Αγγλική Μεταρρύθμιση: Το πρώτο Μπρέξιτ της Αγγλίας;

Του Brad Littlejohn*

(δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα The American Conservative στις 15 Ιανουαρίου 2020)

Τον προηγούμενο μήνα, ο πολιτικός και πολιτιστικός σεισμός με το Μπρέξιτ του 2016, παρήγαγε έναν ακόμα ισχυρό μετασεισμό. Για άλλη μια φορά, τα προγνωστικά έπεσαν έξω, και οι δημοσιολογούντες εξεπλάγησαν από την αποφασιστικότητα του βρετανικού λαού να επιβεβαιώσει την εθνική του κυριαρχία εκλέγοντας τον Μπόρις Τζόνσον ως πρωθυπουργό της χώρας. Δεν θα ‘πρεπε. Όπως δεν θα ‘πρεπε να προκαλεί κατάπληξη και φόβο η ευρύτερη εθνικιστική αφύπνιση που κατέλαβε τον ευρωπαϊκό κόσμο μετά το Μπρέξιτ. Όλα αυτά είναι πράγματα που έχουν ξανασυμβεί.    

Αναζητώντας ιστορικές αναλογίες προκειμένου να ερμηνεύσει αυτήν την ξαφνική στροφή προς την εθνική κυριαρχία η ιντελιγκέντσια μας πήγε πίσω στην ιστορία μέχρις εκεί που είναι σε θέση πια να θυμηθεί, την σύγκρουση των Μεγάλων Δυνάμεων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ή την σύγκρουση των πολιτικών συστημάτων κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά για να κατανοήσουμε τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από τις τεκτονικές αλλαγές της σύγχρονης πολιτικής, το πολυαναμενόμενο Μπρέξιτ που πλέον φαίνεται να γίνεται πραγματικότητα, θα πρέπει ανατρέξουμε πολύ παλαιότερα: Στο πρώτο Μπρέξιτ, εκείνο που συνέβαλε καθοριστικά σε αυτό που ο Χοράμ Γιαζόνι αποκάλεσε «την Προτεσταντική κατασκευή της Δύσης», και την τάξη των κυρίαρχων εθνών κρατών που γεννήθηκε μαζί της.   

Την άνοιξη του 1533 το κοινοβούλιο της Αγγλίας, που είχε συνέλθει για πέμπτη φορά ετησίως –κάτι ασυνήθιστο για την εποχή– κύρωσε έναν εμβληματικό νόμο που μετέβαλε θεμελιωδώς την πορεία του νησιωτικού βασιλείου: Τον Νόμο περί Περιορισμού των Συνεισφορών. Ο νόμος αυτός αμφισβήτησε το πρωτείο του Πάπα σε μια σειρά νομικών και δημοσιονομικών ζητημάτων, κι έτσι το κοινοβούλιο έθεσε τέλος στην δικαϊακή ανωτερότητα της Ρώμης έναντι της Αγγλίας, διατρανώνοντας το πρωτείο του Στέμματος και του Κοινοβουλίου στο αγγλικό δίκαιο.  

Τι προκάλεσε όμως αυτήν την ξεκάθαρη πράξη ανεξαρτητοποίησης; Τα περισσότερα ιστορικά εγχειρίδια έχουν έτοιμη την απάντησή τους: Έγινε για να καταφέρει ο Βασιλιάς Ερρίκος ο 8ος να διαζευχθεί την ηλικιωμένη βασίλισσα Κατερίνα της Αραγονίας, και να παντρευτεί την νεαρή καλλονή, Άννα Μπολέιν! Αυτή η εξήγηση μπορεί να ικανοποιεί την σκανδαλοθηρία μας, όμως, δεν αποτελεί επαρκή λόγο ώστε να αιτιολογηθεί η πιο σοβαρή συνταγματική μεταρρύθμιση στην αγγλική ιστορία, που απαίτησε την συναίνεση του Κοινοβουλίου αλλά και την υποστήριξη όλων των υπηκόων. Μπορεί τάχα μια υπόθεση διαζυγίου, να οδήγησε έναν τόσο πιστό στον καθολικισμό μονάρχη να αποκηρύξει την υπερεθνική αρχή της Ρώμης, και να χαράξει την δική του εθνική πορεία, καθιερώνοντας ένα θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της εκκλησίας, του στέμματος, και του κοινοβουλίου που θα επηρεάσει καθοριστικά την συνταγματική εξέλιξη της Βρετανίας και της Αμερικής μέσα στους επόμενους πέντε αιώνες;    

Είτε εξηγήσουμε αυτό το πρώτο Μπρέξιτ από την σκοπιά του ιδιόρρυθμου αλλά χαρισματικού Βασιλιά, είτε από αυτήν των πανούργων συμβούλων του, ή από την άλλη, από εκείνην των εξαγριωμένων υπηκόων του, θα βρεθούμε μπροστά στα ίδια συστατικά στοιχεία του εθνικισμού –την εθνική ασφάλεια, τον οικονομικό εθνικισμό και την δικαιαϊκή κυριαρχία– τα οποία εξ άλλου αν ιδωθούν σε συνδυασμό μεταξύ τους ρίχνουν φως και στο σύγχρονό μας Μπρέξιτ, και βέβαια, στην αφύπνιση του εθνισμού που αυτό αντιπροσωπεύει. 

Το δίλημμα του Βασιλιά Ερρίκου, ο καταλύτης του πρώτου Μπρέξιτ

Γιατί λοιπόν ο Ερρίκος ο 8ος έκανε επί δύο δεκαετίες ό,τι περνάει από το χέρι του για να πάρει διαζύγιο από την γυναίκα του; Όχι επειδή ήταν ερωτοχτυπημένος με την Άννα Μπολέυν, παρ όλο που προφανώς συνέβαινε κάτι τέτοιο. Μπορεί η Άννα να έκανε την δύσκολη, αλλά υπήρχαν πολλές άλλες πρόθυμες δεσποινίδες της αυλής, και οι περισσότεροι βασιλιάδες της εποχής είθισται να διατηρούν ορισμένους διακριτικούς και παράλληλους δεσμούς. Όπως γράφει και ο A.G. Dickens «θα μπορούσε να λειτουργήσει διακριτικά, όπως ο Κάρολος ο Ε’ ή ο Φραγκίσκος ο Α’, δίχως να περιπλέκεται σε προβλήματα διαζυγίων και δεύτερων γάμων». Στην πραγματικότητα, για τον Ερρίκο και πολλούς από τους συμβούλους του «αυτό που πραγματικά είχε σημασία ήταν η μοίρα του Έθνους και τίποτε άλλο».  

Το πρόβλημα, βλέπετε, ήταν ότι η Αικατερίνη είχε αλλεπάλληλες αποβολές (το λιγότερο πέντε, σε μια περίοδο εννέα ετών, αλλά και έναν γιό που έζησε μόνο εφτά εβδομάδες), και το μόνο παιδί της που κατάφερε να ζήσει ήταν κορίτσι, η Μαρία. Καταστάσεις σαν κι αυτή, μπορούν να φέρουν σε δύσκολη θέση τον οποιονδήποτε πατέρα, ωστόσο, για την Αγγλία της δεκαετίας του 1520 κάτι τέτοιο οδήγησε σε μια σφοδρή πολιτική κρίση. Ο Ερρίκος ο 8ος ήταν ο μόνος διεκδικητής του θρόνου επειδή ο πατέρας του, Ερρίκος ο 7ος, ήταν ο μόνος επιζήσας έπειτα από ένα λουτρό αίματος που διήρκεσε τρεις δεκαετίες, οδήγησε την αγγλική αριστοκρατία σε αλληλοεξόντωση, και έμεινε στην ιστορία με τ’ όνομα Ο Πόλεμος των Ρόδων. Η καταστροφή αυτή είχε ξεσπάσει πάνω στην Αγγλία επειδή εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καθαρός διάδοχος του θρόνου. Εάν ο Ερρίκος δεν μπορούσε να βρει έναν μέχρι τον θάνατό του, φοβόταν ότι η χώρα θα διολίσθαινε ξανά στον εμφύλιο πόλεμο. Και αυτή τη φορά η κατάσταση ήταν χειρότερη από εκείνη που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι προκάτοχοί του· ο παραδοσιακός εχθρός της Αγγλίας, η Γαλλία, είχε πλέον ανακάμψει εντελώς από τον Εκατονταετή Πόλεμο και μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία ώστε να επιτεθεί στον ακέφαλο και αδύναμο αντίπαλό της, την Αγγλία. Ακόμα χειρότερα, ο 16ος αιώνας είδε την ανάδυση κι άλλης γεωπολιτικής απειλής για τους Άγγλους, την οποία αντιπροσώπευε η δυναστεία των Αψβούργων.  

