Έλληνες στην υπηρεσία ξένων: Ο Κλέαρχος ο Λακεδαιμόνιος και η κάθοδος των Μυρίων

Ο πολυετής Πελοποννησιακός Πόλεμος (431-404 π.Χ) και οι ανακατατάξεις που έφερε η κατάρρευση του ελληνικού διπολικου συστήματος εξουσίας του 5ου π.Χ αιώνα, ως συνέπεια της στρατιωτικής συντριβής της αθηναϊκής δημοκρατίας από τον συνασπισμό Λακεδαιμονίων και Περσών, ευνόησαν την εμφάνιση ενός μεγάλου αριθμού έμπειρων στα πολεμικά αντρών που, εξωθημένοι από την φτώχεια και τις κοινωνικοπολιτικές διενέξεις, εγκατέλειπαν τις εστίες τους σε αναζήτηση νέας πατρίδας ή του βιοπορισμού τους μέσω της εισόδου στην υπηρεσία ενός καλοπληρωτή εργοδότη.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Ανάλογο κλίμα ανασφάλειας, για διαφορετικούς λόγους όμως, επικρατούσε και στην άλλη μεριά του Αιγαίου. Την ίδια περίοδο που οι Λακεδαιμόνιοι στην θέση της προπολεμικής αθηναϊκής ηγεμονίας προσπαθούσαν να θεμελιώσουν την αντίστοιχη δική τους, η Αχαιμενιδική Αυτοκρατορία διένυε μια περίοδο εσωτερικών ταραχών. Αν και η συμμαχία με την Σπάρτη τούς απόφερε τελικά την κυριαρχία στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, οι Πέρσες έχασαν την Αίγυπτο μετά από επανάσταση των ιθαγενών της, ενώ το 404 π.Χ πέθανε και ο Μεγάλος Βασιλιάς Δαρείος Β’. Τον θάνατο του Πέρση ηγεμόνα ακολούθησε η σύγκρουση για την διαδοχή στον περσικό θρόνο μεταξύ του πρωτότοκου υιού του, Αρσίκα, και του νεότερου, Κύρου.

Όταν ο Αρσίκας στέφθηκε αυτοκράτορας ως Αρταξέρξης Β’, ο Κύρος καταγγέλθηκε από τον διοικητή της Ιωνίας Τισσαφέρνη πως συνωμοτούσε για την δολοφονία του νέου ηγεμόνα, με αποτέλεσμα την σύλληψή του. Το αν όντως ο φιλόδοξος Κύρος σχεδίαζε ήδη από τότε πραξικόπημα κατά του αδερφού του ή η καταγγελία αποτελούσε προϊόν προσωπικής έχθρας του Τισσαφέρνη προς το πρόσωπό του αποτελεί μυστήριο. Πάντως από ό,τι φαίνεται δεν υπήρξαν τελικά επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του και καθώς ο Αρταξέρξης Β’ ήταν ένας μάλλον αφελής άνθρωπος που αγόταν και φερόταν από τους συμβούλους του, ο Κύρος όχι μόνο αθωώθηκε κατόπιν πιέσεων και της βασιλομήτωρος Παρυσάτιδος, αλλά επανήλθε και στο πρότερο αξίωμά του ως κάρανος της Μικράς Ασίας (επικεφαλής των στρατευμάτων που συγκεντρώνονταν στα έμπεδα της Καστωλού στην Λυδία). Εκεί άρχισε να δραστηριοποιείται κρυφά, συγκεντρώνοντας δυνάμεις και σχηματίζοντας συμμαχίες, ώστε όταν οι συνθήκες θα το επέτρεπαν να επανέλθει για την διεκδίκηση του αχαιμενιδικού θρόνου δριμύτερος…

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, όπως μας διασώζεται από τις διηγήσεις των ιστορικών Ξενοφώντα του Αθηναίου (που αποτέλεσε αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων) και Διοδώρου του Σικελιώτη, δεσπόζει η μορφή του Λακεδαιμόνιου μισθοφόρου στρατηγού Κλέαρχου.

