Άουσβιτς: Το Σύμβολο Του Ολοκαυτώματος

Το ναζιστικό γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Άουσβιτς έγινε σύμβολο του Ολοκαυτώματος, της γενοκτονίας και του τρόμου. Ιδρύθηκε από τους Γερμανούς στα μέσα του 1940 στα προάστια του Οσβιέτσιμ, μιας πολωνικής κωμόπολης που είχε ενσωματωθεί από τους ναζιστές στο Τρίτο Ράιχ. Η πόλη μετονομάστηκε σε γερμανικό Άουσβιτς, όνομα, το οποίο άρχισε να σημαίνει επίσης το στρατόπεδο: το Konzentrationslager Auschwitz . Η άμεση αιτία για δημιουργία του στρατοπέδου ήταν ο αυξανόμενος αριθμός των κρατήσεων των Πολωνών από την γερμανική αστυνομία και στη συνέπεια οι υπερπλήρεις φυλακές. Αρχικά το Άουσβιτς σχεδιαζόταν να είναι ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που ιδρύονταν από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930 στα πλαίσια του ναζιστικού συστήματος του τρόμου. Την λειτουργία αυτή το Άουσβιτς εκτελούσε έτσι κι αλλιώς ως το τέλος της ύπαρξής του, ακόμα και όταν από το 1942 έγινε το μεγαλύτερο κέντρο της εξόντωσης των Εβραίων.

     Τα στελέχη του KL Auschwitz αποτελούνταν από τα μέλη της οργάνωσης SS chutzstaffeln, Μοίρες Ασφάλειας). Αυτά τα τάγματα δημιουργήθηκαν ως εκλεκτή φρουρά και ο κεντρικός στόχος τους ήταν να προστατεύουν συγκεντρώσεις των μελών του ναζιστικού κόμματος.  Με το πέρασμα των χρόνων η σημασία των SS αυξήθηκε υπερμέτρως τα SS ξεκίνησαν να λειτουργούν ως κρατική διοίκηση, αστυνομία και στρατός. Οι μοίρες SS αποτελούσαν επίσης τα στελέχη τα ων στρατοπέδων συγκέντρωσης. Οι στρατιώτες SS αποτελούσαν τα διευθυντικά στελέχη του στρατοπέδου καθώς και τα στελέχη της φρουράς του. Συμμετείχαν επίσης στην εξόντωση των Εβραίων και στις εκτελέσεις των κρατούμενων. Έπειτα επιστρατεύονταν στα SS επίσης και οι λεγόμενοι Volksdeutsch, δηλαδή πολίτες άλλων χωρών, οι οποίοι κατάφερναν να αποδείξουν την γερμανική τους καταγωγή και οι οποίοι υπέγραφαν τον κατάλογο υπηκοότητας (Volksliste).  Σε όλη την περίοδο που λειτουργούσε το KL Auschwitz, εργάζονταν εδώ πάνω από 8 χιλιάδες τακτικά SS και γυναίκες που προσλήφθηκαν από τα SS.

*Μαρτυρίες από το βιβλίο του Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος

Η σύλληψη

«Όταν με συνέλαβε η φασιστική μιλίτσια, στις 13 Δεκεμβρίου 1943, ήμουν 24 χρόνων, είχα λίγη φρόνηση, καθόλου πείρα και μια σταθερή τάση καθώς αισθανόμουν απομονωμένος εδώ και τέσσερα χρόνια εξαιτίας των φυλετικών νόμων » {1}

«Τρία σώματα της μιλίτσια … ανακάλυψαν στη σκοτεινή και χιονισμένη αυγή το κρησφύγετό μας, με συνέλαβαν σαν ύποπτο και με οδήγησαν για τα περαιτέρω. Στην ανάκριση που ακολούθησε, προτίμησα να δηλώσω την ταυτότητά μου : <Ιταλός πολίτης, εβραϊκής φυλής>… Ως Εβραίος στάλθηκα στο Φόσολι, κοντά στη Μόντενα, όπου… συγκέντρωναν τις διάφορες κατηγορίες ατόμων μη αρεστών στη νεογέννητη φασιστική κυβέρνηση» {2}

