Άγιος Αθηναγόρας ο Αθηναίος, (ο φιλόσοφος)

Ο Αθηναγόρας ο Αθηναίος είναι ένας από τους σπουδαιότερους απολογητές και εκκλησιαστικούς συγγραφείς του β΄ αιώνος. Άκμασε κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Κομμόδου, την ίδια εποχή με τον έτερο μεγάλο απολογητή, τον Ιουστίνο. Υπήρξε φιλόσοφος που μεταστράφηκε στον χριστιανισμό, διατηρώντας το φιλοσοφικό του τήβεννο, ενώ η απολογία του εκτιμάται για τη λογοτεχνική της κομψότητα και τη νηφάλια προσέγγιση προς τον εθνικό κόσμο.

Ο βίος του

Περί του βίου του Αθηνάγορος υπάρχουν ελάχιστα, κατά βάση αυτοβιογραφικά στοιχεία, που προκύπτουν από γραμματεία του, η οποία όμως είναι ιδιαιτέρως περιορισμένη. Ο ίδιος αγνοείτε πλήρως ακόμα και από γραμματολόγους όπως τον Ευσέβιο, τον Ιερώνυμο, το Ρουφίνο και το Σούδα[1]. Πέραν των προλεγομένων, υπάρχει περί του Αθηναγόρος σημείωμα αγνώστου συγγραφέως, το οποίο βασίζεται σε απολογία του Φιλίππου Σηδίτου. Η αναφορά αυτή όμως κρίνεται ως αναξιόπιστη από τον ιστορικό Σωκράτη[2], αλλά και τους σημερινούς μελετητές[3][4]. Μερικά στοιχεία από την αναφορά αυτή μπορούν να εκτιμηθούν ως πιθανώς σωστά διασταυρούμενα σε σχέση με έτερες ιστορικές πηγές, όπως ότι ο Κλήμης Αλεξανδρείας μαθήτευσε δίπλα του, καθώς φαίνεται από το έργο του “Στρωματείς” ότι όντως μαθήτευσε, σε άγνωστο όμως προς εμάς Έλληνα δάσκαλο εξ Ιωνίας (κατά τον πατρολόγο Παν. Χρήστου ίσως είλκυε την καταγωγή του από εκεί)[5] και την παραμονή του στην Αλεξάνδρεια όπως μέσα από το έργο “Περί Αναστάσεως” διαφαίνεται, λόγω της αναφοράς του για εκτροφή καμηλών[6].

Μέσα από τα συγγράμματα του διαβλέπουμε πως εισήχθη στο χριστιανισμό από τον εθνικό βίο, μελετώντας τις Γραφές[7]. Μετά τη μεταστροφή του διατήρησε τρίβωνα και υπήρξε εκ των πρώτων ιδρυτών χριστιανικής σχολής υψηλού επιπέδου[8]. Διαφαίνεται κράτιστος γνώστης των φιλοσοφικών, ιστορικών και ποιητικών δεδομένων της εποχής του, τα οποία χρησιμοποιεί στη γραμματεία του, με αποτέλεσμα να αποτελεί το γλαφυρότερο εκκλησιαστικό συγγραφέα του β΄ αιώνος. Εξ αυτού του γεγονότος εικάζεται ότι πιθανώς άσκησε το επάγγελμα του ρήτορος ή του δασκάλου της ρητορικής[9]. Έζησε κατά τα χρόνια των Αυτοκρατόρων Μάρκου Αυρηλίου και Κομμόδου, αλλά πέραν τούτων ουδεμία πληροφορία υπάρχει σχετικά με τον σημαντικό αυτό απολογητή, πέραν ότι ήταν Αθηναίος.

Συγγράμματα

Γενικά

Σήμερα τα μοναδικά γνωστά έργα του Αθηναγόρα είναι τα δύο σωζόμενα έργα αυτού “Πρεσβεία περί Χριστιανών” και “Περί Αναστάσεως Νεκρών”. Η χειρόγραφη παράδοση αυτών εξ αρχής υπήρξε φτωχή και σήμερα διασώζονται μόνο μέσω του κώδικα Paris.Gr 451, γραφέντος το 914 υπό τον Βαάνους ύστερα από εντολή του Αρέθα Καισαρείας[10]. Η γνώση ότι τα δύο συγγράμματα ανήκουν στον Αθηναγόρα είτε προήλθε από την αντιγραφή άλλου κώδικος που τον κατονόμαζε, είτε από την παράθεση χωρίου εκ της απολογίας του Αθηναγόρα από τον Μεθόδιο Ολύμπου με τη σαφή ένδειξη ότι προήλθε από τον εν λόγο απολογητή[11].