Έπειτα από μια αξιοσημείωτη σειρά γάμων και πρόωρων θανάτων, ο νεαρός πρίγκιπας των Αψβούργων, Κάρολος ο 5ος, είχε καταφέρει να συνενώσει τα στέμματα της Βουργουνδίας, της Ουγγαρίας, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Ισπανίας, ενώ επιπρόσθετα είχε προχωρήσει και σε έναν δυναστικό γάμο που στερέωνε την συμμαχία του με την ισχυρή Πορτογαλία. Η Ισπανία και η Πορτογαλία, επίσης, είχαν να καυχιούνται για τις κατακτήσεις τους στο Νέο Κόσμο, και τα αμύθητα πλούτη που συνέρρεαν από αυτές. Ο Κάρολος είδε σε αυτές τις ευνοϊκές περιστάσεις ένα θεϊκό μήνυμα που τον καλούσε να μην είναι απλά ένας αυτοκράτορας, αλλά «ο Αυτοκράτορας», που θα επικύρωνε την οικουμενική βασιλεία του Χριστού, με την εγκαθίδρυση της δικής του, κοσμικής εξουσίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Χριστιανοσύνης.

Τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα για τον Ερρίκο, μιας και η Αικατερίνη της Αραγονίας ήταν θεία του Καρόλου. Ο πατέρας του Ερρίκου, Ερρίκος ο 7ος, είχε προχωρήσει σε έναν δυναστικό γάμο, και είχε παντρέψει τον πρωτότοκο γιό του, Αρθούρο, με την Ισπανίδα πριγκίπισσα, το 1501. Αλλά όταν ο Αρθούρος πέθανε μερικούς μήνες αργότερα δίχως να αφήσει πίσω του κάποιου διάδοχο, ο Ερρίκος, ο δεύτερος γιός του, που δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει τέτοια ευκαιρία να του ξεφύγει από τα χέρια, παντρεύτηκε την Αικατερίνη και στέφθηκε ο ίδιος βασιλιάς.    

Εκεί ακριβώς εντοπίζονται και οι σπόροι της μελλοντικής κρίσης. Υπό κανονικές συνθήκες δεν θα είχε επιτραπεί στον Ερρίκο να παντρευτεί την Αικατερίνη, μιας και το εκκλησιαστικό δίκαιο, σύμφωνα με το Λεβιτικόν (20:21) απαγόρευε σε κάποιον να παντρευτεί την γυναίκα του αδελφού του. Ωστόσο, ο Πάπας πάντοτε έκανε ειδικές εξαιρέσεις σε αυτούς τους νόμους, όταν αυτοί αφορούσαν υποθέσεις των συμμάχων του, κι έτσι άνοιξε πρόθυμα τον δρόμο για αυτόν τον γάμο, που πραγματοποιήθηκε το 1509. Αλλά όσο εξακολουθούσαν οι αποβολές της Αικατερίνης, άλλο τόσο απελπίζονταν ο Ερρίκος και πίστευε ότι ο θεός είχε καταραστεί εκείνον και το βασίλειό του για τον παράνομο γάμο –εξ άλλου το ίδιο το Λεβιτικόν προειδοποιούσε εκείνους που θα παραβούν τον θεϊκό νόμο ότι θα τιμωρηθούν μένοντας άκληροι.   

Η λύση φαινόταν να είναι απλή: Να πείσει τον Πάπα ότι ο προκάτοχός του, που είχε εγκρίνει τον γάμο του, είχε διαπράξει σφάλμα, και ότι τώρα ο γάμος αυτός έπρεπε να ακυρωθεί. Παρ ολο που η μεσαιωνική εκκλησία δεν επέτρεπε ποτέ τα διαζύγια, ωστόσο προέβαινε σε ακυρώσεις γάμων, εάν υπήρχαν σοβαρά τεκμήρια για το ότι κάποιος γάμος δεν έπρεπε να είχε συντελεστεί εξ αρχής, και κάτι τέτοιο συνέβαινε εκείνη την εποχή συχνά. Στην περίπτωση του Ερρίκου, το αίτημα για την ακύρωση του γάμου δεν ήταν διόλου υπερβολικό: Στο κάτω κάτω της γραφής, ο γάμος του ήταν παράνομος και σύμφωνα με τους πιο κοινούς κανόνες, και η κατάρα που είχε πέσει στην μήτρα της Αικατερίνης έδειχνε να επιβεβαιώνει την άποψη ότι ο Πάπας Ιούλιος δεν έπρεπε να τον είχε επιτρέψει εξ αρχής.     

Ωστόσο, ο αγαπημένος ανιψιός της Αικατερίνης, ο Κάρολος με τις οικουμενικές φιλοδοξίες, είχε διαφορετική άποψη. Και μιας και οι στρατοί του είχαν μόλις κυριεύσει την Ρώμη, καθώς είχε έρθει σε αντιπαράθεση με την Αγία Έδρα, ο Πάπας Κλήμης ο 7ος σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να κρατούσε ευχαριστημένο τον Κάρολο παρά να κάνει το χατίρι ενός βασιλιά που είχε άστατο βίο, και κυβερνούσε ένα μικρό νησί που βρισκόταν στην άκρη του χάρτη. 

Έτσι ο Πάπας καθυστερούσε για χρόνια την απόφασή του, υπεκφεύγοντας στις διπλωματικές αποστολές που του έστελνε ο Ερρίκος. Μέχρι που απέστειλε μια ειδική αποστολή στο Λονδίνο, για την επίλυση του ζητήματος, η οποία ωστόσο επέστρεψε στη Ρώμη αναβάλλοντας για ακόμη έναν χρόνο την απόφασή της. Το γεγονός αυτό συνέβη τον Ιούλιο του 1529, και αποτέλεσε την προσβολή που πυροδότησε το φυτίλι του αντικληρικανισμού και της εθνικής υπερηφάνειας των Άγγλων. Για τον Ερρίκο αλλά και για πολλούς από τους συμβούλους του, η συμπεριφορά του Πάπα στην περίπτωση της ακύρωσης του γάμου του Βασιλιά δεν ήταν απλώς ενοχλητική: Αντιπροσώπευε την αυθαίρετη και αυτοαναφορική φύση της παπικής εξουσίας, και αποτελούσε μια χαρακτηριστική περίπτωση που αποδείκνυε ότι κανένα κυρίαρχο κράτος, που έχει επιφορτιστεί με την προστασία και την ευημερία των υπηκόων του, δεν θα πρέπει να υπόκειται στις ορέξεις μιας ανεξέλεγκτης, ξένης γραφειοκρατίας. Η εμπειρία των Άγγλων εκείνης της εποχής, δεν ήταν και τόσο διαφορετική από εκείνη που είχαν οι αμερικανικές αποικίες της Βρετανίας, την εποχή που το αγγλικό στέμμα επέβαλε σε αυτές ένα σκληρό φορολογικό καθεστώς –πράξη που εξ άλλου οδήγησε στην Αμερικανική Επανάσταση. Ένας λαός που θεωρούσε ότι λίγο ως πολύ έχει το δικαίωμα της αυτοκυβέρνησης, ξαφνικά ξύπνησε μια μέρα και ανακάλυψε ότι από δικαιακή, πολιτική και οικονομική σκοπιά είναι στο έλεος μιας εξουσίας πάνω στην οποία δεν διατηρεί κανένα λόγο. 