Ο προορισμός για το Άουσβιτς

« το πρωί της επόμενης μέρας (21 Φεβρουαρίου) μάθαμε ότι οι Εβραίοι θ’αναχωρούσαν. Όλοι. Καμία εξαίρεση. Και τα παιδιά και οι γυναίκες και οι άρρωστοι. Για πού δεν ξέραμε. Έπρεπε να προετοιμαστούμε για ένα ταξίδι δεκαπέντε ημερών. {3}

Για κάθε άτομο που θα έλειπε απ’το προσκλητήριο, δέκα θα τουφεκίζονταν.»

«… αυτό το βράδυ δεν δόθηκε στα παιδιά εργασία για την επόμενη. Και έφτασε η νύχτα, μια νύχτα που ανθρώπινα μάτια δεν θα έπρεπε ποτέ να δουν. … Ο καθένας αποχαιρέτησε τη ζωή με τον δικό του τρόπο. Μερικοί προσευχήθηκαν, άλλοι μέθυσαν και άλλοι βυθίστηκαν για τελευταία φορά σ’ένα ακατανόμαστο πάθος. Αλλά οι μητέρες ξενύχτησαν για να ετοιμάσουν το φαγητό για το ταξίδι, για να πλύνουν τα παιδιά και να φροντίσουν τις αποσκευές… Κι εσείς δεν θα κάνατε το ίδιο? Ακόμα και αν ξέρατε ότι αύριο θα σας σκοτώσουν μαζί με το παιδί σας, σήμερα δεν θα του δίνατε να φάει ? … Οι γυναίκες τους , πρώτες αυτές άρχισαν τις ετοιμασίες, γρήγορες και σιωπηλές, ώστε να μείνει χρόνος για το πένθος και όταν όλα ετοιμάστηκαν,… τότε γύμνωσαν τα πόδια τους, έλυσαν τα μαλλιά τους και άναψαν στο πάτωμα τα κεριά του πένθους κατά το έθιμο των προγόνων τους, και κάθισαν σε κύκλο για το θρήνο και όλη νύχτα προσευχήθηκαν και έκλαψαν.»{4]

«Η αυγή μας ξάφνιασε σαν προδοσία  η καινούρια μέρα συμμαχούσε κι αυτή με τους ανθρώπους στην εξόντωσή μας. … ρώτησε ο διοικητής ο δεκανέας χαιρέτησε στρατιωτικά, και απάντησε ότι τα <κομμάτια> ήταν εξακόσια πενήντα… τότε μας φόρτωσαν σε ανοιχτά αυτοκίνητα με προορισμό το σταθμό του Κάπρι. … Και εδώ μας χτύπησαν για πρώτη φορά : κάτι τόσο απροσδόκητο και παράλογο που δεν νιώσαμε πόνο, ούτε στην ψυχή ούτε στο σώμα. Μόνο και βαθιά έκπληξη : πώς γίνεται να χτυπάς κάποιον χωρίς να είσαι θυμωμένος ?»{5}

«… πληροφορηθήκαμε τον προορισμό μας : Άουσβιτς. … Υποφέραμε απ’τη δίψα και το κρύο. … Δύο νεαρές μητέρες με μωρά που θήλαζαν ακόμα, έκλαιγαν νύχτα-μέρα ικετεύοντας για νερό. … Λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν να βαδίσουν προς τον θάνατο με αξιοπρέπεια… Λίγοι ξέρουν να σιωπούν και να σέβονται την σιωπή των άλλων.»{6}

