Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Οι μάχες του Σαγγαρίου (Αύγ. 1921) δεν έφεραν την προσδοκώμενη νίκη και η Ελληνική Στρατιά αποχώρησε δυτικά του Σαγγαρίου, με το Βόρειο Συγκρότημα, με έδρα το Εσκί Σεχήρ, και το Νότιο με έδρα το Αφιόν Καραχισάρ. Συνολικό ανάπτυγμα 700 χιλιόμ. από τον κόλπο της Κίου ως την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Οι άνδρες της Στρατιάς επί ένα έτος Αύγ. 1921 – Αύγ. 1922 παρέμειναν σε απραξία, ενώ, από την άλλη, ο Κεμάλ οργάνωνε μεθοδικά τον στρατό του, έχοντας και την σιωπηρή ή φανερή στήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου αυτής αδυνατούσαν να βρουν διπλωματικά και οικονομικά στηρίγματα στην Ευρώπη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Επιπλέον, η Στρατιά παραμέλησε την αμυντική οργάνωση, τις επικοινωνίες, τις οδεύσεις και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απωλέσει το 50% της μάχιμης δύναμής της, καθόσον εκατοντάδες οπλιτών και έμπειρων αξιωματικών είχαν σκοτωθεί στις μάχες του Σαγγαρίου. Και ακόμη ότι η Στρατιά είχε διαβρωθεί από τον κομματισμό και την κομμουνιστική προπαγάνδα στο μέτωπο.

Στις 5 το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε η τουρκική επίθεση που πρώτη δέχθηκε η Ι Μεραρχία Φράγκου στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ και η γειτονική της IV του Δημαρά. Ο ελληνικός στρατός πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοιας έκτασης βομβαρδισμό και νωρίς τα τμήματα των Μεραρχιών αυτών άρχισαν να υποχωρούν σχεδόν διαλυμένα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις στρατηγικές θέσεις Τιλκί Κιρί Μπελ και Καγιαντιμπί. Οι υποχωρήσαντες Μέραρχοι της Ι Φράγκου και VII Κουρουσόπουλου αποφάσισαν την ενίσχυση του αγώνα στο Χασάν Μπελ και την κάλυψη του κενού Τσάι Χισάρ, από το οποίο εισέδυε το τουρκικό ιππικό και κτυπούσε από τα νώτα τις ελληνικές δυνάμεις. Το βράδυ της 13 Αυγούστου βρήκε τις Ι και VII Μεραρχίες με σοβαρές απώλειες και τους άνδρες καταπονημένους από το συνεχές εχθρικό σφυροκόπημα και τον αφόρητο καύσωνα. Στην καίρια στρατηγική θέση Τουμπλού Μπουνάρ οι Τούρκοι ιππείς είχαν διασκορπίσει τα φυλάκια του σιδηροδρομικού σταθμού και διακόψει την τηλεγραφική επικοινωνία. Το παράδοξο είναι ότι η Ελληνική Στρατιά στην Σμύρνη πληροφορήθηκε την έναρξη της τουρκικής επίθεσης τρεις ώρες αργότερα.

Στις 14 Αυγούστου η Ι Μεραρχία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και περί το μεσημέρι οι I, IV, VII, XII Μεραρχίες άρχισαν να συμπτύσσονται δυτικά στην γραμμή Αϊβαλί – Μπαλ Μαχμούτ – Κιοπρουλού. Ήδη οι ελληνικές δυνάμεις και ο χριστιανικός πληθυσμός εγκατέλειπαν το Αφιόν Καραχισάρ. Ο ασύρματος, που αντί να μεταφερθεί στο Γκιόλ Χαμάμ, όπου το στρατηγείο του Α΄Σ.Σ., μεταφέρθηκε στο Εσκί Σεχήρ δημιούργησε, με την έλλειψή του, τραγικά προβλήματα επικοινωνίας.  Από τότε δεν υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων.

Η εχθρική πίεση εξακολουθούσε όλη την μέρα στις Ι και IV Μεραρχίες στο Μπαλ Μαχμούτ. Εκείνες τις ώρες παρατηρούνταν συνεχής διαρροή οπλιτών στις γύρω πλαγιές. Οι II, V και XII Μεραρχίες δεν είχαν υποστεί ως το βράδυ της 14 Αυγούστου σοβαρή πίεση. –Είχαν περάσει 36 ώρες από το πρωί της 13 Αυγούστου. Μεσάνυχτα της 14  Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή του Αφιόν – Ακάρ Νταγ.

Η Ι Μεραρχία την 15 Αυγούστου βρισκόταν σε πλήρη αταξία στο Μπασκιμσέ, 10 χιλιόμετρα ΒΔ του Αφιόν και 20 περίπου από το Τουμπλού Μπουνάρ. Η IV υποχωρούσε άτακτα και ακάλυπτη. Ο Πλαστήρας ήταν στο Μπαλ Μαχμούτ. Η IX Μεραρχία στις 5 το πρωί κατευθύνθηκε προς Ουλουτζάκ, περί τα 40 χιλιόμετρα Β. του Αφιόν και στις 7.15 δέχθηκε επίθεση από την 2η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού. Η IV Μεραρχία στις 4-5 το πρωί κατευθύνθηκε προς το Ουλουτζάκ δεχόμενη σφοδρές εχθρικές επιθέσεις που προκάλεσαν φυγή οπλιτών προς βορράν. Δεν είχε καλυφθεί από το απόσπασμα Πλαστήρα που δεν φρόντισε να βρίσκεται στα υψώματα Κιοπρουλού, και από το απόσπασμα Λούφα που είχε αποχωρήσει από τα υψώματα βόρεια του Μπαλ Μαχμούτ.