Μέσα από τα έργα του Αθηναγόρα αμέσως διακρίνεται η εξαιρετική του μόρφωση και η φιλοσοφική του κατάρτιση. Γι αυτό άλλωστε χαρακτηρίζεται και ως “χριστιανός φιλόσοφος”[12]. Ο Αθηναγόρας διέθετε πλούσιο λογοτεχνικό τάλαντο, με ακριβή και καθαρή έκφραση και έντονο γλωσσικό αισθητήριο[13]. Το έργο του στην ουσία είναι περισσότερο φιλοσοφικό παρά θεολογικό[14]. Προχωρεί με στόχο να αποδείξει την αλήθεια με λογικά επιχειρήματα τόσο περί της υπάρξεως του Θεού, όσο και περί Αναστάσεως. Δε στέκεται ιδιαίτερα σε μία βιβλική θεμελίωση των απόψεών του, είτε διότι θέλησε να δείξει την ορθότητα της πίστεώς του με επιχειρήματα που δεν αμφισβητούσαν οι κατήγοροι της εκκλησίας, είτε λόγω των απόψεών του περί αληθείας (ο Αθηναγόρας πίστευε πως η εν Χριστώ αλήθεια προκύπτει από τη έλξη του Θεού στον άνθρωπο και τη θεοπνευστία)[15].

Κατά μια άλλη αιτία διότι πιστεύει πως αν κατορθώσει να δείξει στενή σχέση φιλοσοφίας και εκκλησίας θα επιτύχει ευνοϊκότερη μεταχείριση για τους χριστιανούς όπως οι φιλόσοφοι[16]. Απουσιάζουν τα μεγάλα προβλήματα της θεολογίας της εποχής και οι αναφορές στο πρόσωπο του Χριστού, που προφανώς και εμφαίνουν και τα κύρια αίτια σιωπής του έργου του από τους ανθρώπους της εποχής του καθώς των μεταγενεστέρων ερευνητών[17][18]. Τέλος παρατηρούμε πως ο Αθηναγόρας είναι αρκετά εκλεκτικός στα συγγράμματά του. Στόχο είχε να αποδείξει πως ο χριστιανισμός αποτελούσε συνέχεια του αρχαίου κόσμου και πως η αλήθειά του ήταν τελείωση της προσπάθειας των αρχαίων φιλοσόφων[19]. Η στάση του απέναντι στη φιλοσοφία είναι διαλλακτική, διαλλακτικότερη από τον Ιουστίνο, αν και αυτή η τόσο φιλική στάση, όπως η αντίστοιχα η ακραία του Τατιανού, δε βρήκε παρά λίγους μιμητές στην εκκλησιαστική παράδοση[20].

Πρεσβεία περί χριστιανών

Η απολογία “Πρεσβεία περί Χριστιανών” είναι το έργο που συνέγραψε ο Αθηναγόρας προς το Μάρκο Αυρήλιο και τον γιο του Κόμοδο, όπως λαμβάνουμε από προσφώνηση του έργου[21]. Συνεκτιμώντας το στοιχείο αυτό και πως ο Κόμμοδος υπήρξε συναυκράτορας με τον πατέρα του Μάρκο Αυρήλιο μεταξύ 176 και 180, η πραγματεία λογικά παραδόθηκε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα[22] και ίσως το 177 από την πληροφορία που λαμβάνουμε[23] περί νόμου κατά των χριστιανών, που με βάση κάποιες ασαφείς πηγές συνέβη τότε[24]. Η απολογία παραδόθηκε στον αυτοκράτορα, πιθανώς αυτοπροσώπως από τον ίδιο τον Αθηναγόρα[25].