Μόλις φτάσαμε

«Σε λιγότερο από δέκα λεπτά όλοι οι ικανοί άντρες είχαμε συγκεντρωθεί σε μία ομάδα. Τι συνέβη στους άλλους, στις γυναίκες, τα παιδιά και τους γέρους δεν το μάθαμε ποτέ : απλώς τους κατάπιε η νύχτα. … Ξέρουμε ότι αυτό το διάφανο κατά τα άλλα κριτήριο διαχωρισμού σε ικανούς και μη ικανούς δεν εφαρμόζονταν πάντα και ότι στην συνέχεια υιοθετήθηκε το πολύ απλό σύστημα του ν’ανοίγουν οι πόρτες των βαγονιών και από τις δύο πλευρές… Αυτοί που έπεφταν με το άνοιγμα οδηγούνταν στο στρατόπεδο όλοι οι υπόλοιποι οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων. Έτσι πέθανε η Εμίλια, μόλις τριών χρόνων… η Εμίλια που έκανε το τελευταίο της μπάνιο μέσα στο κατάμεστο βαγόνι, σε ένα τσίγκινο κουβά με χλιαρό νερό…[7] Έτσι, ξαφνικά και απροσδόκητα, χάθηκαν οι γυναίκες μας, οι γονείς μας, τα παιδιά μας. … Τους είδαμε λίγο στην άλλη άκρη της αποβάθρας σαν μια σκοτεινή μάζα, και μετά δεν τους ξανάδαμε πια.» «Είμαστε στο στρατόπεδο Μόνοβιτς, κοντά στο Άουσβιτς, στην Άνω Σιλεσία. … Είμαστε σε στρατόπεδο εργασίας» [8]

«Δεν έχουμε καθρέφτη για να δούμε το πρόσωπό μας, αλλά ο καθρέφτης βρίσκεται απέναντί μας, η όψη μας αντανακλάται σε εκατό μελανιασμένα πρόσωπα, σε εκατό ρυπαρές και αξιοθρήνητες μαριονέτες. Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα…»[9]

«Οι πρώτες μέρες – Το «σημάδεμα»

«… είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη ( η ανάμνησή της με βασανίζει ακόμα στα όνειρά μου) : ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει. Απ’την ανοιχτή πόρτα μπαίνει ένας παγωμένος αέρας, είμαστε γυμνοί, σκεπάζουμε την κοιλιά μας με τα χέρια.» «Έμαθα ότι είμαι ένας Haftling . Το όνομά μου είναι 174 517 : Μας βάφτισαν  για όλη την υπόλοιπη ζωή μας θα έχουμε το νούμερο χαραγμένο στο αριστερό μας μπράτσο. …μερικοί από εμάς κατόρθωσαν να μάθουν κάτι από την φρικιαστική επιστήμη των αριθμών του Άουσβιτς, στην οποία συνοψίζονται τα στάδια της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης. Στους παλιούς του στρατοπέδου το νούμερο αποκαλύπτει τα πάντα : την εποχή της εισόδου στο στρατόπεδο, το τρένο με το οποίο ήρθες και επομένως την εθνικότητα.» [10]

«Σπρώχνω βαγόνια, σκάβω με το φτυάρι, εξαντλούμαι στη βροχή, τρέμω στο κρύο δεν αισθάνομαι πλέον το σώμα για δικό μου : η κοιλιά μου έχει πρηστεί, τα μέλη μου είναι αδύνατα και ξερά σαν ξύλα, το πρόσωπό μου πρησμένο το πρωί και βαθουλωμένο το βράδυ  σε μερικούς κιτρίνισε το δέρμα, σε άλλους είναι γκρίζο αν δεν ιδωθούμε για τρεις – τέσσερις μέρες, μετά δύσκολα αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον.»[11]

Το πολύπτυχο της κόλασης

Πείνα

«… το συσσίτιο μοιράστηκε εδώ και μια ώρα και μόνο κάποιος πεισματάρης επιμένει να ξύνει τον ήδη γυαλιστερό πάτο της καραβάνας περιστρέφοντάς τη σχολαστικά κάτω από την λάμπα, με το μέτωπο ρυτιδωμένο από την προσπάθεια.» [12]