Στις 2 το μεσημέρι, στο μοιραίο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει οι Διοικητές του Α΄Σ.Σ. Ν. Τρικούπης και Β΄Σ.Σ. Κίμων Διγενής, όπου πληροφηρήθηκαν ότι οι IV και VII Μεραρχίες συμπτύσσονταν προς Τουμπλού Μπουνάρ. Ο Διοικητής της IX Μεραρχίας Π. Γαρδίκας που έφθασε και αυτός εκεί, τους πρότεινε να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ, προκειμένου με άλλες Μεραρχίες να αποκτήσουν αμυντικές θέσεις. Οι δύο σωματάρχες απέρριψαν την πρόταση Γαρδίκα αποφασίζοντας να παραμείνουν στο Ουλουτζάκ. Το λάθος τους ήταν μοιραίο και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους.

Ήδη είχε συγκροτηθεί το Νότιο Συγκρότημα δηλ. η Ομάδα Φράγκου με την I, II, IV (5 τάγματα), VI, του Καλλιδόπουλου με την XII, το απόσπασμα Πλαστήρα, την Μεραρχία Ιππικού και μονάδος Πυροβολικού. Το Βόρειο Συγκρότημα του Τρικούπη αποτελούνταν από την IV, V, τμήματα της IX, τμήματα της XII και της IX.

Η Μεραρχία Φράγκου, η VII του Κουρουσόπουλου και το απόσπασμα Πλαστήρα έφθασαν στο Τουμπλού Μπουνάρ το βράδυ της 15 Αυγούστου. Στο Ουλουτζάκ το βράδυ της 15 Αυγούστου οι Τρικούπης και Διγενής ήσαν απομονωμένοι χωρίς σύνδεσμο με I και II Μεραρχία, αγνοούσαν την τύχη του μεγαλύτερου μέρους της IV του Δημαρά. Στο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει η ΙΧ του Γαρδίκα, υπολείμματα της V και την επομένη η ΧΙΙΙ του Μιλτιάδη Καϊμπαλή. Δυστυχώς, ο Τρικούπης δίσταζε να κινηθεί προς το Τουμπλού Μπουνάρ, ενώ θα μπορούσε να το κάμει από τις 4.30 το απόγευμα. Αργότερα, σε έκθεσή του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε οδηγούς, καθώς οι χωρικοί είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, έκρινε ως πολύ δύσκολη την μετακίνηση πυροβόλων την νύκτα, των νοσοκομειακών κ.λπ.

Στις 16 Αυγούστου η ΙΧ του Γαρδίκα έδωσε σκληρή μάχη με τουρκικό ιππικό στο Χαμούρκιοϊ και η ΧΙΙ του Καλλιδόπουλου στο Ιλμπουλούκ, που επέτρεψε στην V του Ρόκα να διαρρεύσει δυτικά και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Στο Ουλουτζάκ φθάνοντας ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Καϊμπαλής παρέδωσε στον Τρικούπη ερματισμένο φάκελο ελληνικού αεροπλάνου, όπου αναφερόταν ότι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς εκεί. Τούτο σήμαινε ότι το συγκρότημα Τρικούπη, γνωστό ως Βόρειο, ήταν περικυκλωμένο. Την 16 Αυγούστου οι IX, V, XII, XIII έδιναν συνεχείς αγώνες στο Κιουτσούκιοϊ, με ελάχιστα πυρομαχικά. Πολύ αργά πια, ο Τρικούπης διέταξε την πορεία των XII, V, XIII, IV προς Τουμπλού Μπουνάρ. Στις 4 το απόγευμα στο Ουλουτζάκ οι στρατηγοί Τρικούπης, Διγενής και ο συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος είχαν συνειδητοποιήσει την περικύκλωσή τους. Η κατάσταση ήταν πέρα για πέρα τραγική από τον συνεχή βομβαρδισμό, την αταξία, τον συνωστισμό των Μεραρχιών σε περιορισμένο χώρο. Με το τελευταίο φως της 16ης Αυγούστου ο Τρικούπης και οι λοιποί ανώτατοι αξιωματικοί αποφάσισαν να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ μέσω Σάλκιοϊ, εγκαταλείποντας τα βαρέα πυροβόλα και καταστρέφοντας τον ασύρματο του Β΄Σ.Σ. που ήταν το μοναδικό μεσό επικοινωνίας. Στις 11 το βράδυ της 16 Αυγούστου η ομάδα Τρικούπη άρχισε να κινείται άτακτα και κατά το δοκούν, με τα τμήματά της χωρίς οργανικό δεσμό, πειθαρχία, καταπονημένα από την πείνα, την αγρυπνία, τις συνεχείς μάχες. Λίγο πριν από την αυγή της 17 Αυγούστου το Συγκρότημα Τρικούπη έφθασε στο Σάλκιοϊ σε άθλια κατάσταση, με κάποια εξαίρεση την ΧΙΙΙ Μεραρχία Καλλιδόπουλου. Για μιαν ακόμη φορά ο Τρικούπης απέρριψε πρόταση συνέχισης της πορείας προς Τουμπλού Μπουνάρ και μόνον προς το μεσημέρι αποφάσισε να κινηθεί προς το Ουσάκ δια μέσου της κοιλάδας Ουσάκ. Ήταν, όμως, αργά. Όλη την 17 Αυγούστου κατέφθασαν στο Σάλκιοϊ 10-15.000 στρατιώτες διαφόρων διαλυμένων μονάδων. Δεν υπήρχαν πυρομαχικά, τρόφιμα, νερό και φυσικά επικοινωνία. Το κακό επέτεινε η διαρροή οπλιτών σε χαράδρες του Σάλκιοϊ και η φυγή προς το χωριό Αλή Βεράν.