Στριφνός και σκληρός εκ φύσεως, ο Κλέαρχος “ήταν για τους στρατιώτες ό,τι οι δάσκαλοι για τους μαθητές τους”. Αν και γενικά αντιπαθής για την σκληρή πειθαρχία και τις τιμωρίες που επέβαλε στους υφισταμένους του, σε ώρα κινδύνου όλοι προσέβλεπαν σε αυτόν για καθοδήγηση, καθώς ξεχώριζε για την πολεμική του εμπειρία, το επιθετικό του πνεύμα και τις διοικητικές του ικανότητες. Σφυρηλατημένος από μια ζωή συνεχούς στρατιωτικής εκπαίδευσης ήδη από τα παιδικά του χρόνια στην Σπάρτη, ο Κλέαρχος υπήρξε βετεράνος του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ από το 412 π.Χ συμμετείχε ως στρατηγός στις ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Αθηναίων στον Ελλήσποντο. Το 409 π.Χ και μετά από καταστροφική για τους Πελοποννησίους ήττα σε μάχη έξω από την πόλη Κύζικο στην Προποντίδα, όπου συμμετείχε και ο ίδιος ως υποδιοικητής του Λακεδαιμόνιου ναυάρχου Μινδάρου, ο Κλέαρχος ως αρμοστής (στρατιωτικός διοικητής) πλέον του Βυζαντίου βρέθηκε πολιορκούμενος από αθηναϊκή ναυτική μοίρα υπό τους στρατηγούς Αλκιβιάδη και Θηραμένη. Παρά την αποτελεσματική άμυνα που αντέταξε στους Αθηναίους, η αυταρχική του διοίκηση αγανάκτησε τους Βυζαντίους. Έτσι, ενώ απουσίαζε στην πρωτεύουσα της Φρυγίας Δασκύλειο, για να οργανώσει με τον σατράπη Φαρνάβαζο την παροχή υποστήριξης στην πολιορκημένη φρουρά, κάτοικοι του Βυζαντίου παρέδωσαν με τέχνασμα την πόλη στον αθηναϊκό στόλο. Επρόκειτο για προδοσία που ο Λακεδαιμόνιος στρατηγός δεν θα ξεχνούσε.

Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, μετά την οριστική ήττα της Αθήνας το 404 π.Χ, οι Βυζάντιοι ενεπλάκησαν σε εσωτερικές έριδες και σε έναν δύσκολο πόλεμο εναντίον των γειτονικών τους θρακικών φυλών. Καθώς οι αντιμαχόμενες παρατάξεις στην πόλη αδυνατούσαν να καταλήξουν σε κάποιον αμοιβαίο συμβιβασμό, ζήτησαν από τους Λακεδαιμόνιους να τους στείλουν έναν στρατηγό για να επιδιαιτητεύσει μεταξύ τους ως αρμοστής. Οι αρχές της Σπάρτης τούς έστειλαν το 403 π.Χ τον Κλέαρχο, ο οποίος αφού έλαβε έκτακτες εξουσίες και οργάνωσε ισχυρό μισθοφορικό στρατό με πρόσχημα τον πόλεμο κατά των Θρακών, εξόντωσε με τέχνασμα τους άρχοντες της πόλης, αφήνοντας τους Βυζαντίους ακέφαλους. Τριάντα από τους επιφανέστερους πολίτες του Βυζαντίου εκτελέστηκαν και οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν, ενώ ακόμη περισσότεροι κατηγορήθηκαν για διάφορα αδικήματα και φονεύθηκαν ή εξορίστηκαν. Ο Κλέαρχος από επιδιαιτητής είχε μεταμορφωθεί πλέον σε τύραννο.

Σύντομα ο Κλέαρχος κυριάρχησε σε μεγάλο μέρος της Θράκης, ενώ οι ελληνικές πόλεις της θρακικής χερσονήσου τού πλήρωναν φόρο με αντάλλαγμα την προστασία τους από τους Θράκες επιδρομείς. Φαίνεται επίσης πως ήδη από εκείνη την εποχή βρισκόταν σε επαφή με τον Κύρο, ο οποίος, όπως έκανε και με άλλους πολέμαρχους ανά τον ελληνικό κόσμο, χρηματοδοτούσε κρυφά τον Κλέαρχο (από τον Ξενοφώντα πληροφορούμαστε πως του έδωσε 10.000 χρυσούς δαρεικούς- περίπου €1.200.000) δίνοντάς του οδηγίες να προσλάβει όσο το δυνατόν περισσότερους Έλληνες μισθοφόρους, ώστε να του τους στείλει όταν θα του το ζητούσε.