 «Τεράστια ποσά χρημάτων»: Η οικονομική διάσταση του πρώτου Μπρέξιτ 

Βέβαια, κανείς Μονάρχης, όσο απόλυτος κι αν είναι, δεν μπορεί να αλλάξει τόσο ριζικά την κατεύθυνση του έθνους του, αν δεν έχει κάποια λαϊκή υποστήριξη –και είναι αλήθεια ότι η εξουσία των πρώτων εκπροσώπων της δυναστείας των Τυδώρ κάθε άλλο παρά απόλυτη ήταν. Έτσι αυτό το πρώτο Μπρέξιτ δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχε την υποστήριξη ενός μαζικού κύματος δυσαρέσκειας εναντίον της Εκκλησίας, που μας θυμίζει έντονα το αντίστοιχο φαινόμενο που εκφράστηκε με την ψήφο υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας απ’ την Ε.Ε. το 2016. Όπως συμβαίνει πολύ συχνά στην πολιτική, οι λόγοι που πυροδότησαν την δυσαρέσκεια ήταν οικονομικοί. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο J.R. Tanner, επικαλούμενος τον A.F. Pollard: «Η Αγγλική Μεταρρύθμιση, ξεκίνησε με έναν τρόπο που είναι πολύ ‘αγγλικός’ –’όχι με την ανακήρυξη κάποιας νέας αλήθειας, αλλά με μια επίθεση στους εκκλησιαστικούς φόρους’». Ο Νόμος για τον Περιορισμό των Ετήσιων Συνεισφορών του 1532, αποτελούσε την πρώτη επιθετική κίνηση της Αγγλίας που στόχευε στην επαναδιαπραγμάτευση των όρων της ένωσής της με την Παπική Εκκλησία. Διατάσσοντας την άμεση διακοπή των ετήσιων συνεισφορών που επέβαλε ο Πάπας στον αγγλικό κλήρο (κι έτσι εμμέσως, στο σύνολο των υπηκόων του βρετανικού στέμματος), ο νόμος αυτός ισοδυναμούσε με πράξη ανεξαρτητοποίησης από τον ασφυκτικό δημοσιονομικό έλεγχο που ασκούσε η υπερεθνική γραφειοκρατία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Όπως με την Αμερικανική Επανάσταση που ήλθε ένα τέταρτο της χιλιετηρίδας αργότερα, ή το Μπρέξιτ, 250 χρόνια μετά από αυτήν, οι επαχθείς φορολογία ήταν ο κύριος λόγος για το ξέσπασμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Όπως και στην προεκλογική εκστρατεία για την έξοδο από την Ε.Ε. του 2016, κυριάρχησαν απόψεις του τύπου «πληρώνουμε στην Ε.Ε. 350 εκ. Λίρες την εβδομάδα, ας τα κρατήσουμε για να χρηματοδοτήσουμε το εθνικό σύστημα υγείας», έτσι και ο Νόμος του 1532 έγραφε: «Τα τεράστια και ανυπολόγιστα ποσά μπορούν να ανακατευθυνθούν για την αντιμετώπιση της φτώχειας των Βρετανών».  

Κάποιος λεπτολόγος ιστορικός, βέβαια, θα μπορούσε να πει ότι τα ετήσια ποσά που αποτέλεσαν και την αιτία της διαμάχης δεν ήταν τόσο τεράστια όσο ισχυρίζονταν οι Άγγλοι (ισοδυναμούσαν με το 5% του ετήσιου εισοδήματος της κυβέρνησης). Κάποιος άλλος, επίσης, θα μπορούσε να επισημαίνει ότι τα πραγματικά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το αγγλικό ποίμνιο, οφείλονταν στον εγχώριο κλήρο, στα ανώτερα μέλη της ιεραρχίας που πλούτιζαν ασύστολα, όπως ο Καγκελάριος του Στέμματος, καρδινάλιος Γουόλσεϊ, ή οι διαχειριστές των μεγάλων εκκλησιαστικών κτημάτων. Και σίγουρα, θα εκπλαγεί κανείς, αν μάθει ότι οι ίδιοι ετήσιοι φόροι που απορρίφθηκαν το 1532 ως ‘αβάσταχτοι’, ψηφίστηκαν ώστε να επανέλθουν δύο χρόνια αργότερα, πηγαίνοντας πλέον στο ίδιο το Στέμμα.  

Ωστόσο, αυτές οι παρατηρήσεις, όπως και οι περισσότερες κριτικές του οικονομικού εθνικισμού, χάνουν απ’ τα μάτια τους το δάσος, για να κοιτάξουν το δέντρο. Όπως γνωρίζει όποιος έχει εξοικειωθεί με τα συνθήματα της Αμερικανικής Επανάστασης, οι πολίτες καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας, δεν αντιμετωπίζουν τους φόρους που πληρώνουν αποκλειστικά με βάση το ύψος τους. Η καταφυγή σε υλιστικές ερμηνείες της ιστορίας σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι νοιάζονται μόνον για το τι έχουν μέσα στην τσέπη του, μπορεί να έχει την δική της γοητεία, ωστόσο, συνήθως οι διαμάχες επί της φορολογίας σπανίως αφορούν μόνο το πόσα λεφτά καλείται κανείς να καταβάλει. Μεγάλη σημασία έχει και το που πηγαίνουν τα χρήματα αυτά.

Κατά την διάρκεια του Μεσαίωνα, η Καθολική Εκκλησία, η ισχύς της οποίας επικεντρώνονταν ολοένα και περισσότερο στη Ρώμη, είχε αναπτύξει ένα εντυπωσιακό και αρκετά καταπιεστικό διεθνές σύστημα απόσπασης πλούτου: Ο κατώτερος κλήρος επέβαλε ενοίκιο για την χρήση της εκτεταμένης φυσικής του περιουσίας, και χρέωνε επίσης τις θρησκευτικές υπηρεσίες που παρείχε, ως φύλακες της πύλης του ουρανού και της κόλασης, ενώ προωθούσαν ένα αξιοσέβαστο μέρος αυτών των εσόδων στην Ρώμη, μέσω της ετήσιας φορολογίας, διάφορων άλλων χορηγιών, δοσιμάτων κ.λπ. Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων που είχε ο κατώτερος κλήρος δεν προέρχονταν από τις κλασικές εκκλησιαστικές δραστηριότητες, όπως ήταν το κήρυγμα, η ανακούφιση και η φροντίδα των φτωχών. Αντίθετα, αφορούσαν τα λεγόμενα ‘συγχωροχάρτια’, σύμφωνα με τα οποία οι παπάδες και οι καλόγεροι μπορούσαν να αμείβονται πλουσιοπάροχα για να προσεύχονται για τις ψυχές εκείνων που πλήρωναν, και με αυτόν τον τρόπο εθεωρείτο ότι τους εξασφάλιζαν καλύτερες θέσεις στο μελλοντικό Καθαρτήριο. Το δόγμα του Καθαρτηρίου εξελισσόταν σε μεγάλη πηγή εσόδων για την Εκκλησία, και ιδίως την Αγία Έδρα, που αξίωνε παγκόσμιο μονοπώλιο στα Συγχωροχάρτια, ως θεματοφύλακας της Πύλης του Καθαρτηρίου.     

Η εξάπλωση της πρακτικής με τα Συγχωροχάρτια, που πωλούνταν στους φτωχούς έναντι υψηλών αντιτίμων, από τον 13ο αιώνα κι έπειτα, αποτελούσε τον κύριο μηχανισμό απόσπασης πλούτου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Εκείνον που έμελλε να εξοργίζει τους Διαμαρτυρόμενους Μεταρρυθμιστές αλλά και τους σύγχρονούς τους πρίγκηπες, που το έβλεπαν από κοσμικότερη σκοπιά, ως δημοσιονομικό πρόβλημα. Όντως, ελάχιστοι είναι εκείνοι που κατανοούν ότι ο Μαρτίνος Λούθηρος θα είχε καταλήξει σε κάποια πυρά ως απλός αιρετικός, εάν δεν είχε την στήριξη του προστάτη του, Φρειδερίκου της Σαξονίας, ο οποίος δεν ανεχόταν άλλο αυτό το εμπόριο της συγχώρεσης, που απομυζούσε το εθνικό εισόδημα, και μετέφερε πολύτιμους πόρους στους νοτιότερους ανταγωνιστές του, την ίδια στιγμή που οι υπηκόοι φτώχαιναν για χάρη κάποιων εντελώς αμφιλεγόμενων πνευματικών ωφελημάτων.  