«… μας πετούν που και που κάποιο κομμάτι ψωμί ή καμιά πατάτα… για να έχουν την ευχαρίστηση να μας δουν να τρέχουμε από κάθε γωνιά για να αρπάξει ο ένας απ’ τον άλλο την μπουκιά, όπως τα ζώα, μέχρι που ο πιο δυνατός θα την καταβροχθίσει, και οι υπόλοιποι θα αποχωρήσουν ντροπιασμένοι και κουτσαίνοντας.»[13]

«Και άλλα πεινασμένα φαντάσματα τριγυρνούσαν προς εξερεύνηση : γένια μακριά, βαθουλωμένα μάτια, σκελετωμένα ωχρά μέλη, ντυμένα με κουρέλια.»

«Πολλοί πλαταγίζουν τη γλώσσα και χτυπούν τα σαγόνια. Ονειρεύονται ότι τρώνε : κι αυτό το όνειρο είναι συλλογικό. Ένα όνειρο ανελέητο…»[14]

Διαταραχή ψυχολογικής κατάστασης – Η αίσθηση του Θανάτου

«Θα πεθάνουμε όλοι, είμαστε ετοιμοθάνατοι εάν μου μένουν δέκα λεπτά ανάμεσα στο εγερτήριο και τη δουλειά, θέλω να τα αφιερώσω σε κάτι άλλο, να κλειστώ στον εαυτό μου, να βγάλω τα συμπεράσματά μου ή να κοιτάξω τον ουρανό με την σκέψη ότι ίσως τον βλέπω για τελευταία φορά ή απλώς να ζήσω, να χαρίσω στον εαυτό μου την πολυτέλεια λίγων λεπτών ξεκούρασης.» [15]

«Γύρω μας όλα μας εχθρεύονται. Πάνω μας τρέχουν μοχθηρά σύννεφα για να μας χωρίσουν από τον ήλιο… ο Νούλ Άχτζεν δεν είναι πια άνθρωπος… Όταν μιλάει, όταν κοιτάζει, δίνει την εντύπωση ότι εσωτερικά είναι άδειος, ότι απέμεινε μόνο το περίβλημά του, σαν το ρούχο μερικών εντόμων που βλέπουμε στην όχθη των βάλτων να κρέμονται από μια κλωστή και να τρέμουν στον αέρα.»[16]

«… ο νοσοκόμος… στρέφεται σε μένα και σε σχεδόν γερμανικά και ευσπλαχνικά συνοψίζει : -Du Jude, kaputt. Du schnell Krematorium fertig (εσύ Εβραίε ξεγραμμένος, εσύ σύντομα κρεματόριο, ξοφλημένος).

«Εμείς από τα κρεβάτια μας  κοιτάμε ο ένας τον άλλο γιατί αισθανόμαστε ότι αυτή η μουσική έρχεται από την κόλαση. … θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα ξεχάσουμε από το Λάγκερ : είναι η φωνή του Λάγκερ, η ακριβής έκφραση της γεωμετρικής του τρέλας, της απόφασής τους να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο μέσα μας, πριν μας θανατώσουν αργά αργά.» «Πέρα από τον δρόμο δουλεύει ένας εκσκαφέας. Η δαγκάνα με ανοιχτό το στόμα αιωρείται πάνω από το σκάμμα, ταλαντεύεται ένα λεπτό, σαν αναποφάσιστη για την εκλογή, μετά ορμά στη μαλακή, αργιλώδη γη και τη δαγκώνει λαίμαργα, ενώ από τον θάλαμο οδήγησης βγαίνει ευχαριστημένος, πυκνός και λευκός καπνός. Μετά ανυψώνεται, κάνει μισή στροφή και ξερνά πείσω της την μπουκιά, το φορτίο της, και ξαναρχίζει.» [17]