Το Βυζάντιο όμως αποτελούσε σημαντικότατη πόλη-σταθμό στο θαλάσσιο εμπόριο με την Μαύρη Θάλασσα και οι Σπαρτιάτες από την πλευρά τους συνειδητοποίησαν πως η ύπαρξη ενός ανεξέλεγκτου τυράννου σε μια τόσο νευραλγική περιοχή, αποτελούσε εστία αστάθειας. Έτσι μετά την άρνηση του Κλέαρχου να συμμορφωθεί στην απαίτησή τους να παραιτηθεί των τυραννικών του εξουσιών, οι Λακεδαιμόνιοι τον ανακήρυξαν εξόριστο και έστειλαν στράτευμα υπό τον στρατηγό Παντοϊδα με αποστολή την καθαίρεση και την σύλληψή του. Σε μάχη που έλαβε χώρα κοντά στην θρακική πόλη Συλλημβρία, όπου ο Κλέαρχος είχε μεταφέρει την έδρα του, ο μισθοφορικός στρατός του τυράννου συνετρίβη από τους Σπαρτιάτες και αυτός αναγκάστηκε, μετά από σύντομη στάση στην Συλλημβρία, να καταφύγει με έναν πυρήνα πιστών στρατιωτών του στον Κύρο. Όταν δε ο απόηχος των αποτρόπαιων πράξεών του έγινε ευρύτερα γνωστός, οι Λακεδαιμόνιοι κυκλοφόρησαν μια αρκετά ευφάνταστη ιστορία, που μας διασώζεται από τον φιλολάκωνα Ξενοφώντα, σύμφωνα με την οποία ο Κλέαρχος εξαπάτησε τις αρχές της Σπάρτης ζητώντας άντρες και πλοία για να πολεμήσει τους Θράκες και έφυγε για το Βυζάντιο παραβαίνοντας την ρητή απαγόρευση των εφόρων, όταν βυζαντινή πρεσβεία τους πληροφόρησε για την προηγούμενη αυταρχική συμπεριφορά του.

Την ίδια περίοδο (404-401 π.Χ) ο Κύρος εργαζόταν πυρετωδώς για να παγιώσει την δική του ηγεμονία στην Μικρά Ασία. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την κατάληψη της Μιλήτου από τον Τισσαφέρνη με αφορμή μια πολιτική διένεξη στην πόλη, ο Κύρος έστειλε στόλο και μισθοφορικό στράτευμα 4.000 ανδρών υπό τον στρατηγό του Ξεννία για να “επαναφέρει τους Μιλησίους εξορίστους στην πόλη τους” και πολιόρκησε την σατραπική φρουρά. Παράλληλα, πείθοντας τις ελληνικές πόλεις της Ασίας πως ο Τισσαφέρνης σκόπευε να τους επιτεθεί, κατάφερε να τις πάρει όλες με το μέρος του, ενώ έστειλε στην Ελλάδα και τους φιλοξενούμενούς του Σοφαίνετο τον Στυμφάλιο και Σωκράτη τον Αχαιό για να στρατολογήσουν επιπλέον Πελοποννήσιους μισθοφόρους. Καθώς δε ο Κύρος, ενεργώντας μεθοδικά, είχε δωροδοκήσει τους βασιλικούς επιτηρητές ώστε από κοινού με την βασιλομήτωρα Παρυσάτιδα να κρατούν τον Μεγάλο Βασιλιά στο σκοτάδι σχετικά με τις υπονομευτικές για τον θρόνο δραστηριότητές του, ο Τισσαφέρνης κατέφυγε στην αυτοκρατορική Αυλή στα Σούσα για να ενημερώσει αυτοπροσώπως τον Αρταξέρξη Β’ για το πώς είχαν πραγματικά τα πράγματα. Στο μεταξύ ο αποστάτης πρίγκιπας, προφασιζόμενος την διεξαγωγή νέας εκστρατείας κατά των ορεσίβιων Πισίδων της νοτιοανατολικής Μικράς Ασίας, επιστράτευσε τις δυνάμεις του και στις αρχές Μαρτίου του 401 π.Χ ξεκίνησε από την πρωτεύουσά του Σάρδεις με κατεύθυνση προς την ανατολή. Μετά από δεκατέσσερις μέρες πορεία έφτασε στις Κελαινές της Φρυγίας, ενώ στην διαδρομή τον συνάντησαν νέα σώματα Ελλήνων μισθοφόρων, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτό του Κλέαρχου που αποτελείτο από 1.000 οπλίτες, 800 Θράκες πελταστές και 200 Κρήτες τοξότες. Όταν τελικά ο Κύρος προχώρησε σε επιθεώρηση των στρατευμάτων του, κοντά στις περίπου 10.000-15.000 των Ασιατών στρατιωτών υπό τον Πέρση αξιωματούχο Αριαίο, παρατάσσονταν πλέον και 13.000 Έλληνες μισθοφόροι, εκ των οποίων οι 10.400 ήταν βαριά θωρακισμένοι οπλίτες βετεράνοι του Πελοποννησιακού Πολέμου, μια εξαιρετικά επίφοβη δύναμη κρούσης.

