καί μιά γυναίκα μπροστά στόν ᾿Αρχάγγελο.

Ὁ ᾿Αρχάγγελος μέ στολή στρατηγοῦ κρατᾶ στό ἕνα χέρι τό ξίφος καί στό ἄλλο τήν ψυχή τοῦ νεκροῦ πάνω στόν ὁποῖο πατᾶ. Κάτω ἀπό τό γέρο νεκρό πού πατᾶ ὁ Μιχαήλ ἀναγράφεται: «Ὁ ἀμετανόητος». Πάνω ἀπ’ αὐτόν τό γνωστό: «Φρίξον ψυχή μου τά ὁρώμενα» πάνω ἀπό τόν ᾿Αρχάγγελο σέ ᾿λητάριο διαβάζομε: «Βρωτοί θλέποντες τό ξίφος τεταμένον ὅσοι θέθηλοι καί ράθυμοι τόν τρόπον συσταλεῖτε πρός μετάνοιαν τάχος ὑμεῖς δέ προσαύσητε τῷ θείῳ οἴκῳ ἐγώ γάρ ὁ πρίν παλαιός προστάτης ἐτάχθην ταύτης τῆς νέας ἐδέμ φύλαξ».

Δεξιά τοῦ ἀρχαγγέλου εἰκονίζεται μιά δεόμενη γυναικεία μορφή στραμμένη πρός τόν ἀρχάγγελο. Σ᾽ ἕνα ᾿λητάριο ἀπό πάνω της ἀναγράφονται τά ἀκόλουθα:

«Μιχαήλ ᾿Αρχάγγελε τοῦ Χριστοῦ μήν ἔλθῃς ὡς λέων ἀγριώτατος ἐπ᾽ ἐμέ μηδέ τήν ψυχήν μου ἁρπάσῃς ὡς στρουθίον ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου ἡμῖν θοήθησον».

Μισοσθησμένα στό κάτω μέρος ἀναγράφεται:

«Μνήσθητι Κύριε τήν ψυχήν τῆς πρεσθυτέρας».

«Πρόκειται δηλαδή — παρατηρεῖ ὁ ἀρχαιολόγος θυζαντινολόγος Γ. Μα-στορόπουλος, γιά τήν πρεσβυτέρα τοῦ δωρητῆ παπᾷ ᾿Αντ. Σπανοῦ, ἡ ὁποία -ὅπως φαίνεται — πέθανε νέα καί ἄτε

κνή. Ὁ χαροκαμένος παπάς παρήγγειλε προφανῶς τήν εἰκόνα στή μνήμη της».

Τό πιό ἐντυπωσιακό μέρος τῆς ὅλης παράστασης βδρίσκεται στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας. Στό κέντρο τοῦ ἀνοικτοῦ τάφου — σαρκοφάγος — εἰκονίζεται ὁ Χάρος, εἶναι κι αὐτός φτερωτός. Στό ἀριστερό του χέρι κρατᾶ ἀπειλητικό τό δρεπάνι τοῦ θανάτου ἐνῷ στό δεξί λητάριο στό ὁποῖο ἀναγράφονται τά ἀκόλουθα:

«Ἡ ἄγρια κι ἀνελέητη” καί σκοτεινή θῳ ριάμου καί τό δραπάνι πού κρατῶ καί τοῦτα τά γυμνά μου ὅποιον κι ἄν δρῶ κόφτω τον, θερίζω…κλπ.».

Οἱ στίχοι προέρχονται ἀπό τήν ἀρχή τῆς «᾿Ἐρωφίλης», ὅπου ὁ Χάρος ἐμφανιζόμενος μονολογεῖμέ τοῦτα τά λόγια:

«Ἡ ἄγρια κι ἢ ἀνελύπητος κ᾽ ἡ σκοτεινή θωριά μου

Καί τό δράπαν᾽ ὅπου δαστῶ, καί τοῦταγυμνά μου πολλές θροντές κι οἱ ἀστραπές ὁμάδι

ὁπού τήν γήν ἀνοίξασι κι ἐβγῆκ᾽ ἀπού τόν Ἅδη».

Ἧ ὅλη παράσταση συμπληρώνεται μέ τόν ᾿Αββά Σισώη πού στέκεται ἐπάνω

ἀπό τό σκελετό στον τάφο του Μ. Αλεξάνδρου. Επιγραφές: «ο βασιλεύς ᾿Αλέξανδρος» καί μισοσβησμένα: «ἀποθαύμαση τοῦ ᾿Αββᾶ Σισώη διά τόν θάνατον τοῦ Μ. ᾿Αλεξάνδρου». Ψηλότερα σέ ‘λητάριο μόλις διακρίνεται ἡ ἐπιγραφή: «Ὁρῶ σε τάφε δειλιῶν σου τήν θέαν…».

Πάνω στόν τάφο, τέλος, στό κάτω μέρος τῆς εἰκόνας ἀναγράφεται ὑπογραφή τοῦ ζωγράφου, μισοσβησμένη: « Ἐτελειώθι τό παρόν ὑπ᾽ ἀναξία χειρί ἐμοῦ Παρθενίου ἱεροδιακόνου Βλαστοῦ…». Ὁ ζωγράφος εἶναι Κρητικός, γι᾿ αὐτό χρησιμοποιεῖ καί στίχους ἀπό τήν «Ἐρωφίλη». Δέν ἀποκλείεται και ἡ ἀνάλογη εἰκονα πού προαναφέραμε στήν Παναγία τήν Καστριανή νά εἶναι ἔργο τοῦ ἴδιου ζωγράφου. Τό μήνυμα εἶναι ἴδιο. Οἱ παρακάτω στίχοι ἀπό ἕνα διάλογο ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τόν Χάρο — γράφει ὁ Γ. Μαστορόπουλος — συνοψίζουν νομίζω τό νόημα τῆς παραστάσεως:

«Ὦ Μιχαήλ ᾿Αρχάγγελε καί πρόφτασε σ᾽ ἐμένα καί παράστασου τῆς ψυχῆς γλυκά, ταπεινωμένα.

Χάρος: Ὁ Μιχαήλ ᾿Αρχάγγελος εἶναι συντροφιασμένος. μ’ ἐμένα πάντα θρίσκεται κι ἔτσι᾽ μαι ὁρισμένος».

Σχετικό καί τό «Χριστέ καί πέψε μου ἄγγελον νά μέ παρηγορήσει κι ἀπό τοῦ χάρου τοῦ πικροῦ τά χέρια νά μέ γλύσει»

, , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.