Το έργο αποκαλείται πρεσβεία και με βάση το περιεχόμενό του, όντως είναι. Σκοπός του συγγραφέα δεν είναι να επιτεθεί αλλά να απολογηθεί κατά κακοδοξιών που προσάπτονται στους χριστιανούς και να παρακαλέσει για δικαιοσύνη και ισονομία προς τους χριστιανούς[26]. Γραμμένη με ύφος λαμπρό και λογοτεχνικό, με συνέπεια, μεθοδικότητα και ευγένεια θεωρείται η καλύτερη διασωθείσα απολογία του β΄ αιώνος[27]. Η απολογία ξεκινά με τον Αθηναγόρα να παραπονείται για τη συμπεριφορά του ρωμαϊκού κράτους απέναντι στους χριστιανούς, καθότι όλες οι θρησκείες στην αυτοκρατορία έχουν το δικαίωμα να τελούν ελεύθερα την πίστη τους, όχι όμως και οι χριστιανοί. Απορεί γιατί διώκονται χωρίς να τελούν αξιόποινες πράξεις και διερωτάται γιατί διώκονται για την πίστη τους και όχι οι φιλόσοφοι[28]. Στην κατηγορία περί αθεΐας, βρίσκει ευκαιρία με εκτενή αναφορά να διακηρύξει το χριστιανικό μονοθεϊσμό αναιρώντας αυτή την άποψη, λέγοντας χαρακτηριστικά πως η πίστη σε ένα Θεό δεν είναι διαφορετική από την πίστη των φιλοσόφων και των ποιητών από τον Ευρυπίδη μέχρι και τους Στωικούς. Καταλήγει δε πως η μαρτυρία αυτών δεν είναι σαφής και βέβαιη όπως η μαρτυρία των προφητών οι ποίοι μιλούσαν με θεία έμπνευση. Έτσι οι χριστιανοί δεν πιστεύουν στην κτίση, αλλά τον Κτίστη αυτής καθώς και πως αντί να μισούν προτιμούν να αγαπούν. Στην κατηγορία περί ηθικών παραπτωμάτων, όπως οιδιπόδειων μίξεων και θυέστειων δείπνων αντιπαραβάλει τα πιστεύω της χριστιανικής κοινότητας όπως την εγκράτεια, την παρθενία, πως ο δεύτερος γάμος θεωρείται “ευπρεπής μοιχεία” και πως οι χριστιανοί συνευρίσκονται ερωτικώς μόνο για λόγους παιδοποιίας. Επειδή μάλιστα έχουν ως σκοπό την αιώνια ζωή καταφρονούν τα αγαθά αυτού του κόσμου. Τέλος κλείνει με την παράκληση να αποδεχτούν οι αυτοκράτορες το αίτημα για δικαιοσύνη και ισονομία στους χριστιανούς, κάτι το οποίο δεικνύει πως οι παραλήπτες αυτοκράτορες, ήσαν γνώστες της τελούμενης αδικίας κατά των χριστιανών[29].

Πρέπει εδώ να πούμε πως ο Μεθόδιος Ολύμπου στη γραμματεία του χρησιμοποιεί χωρίο από το εν λόγω κείμενο, ενώ ο Μέγας Αθανάσιος αργότερα χρησιμοποίησε σιωπηρώς επιχειρήματα στην πραγματεία του “Κατά Ειδώλων”[30].

Περί Αναστάσεως Νεκρών

Το έργο αυτό από μερικούς ερευνητές θεωρείται αμφιβαλλόμενο. Πολλές έρευνες έχουν γραφεί σχετικά με το αν το έργο είναι αυθεντικό, στηριζόμενο μάλιστα σε λογικά επιχειρήματα. Εν αρχή πρέπει να αναφερθεί πως προς το τέλος του έργου “Πρεσβεία περί χριστιανών”[31], γίνεται νύξη για σύνταξη ειδικού συγγράμματος περί της αναστάσεως των νεκρών. Μερικοί ερευνητές όπως ο R.M. Grant θεωρούν το έργο μεταγενέστερο, περί του 3ου ή 4ου αιώνα[32]. Στο έργο αυτό εν αντιθέσει με το έργο “Πρεσβεία περί χριστιανών” δεν γίνεται καμία αναφορά σε βιβλικά χωρία, ενώ απουσιάζουν αναφορές σχετικά με τη εθνική και φιλοσοφική γραμματεία. Από την άλλη πλευρά πέραν της αναφοράς περί συντάξεως τοιούτου έργου, το ύφος και η μεθοδικότητα προδίδουν τον Αθηναγόρα[33]. Η επιχειρηματολογία διαφέρει, αλλά κάτι τέτοιο είναι λογικό αφού μέσα από το κείμενο διαφαίνεται ότι απευθύνεται προς το εσωτερικό της εκκλησίας, σα να πρόκειται για μία σειρά διαλέξεων[34]. Κατά το Στ. Παπαδόπουλο, οι αμφιβολίες περί της αυθεντικότητάς του δεν έχουν πειστικά ερείσματα[35]. Οι διαλέξεις αυτές πιθανόν έλαβαν χώρα στην Αίγυπτο.