Ακόμα και αν στην πραγματικότητα, οι πόροι αυτοί δεν μεταβιβάζονταν εξ ολοκλήρου στα θησαυροφυλάκια του Πάπα, οι ολοένα και πλουσιότεροι Άγγλοι ιερείς της καθολικής εκκλησίας, αντιμετωπίζονταν ως αντιπατριώτες πράκτορες μιας ξένης εξουσίας, που παρασιτούσαν σε βάρος του εθνικού πλούτου. Ο καρδινάλιος Γουόλσεϋ, μπορεί να ξεκίνησε την ζωή του ως γιός ενός ταπεινού χασάπη από το Ίσπγουϊτς, συσσώρευσε όμως τον αμύθητο πλούτο του εξαιτίας της ατιμωρησίας που απολάμβανε ως υψηλότατος εκπρόσωπος του Πάπα στην Αγγλία, ένας τίτλος που καθιστούσε την εξουσία του πιο ανώτερη και από τις περίτεχνες συνταγματικές δομές του αγγλικού κράτους, αλλά και της εκκλησίας. Και ως προς αυτό, δεν βοηθούσε καθόλου το γεγονός ότι πολλοί Επίσκοποι και άλλοι αξιωματούχοι της εκκλησίας ήταν ξένοι, όπως συνέβαινε στο Γουόσεστερ με τους τέσσερις Ιταλούς επισκόπους που λειτούργησαν από το 1497 ως το 1535. Τα δε μοναστήρια, που την παραμονή της Μεταρρύθμισης ήλεγχαν το ⅙ της γης στην Αγγλία, και είχαν ετήσια έσοδα που ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα του Στέμματος, αντιμετωπίζονταν ως φορείς μιας ξένης επιβολής και καταπίεσης. Πολλά μοναστήρια ανήκαν σε τάγματα που είχαν την βάση τους στην ηπειρωτική Ευρώπη, και οι ηγούμενοί τους αναφέρονταν απευθείας στην ανώτερη κλίμακα της διεθνούς ιεραρχίας τους. Έτσι, όσο κι αν τυπικά δήλωναν την υποταγή τους στο Βασίλειο, είναι αλήθεια ότι τα μοναστήρια δεν είχαν παρά ελάχιστη συνεισφορά στις ανάγκες της αγγλικής κοινωνίας,  

Ο Τόμας Κρόμγουελ είχε ξεκινήσει την θητεία του στην κυβέρνηση των Τυδώρ κλείνοντας τα μοναστήρια που έφθιναν από κόσμο, ενώ ανακατεύθυνε τον πλούτο τους στην χρηματοδότηση μιας νέας ακαδημίας στην Οξφόρδη. Πολλοί Άγγλοι αξιωματούχοι εκείνης της εποχής είχαν την ίδια στάση απέναντί τους. Όπως έγραψε και ο Χιού Όλντχαμ, Επίσκοπος του Έξετερ κατά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ερρίκου του 8ου «μήπως θα έπρεπε να χτίσουμε σπίτια και να υποστηρίξουμε τον βίο αυτής της ομήγυρης των περιπλανώμενων μοναχών, το τέλος και την πτώση των οποίων μπορεί να ζήσουμε και να την προλάβουμε εμείς οι ίδιοι; Θα ήταν καλύτερα αντί αυτών να παρέχουμε τα απαραίτητα για την εξάπλωση της μάθησης, και μέσω αυτής να κάνουμε καλό τόσο στην Εκκλησία όσο και στην ίδια την κοινωνία». Λίγο μετά τον θάνατο του Ερρίκου, ο μεγάλος ουμανιστής προτεστάντης Μάρτιν Μπούτσερ θα αφιέρωνε το magnus opus του Το Βασίλειο του Θεού στον Ερρίκο τον 6ο, περιγράφοντας ένα λεπτομερές πρόγραμμα πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων που θα ανακατεύθυναν το πλεόνασμα του εκκλησιαστικού πλούτου στην ανακούφιση των φτωχών και στην προώθηση της παιδείας.  

Ο οικονομικός εθνικισμός που βρίσκονταν στην καρδιά της αγγλικανικής Μεταρρύθμισης, είναι σε θέση επίσης να ερμηνεύσει και το γιατί το Κοινοβούλιο αντιτάχθηκε μεν τόσο σθεναρά στις οικονομικές απαιτήσεις του Πάπα, και κατήγγειλε την τυραννία του, ενώ την ίδια στιγμή υπήρξε τόσο δεκτικό στην εξίσου σκληρή φορολογική πολιτική του Ερρίκου του 8ου κατά τις δεκαετίες του 1530 και του 1540. Στην πραγματικότητα, το σύνθημα που αναφέραμε προηγουμένως για το σύγχρονό μας Μπρέξιτ –τα 350 εκ.£ ανά εβδομάδα που κατευθύνονται στην ΕΕ, και που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν εναλλακτικά στη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας– ταιριάζουν απόλυτα στο ιδεολογικό κλίμα της δεκαετίας του 1530. Στις μέρες μας, το Μπρέξιτ δεν ήταν μόνο μια αντίδραση ενάντια στην φορολόγηση που επιβάλλεται από οπαδούς του laissez-faire και των ιδιωτικοποιήσεων, αλλά εξέφρασε και ένα αίτημα για τον πλούτο του έθνους, που οφείλει να δαπανάται για τις ανάγκες του έθνους, και την συντήρηση των κοινών του αγαθών. Στο ίδιο πνεύμα, οι ουμανιστές μεταρρυθμιστές που πήραν το μέρος του Ερρίκου του 8ου στην διαμάχη του με τον Πάπα, δεν είδαν καμία αντίφαση ανάμεσα στην άρνησή τους να συνεχιστεί το καθεστώς φορολόγησής τους από τη Ρώμη, και στην συναίνεσή τους ώστε να μεταβιβαστούν αυτοί οι πόροι στον Βασιλιά. [ ] 

 «Να αποκλείσουμε αυτήν την ξένη, ψεύτικη εξουσία, δικαιοδοσία και αρχή»: Η πολιτική θεωρία πίσω απ’ το πρώτο Μπρέξιτ.

Αλλά ποιοι ήταν οι ουμανιστές μεταρρυθμιστές που υπήρξαν ο πραγματικός ιθύνων νους αυτού του πρώτου Μπρέξιτ; Και τι τους οδήγησε όχι μόνον να σταθούν στο πλευρό του Ερρίκου του 8ου, αλλά και να επιστρατεύσουν τα αξιοσημείωτα συγγραφικά και νομικά ταλέντα τους, προκειμένου να την προωθήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο, χρησιμοποιώντας την εξουσία του κοινοβουλίου αλλά και την ισχύ του έντυπου τύπου; Τρεις προσωπικότητες ξεχωρίζουν μέσα από τις πολυπληθείς τάξεις των τυδωριανών κρατικών λειτουργών, και μοιράζονται την πατρότητα του μεγάλου μετασχηματισμού που έλαβε χώρα το 1530. Ο Τόμας Κρόμγουελ, μια κοινοβουλευτική ιδιοφυΐα που αναδείχθηκε σε καγκελάριο του Ερρίκου του 8ου, από το 1531 ως το 1540, όπου ξαφνικά τέθηκε υπό δυσμένεια. Ο Τόμας Κράνμερ, αυτό το υπόδειγμα σύνεσης που οι αθόρυβες αλλά και αφοσιωμένες υπηρεσίες του προς έναν ευμετάβλητο μονάρχη, τον οδήγησαν να γίνει ο ιδρυτής της Αγγλικής Προτεσταντικής Εκκλησίας, αλλά και ο πατέρας της σύγχρονης αγγλικής γλώσσας, μέσα από την συγγραφή των Βιβλίων των Κοινών Προσευχών. Και ο Κρίστοφερ Σέντ Τζέρμαν, ένας ηλικιωμένος νομοδιδάσκαλος που η βαθιά του γνώση πάνω στο Αγγλικό Κοινό Δίκαιο καθώς και η χρόνια δυσαρέσκειά του για την συστηματική καταπάτησή του από την παπική Εκκλησία, τον οδήγησαν στο να εξελιχθεί στον βασικό θεωρητικό του δικαίου που υπερασπίστηκε δημόσια τα δικαιώματα του αγγλικού κράτους και την κυριαρχία του Κοινοβουλίου. Μόνον ένας εκ των τριών (ο Κράνμερ) ήταν φίλος και σύμμαχος της οικογένειας Μπολέιν, και μόνον οι δυο πρώτοι είχαν προσχωρήσει κρυφά στον Προτεσταντισμό, βρίσκοντας στο ευαγγελικό δόγμα ακόμα περισσότερους λόγους για να μισήσουν τις σκανδαλώδεις απαιτήσεις της παπικής εκκλησίας. Αυτό που και οι τρεις είχαν κοινό, ωστόσο, ήταν η αφοσίωσή τους στην Αγγλική κυριαρχία. 