Αν και η κάθε ελληνική πολεμική ομάδα είχε τον δικό της οπλαρχηγό, ο Κλέαρχος σύντομα αναγνωρίστηκε ως η ηγετική μορφή ανάμεσά τους. Όταν ο Κύρος προσπέρασε την Πισιδία και κατέλαβε την κομβικής σημασίας επαρχία της Κιλικίας, έγινε πλέον φανερό στους Έλληνες πως στόχος του δεν ήταν η κατάπνιξη κάποιας εξέγερσης, αλλά η κατάληψη του αχαιμενιδικού θρόνου. Έτσι οι μισθοφόροι, θεωρώντας πως εξαπατήθηκαν, στασίασαν και επί είκοσι μέρες αρνήθηκαν να προελάσουν, ενώ λιθοβόλησαν και τους αρχηγούς τους που τους πίεζαν να προχωρήσουν (ανάμεσά τους και τον Κλέαρχο που μόλις και μετά βίας γλίτωσε από την οργή των στρατιωτών του). Η κατάσταση φαινόταν χαμένη για τον Κύρο, όταν ο Κλέαρχος με έναν αξιοζήλευτο συνδυασμό δημαγωγίας, απειλών και υποσχέσεων κατάφερε όχι μόνο να πείσει τους άντρες του να συνεχίσουν την πορεία, αλλά και να προσχωρήσουν μαζικά στο στρατόπεδό του μισθοφόροι από άλλες πολεμικές ομάδες που άφησαν τους στρατηγούς τους κυριολεκτικά στα κρύα του λουτρού. Όταν δε λιποτάκτησε και ο στρατηγός του Κύρου Ξεννίας, ο Κλέαρχος αναδείχθηκε σε de facto αρχηγό της ελληνικής μισθοφορικής δύναμης, ενώ απέκτησε θέση και στο στρατιωτικό συμβούλιο του Κύρου, πράγμα που προκάλεσε την αντιζηλία ενός άλλου πολέμαρχου, του Μένωνα από την Θεσσαλία. Έκτοτε ο Μένωνας, ο οποίος είχε και στενή προσωπική φιλία με τον αξιωματούχο του Κύρου Αριαίο, ανταγωνιζόταν σφόδρα τον Κλέαρχο για την εύνοια του Κύρου, ενώ δεν έλειπαν και τα “θερμά” επεισόδια μεταξύ των ανδρών των δύο οπλαρχηγών. Κατά την πορεία δια μέσου της αραβικής ερήμου μάλιστα (ο Ξενοφώντας αναφέρεται με αυτό το όνομα στην άνυδρη περιοχή κατά μήκος του Ευφράτη στην βορειοανατολική Μεσοποταμία), ένα τέτοιο επεισόδιο έξω από την πόλη Χαρμάνδη κόντεψε να εξελιχθεί σε κανονική μάχη μεταξύ των δύο μισθοφορικών σωμάτων, με την σύγκρουση τελικά να αποφεύγεται χάρη στην παρέμβαση του ίδιου του Κύρου.