Το έργο αποτελεί συναγωγή λογικών και φιλοσοφικών επιχειρημάτων και μαρτυριών προς απόδειξη της αναστάσεως των νεκρών[36]. Τα επιχειρήματά του δε φαίνονται όμως πειστικά αφού προσπαθεί αν φτάσει σε αυτή χωρίς τη βοήθεια της Γραφής ή της παραδόσεως[37]. Ουσιαστικά ο Αθηναγόρας χρησιμοποιεί την τελολογική θεωρία του Αριστοτέλη, μέσω της οποίας προσπαθεί να αποδείξει ότι το φαινόμενο της αναστάσεως όντως ευσταθεί με λογικά επιχειρήματα. Έτσι εξετάζει το γεγονός από δύο οπτικές γωνίες, μία κατά πόσο μπορεί να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο, αλλά και κατά πόσο είναι αναγκαίο[38]. Ο ίδιος αναφέρει πως για τον κόσμο κάτι τέτοιο φαίνεται αδύνατο, αλλά για το Θεό τα πάντα είναι δυνατά. Αλλά και η ανάσταση είναι αναγκαία διότι ο άνθρωπος έχει ειδικό προορισμό, ενώ συγκροτείται από ψυχή και σώμα. Επιχειρηματολογεί πως ούτε οι σπουδαίοι σε αυτή τη ζωή φέρουν τα της αρετής επίχειρα, ούτε οι φαύλοι τα της κακίας γι αυτό θα υπάρξει μέρος που θα αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη κατά τα έργα του καθενός. Τέλος πρέπει να αναφερθεί πως στο έργο αυτό σύμφωνα με τον Βarnard, εντοπίζονται τα πρώτα στοιχεία χριστιανικής ανθρωπολογίας, η οποία μάλιστα δε στηρίζεται σε βιβλικά δεδομένα[39].

Η χρήση της φιλοσοφίας στον Αθηναγόρα

Για το έργο του Αθηναγόρα και το ρόλο που έπαιξε η φιλοσοφία έχουν εκφραστεί ποικίλες απόψεις. Έτσι κατά τον L. Barnard στόχος του Αθηναγόρα ήταν να “εκχριστιανίσει τον πλατωνισμό” και όχι να “εξελληνίσει τον χριστιανισμό”[40]. Κατά τον Στ. Παπαδόπουλο ο Αθηναγόρας στον Πλάτωνα βρίσκει αλήθεια πραγματική, γι αυτό ενώ συχνά επαναλαμβάνει τον Ιουστίνο, σπάνια χρησιμοποιεί το επιχείρημα περί χριστιανών προ Χριστού[41]. Στο ίδιο ζήτημα ο Ιω. Ζηζιούλας αναφέρει πως, ο ίδιος ενώ εκτιμά την ελληνική σκέψη, ουσιαστικά διαφωνεί με τον Πλατωνισμό[42], ενώ σύμφωνα με τον Κ. Νούσκα “ο Αθηναγόρας γνωρίζει καλώς τας φιλοσοφικάς σχολάς της εποχής του, χρησιμοποιεί δε ιδέας και όρους εξ αυτών δια να αναλύση τα επιχειρήματά του, και απολογηθεί υπέρ της χριστιανικής θρησκείας εξαρτώμενος ιδιαιτέρως εκ της πλατωνικής και στωικής φιλοσοφίας. Εν τούτοις ως φιλόσοφος δεν είναι ούτε πλατωνικός…ούτε στωικός. Είναι μάλλον εκλεκτικός φιλόσοφος”[43]. Καταβάλλει μάλιστα μεγάλη προσπάθεια να συμφιλιώσει χριστιανισμό και φιλοσοφία σε ευρύτερη κλίμακα από ότι οι προηγούμενοι συγγραφείς[44]. Έτσι θα λέγαμε πως στο έργο του διαφαίνεται φιλοσοφικός επηρεασμός, αντλώντας στοιχεία από το μέσο πλατωνισμό και τους στωικούς, όπως την ιδέα της αρμονίας περί αποδείξεως υπάρξεως του Θεού[45]. Ο ίδιος προβαίνει σε μία τέτοια κίνηση στην “προσπάθειά του να βρίσκεται πλησιέστερα στους φιλοσόφους, …[διότι] επιθυμεί να επηρεάσει υπέρ της νέας πίστεως με οικείο σε αυτούς [εθνικούς] λόγο και ανάλογα επιχειρήματα”[46]. Γι αυτό άλλωστε ο Αθηναγόρας διαφοροποιείται ουσιαστικά από ποιητές και φιλοσόφους, αφού όπως χαρακτηριστικά αναφέρει αυτοί επέβαλλαν στοχαστικώς τις απόψεις τους, ενώ οι προφήτες δια της αποκαλύψεως του Θεού[47]. Τελικά αυτός ο επηρεασμός είναι μόνο εξωτερικός κάτι που διαφαίνεται από τη διατύπωση της άψογης τριαδολογίας του[48], σε μία περίοδο μάλιστα που η διδασκαλία περί τριάδος δεν είχε λεκτικά καθοριστεί[49].