Στην εντεινόμενη μεσαιωνική διελκυστίνδα ανάμεσα στους Πάπες και τους πρίγκηπες, αυτή η κυριαρχία είχε σχετικοποιηθεί με αναρίθμητους τρόπους, κάποιοι από τους οποίους ήταν απλώς ενοχλητικοί, ενώ κάποιοι άλλοι αντιπροσώπευαν όντως μια υπαρξιακή απειλή για το κράτος. Μιλώντας στην Βουλή των Κοινοτήτων, στις 10 Μαΐου του 1532, ο Ερρίκος έλεγε: «Πολυαγαπημένοι μου υπήκοοι. Μέχρι σήμερα νομίζαμε ότι ο κλήρος υπόκειται ολοκληρωτικά στο Στέμμα· αλλά πλέον, μας έχει γίνει σαφές ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει μόνο εν μέρει ή και καθόλου. Κατά την διάρκεια της χειροτονίας τους, όλοι οι ιερείς υποχρεούνται να κάνουν έναν όρκο προς τον Πάπα που έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με τον όρκο που δίνουν σε εμάς, κι έτσι είναι πολύ περισσότερο υπήκοοι δικοί του, παρά δικοί μας». Αυτή η ασάφεια ενσωματώθηκε στο αγγλικό δίκαιο, και αποτέλεσε μια μακροχρόνια πηγή εσωτερικών αντιφάσεων που σύμφωνα με τα λεγόμενα του H.A.L. Fischer «παρέλυσαν το μακρύ χέρι του νόμου σε ολόκληρη την Αγγλία». Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του νόμου που αφορά στην ετεροδικία των κληρικών, αλλά και στο περίφημο ‘δικαίωμα καταφυγής’. Σύμφωνα με τον πρώτο, όχι μόνο ο κλήρος, αλλά ακόμα και εκείνα τα ημι-μορφωμένα, λαϊκά μέλη της εκκλησίας που ήταν σε θέση να παραθέσουν ορισμένες λατινικές φράσεις, μπορούσαν να αποφύγουν τις διώξεις από το αστικό δικαστήριο, και να γλυτώσουν περνώντας από το αντίστοιχο εκκλησιαστικό που συνήθως καταλόγιζε πολύ πιο ήπιες ποινές. Σύμφωνα με το δεύτερο, πολλές εκκλησίες θεωρούνταν από τον νόμο ως ‘καταφύγια’, και ο οποιοσδήποτε εγκληματίας μπορούσε να διαφύγει σε αυτές ξεφεύγοντας οριστικά από την λαβίδα του νόμου. Δεν είναι τυχαίο ότι μια από τις πρώτες εργασίες που πραγματοποίησε η σύγκλιση του Κοινοβουλίου το 1529, ήταν να περιορίσει αυτά τα νομικά κενά, τα οποία εξαλείφθηκαν εντελώς στο πλαίσιο της δικαιακής επανάστασης της επόμενης δεκαετίας.     

Ακόμα πιο ενοχλητική από την νομική ασυλία που διεκδικούσε η Εκκλησία μέσα στην Αγγλία, ήταν η νομική δικαιοδοσία που ισχυρίζονταν ότι είχε επί της Αγγλίας. Παρ όλο που τον περισσότερο καιρό η Αγία Έδρα παραχωρούσε αυτονομία στους ηγεμόνες για την ρύθμιση των ζητημάτων τους, την ίδια στιγμή διεκδικούσε το δικαίωμα να έχει τον τελικό λόγο πάνω σε όλα τα πνευματικά ζητήματα, δηλαδή εν τέλει, σε οποιοδήποτε ζήτημα αφορά στο εσωτερικό δίκαιο ή τις διεθνείς σχέσεις. Εάν ο Πάπας δεν ενέκρινε κάποιον πόλεμο, ή διαδοχή που αξίωνε κάποιος Πρίγκηπας, μπορούσε να τον αφορίσει ή να επιβάλει την ακοινωνησία σ’ έναν ολόκληρο λαό, αρνούμενος σε αυτόν τα μυστήρια και κατ επέκταση τη σωτηρία του, μέχρις ότου ο ηγεμόνας πειθαρχούσε στις βουλές του Πάπα, ή μέχρι οι υπήκοοί του να εξεγερθούν και να τον αντικαταστήσουν. Ο Πάπας μπορούσε ακόμα να καλέσει τις ξένες δυνάμεις να εισβάλουν σ’ ένα έθνος, για να καμφθεί η βούληση κάποιου αντιτιθέμενου ηγεμόνα, πράγμα που ο Πάπας Πίος ο 5ος έκανε στην Αγγλία το 1570. Ακόμα κι αν αυτές οι απόλυτες εξουσίες δεν ασκούνταν συχνά (και σχεδόν ποτέ δεν τελεσφορούσαν), το τεράστιο σώμα των κληρικών και των μοναστικών ταγμάτων αποτελούσε ένα ‘κράτος μέσα στο κράτος’ σε κάθε βασίλειο της Ευρώπης, τελούσε σε ασυλία έναντι οποιασδήποτε δικαιοσύνης, και εξαιρούνταν, φυσικά, από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις έναντι του Στέμματος. 

Η βασική στόχευση της νομοθεσίας που θέσπισε ο Ερρίκος, ήταν να εκμηδενίσει την δικαιοδοσία αυτής της υπερεθνικής εξουσίας, και να κηρύξει στην θέση της την αποκλειστική και μόνη κυριαρχία του αγγλικού νόμου πάνω σε ολόκληρο το σώμα του αγγλικού λαού. Η Αγγλική Κυριαρχία αποτελεί στην πραγματικότητα το αντικείμενο όλων των νομθετημάτων που σχετίζονται με την Μεταρρύθμιση, και των πολεμικών που τα συνόδευσαν, και που είχαν να κάνουν με τον περιορισμό της εκκλησιαστικής φορολογίας και των συνεισφορών, την ολοκληρωτική υποταγή του κλήρου στο Στέμμα, τον περιορισμό της δικαιοδοσίας του Πάπα επάνω του κ.ο.κ.: «Η αυτού μεγαλειότητα, οι Λόρδοι και η βουλή των κοινοτήτων του βασιλείου, αναγκάζονται να ακολουθήσουν αwυτό που υπαγορεύει το κοινό του καλό και να αποτινάξουν αυτήν την ξένη, και έκνομη εξουσία και δικαστική αρχή που απομυζούσε αυτό το βασίλειο». Οι Προτεστάντες τείνουν να πιστεύουν ότι η Αγγλική Μεταρρύθμιση αποτελούσε πρώτα και κύρια μια πράξη διαμαρτυρίας ενάντια στο καθολικό δόγμα της ‘σωτηρίας δια των καλών έργων’. Οι Ρωμαιοκαθολικοί θα πουν ότι ο πραγματικός λόγος που κρύβεται πίσω από την απόσχιση, είναι ότι ο Βασιλιάς Ερρίκος δεν μπορούσε να κρατήσει το φερμουάρ του παντελονιού του κλειστό. Και οι δυο έχουν άδικο. Το πρώτο αυτό Μπρέξιτ συνέβη επειδή ένα χριστιανικό έθνος, που είχε ανατραφεί με την αρχή του Αριστοτέλη ότι μια πόλη θα πρέπει να είναι αυτάρκης καθώς και με τα διδάγματα των Γραφών που λένε ότι η νομοθετική εξουσία συνιστά εκπρόσωπο του θεού, επιφορτισμένο με την φροντίδα των υπηκόων του, και είχε εξασκηθεί μακροχρόνια στην τέχνη της αυτοκυβέρνησης, αποφάσισε να κηρύξει την ανεξαρτησία του από την τυραννία ενός ιδεαλιστικού αλλά και εντελώς αυτο-αναφορικού γραφειοκρατικού υπερκράτους.  