Στις 3 Σεπτεμβρίου του 401 π.Χ, έξι μήνες περίπου μετά την αναχώρηση του στρατού από τις Σάρδεις, έλαβε χώρα η αποφασιστική μάχη μεταξύ των δύο ανταπαιτητών του θρόνου έξω από τα Κούναξα της Βαβυλωνίας, ένα χωριό δίπλα στον ποταμό Ευφράτη. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, όπου 90.000 στρατιώτες του βασιλικού στρατού παρατάχθηκαν απέναντι στους περίπου 25.000-30.000 του Κύρου, οι Έλληνες μισθοφόροι έτρεψαν τους απέναντί τους Ιρανούς και Αιγύπτιους σε φυγή, όμως ο Κύρος σκοτώθηκε. Ως συνέπεια αυτού του ατυχούς γεγονότος, το ασιατικό του στράτευμα υπό τον Αριαίο εγκατέλειψε την μάχη και επέστρεψε πίσω στον τελευταίο νυχτερινό σταθμό, 24 χλμ περίπου μακριά από τα Κούναξα. Έτσι οι Έλληνες, που στο μεταξύ προέλαυναν, βρέθηκαν αποκομμένοι, χωρίς προμήθειες και με τον βασιλικό στρατό να έχει καταλάβει τις ελληνικές σκευοφόρους. Ο Αρταξέρξης Β’, θέλοντας να αιφνιδιάσει τους Έλληνες, διέταξε την άμεση ανασύνταξη του στρατεύματός του και την εκτέλεση αναστροφής με σκοπό να τους πλήξει στα νώτα. Όμως ο Κλέαρχος, που στο μεταξύ είχε αναλάβει ουσιαστικά την διοίκηση ολόκληρου του ελληνικού σώματος, έδωσε στο στράτευμα εντολή να εκτελέσει επίσης αναστροφή και να πάρει θέση με τον Ευφράτη στα νώτα του, ώστε να αποτρέψει την περικύκλωσή του από το υπέρτερο βασιλικό στράτευμα. Καθώς ο ογκώδης περσικός στρατός προσπαθούσε να εκτελέσει τον δύσκολο ελιγμό της περιστροφής ώστε να αντιμετωπίσει τους Έλληνες κατά μέτωπο, εκείνοι έψαλλαν τον παιάνα και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά προκαλώντας πανικό στους Πέρσες και τρέποντάς τους σε φυγή πέρα από τον ποταμό Τίγρη. Έτσι οι Έλληνες κατάφεραν να ανακατάλαβουν τις σκευοφόρους τους, τις οποίες όμως βρήκαν λεηλατημένες με αποτέλεσμα να διανυκτερεύσουν νηστικοί. Την επόμενη μέρα πληροφορήθηκαν από αγγελιοφόρους του Αριαίου τον θάνατο του Κύρου.

Μετά την αναπάντεχη αυτή είδηση, οι επιλογές που έμεναν φαινομενικά στους Έλληνες ήταν τρεις. Είτε η υποστήριξη ενός νέου διεκδικητή του θρόνου, είτε η είσοδος στην υπηρεσία του Μεγάλου Βασιλιά ή, αν αυτό δεν ήταν εφικτό, οι διαπραγματεύσεις μαζί του για την ειρηνική επιστροφή τους στην Ελλάδα. Όσον αφορά το πρώτο, ο Κλέαρχος έστειλε αγγελιαφόρους στον Αριαίο, προσφέροντάς του στρατιωτική στήριξη σε περίπτωση που ήθελε να διεκδικήσει τον θρόνο για τον εαυτό του (μιας και παρά τον θάνατο του Κύρου, το στράτευμά του έμεινε εν πολλοίς ανέπαφο), ενώ λίγο αργότερα έφτασαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων αντιπρόσωποι του βασιλιά που απαιτούσαν την άνευ όρων παράδοση των μισθοφόρων. Οι Έλληνες οπλαρχηγοί αρνήθηκαν να καταθέσουν τα όπλα, ενώ ο Κλέαρχος, εν αναμονή και της απάντησης του Αριαίου, εφάρμοσε παρελκυστική τακτική στις διαπραγματεύσεις, κωλυσιεργώντας αφενός σκόπιμα προφασιζόμενος την τέλεση θυσίας και αφετέρου δίνοντας διφορούμενη απάντηση όσον αφορά το θέμα της συμφωνίας ή όχι για ανακωχή με τον Βασιλιά. Μετά την αποχώρηση των βασιλικών απεσταλμένων, οι οποίοι μάλλον έφυγαν με πολλές απορίες όσον αφορά το την στάση θα κρατούσαν οι Έλληνες, επέστρεψαν και οι απεσταλμένοι από το στρατόπεδο του Αριαίου. Ο Πέρσης αξιωματούχος αρνήθηκε την προσφορά των Ελλήνων, καθώς θεωρούσε πως η περσική αριστοκρατία δεν θα τον στήριζε στην διεκδίκηση του θρόνου, όμως τους κάλεσε στο στρατόπεδό του για να επιστρέψουν μαζί στην Μικρά Ασία. Το ίδιο βράδυ οι Έλληνες ξεγλίστρησαν από την επιτήρηση του βασιλικού στρατού και κατά τα μεσάνυκτα ενώθηκαν με το στράτευμα του Αριαίου. Οι αρχηγοί των δύο στρατιών αντάλλαξαν όρκους πίστης και ξεκίνησαν μαζί την πορεία της επιστροφής στην πατρίδα το επόμενο πρωί.