Την ίδια μέρα στην μάχη του Αλή Βεράν ο Τρικούπης είχε παρατακτή δύναμη 7.000 πεζούς, 180 ιππείς, 116 πυροβόλα. Προς το μεσημέρι της 17 Αυγούστου η Ομάδα Τρικούπη κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, Μπανάζ, Ουσάκ, σε δρόμους στενούς και δύσβατους πάνω στο βουνό Μουράτ Νταγ. Καθ’ οδόν έφθασε στον Τρικούπη ο απεσταλμένος του Ν. Πλαστήρα ανθυπολοχαγός Καραμάνος και του πρότεινε να τους οδηγήσει στο Χασάν Ντεπέ που κατείχε ο ίδιος με το 5/42 Σύνταγμά του. Στις 4 το απόγευμα ο Τρικούπης αποφάσισε να κινηθεί προς Μπανάζ διά μέσου της οδού Σάλκιοϊ-Αλή Βεράν, που λίγο πριν είχε απορρίψει. Ήταν αργά, γιατί είχαν χαθεί πολύτιμες ώρες. Η μάχη του Αλή Βεράν, που από τουρκικής πλευράς διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ με έξη Μεραρχίες Πεζικού και μιας Ιππικού απέναντι σε μικρή δύναμη 7.000 Ελλήνων μαχητών που έδειξαν πρωτοφανή ανδρεία. Επρόκειτο για μια μάχη που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Ο Χρ. Σπανομανώλης, Σμυρναίος την καταγωγή, που έλαβε μέρος σ’ αυτήν, στο βιβλίο του Αιχμάλωτος των Τούρκων έδωσε συγκλονιστική περιγραφή της.

Το βράδυ της 17 Αυγούστου, μετά την μεγάλη καταστροφή, η Ομάδα Τρικούπη, έχοντας αφήσει στο πεδίο της μάχης όλους τους τραυματίες, υλικά, 250 υγειονομικά και μεταγωγικά αυτοκίνητα, πυροβόλα, συνέχισε την πορεία της προς το Ουσάκ. Στο Συγκρότημά του περιλαμβάνονταν η IV Μεραρχία Δημαρά, η ΧΙΙ Καλλιδόπουλου, η ΧΙΙΙ του Καϊμπαλή, ενώ η ΙΧ του Γαρδίκα ακολούθησε διαφορετικό ημερολόγιο και βοηθούμενη από την V του Ρόκα απέφυγε την αιχμαλωσία. Κάθε Μεραρχία ακολούθησε δική της πορεία. Η φάλαγγα των στρατηγών Δημαρά – Καλλιδόπουλου που κινήθηκε όλη την νύκτα της 17ης Αυγούστου στο Μουράτ Νταγ, απώλεσε τον προσανατολισμό της. Την επομένη 18 και πάλι κινούνταν άσκοπα ώσπου στις 8 το βράδυ της 19 Αυγούστου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 84 αξιωματικούς και 1.600 οπλίτες. Σημειωτέον, πάντως, ότι ο επιτελάρχης της IV Μεραρχίας ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου, ο κατοπινός κατοχικός Πρωθυπουργός, διαφώνησε  με το δρομολόγιο της Μεραρχίας και μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες που τον ακολούθησαν, εφθασαν στο Ουσάκ την 19 Αυγούστου και ενώθηκαν με την Ομάδα Φράγκου.

Η Ομάδα Τρικούπη κινούνταν δυτικά, αναζητώντας μάταια οδηγούς για να φθάσει στο Ουσάκ δια μέσου Μπανάζ. Πρόθεσή του ήταν να παρακάμψει το Ουσάκ, που, ομως,  ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Η εξάντληση, η πείνα, η απογοήτευση, κυριαρχούσαν στην φάλαγγα του Τρικούπη. Έτσι, το απόγευμα της 20ης Αυγούστου στις 5 μ.μ. παραδόθηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ουσάκ. Το τέλος της Ομάδας: αιχμάλωτοι οι στρατηγοί Ν. Τρικούπης Διοικητής του Α΄Σ.Σ., Κίμων Διγενής Διοικητής του Β΄Σ.Σ., ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Μιλτιάδης Καϊμπαλής μαζί και 190 αξιωματικοί και 4.400 οπλίτες. Για πρώτη φορά Έλληνας αρχιστράτηγος αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό. Ο Τρικούπης είχε ανακηρυχθεί στον βαθμό αυτό από την ελληνική κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Χατζηανέστη. Το πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, που υπηρεσίες του είχαν αποκρυπτογραφήσει τα σήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι Δημαράς (διοικητής της IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) σε τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