Όσο καθοριστική κι αν ήταν η συμβολή του Κρόμγουελ, του Κράνμερ, και του Σέντ Τζέρμαν, ο πραγματικός εγκέφαλος πίσω από αυτό το πρώτο Μπρέξιτ ήταν Ιταλός –ένας γιατρός που ζούσε δυο αιώνες πριν στο Παρίσι. Μπορεί ο Μαρσίλιος της Πάδοβας να έχει μείνει στην ιστορία ως ο συγγραφέας του πιο εμβληματικού έργου για την μεσαιωνική πολιτική θεωρία, του Ο Υπερασπιστής της Ειρήνης (Defensor Pacis), λίγοι ωστόσο έχουν σταθεί στην επίδραση που είχε το έργο του πάνω στην Αγγλική Μεταρρύθμιση. Ο Κρόμγουελ επιμελήθηκε την μετάφρασή του στ’ Αγγλικά, το 1535, ενώ ο Σεντ Τζέρμαν, θα αντλήσει πολλά επιχειρήματα από τις βασικές του θέσεις. 

Αφιερωμένο στην θεματική της ειρήνης, καθώς και στην διερεύνηση των προϋποθέσεων για την ειρήνη και την ευημερία στην πολιτική, το έργο πραγματοποιεί μια αρκετά αμφιλεγόμενη στροφή προς το τέλος του πρώτου μέρους του. Η Ιταλία, καθώς και η υπόλοιπη Ευρώπη, υποστηρίζει ο Μαρσίλιος, έχουν βυθιστεί στις αναταραχές επειδή οι Πάπες αξιώνουν «υπερβολικές εξουσίες» –απόλυτη   κυριαρχία πάνω σε όλα τα ζητήματα, πνευματικά και κοσμικά– και αυτός είναι «ο κύριος λόγος για τις αναταραχές και την δυσαρέσκεια στις πόλεις και τα βασίλεια… και επειδή αυτή η ολέθρια πανούκλα, έρχεται σε τόσο προφανή αντίθεση με την σταθερότητα και την ευημερία των ανθρώπων, ενώ θα μπορούσε να μολύνει όλα τα χριστιανικά βασίλεια της οικουμένης, φρονώ ότι η αντιμετώπισή της αποτελεί πρώτο και κύριο καθήκον».

Η λύση, υποστηρίζει ο Μαρσίλιος, έγκειται στο να απορρίψουμε ως υπερβολικές και χιμαιρικές τις αξιώσεις του Πάπα περί ‘πνευματικής εξουσίας’, όπως χιμαιρικές είναι και οι αιτιάσεις περί ‘συνδυασμένης κυριαρχίας’ που μας απευθύνουν οι σύγχρονοί μας απολογητές της Ε.Ε. Η κυριαρχία είναι κυριαρχία και σαν τέτοια δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο νομής. Περιορίζεται απ’ τους κανόνες που έχει θέσει ο Βασιλιάς των Βασιλέων, αλλά είναι σαφές ότι δεν υπάρχει κοσμικός μηχανισμός αντίστοιχος της εσχατολογικής κρίσης στην οποία θα προβεί ο Θεός στο τέλος της ιστορίας. Ο Θεός θέσπισε ηθικούς κανόνες για την καθοδήγηση της πολιτείας των Εθνών, όπως και δημιούργησε κι έναν κλήρο για να λειτουργήσει ως θεματοφύλακάς τους. Ωστόσο, επέμενε ο Μαρσίλιος, η διακήρυξη των κανόνων αυτών δεν αποτελεί πηγή νομοθετικής εξουσίας. Η εξουσία του να θεσπίζει κανείς νόμους και να τους επιβάλει, συνεχίζει, ανήκει δικαιωματικά μόνο στο ‘καθολικό σώμα των πολιτών’ κάθε πόλης, κοινότητας ή έθνους, και αυτή η εξουσία πρέπει να είναι ενιαία και αδιαίρετη σε κάθε βασίλειο. Δεν είναι δυνατόν να εξακολουθεί ο Πάπας να επιβάλει την εξαίρεση του κλήρου από την ισχύ των νόμων στη βάση του επιχειρήματος ότι αποτελούν ‘πνευματικές προσωπικότητες’ (εξ άλλου δεν υπάρχει τίποτα το πνευματικό, συνεχίζει ο Μαρσίλιος, στην ικανότητά τους να «δανείζονται, να αποταμιεύουν, να πωλούν, να χτυπούν, να κλέβουν και να σκοτώνουν, να μοιχεύουν, να βιάζουν, να εξαπατούν» κ.ο.κ.). Ούτε μπορεί να συνεχίσει να διεκδικεί μια νομοθετική εξουσία επιβάλλεται μέσα σε κάθε βασίλειο, και ανταγωνίζεται τους δικούς του νομοθέτες, τα δικαστήρια και τους πρίγκηπες. 

Αυτή η σθεναρή υπεράσπιση της κοσμικής κυριαρχίας των αυτόνομων πολιτικών κοινοτήτων (υπό την σκέπη του Θεού, βεβαίως), στοίχισε στον Μαρσίλιο περί τους 240 αναθεματισμούς για αίρεση. Την ίδια στιγμή βέβαια έχτισε μια επίμονη κληρονομιά πάνω στην οποία ορθώθηκε το αρχιτεκτόνημα του δυτικού Προτεσταντισμού. Τα βασικά του επιχειρήματα κατάφεραν και βρήκαν τον δρόμο τους προς το περίφημο προοίμιο του Νόμου περί Περιορισμού των Συνεισφορών που ψηφίστηκε το 1533: «δηλώνεται και διακηρύσσεται ξεκάθαρα ότι το βασίλειο της Αγγλίας είναι μια αυτοκρατορία… διοικούμενο από έναν Ανώτατο Αρχηγό και Βασιλιά, που φέρει την τιμή και την περιουσία του αυτοκρατορικού στέμματος, στο οποίο ένα σώμα πολιτικά συμπαγές, αδιαίρετο και περιεκτικό όλων των ειδών των ανθρώπων… δεσμεύεται και οφείλει πηγαία και ταπεινή υπακοή, ενώπιον του Θεού. Ο θρόνος του, καθιερώθηκε και παραδόθηκε από την καλοσύνη και την υπομονή του Παντοδύναμου Θεού, που του παρείχε εξ ολοκλήρου και αδιαίρετη την εξουσία, την υπεροχή, το προνόμιο και την δικαιοδοσία ώστε να αποδίδει δικαιοσύνη για όλους τους υπηκόους του που ανήκουν στο βασίλειό του, πάνω σε όλα τα ζητήματα, τις διαμάχες, και τις αιτιάσεις που προκύπτουν μέσα στα όριά του, δίχως να δέχεται κανέναν περιορισμό ή αμφισβήτηση από ξένους πρίγκηπες ή ηγεμόνες αυτού του κόσμου». Δυστυχώς, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις πιο κρίσιμες έννοιες αυτής της διακήρυξης, μιας και ο όρος ‘αυτοκρατορία’ –για παράδειγμα– σημαίνει σήμερα το ακριβώς αντίθετο από την έννοια που λαμβάνει μέσα στο προοίμιο. Δεν πρόκειται για την ανακήρυξη μιας εξουσίας που εκτείνεται πέρα, σε άλλους τόπους και λαούς, αλλά αντίθετα, όπως λέει και ο J.G. Tanner, «για το έθνος κράτος που αυτο-δικαιοδοτείται μέσα στα όρια της νησιωτικής του περιεκτικότητας». Όπως σημειώνει και ο Α.G. Dickens, «Με το να αποκαλέσει την Αγγλία ως αυτοκρατορία, ο Κρόμγουελ την προσδιορίζει ως κυρίαρχο κράτος, με την εξουσία ενός βασιλιά που δεν οφείλει υποταγή σε κανέναν άλλον κοσμικό ηγεμόνα». Με λίγα λόγια, αυτός ο νόμος ανακηρύσσει την Βρετανία ως εθνικό κράτος.