Ένα τυχαίο γεγονός όμως ανέτρεψε ξανά την κατάσταση. Το βασιλικό στράτευμα, με τους στρατηγούς του ενδεχομένως να μην γνωρίζουν για την επανένωση των Ελλήνων με τους Ασιάτες του Αριαίου το προηγούμενο βράδυ, διέσχισε εκ νέου τον Τίγρη για να λεηλατήσει κατά διαβολική σύμπτωση τα ίδια χωριά όπου κατευθυνόταν και το ενωμένο πλέον στράτευμα των αποστατών. Ο Ξενοφώντας δεν μας διαφωτίζει για το αν οι στρατηγοί του βασιλιά είχαν σκοπό απλά τον ανεφοδιασμό του στρατεύματός τους ή αν επιδίωκαν να αιφνιδιάσουν και να αντιμετωπίσουν ξεχωριστά τους Ασιάτες του Αριαίου. Τη νύχτα της ίδιας μέρας πάντως, οι προφυλακές των δύο στρατευμάτων έπεσαν αναπάντεχα κυριολεκτικά η μια πάνω στην άλλη, φέρνοντας τους στρατηγούς τόσο των μεν όσο και των δε σε αμηχανία. Τότε ο Κλέαρχος έδειξε ξανά πόσο καλός γνώστης της στρατιωτικής ψυχολογίας ήταν. Καταρχάς έδωσε διαταγή να συνεχιστεί κανονικά η προέλαση, ώστε να μην δοθεί η εντύπωση στους στρατιώτες πως υποχωρούν λόγω της εμφάνισης υπέρτερης δύναμης και πανικοβληθούν. Κατά την διάρκεια της επεισοδιακής στρατοπέδευσης μέσα στο σκοτάδι δε, και προκειμένου να καθησυχάσει τους στρατιώτες που είχαν τρομοκρατηθεί ακούγοντας την φασαρία από το βασιλικό στρατόπεδο που εκκενωνόταν άρον-άρον λίγες εκατοντάδες μέτρα μακριά, διέταξε τον κήρυκα να ανακοινώσει πως η αναστάτωση ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας ενός στρατιώτη που άφησε ένα γαϊδούρι των σκευοφόρων ελεύθερο μέσα στο στρατόπεδο! Έχοντας περάσει κατά αυτόν τον τρόπο χωρίς λοιπά ευτράπελα μια δύσκολη νύχτα, με το ξημέρωμα παρέταξε το στράτευμα ώστε να είναι έτοιμο να δώσει μάχη.

Οι βασιλικοί απεσταλμένοι όμως έφτασαν με προτάσεις ανακωχής, ενώ βασιλικοί οδηγοί κατεύθυναν τους Έλληνες στα κοντινότερα χωριά για να γευματίσουν και να ανεφοδιαστούν. Στις νέες διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν μεταξύ του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη, ως αντιπροσώπου του βασιλιά, και των στρατηγών, συμφωνήθηκαν ειρήνη μεταξύ των αντιμαχόμενων και η παροχή αμνηστίας στους πρώην αξιωματούχους του Κύρου. Οι μεν Έλληνες δεν θα λεηλατούσαν την χώρα του Βασιλιά, ο δε Τισσαφέρνης αφενός θα αναλάμβανε την διοίκηση της επικράτειας του νεκρού πρίγκιπα, αφετέρου θα οδηγούσε με ασφάλεια τους Έλληνες μισθοφόρους πίσω στην Ελλάδα. Σύντομα μάλιστα κατέφτασε με τον στρατό του, συνοδευόμενος από τον σατράπη της ανατολικής Αρμενίας Ορόντη που θα επέστρεφε και αυτος στην σατραπεία του με τις δικές του δυνάμεις, και ενώθηκε με το στράτευμα του Αριαίου.