Η Ομάδα Φράγκου υποχώρησε και βρέθηκε το μεσημέρι της 15 Αυγούστου στο Μπασκιμσέ, όπου ανέμενε την V Μεραρχία, το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Στις 4 το απόγευμα ξεκίνησε για το Τουμπλού Μπουνάρ, όπου έφθασε το πρωί της 16 Αυγούστου, μαζί και η VΙΙ του Κουρουσόπουλου. Την νύκτα στάθμευσε μεταξύ σιδηροδρομικού σταθμού Τουμπλού Μπουνάρ  και Οτουράκ Τσιφλίκ. Απέναντι τουρκικές δυνάμεις, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, αλλά την τελευταία στιγμή ματαίωσε την επίθεσή του και έτσι άφηνε ακάλυπτη την Ομάδα Τρικούπη, που οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία, σε συνδυασμό με την επιμονή του να παραμένει στο Ολουτζάκ. Η αποχώρηση του 1/38 του Ιω. Ζήρα από το Καραγκιοζελί και του 4ου Σ.Π. επεδείνωσαν την θέση του Τρικούπη. Κατόπιν τούτων, ο Φράγκου υποχώρησε προς το Τσορούμ Νταγ, καθ’ ον χρόνον ο Πλαστήρας κατείχε το Χασάν Τεπέ. Ο Φράγκου, στο μεταξύ, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τουρκική επίθεση στο Τσορούμ Νταγ που δέσποζε στην κοιλάδα του Μπανάζ και αυτό έσβηνε κάθε ελπίδα επαφής με την Ομάδα Τρικούπη. Σημειωτέον ότι Εύζωνοι του Φράγκου στην κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκαν να ανακαταλάβουν το Τσορούμ, που ανακατέλαβαν, για λίγο, η IV και VII Μεραρχία. Η Ομάδα Φράγκου αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί δυτικότερα με σκοπό την κατάληψη του Ουσάκ. Είχε συμπτυχθεί στην γραμμή Κιζίλ Νταγ – Ελμά Νταγ – Καπακλάρ, ποταμός Μπανάζ Τσάι (18 – 19 Αυγ.). Η Ι Μεραρχία του Φράγκου, όμως, βρισκόταν σχεδόν σε πλήρη διάλυση, μολονότι διατασσόταν από την Στρατιά να συντρίψει τον εχθρό(!). Ήδη είχε απωλεσθεί η γραμμή Καπακλάρ, που ανακατέλαβε ο Πλαστήρας, που τέθηκε επικεφαλής του παραπαίοντος 4ου Σ.Π. Το μεσημέρι της 19 Αυγούστου οι Τούρκοι εισήλθαν στο Ουσάκ, όπου βρήκαν στις αποθήκες του ελληνικού στρατού άφθονο πολεμικό υλικό. Δυστυχώς, η ΙΙ Μεραρχία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις θέσεις της. Η εγκατάλειψη του Ουσάκ σήμαινε πια την βέβαιη αιχμαλωσία της Ομάδας Τρικούπη. Από το βράδυ της 19 ως τις 21  Αυγούστου η Ομάδα Φράγκου κατευθυνόταν προς Κούλα – Φιλαδέλφεια, με διαταγή να φράξει την διάβαση Κούλων, ώσπου να περάσουν οι φάλαγγες. Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν το Σαλιχλί, γι’ αυτό και η Στρατιά διέταξε το πρωί της 22 Αυγούστου την ΧΙΙΙ Μεραρχία –τα υπολείμματά της δηλαδή- να κινηθεί προς Σαλιχλί, όπου θα συναντούσε την Μεραρχία Ιππικού. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία φθάνοντας στο Σαλιχλί επέβαλε την τάξη στην σύγχυση που επικρατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και φρόντισε την επομένη για την επιβίβαση προσφύγων σε έξη συρμούς, στους οποίους επιβιβάσθηκε και η ίδια. Το απόσπασμα Λούφα στις 22 Αυγούστου νοτιοδυτικά των Κούλων δέχθηκε επιθέσεις του Τουρκικού Ιππικού, που κατέληξαν σε πεζομαχία. Στην συνέχεια κινήθηκε προς Φιλαδέλφεια. Την 22 Αυγούστου η Στρατιά διέταξε την ΙΙ Μεραρχία Γονατά να κατευθυνθεί προς Τουρμπαλί και Οδεμίσι και να αναλάβει την στρατιωτική διοίκηση Οδεμισίου. Την ίδια μέρα διέτασσε την επιβίβαση στα ελλιμενισμένα πλοία όλου του προσωπικού και των κτηνών των μη μάχιμων σχηματισμών (υπηρεσίες, νοσηλευτικά κέντρα, στρατιωτικά καταστήματα κ.ά.). Στις 2.30 της 22 Αυγούστου διέταξε τον Φράγκου να συμπτυχθούν στον χώρο Μαγνησία – Κασαμπά.

Η μάχη του Σαλιχλί στις 23 Αυγούστου ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, όπου το απόσπασμα Πλαστήρα και η Μεραρχία Ιππικού απέκρουσαν δύο τουρκικές επιθέσεις το πρωί και το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Την επομένη η Ομάδα Φράγκου κινήθηκε προς Αχμετλί με την Μεραρχία Ιππικού, η ΙΙ Μεραρχία προς Οδεμίσι και το 2ο Σ.Π. της Ι Μεραρχίας διατέθηκε στο Α΄Σ.Σ. που, μαζί με το απόσπασμα Λούφα, θα κάλυπταν τις ελληνικές δυνάμεις από τα βόρεια.

Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922).

Την νύκτα της 23 Αυγούστου το Β΄Σ.Σ. στάθμευε με την V Μεραρχία στο Αχμετλί, η ΧΙΙ στον σιδηροδρομικό σταθμό Σάρδεων και η ΙΧ στον Κασαμπά.

Το πρωί της 25 Αυγούστου στον Κασαμπά βρισκόταν το Α΄Σ.Σ. και στην Μαγνησία το Β΄Σ.Σ. με φροντίδα του Φράγκου, κατά διαταγήν της Στρατιάς το βράδυ της 23 Αυγούστου. Πάντως, στις 24 Αυγούστου ο νέος Διοικητής της Στρατιάς Πολυμενάκος διέταξε την ΙΙ Μεραρχία να κινηθεί προς Τουρμπαλί για να καλύψει την Σμύρνη και την Χερσόνησο της Ερυθραίας. Άσχετα με τις διαταγές Πολυμενάκου το Συγκρότημα Φράγκου κινήθηκε προς τις διόδους του Νυμφαίου και της Σαπάντζας.

Στις 26 Αυγούστου το πρωί οι Μεραρχίες των Α΄ και Β΄ Σ.Σ. κινήθηκαν προς τις νέες θέσεις τους. Η VII Μεραρχία απέκρουσε τουρκική μεραρχία που επιχείρησε να αποκόψει την πορεία της προς την Σμύρνη, στην οποία έφθασε το πρωί της 27ης Αυγούστου και απ’ εκεί γρήγορα τράβηξε προς τον Τσεσμέ. Στις 11 το πρωί εισήλθαν στην ιωνική πρωτεύουσα 400 τσέτες. Η Μεραρχία Ιππικού έφθασε στην Μαινεμένη στις 6 το πρωί και το μεσημέρι βιαστικά έφυγε για το Μερσινλί, αφήνοντας ελεύθερη την οδό προς την Σμύρνη στην τουρκική 14η Μεραρχία Ιππικού, που κατέλαβε την στενωπό της Μαγνησίας το βράδυ της 26 Αυγούστου. Ο έγκυρος δημοσιογράφος Ροδής, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων γράφει ότι την 25 Αυγούστου 1922 πέρασε από τη Σμύρνη με καλπασμό η Μεραρχία Ιππικού με τον μέραρχον Καλλίνσκην, άθικτος και πάνοπλος…με την σημαίαν διπλωμένην, με τους άνδρας σιωπηλούς μέχρι θανάτου…Ήτο η Μεραρχία του Ιππικού άθικτος και πάνοπλος…και κατευθύνεται όχι προς τον  πόλεμον και την θυσίαν, αλλά προς την παραλίαν του Τσεσμέ…άθικτος και πάνοπλος. Λίγες μέρες αργότερα, ο αιχμάλωτος στρατηγός Τρικούπης έλεγε σε Τούρκο συνάδελφό του ότι στην τραγική μάχη του Αλή Βεράν, η Μεραρχία Ιππικού έβοσκε χορταράκι στο Ουσάκ.

Έλληνες στρατιώτες στο Σαλιχλί το καλοκαίρι του 1922.

Η Ομάδα Φράγκου την νύκτα της 26 προς 27 Αυγούστου πέρασε έξω από την Σμύρνη, ενώ τα Α΄ και Β΄ Σ.Σ. έφθασαν στο Ναρλί Ντερέ και Άγιο Γεώργιο της Χερσονήσου της Ερυθραίας. Το Β΄Σ.Σ. πέρασε στις 8.30 το Γκιούλ Μπαξέ, το Α΄Σ.Σ. έφθασε στα Βουρλά στις 9 το πρωί, η Μεραρχία Ιππικού στην Σκάλα Βρυούλων στις 7μ.μ. της 28 Αυγούστου. Απόσταση Σμύρνη –Βουρλά 90 χιλιόμετρα. Ο στρατηγός Ανδρέας Πλατής είχε αναλάβει την άμυνα της Ερυθραίας, που υποστήριζαν το θωρηκτό Κιλκίς, το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλλικά Νίκη και Σφενδόνα και το εύδρομο Νάξος. Το Β΄Σ.Σ. και το Α΄Σ.Σ.  έφθασαν στα Αλάτσατα το μεσημέρι της 29 Αυγούστου. Η απόσταση Βουρλών – Αλατσάτων περί τα 80 χιλιόμετρα.

Την αμυντική γραμμή ενίσχυαν οι I, II, VII Μεραρχίες. Η Μεραρχία Ιππικού κατευθύνθηκε από την Σκάλα Βρυούλων προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Το Β΄Σ.Σ. την αυγή της 30 Αυγούστου έφθασε στην γραμμή Λίντζα – κόλπος Αγριελιάς και στις 2 το μεσημέρι της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς τον Τσεσμέ. Ο κόλπος της Αγριελιάς βρίσκεται περί τα 10 χιλιόμετρα από τα Αλάτσατα και άλλα τόσα προς τον Τσεσμέ. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία τα μεσάνυκτα της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς Αλάτσατα και στις 2.30 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου έφθασε δυτικά του Ζεϊντελί, ενώ το Α΄Σ.Σ. συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε στα Αλάτσατα την 1 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου. Το Β΄Σ.Σ. είχε ήδη φθάσει στον Τσεσμέ. Η απόσταση Αλατσάτων – Τσεσμέ είναι περί τα 20 χιλιόμετρα. Το Ζεϊτενλί είναι στο μέσο της αποστάσεως Βουρλών – Τσεσμέ.