Η βαριά σκιά του Τόμας Κρόμγουελ

Αυτή η μεγάλη κληρονομία της Αγγλίας (και εν τέλει της Βρετανίας) ως εθνικό κράτος βρίσκεται και πίσω από το σύγχρονο Μπρέξιτ. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε και πολύ για να βρούμε παραλληλισμούς μεταξύ των δυο περιπτώσεων. Όπως τον 16ο αιώνα, έτσι και τον 21ο οι οικονομικοί παράγοντες έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την ψήφο των ανθρώπων, και η Ε.Ε. απορρίφθηκε γιατί θεωρήθηκε ότι αποσπάει σημαντικούς πόρους από την Αγγλία, την ίδια στιγμή που αυτοί έχουν περιορισμένη διαθεσιμότητα εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας που η ίδια η Ένωση επιβάλει. Και όπως συνέβη και στον 16ο αιώνα, δεν έχει σημασία να επιμένει κανείς για το ότι το πραγματικό ύψος των πόρων δεν ήταν και τόσο υψηλό, γιατί το ζήτημα είναι πως ο εθνικός πλούτος πρέπει να υπόκειται στην αυτοδιάθεση του έθνους, να χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του, αντί να διαρρέει πέρα από τα σύνορα, προς τις Βρυξέλλες. Και όπως στον 16ο αιώνα, το σημερινό Μπρέξιτ προκλήθηκε επίσης λόγω της δυσαρέσκειας που είχε προκαλέσει μια διεθνής δικαστική αρχή –στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων– που αξίωνε την πρωτοκαθεδρία της έναντι του Αγγλικού νόμου, υποβαθμίζοντας τα βρετανικά δικαστήρια σε καθεστώς ημι-κυριαρχίας. Και όπως και με το πρώτο Μπρέξιτ, ο εθνικισμός θέριεψε ως πηγή φόβου και αντεκδίκησης, αλλά δεν ήταν –όπως πολύ συχνά ακούγεται– ζήτημα ρατσισμού. Αντίθετα, στην βάση του υπάρχει μια εύλογη ανησυχία για την εθνική ασφάλεια, μιας και αυτό που ζητείται από το έθνος είναι να υποδεχθεί διάφορους αλλοδαπούς που έχουν διατρανώσει την πίστη τους σε μια ξένη θρησκευτική εξουσία.  

Το κυριότερο, ωστόσο, είναι ότι το σύγχρονό μας Μπρέξιτ ήταν μια πράξη ανεξαρτησίας, όπως εξάλλου ήταν και του Ερρίκου του 8ου. Όπως και το προοίμιο του Κρόμγουελ στον Νόμο περί Συνεισφορών, υποστήριζε την βρετανική ταυτότητα, και υπεράσπιζε την ιδέα ότι η Βρετανία είναι ένας λαός, ένα έθνος, που διατηρεί το δικαίωμα να χαράσσει τη δική του μοίρα. Επρόκειτο για μια άναρθρη κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στην υπονόμευση αυτής της ταυτότητας, πράξη που κλιμακώθηκε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, και πλέον ήταν πολύ απροκάλυπτη για να αγνοηθεί. Η αποτυχία του διαζυγίου που ήθελε να πάρει ο Ερρίκος, τον είχε αφυπνίσει μαζί με ένα μεγάλο μέρος της Αγγλίας, και είχε συνειδητοποιήσει ότι το Βασίλειό του ήταν περισσότερο μια επαρχία μιας πανευρωπαϊκής εκκλησίας-κράτους παρά μια κυρίαρχη πολιτική οντότητα. Παρομοίως, οι ψηφοφόροι του 2016 αναρωτήθηκαν εάν η Βρετανία παραμένει κυρίαρχο κράτος ή έχει καταντήσει πια μια αποδυναμωμένη περιφέρεια ενός πανευρωπαϊκού κράτους-αγοράς. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Alastair Roberts την επαύριον του δημοψηφίσματος του 2016:

 «Η ανησυχία για την κυριαρχία και την δημοκρατία, δυο πραγματικότητες που πηγάζουν από την δυνατότητα ενός λαού να οργανωθεί γύρω από το «εμείς», βρισκόταν στο επίκεντρο των προβληματισμών όσων ψήφισαν να αποχωρήσει η Βρετανία από την Ε.Ε. στο δημοψήφισμα. Τα σύνορα δεν μπορούν ποτέ να σχετικοποιηθούν, γιατί αποτελούν την βασική προϋπόθεση για τον προσδιορισμό και την διαφοροποίηση του έθνους στην συγκεκριμένη του ύπαρξη. Όπου τα σύνορα καθίστανται αντικείμενο διαπραγμάτευσης, η δυνατότητα να οργανωθούμε συλλογικά γύρω από το «εμείς» υπονομεύεται· η απομείωση της εξουσίας μας πάνω στα σύνορά μας, ήταν φυσιολογικά, πρωταρχικό ζήτημα για τους ψηφοφόρους που ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης της Βρετανίας.  

Σε αντίθεση με όλα αυτά, αυτή η συλλογική οντότητα του ‘εμείς’ δεν υπάρχει σε ένα κράτος-αγορά. Η κυριαρχία ενσαρκώνεται μόνον όπου υπάρχει ένα ευδιάκριτο και συγκεκριμένο ‘εμείς’, η ακεραιότητα και η διαφορετικότητα του οποίου θα πρέπει να προστατεύεται… Οι υποστηρικτές του Μπρέξιτ αντιμετωπίζουν την Ε.Ε. ως άμεση απειλή για την κυριαρχία των κρατών-μελών της. Γιατί δεν τους επιτρέπει το πλήρες δικαίωμα ελέγχου των συνόρων τους, και έχει αφαιρέσει πολλές εξουσίες από αυτά και τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, μεταβιβάζοντάς τις στην αλαζονική διακυβέρνηση των δικών της θεσμών, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι υπόλογοι σε κανένα εκλογικό σώμα, καταλήγοντας έτσι να απειλούν την εθνική συνοχή και αυτοδιάθεση των ίδιων των μελών τους».       

Το Μπρέξιτ, συνεχίζει ο Roberts, ήταν μια ψήφος υπέρ της Δημοκρατίας, που θα πρέπει να την ερμηνεύσουμε ως μια απόπειρα του Δήμου να ανακτήσει τις πολιτικές του εξουσίες, και όχι ως μια ψήφος που προήλθε από αποξενωμένες ατομικότητες.