Η πορεία της επιστροφής δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, καθώς εξαρχής η δυσπιστία ανάμεσα σε Έλληνες και βαρβάρους ήταν μεγάλη. Οι Έλληνες στρατοπέδευαν ξεχχωριστά από τους Πέρσες, ενώ δεν έλειπαν και τα βίαια επεισόδια μεταξύ των στρατιωτών. Ο Κλέαρχος παρόλα αυτά προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες, ενώ διοικούσε δίνοντας το παράδειγμα. Ο Ξενοφών αναφέρει μία τουλάχιστον περίπτωση όπου, ενώ επέβλεπε την γεφύρωση ενός καναλιού του ποταμού Τίγρη, συμμετείχε στις εργασίες μαζί με τους νεότερους σε ηλικία άντρες της φάλαγγας, δουλεύοντας με το τσεκούρι στο ένα χέρι και ραβδίζοντας όποιον τεμπέλιαζε με την στρατηγική του ράβδο στο άλλο. Το παράδειγμά του ενέπνευσε και τους γηραιότερους στρατιώτες, που συνήθως απείχαν από αυτές τις αγγαρείες λόγω “παλαιότητας”, οι οποίοι στρώθηκαν επίσης στην δουλειά μαζί με τους νεότερους.

Καθώς όταν έφτασαν στον παραπόταμο του Τίγρη Ζαπάτα, στην βόρεια Μεσοποταμία, η κατάσταση είχε φτάσει πλέον στα όρια της ανοικτής σύγκρουσης, ο Κλέαρχος υποπτευόμενος πως για την δυσπιστία του Τισσαφέρνη απέναντί του ευθύνονταν συκοφαντίες του οπλαρχηγού Μένωνα του Θεσσαλού που τον ανταγωνιζόταν και ενδεχομένως σκόπευε να τον ξεφορτωθεί για να αναλάβει αυτός την ηγεσία των Ελλήνων, κανόνισε συνάντηση των Ελλήνων στρατηγών με τον Τισσαφέρνη εντός του περσικού στρατοπέδου για να δοθούν εξηγήσεις. Επρόκειτο για μοιραίο λάθος, καθώς ο Τισσαφέρνης θεωρώντας ίσως πως θα μπορούσε να διαχειριστεί το πρόβλημα που συνιστούσαν οι μισθοφόροι ευκολότερα αν αυτοί ήταν ακέφαλοι, συνέλαβε το σύνολο των στρατηγών, ανάμεσά τους και τον Κλέαρχο. Σύμφωνα με διήγηση που διασώζεται από τον Πλούταρχο (Plutarch, Artaxerxes 18; Ctesias), ο Σπαρτιάτης στρατηγός οδηγήθηκε δέσμιος στη Βαβυλώνα. Aν και η βασιλομητωρ Παρυσάτις και ο βασιλικός ιατρός Κτησίας προσπάθησαν να του δοθεί χάρη, ο Κλέαρχος τελικά αποκεφαλίστηκε σε ηλικία περίπου 50 ετών κατόπιν επιμονής της βασίλισσας Στάτειρας.

Ήταν ένα βίαιο τέλος για έναν βίαιο άνθρωπο. Με τα μέτρα της σημερινής εποχής ο Κλέαρχος μάλλον φαντάζει σαν όχι κάτι περισσότερο από ένα πολεμοκάπηλο απόβρασμα. Δεν παύει όμως να πρόκειται για έναν άνθρωπο-γέννημα μιας βάναυσης εποχής, καθώς οι ένδοξες εποχές των Μηδικών και του Χρυσού Αιώνα του Περικλέους είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η εκατονταετία που θα ανέτειλε θα αποτελούσε μια περίοδο συνεχών πολέμων και εξαχρείωσης των ηθών για τους Έλληνες, με τον κατήφορο να αναστέλλεται, τουλάχιστον προσωρινά, με την άνοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και την εποποιία του στην Ανατολή.

Η ιστορία των Ελλήνων μισθοφόρων όμως, των “Μυρίων” όπως έμειναν γνωστοί τελικά, δεν τελειώνει εδώ. Αφού εξέλεξαν νέους αρχηγούς, συνέχισαν την επική πορεία τους προς την θάλασσα, έχοντας να αντιμετωπίσουν τον στρατό του Τισσαφέρνη, άγριους ορεσίβιους βαρβαρους λαούς, καθώς και την ίδια την αφιλόξενη γη την οποία έπρεπε να διασχίσουν για να φτάσουν σώοι στις πατρίδες τους.

Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.