Δύο τμήματα της στρατιωτικής διοικήσεως Οδεμισίου, το πρώτο του Τάγματος Ηλία Βαμβακόπουλου με 25 αξιωματικούς και 800 οπλίτες, από το Τζιμόβασι έφθασε στο Ντεμιρτζαλή και επιβιβάσθηκε στο εξοπλισμένο εμπορικό Νάξος στις 30 Αυγούστου. Το δεύτερο με 7 αξιωματικούς και 70 οπλίτες έφθασε στην Σκάλα Βρυούλων και επιβιβάσθηκε στο Κιλκίς στις 29 Αυγούστου. Ο γηραιός διοικητής στο Οδεμίσι Ζεγγίνης αντί να στραφεί προς Τσεσμέ, ξεκίνησε από το Οδεμίσι, έφθασε έξω από την Σμύρνη και παραδόθηκε στους Τούρκους!

Το πρωί της 3 Σεπτεμβρίου απέπλευσαν από τον Τσεσμέ τα τελευταία τμήματα του Νοτίου Συγκροτήματος, καλυπτόμενα από τον Διοικητή του 1ου Σ.Π. αντισυνταγματάρχη Π.Ζ. Οδυσσέα Μιαούλη. Το ίδιο πρωί έφθασε στον Τσεσμέ ο τουρκικός στρατός. Πέρα μακριά η Σμύρνη καιγόταν ακόμη!

Οι ελληνικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Χίο και την Μυτιλήνη ανέρχονταν κατά Μεραρχίες ως εξής:

IV Μεραρχία: Αξιωματικοί 200, οπλίτες 3300, κτήνη 450

V Μεραρχία:  Αξιωματικοί 204, οπλίτες 3000, κτήνη 1212

VII Μεραρχία: Αξιωματικοί 240, οπλίτες 6500, κτήνη 2800, πυροβόλα 11

ΧΙΙ Μεραρχία: Αξιωματικοί 1500, οπλίτες 2200, κτήνη 1010, πυροβόλα 8

Δεν υπάρχουν στοιχεία για Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙΙΙ και Μεραρχία Ιππικού.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης.

Η σύμπτυξη του Γ΄Σ.Σ.

Το Γ΄Σ.Σ. με διοικητή τον Γ. Σουμίλα, είχε την ευθύνη του Βορείου Συγκροτήματος της Στρατιάς, δηλ. από την Κίο ως το Σεϊντή Γαζή και Ακ ιν. Συνολικό άνοιγμα 300 χιλιόμ. Έδρα του το Εσκί Σεχήρ και στην δύναμή του συμπεριλαμβάνονταν οι ΙΙΙ, Χ, ΧΙ και η Ανεξάρτητη Μεραρχία, δώδεκα αεροπλάνα αναγνώρισης και δύο καταδιωκτικά. Το Γ΄Σ.Σ. είχε πολύ καλή αμυντική οργάνωση. Την 13 Αυγούστου 1922, με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης, διατάχθηκε από την Στρατιά να καλύψει την σιδηροδρομική γραμμή προς Προύσα και η Ανεξάρτητη Μεραρχία να κατευθυνθεί προς Τουμπλού Μπουνάρ. Το Γ΄Σ.Σ. δέχθηκε την μικρότερη σε έκταση τουρκική επίθεση, αφού οι Τούρκοι έρριψαν το βάρος της επίθεσής τους στο Νότιο Συγκρότημα. Από την 15 Αυγούστου άρχισε η εκκένωση του Εσκί Σεχήρ, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής προς Αφιόν και η προετοιμασία φόρτωσης υλικών προς Προύσα και Κιουτάχεια. Στις 17 Αυγούστου ο στρατιωτικός διοικητής Κιουτάχειας, συγκέντρωσε την φρουρά της Κιουτάχειας, προώθησε τους Χριστιανούς στην Προύσα και κινήθηκε προς το Ουσάκ. Είχε 1.400 άνδρες που δέχθηκαν τουρκική επίθεση και διαλύθηκαν αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Σώθηκαν 7 αξιωματικοί και 250 οπλίτες που συνάντησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία και τους ενέταξε πανικοβλημένους σε μη μάχιμο τμήμα. Ο ταγματάρχης Σωτ. Σακελλαρίου με 900 οπλίτες που συγκέντρωσε, έφθασε στο Ουσάκ και στις 19 Αυγούστου αναχώρησε σιδηροδρομικώς για την Σμύρνη.