Θεολογία

Η θεολογία του Αθηναγόρα όπως εκφράζεται μέσα από το έργο του “Πρεσβεία περί Χριστιανών”, έχει επιγραμματικό χαρακτήρα[50]. Ορίζει τη θεολογία ως λόγο περί Θεού Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, ενώ προωθεί την άποψη ότι οι προφήτες ομιλούσαν κινούμενοι από θείο πνεύμα[51]. Παράλληλα με το θεολογικό λόγο, ευρίσκει και φυσικό λόγο, εξ ου και από μερικούς θεολόγους χαρακτηρίζεται ως πρόδρομος της φυσικής θεολογίας[52]. Σε ότι αφορά την τριαδολογία του, χαρακτηρίζεται ως αξιόλογη και άψογη[53], χωρίς να ξεπερνά την εποχή της[54], ενώ το θεματολογικό οπλοστάσιό του το αντλεί από τους υπόλοιπους απολογητές[55].

Στο έργο του κυριαρχεί η μονοθεΐα, που κατά τον ίδιο έτειναν ποιητές και φιλόσοφοι[56]. Ο Θεός είναι ενιαίος, αγέννητος, ανώνυμος, αΐδιος, αόρατος, απαθής και εμφανίζεται στην κτίση την οποία αρμονικά κινεί[57]. Για να τον περιγράψει φαίνεται να λαμβάνει όρους από τον Μέσο Πλατωνισμό, προσεκτικά όμως ώστε να μην αλλοιώνεται η χριστιανική εικόνα του Θεού[58]. Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι έννοιες ταυτόσημες, ενώ το Άγιο Πνεύμα είναι ενοποιός δύναμη Πατρός και Υιού[59]. Ο Αθηναγόρας πάντα αγωνίζεται να καταδείξει την άρρηκτη ενότητα του Θεού[60], γι αυτό και χαρακτηρίζει τον Υιό, ως Νου και Λόγο του Πατρός[61]. Όμως και το Άγιο Πνεύμα αντίστοιχα συνδέεται με τον Πατέρα και τον Υιό με μία ακατάλυτη ενότητα[62]. Η Αγία Τριάδα κατά τον Αθηναγόρα δεν είναι μόνο ακατάλυτη, αλλά διαχωρίζεται και σε τρία πρόσωπα έτσι ώστε “εν τη ενώσει δύναμις και εν τη τάξη διαίρεσις”[63]. Ο Λόγος είναι πρώτο γέννημα αΐδιο και όχι κτίσμα αφού προήλθε “ουχ ως γεννόμενον”, ενώ ήταν και “νους αΐδιος ων, είχεν εν εαυτό τον Λόγον, αΐδίως λογικός ων”[64]. Ο Αθηναγόρας όπως και υπόλοιποι απολογητές χρησιμοποιεί την έννοια του ενδιαθέτου και προφορικού Λόγου,αν και δε χρησιμοποιούνται οι γνωστοί στωικοί όροι στη περίπτωσή του. Η θεολογία του Αθηναγόρος πέραν των λεχθέντων εκτιμάται επιπρόσθετα καθώς δεν υπάρχει κανένας υπαινιγμός περί υποταγής του Λόγου, αλλά αντιθέτως τονίζεται η ισότητα των δύο προσώπων[65].