«Στο σκληρό φώς του προβολέα είδαμε να προβάλλει το περίγραμμα της πολύ γνωστής αγχόνης. … ο καταδικασμένος μπήκε κάτω απ’το φώς του προβολέα. …όλοι άκουσαν την φωνή του ετοιμοθάνατου που διαπέρασε το ακατανίκητο τείχος της αδράνειας και της υποταγής και συγκλόνισε την ζωντανή ανθρώπινη ουσία μέσα μας. –Kameraden, ich bin der Letzte! (Σύντροφοι είμαι ο τελευταίος!)… Άνοιξε η καταπακτή, το σώμα τρομακτικό σπαρτάρησε. Η μπάντα ξανάρχισε τη μουσική της κι εμείς, σε παράταξη, παρελάσαμε μπροστά από τον σύντροφο που ψυχορραγούσε.» [18]

«Το ετοιμοθάνατο στρατόπεδο  εμφάνιζε ήδη εικόνα αποσύνθεσης. Καθόλου νερό και φως : κατεστραμμένες πόρτες και παράθυρα χτυπούσαν με τον αέρα, οι διαλυμένες λαμαρίνες της σκεπής έτριζαν, ο αέρας μετέφερε παντού την στάχτη. Την εικόνα της καταστροφής των βομβαρδισμών συμπλήρωναν οι κατεστραμμένοι άνθρωποι : ρακένδυτοι, ετοιμόρροποι, σκελετωμένοι, οι άρρωστοι που μπορούσαν να περπατήσουν σέρνονταν παντού, σαν εισβολή σκουληκιών στην παγωμένη γη.»[19]

Αρρώστιες

«…αυτό το νερό που το βράδυ κάνει να πρήζονται οι αστράγαλοι και οι κόγχες των ματιών μας, χαρίζοντας σε όλα τα πρόσωπα την ίδια παραμόρφωση, και που για την αποβολή του απαιτείται η εξοντωτική λειτουργία των νεφρών.»

«Έξι άνδρες ξύναμε και καθαρίζαμε το εσωτερικό μιας υπόγειας δεξαμενής… Η σκόνη της σκουριάς μας έκαιγε τα βλέφαρα και κολλούσε στο λαιμό και στο στόμα, αφήνοντας μια γεύση αίματος.»

«Είμαστε οι χημικοί και γι’αυτό δουλεύουμε στα σακιά του φαινύλ – Βήτα . … το φαινύλ – Βήτα, διαπερνώντας τα ρούχα, κολλούσε στο ιδρωμένο σώμα μας και μας κατέτρωγε σαν λέπρα  το καμένο δέρμα του προσώπου μας ξεκολλούσε σε μεγάλα κομμάτια, σαν λέπια.» [20]

«Οι πιο σοβαρά άρρωστοι και οι πιο αδύναμοι έσβηναν σιγά σιγά μόνοι τους. Μπήκα ένα πρωί  ψάχνοντας να δανειστώ μια βελόνα. Ένας άρρωστος στις πάνω κουκέτες ψυχορραγούσε. Με άκουσε, ανασηκώθηκε, μετά έσκυψε προς το μέρος μου με το στήθος και τα μπράτσα αλύγιστα, με ξέθωρα μάτια. Ο άρρωστος της κάτω κουκέτας ενστικτωδώς άπλωσε τα χέρια για να συγκρατήσει το σώμα, και τότε κατάλαβε ότι ήταν νεκρός. Τον άφησε αργά αργά, το σώμα κύλισε στο πάτωμα και έμεινε εκεί. Κανείς δεν ήξερε το όνομά του.»

«Είμαστε αποκρουστικοί και γελοίοι. Το κρανίο μας είναι ξυρισμένο, τη Δευτέρα μέχρι και το Σάββατο έχει σκεπαστεί με μια λεπτή καφετιά μούχλα. Το πρόσωπό μας είναι πρησμένο και κίτρινο, σημαδεμένο πάντα από τα κοψίματα του βιαστικού κουρέα και συχνά από μελανιές και ναρκωμένες πληγές. Ο λαιμός μας μακρύς και γυμνός σαν τα ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα. Τα ρούχα μας απίστευτα βρόμικα, λασπωμένα, ματωμένα, γεμάτα γράσο… Είμαστε γεμάτοι ψύλλους και συχνά ξυνόμαστε αδιάντροπα… Τα ξυλοπάπουτσα, σκεπασμένα με διαδοχικά στρώματα λάσπης και γράσου…» [21]

Το αποτέλεσμα

«…η εμπειρία μου στο Άουσβιτς εξάλειψε και τα τελευταία ίχνη της θρησκευτικής μου αγωγής. Υπήρξε το Άουσβιτς, επομένως δεν μπορεί να υπάρχει Θεός.»