Το πρωί της 18 Αυγούστου το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να συμπτυχθεί προς Προύσα και να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα υλικών στο Καράκιοϊ. Τα υλικά και οι πρόσφυγες του Εσκί Σεχήρ μεταφέρθηκαν στην Προύσα με 1.000 σιδηροδρομικά οχήματα και 300 αυτοκίνητα. Η μεταφορά χαρακτηρίσθηκε αρίστη. Στην συνέχεια, το στρατηγείο μεταφέρθηκε στο Ινονού, 75 χιλιόμετρα από την Κιουτάχεια. Στις 21 και 22 Αυγούστου έλαβαν χώραν οι μάχες Κοβαλίτσας και Καράκιοϊ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του στρατηγείου. Στις 22 και 23 Αυγούστου μεγάλα τμήματα της Στρατιάς είχαν καταλάβει την αμυντική τοποθεσία της Προύσας. Η ΧΙ, βοηθούμενη από συντάγματα που ήλθαν από την Ραιδεστό και τα πυρά των αντιτορπιλλικών Πάνθηρ και Λέων, που ήσαν ελλιμενισμένα στην Κίο, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις της. Στις 23 Αυγούστου το απόσπασμα Ζήρα έφθασε τα μεσάνυκτα στην Κίο και την ίδια μέρα το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να εξασφαλίσει τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης. Τούτο σήμαινε συνεχή σύμπτυξή του προς αυτά, όπου θα φορτώνονταν τα πάσης φύσεως υλικά. Από τις 24 – 27 Αυγούστου η ΧΙ Μεραρχία συνέχισε αμυνόμενη ανατολικά της Προύσας, ενώ το απόσπασμα Ζήρα και τα 47ο και 55ο Σ.Π. μάχονταν στον τομέα της Κίου. Στην Κίο βρίσκονταν αγωνιζόμενες και οι ΧΙ, Χ και ΙΙΙ Μεραρχίες. Στις 28 Αυγούστου είχε εκκενωθεί η Κίος, χάρη στην πρωτοβουλία του Ζήρα που είχε καταλάβει την κορυφογραμμή της Κίου και το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στο Δεμιρτάς, περί τα 30 χιλιόμετρα από τα Μουδανιά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας παρουσιάσθηκε στον στρατηγό Σουμίλα επιτροπή τριών αξιωματικών, από Βρεττανό, Γάλλο και Ιταλό και του ανήγγειλε ότι ήταν επιφορτισμένη για την ασφάλεια των τεμενών της Προύσας και ότι στο λιμάνι των Μουδανιών βρίσκονταν δύο συμμαχικά πλοία. Ο στρατηγός τους απάντησε ότι, εφ’ όσον υπήρχε ελληνικός στρατός, η Προύσα θα ήταν ασφαλής. Από την επιτροπή ο Σουμίλας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Σμύρνης που καιγόταν και ότι το Α΄ και Β΄Σ.Σ. είχαν διαλυθεί. Τα 47ο και 55ο Σ.Π. είχαν διασκορπισθεί, άλλα τμήματά τους κινήθηκαν προς τα Μουδανιά και άλλα συνέχισαν μαχόμενα. Το κενό μεταξύ Χ και ΧΙ Μεραρχίας εξακολουθούσε να υφίσταται. Στις 9 το πρωί της 29 Αυγούστου αποβιβάσθηκαν στα Μουδανιά γαλλικά τμήματα για την τήρηση της τάξης. Το απόσπασμα Ζήρα έφθασε στα Μουδανιά έχοντας μαζί του και υπολείμματα μονάδων που είχαν διαλυθεί, τα άλλα είχαν παραδοθεί στους Γάλλους, τους άνδρες των οποίων παρέδωσαν στους Τούρκους. Οι Γάλλοι ζήτησαν και από τον Ζήρα να παραδοθεί κι αυτός τους απάντησε περήφανα διασπώντας τον γαλλικό κλοιό με τους άνδρες με εφ’ όπλου λόγχη. Ακολούθως, στράφηκε προς το Μιχαλίτσι. Στο μεταξύ, η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά αγνοούνταν, λίγο μετά το Γ΄Σ.Σ. θα πληροφορηθεί ότι είχε αιχμαλωτισθεί την 30 Αυγούστου. Στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση μη μεραρχικών μονάδων στα πολεμικά πλοία τα ελλιμενισμένα στην Πάνορμο και Αρτάκη. Την 1 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η σύμπτυξη προς την Πάνορμο, ενώ στην Ραιδεστό είχε αφιχθεί ο στρατιωτικός διοικητής Πανόρμου, με εντολή να φροντίζει για την υποδοχή των αφικομένων τμημάτων, αρχικά των μη μεραρχικών μονάδων του Γ΄Σ.Σ. και των μεταγωγικών της ΧΙ Μεραρχίας, που είχαν διασωθεί, την τήρηση της τάξης και πειθαρχίας κ.λπ. Στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου επιβιβάσθηκαν οι υγειονομικοί, οι σχηματισμοί Μηχανικού, το απόσπασμα Ζήρα και στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιβιβασθούν στις 3, 4, 5 Σεπτεμβρίου στα λιμάνια της Πανόρμου και Αρτάκης. Το Γ΄Σ.Σ. επικοινωνούσε με την Στρατιά δια μέσου του ασυρμάτου του Στόλου. Αυτές τις μέρες η ΙΙΙ Μεραρχία και το 27ο Σ.Π., με την βοήθεια των αντιτορπιλλικών Βέλος και Αετός, έδωσαν σκληρές μάχες στην Πάνορμο. Λίγο μετά, βρέθηκαν στην Αρτάκη και κάλυπταν την γραμμή Αρτάκη – Πάνορμος για την ασφαλή επιβίβαση των τμημάτων. Στις 6 το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου τα 12ο και 30ο Σ.Π. απέκρουσαν τουρκικές επιθέσεις που παρακολούθησε ο Αρχιστράτηγος Πολυμενάκος και ο οποίος έφθασε εκεί ατμοπλοϊκώς. Το μεσημέρι της 5 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε η επιβίβαση του Γ΄Σ.Σ. που έφθασε στην Ραιδεστό έχοντας απώλειες 12 αξιωματικούς και  84 οπλίτες νεκρούς, 45 αξιωματικούς και 446 οπλίτες τραυματίες και 119 οπλίτες αγνοούμενους. Δυστυχώς, είχε αιχμαλωτισθεί η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά. Στην Ραιδεστό αποβιβάσθηκαν 60.000 άνδρες.