Λαμβάνοντας αφορμή από το σύγγραμμά του περί ανθρωπολογίας ο Αθηναγόρας τόνιζε ιδιαίτερα το αυθαίρετο της ψυχής. Η ψυχή λέγει χαρακτηριστικά άλλοτε έλκεται από τα είδωλα, άλλοτε από την ύλη παρασύροντας και το σώμα[66]. Δέχεται την αθανασία της ψυχής και πως το σώμα είναι σύζυγος ενός οικείου πνευματικού στοιχείου και άρα αγαθό[67].

Εν κατακλείδι θα λέγαμε πως ο Αθηναγόρας καταγράφει τη θεολογική του διδασκαλία στο μέτρο που αυτή προσφέρεται να πείσει τους καλής προθέσεως διανοούμενους εθνικούς, εξού και η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα των αποδεκτών των λόγων του[68]. Τελικώς όμως με το ευαίσθητο θεολογικό του κριτήριο πέτυχε “να δώση ακριβείς διατυπώσεις εις καίρια προβλήματα της πίστεως, όπως είναι το τριαδικόν”[69].

Υποσημειώσεις

  1. Παν. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Τόμος Β΄, σελίδα 573
  2.  Εκκλησιαστική Ιστορία 7, 27
  3. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 574
  4.  Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Τόμος Α΄, σελίδα 271
  5.  Στρωμματείς 1, 1
  6.  Περί Αναστάσεως 12
  7. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 574
  8.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 574
  9. Στ. Παπαδόπουλος, ενθ. αν., 271
  10.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 575
  11. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 575
  12.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 271
  13.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 272
  14.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 272
  15.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 272
  16.  Νικ. Τζιράκης, Απολογητές, σελίδα 100
  17.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 274
  18. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 583
  19. Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 274
  20.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 275
  21.  Πρεσβεία περί χριστιανών 18 και 37
  22.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 575
  23.  Πρεσβεία περί χριστιανών 1
  24. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 575
  25.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 575
  26. Πρεσβεία…, 2
  27.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 577
  28. Πρεσβεία… 2
  29. Νικ. Τζιράκης, Απολογητές, σελίδα 94
  30.  Κεφάλαια 36 και 37
  31.  Πρεσβεία… 36 και 37
  32.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 578
  33.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 579
  34.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 579
  35.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 277
  36.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 276
  37.  ενθ.αν.
  38.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 579
  39.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 277
  40. L. Barnard, Athenagoras. A study in second century christian apologetic, Paris 1972, page 192
  41. Στ. Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Τόμος Α΄, 274
  42. Ιω. Ζηζιούλας, Παρ. Νικόλαο Τιζράκης, Απολογητές, σελίδα 88
  43.  Κ. Νούσκας, Ο απολογητής Αθηναγόρας ως φιλόσοφος χριστιανός, 1968, σελίδα 173-174
  44.  ενθ.αν., 362
  45. Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 276
  46. Νικ. Τζιράκης, ενθ.αν., 101
  47.  Ν. Τζιράκης, ενθ.αν., 100
  48. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 582
  49. Νικ. Τιζράκης, ενθ.αν., 129
  50.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 275
  51.  Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν., 275
  52.  ενθ.αν.
  53.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 582
  54. Στ. Παπαδόπουλος, ενθ.αν.
  55.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 581
  56.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 581
  57.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 582
  58.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 581
  59.  Κων. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων, Τόμος Α΄, σελίδα 241
  60.  Κων. Σκουτέρης, Ιστορία των Δογμάτων, Τόμος Α΄, σελίδα 241
  61.  Πρεσβεία… 10
  62.  Πρεσβεία… 24
  63.  Πρεσβεία… 10
  64.  Πρεσβεία… 10
  65. Κων. Σκουτέρης, ενθ.αν., 243
  66.  Πρεσβεία… 23
  67. Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 583
  68.  Κων. Σκουτέρης, ενθ.αν., 243
  69.  Παν. Χρήστου, ενθ.αν., 583

Βιβλιογραφία

  • Παναγιώτης Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Τόμος Β΄, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005.
  • Στυλιανός Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Τόμος Α΄, Έκδοση Ιδιωτική, Αθήνα 2000.
  • Κωνσταντίνος Σκουτέρης, Ιστορία Δογμάτων, Τόμος Α΄, Έκδοση Ιδιωτική Αθήνα 1998.
  • Θεοδώρου Ανδρέας, Ιστορία των Δογμάτων. Τόμος Α-μέρος β΄, Γρηγόρης, Αθήνα 1977.
  • Νικόλαος Τζιράκης, Απολογητές, Αρμός, Αθήνα 2003.

el.orthodoxwiki.org

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.