« Επιστροφή » στο σήμερα με λόγια του παρελθόντος

     Στη σημερινή κοινωνία, ο φασισμός είναι εντονότερος από κάθε άλλη στιγμή. Η πολιτική συμπεριφορά, ασχολείται μόνο με την ταπείνωση, την απαξίωση της ηθικής στάσης, με την κοινωνική παρακμή και τον κατατρεγμό. Εγκαταλείπονται οι δημοκρατικές ελευθερίες, και χωρίς ηθικούς και νομικούς περιορισμούς επεκτείνεται και στηρίζεται σε εξωτερικούς παράγοντες . Όπως λέει και ο Levi στο βιβλίο του : «θεωρία που ασπαζόμαστε στα μέρη μας, σύμφωνα με την οποία είναι μάταιο να υιοθετεί κανείς ένα φιλοσοφικό σύστημα που διαμόρφωσαν άλλοι, κάτω από έναν άλλον ουρανό».  Καθημερινά βλέπουμε ανθρώπους να παλεύουν για λάθη και σφάλματα άλλων, να χάνουν τις οικογένειες τους, να κοιμούνται σε ορύγματα στις όχθες των ποταμών και στις γραμμές των τρένων. «Αυτοί που βούλιαξαν είναι η ψυχή του στρατοπέδου. Αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μη- ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μες στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς : διστάζει να ονομάσει θάνατο το θάνατό τους, που δεν τον φοβούνται κάν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμα και να τον αισθανθούν.»  [22]

Για αυτό λοιπόν «πρέπει να πάς ενάντια στο ρεύμα. Να δίνεις κάθε μέρα μάχη με την κούραση, την πείνα, το κρύο και την νωθρότητα που προκαλούν. Να αντιστέκεσαι στους εχθρούς και να είσαι ανελέητος με τους αντίζηλους. Να οξύνεις το μυαλό σου, να σκλυρήνεις την υπομονή, να έχεις ατσάλινη θέληση. Να πνίξεις κάθε έννοια αξιοπρέπειας, να σβήσεις το φώς της συνείδησης, να κατεβείς στο πεδίο της μάχης σαν βάρβαρος εναντίον βαρβάρων, να οδηγηθείς από τις υπόγειες και απροσδόκητες δυνάμεις που βοηθούν τους λαούς και τα άτομα στους σκληρούς καιρούς.»[23]

Βιβλιογραφία

  • Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007.
  • Robert O. Paxton, Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006.

ΠΗΓΕΣ: Cognosco team

Παραπομπές

  • {1} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 13.
  • {2} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 14.
  • {3} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 15.
  • {4} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 17-18.
  • {5} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 19-20.
  • {6} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 21-22.
  • {7} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 24-25.
  • [8] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 28.
  • {9} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 30
  • {10] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 31-32.
  • {11} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 43
  • {12} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 69.
  • {13} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 148-149.
  • {14} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 194.
  • [15] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 72
  • {16] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 58.
  • {17} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 179-180.
  • {18} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 73.
  • [19] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 204.
  • {20} Robert O. Paxton, Η Ανατομία του Φασισμού, Κέδρος, Αθήνα 2006, σελ. 302-304.
  • [21} Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 48.
  • {22] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 111.
  • [23] Primo Levi,  Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μετφρ. Χαρά Σαρλικιώτη, (Se questo e un uomo, 1943), Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 109.

ΠΗΓΕΣ:

  • Αcademia.edu

*Του Κωνσταντίνου Αραμπάμπασλη (Ιστορικός)

*By Konstantinos Arababaslis (Historian)

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.