Η σύνδεση μεταξύ εθνικισμού και δημοκρατίας δεν είναι τυχαία, αλλά διατρέχει την Βρετανική ιστορία και πάει πίσω μέχρι εκείνο το πρώτο Μπρέξιτ, και τον φίλο μας, τον Μαρσίλιο της Πάντοβα. Για τον ιμπεριαλιστή, τον μεσαιωνικό οπαδό της παπικής εξουσίας, τον τεχνοκράτη της ελεύθερης αγοράς, πραγματική σημασία έχει το να βρει κανείς την σωστή διακυβέρνηση, και όχι τους κατάλληλους κυβερνήτες. Αυτοί που αντιλαμβάνονται καλύτερα τις απαιτήσεις της κοινωνίας, θα πρέπει να εξοπλιστούν με εξουσίες προκειμένου να επιβάλλουν τους κανόνες τους σε όσο το δυνατόν ευρύτερο πεδίο, ιδανικά, σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εάν οι πολίτες ορισμένων κοινοτήτων, διαμαρτύρονται λέγοντας ότι δεν συναίνεσαν ποτέ σε αυτούς τους κανόνες, θα πρέπει να λάβουν ένα καλό μάθημα για να έχουν καλύτερη εμπιστοσύνη στους ειδικούς. Ενάντια σε αυτήν την άποψη, ο Μαρσίλιος υποστήριξε ότι η νομοθετική εξουσία ανήκει στο ‘καθολικό σώμα των πολιτών’ (παρ’ όλο που αυτό λειτουργεί μέσω αντιπροσώπων, και όχι άμεσα), και η θεωρία του αυτή έγινε πραγματικότητα κατά την Αγγλική Μεταρρύθμιση. Για να ξεκαθαρίσουμε, βέβαια, τα πράγματα οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι ο Ερρίκος δεν ήταν κανένας δημοκράτης, και πολύ θα ήθελε να μπορούσε να εγκαθιδρύσει το δικό του αυταρχικό καθεστώς στη θέση εκείνου του Πάπα. Ωστόσο, είναι ζήτημα τεράστιας ιστορικής σημασίας το γεγονός ότι αυτό το πρώτο Μπρέξιτ έγινε πραγματικότητα μόνο κατόπιν της συμβολής του Κοινοβουλίου. Παρ όλο που η Βουλή των Κοινοτήτων εκείνη την εποχή δεν απαρτίζονταν από καθολικά εκλεγμένους αντιπροσώπους, αντιπροσώπευε έστω και συμβολικά τη βούληση, την εξουσία και την συναίνεση ολόκληρου του έθνους, και η καινοτόμα χρήση του από τον Κρόμγουελ στον αγώνα του υπέρ της Αγγλικής Μεταρρύθμισης άλλαξε τον ρου της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συγκαιρινοί μας επικριτές του έθνους-κράτους όπως ο William Cavanaugh, κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να συνδέσουν την ανάδυση των πρώιμων εθνικών κρατών με την απολυταρχία, και μια ειδωλολατρική αντίληψη για την κυριαρχία που μεταφέρθηκε από τον Πάπα στον Μονάρχη. Όντως, όπως γράφει και ο Diarmaid MacCulloch: «Όταν, μέσα στους επόμενους 4 αιώνες, άλλες ευρωπαϊκές κοινοπολιτείες μετεξελίχθηκαν σε κάτι που να θυμίζει τα σύγχρονα έθνη, αυτό επιτεύχθηκε μέσω της άτεγκτης βούλησης των βασιλιάδων τους, που δεν αισθάνθηκαν την παραμικρή ανάγκη να ζητήσουν την συναίνεση των μεσαιωνικών βουλευτηρίων τους». Αυτή η εικόνα, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται στην περίπτωση της Αγγλίας, που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένα αντιπαράδειγμα. Όπως ο ίδιος ο MacCulloch σημειώνει: «Ο έντονος ρόλος του κοινοβουλίου κατά την δεκαετία του 1530, αποτέλεσε μια κρίσιμη στιγμή για την εγκαθίδρυση του κοινοβουλευτισμού, καθώς συνέβη σε μια εποχή όπου παρόμοια πολιτικά σώματα σε όλη την Ευρώπη ατροφούσαν, και η περίπτωση της Αγγλίας είχε αντίκτυπο όχι μόνον στις μελλοντικές θρησκευτικές εξελίξεις στην Αγγλία των Τυδώρ, αλλά στη γενικότερη κατεύθυνση που πήρε η ιστορία του έθνους από εκεί και πέρα». Παρά την τραχύτητα και το θορυβώδες της προσωπικότητας του Ερρίκου του 8ου, αυτό το πρώτο Μπρέξιτ ήταν έργο κοινών νομομαθών, πιστά αφοσιωμένων στην παράδοση και την εθιμικότητα, καθώς και στην ιδέα του αγγλικού λαού, με την βούλησή του να εκφράζεται μέσα από το κοινοβούλιο. Σαν αποτέλεσμα, η Αγγλική Μεταρρύθμιση επιβίωσε και απέκτησε βαθιές ρίζες στην διάρκεια των επόμενων 150 χρόνων, παρά την χαοτική διαδοχή του Στέμματος, με μονάρχες που είχαν αυταρχικές διαθέσεις και αντίθετες θρησκευτικές τάσεις. Η Εκκλησία της Αγγλίας, έγινε μια εθνικά συντηρητική εκκλησία, που αγωνίζεται να βρει μια συνέχεια με το αρχαίο της παρελθόν, και παλεύει για την διατήρηση της διαφορετικότητάς της, τόσο έναντι του Καθολικισμού όσο και του Προτεσταντισμού της ηπειρωτικής Ευρώπης.

Αυτή η μέριμνα για τους εδαφικά και ιστορικά εντοπισμένους τρόπους ζωής, το ενδιαφέρον για την εθνική μοναδικότητα και κυριαρχία, επίσης, η προτεραιότητα που δίνεται στο κράτος δικαίου έναντι οποιασδήποτε αυθαίρετης εξουσίας, είναι πεποιθήσεις του αγγλικού λαού που επιμένουν εδώ και μισή χιλιετηρίδα. Αποτέλεσαν δε, το προζύμι για την Αμερικάνικη Επανάσταση, παρείχαν το έδαφος για την αντίσταση στους Ναζί, αλλά και υπήρξαν την αφετηρία της άποψης πως το όνειρο της Ε.Ε. για «ακόμα μεγαλύτερη εμβάθυνση» μπορεί να εξελιχθεί σε έναν πρώτης τάξεως εφιάλτη, μέσα στον οποίον η βρετανική ταυτότητα απειλείται να χαθεί για πάντα. Το πρώτο Μπρέξιτ, περισσότερο ίσως από το σύγχρονό μας, υπήρξε άστατο και χαοτικό, συντελέστηκε επικαλούμενο μισές αλήθειες εν μέσω πράξεων απερισκεψίας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να εξωραΐζουμε κανένα από τα δυο γεγονότα, ως μια μάχη των αγγέλων εναντίον του αντίχριστου. Από την άλλη, βέβαια, δεν μπορούμε να απορρίψουμε αυτά τα κινήματα, που είναι μεγάλης ιστορικής σημασίας, ως υποπροϊόντα του φθόνου, της αλαζονείας και της ξενοφοβίας των ανθρώπων. Κάθε έθνος, που κρύβει μέσα του έναν λαό, θα προχωρήσει αντεπιτεθεί σαν αισθάνεται ότι η ταυτότητά του υπονομεύεται, ή σαν συνειδητοποιήσει ότι πλέον δεν είναι ο αφέντης στην ίδια του τη μοίρα. Γι’ αυτό και θα αγωνιστεί υπέρ της αυτοδιάθεσής του.   

Αυτό βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα εκ νέου στον δυτικό κόσμο: Ένα συναίσθημα αναβιώνει, που είναι πολύ βαθύτερο από την ανησυχία για την λιτότητα ή τον φόβο απέναντι στους μετανάστες. Οι πολιτικοί, εντελώς πεπεισμένοι για το δίκαιο του κοσμοπολίτικου προτάγματός τους –όπως εξ άλλου και οι Καθολικοί Επίσκοποι του 16ου αιώνα– ελπίζουν ότι θα καταδικάσουν αυτόν τον εθνικισμό σαν μια νέα αίρεση, καταφέρνοντας έτσι να τον σύρουν στην πυρά. Αλλά η αίσθηση του εθνικού ανήκειν που σφυρηλατήθηκε κατά την Αγγλική Μεταρρύθμιση, καίει μια φλόγα που δεν έσβησε ποτέ. Οι αρχιερείς της νέας παγκόσμιας διακυβέρνησης, το αγνοούν αυτό, κι έτσι, θα αναγκαστούν να πληρώσουν αυτήν τους την αβλεψία.    

Ο Brad Littlejohn είναι ανώτατο στέλεχος του Ιδρύματος Έντμουντ Μπέρκ.

[μετάφραση: Γ.Ρ.]

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.