Η αποβίβαση του Γ’ Σ.Σ. στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Η αιχμαλωσία της ΧΙ Μεραρχίας Κλαδά. Η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά είχε απωλέσει την επικοινωνία με το Γ΄Σ.Σ., κατευθύνθηκε προς τα Μουδανιά, πορευόμενη σε άγνωστο και δύσβατο έδαφος, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της. Την κρίσιμη στιγμή δεν την κάλυπτε το απόσπασμα Ζήρα, που είχε φθάσει στα Μουδανιά. Την πορεία προς Μουδανιά δυσχέραινε, πλην του δύσβατου του εδάφους, και το δυσκίνητο πεδινό πυροβολικό που αρνούνταν να εγκαταλείψει ο Κλαδάς. Αν το εγκατέλειπε, θα έφθανε 6 – 7 ώρες νωρίτερα στα Μουδανιά και θα απέφευγε την αιχμαλωσία. Στις 7 το πρωί της 30 Σεπτεμβρίου η Μεραρχία πλησίαζε στα Μουδανιά, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, που της επιτέθηκαν,  με το 17ο Σ.Π. να αμύνεται απεγνωσμένα, ενώ η διαρροή οπλιτών αποδυνάμωνε την άμυνά της. Την ίδια άμυνα προέβαλλε το 47ο Σ.Π. Την 1 μ.μ. ο Κλαδάς αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί και παραδόθηκε,  ενώ το 47ο Σ.Π. εξακολουθούσε μαχόμενο, ώσπου παραδόθηκε και αυτό. Σύνολο αιχμαλωτισθέντων ανδρών 4.500 και 36 πυροβόλα.

Ο άθλος της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (Α.Μ.). Το πρωί της 16 Αυγούστου η Α.Μ. κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, χωρίς, ωστόσο, να έχει επικοινωνία με καμμία μονάδα. Το βράδυ πληροφορήθηκε ότι είχε καταληφθεί η Κιουτάχεια την 15 Αυγούστου. Την 18 Αυγούστου εξακολουθούσε κινούμενη προς Ουσάκ. Κατά την πορεία της βόρεια βρέθηκε μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα και την έκταση των απωλειών της στρατιωτικής δύναμης Κιουτάχειας. Τους διασωθέντες περισυνέλεξε η Α.Μ., όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια  μέρα, δέχθηκε εχθρική επίθεση, όπου διακρίθηκε το 53ο Σ.Π. Από ερματισμένο φάκελο ο Μέραρχος Θεοτόκης πληροφορήθηκε την κατάληψη από τους Τούρκους τόσο της Κιουτάχειας, όσο και του Ουσάκ (19 Αυγ.). Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ελεύθερο δρόμο Σιμάβ προς Σαλιχλί. Στο Σιμάβ έφθασε στις 22 Αυγούστου και δια μέσου Σιντιρτζί κινήθηκε προς Αξάριο, πάντα ελπίζοντας να ενωθεί με το Νότιο Συγκρότημα. Στις 24 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Σιντιρτζί και στις 27 στο Κιρκαγάτς, όπου Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από απειλές του Μεράρχου για βομβαρδισμό της πόλης, συγκέντρωσαν ποσότητες ψωμιού, τροφίμων και νομής. Το απόγευμα της 28 Αυγούστου η Α.Μ. στάθμευσε στο Κινίκ, όπου τον Διοικητή της επισκέφθηκαν Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι πρόκριτοι και του ζήτησαν να μην περάσει από την Πέργαμο και σε αντάλλαγμα του προσέφεραν τρόφιμα κ.λπ. Στις 29 Αυγούστου η Α.Μ. με τμήματά της επέβαλε την τάξη στο Ντικελί, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων. Στις 30 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Ντικελί και στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση προσφύγων, επιλεγμένων κτηνών και όλων των τμημάτων της Α.Μ. Την 1 Σεπτεμβρίου το πρωί είχε συντελεσθεί η αποβίβασή τους στην Μυτιλήνη και απ’ εκεί στην Θεσσαλονίκη, όπου ανασυγκροτήθηκε και μεταφέρθηκε στην Θράκη.

Η σύμπτυξη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.

Η σύμπτυξη της Α.Μ. υπήρξε υποδειγματική. Από τις 16 – 31 Αυγούστου η Α.Μ. διήνυσε 600 χιλιόμετρα μέσα σε δύσβατες περιοχές, χωρίς τρόφιμα, χωρίς πληροφορίες, χωρίς κανένα σύνδεσμο. Εκτός από την μάχη της Κιουτάχειας, δεν ενεπλάκη σε άλλη μεγάλη μάχη. Κατά την πορεία της δεχόταν συνεχείς προσβολές, παρενοχλήσεις και αιφνιδιασμούς τουρκικών τμημάτων και άτακτων. Η Α.Μ. με τον Διοικητή, τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, πέτυχε αυτόν τον άθλο, χάρη στην συνοχή και την πειθαρχία της. Στο Ντικελί επιβίβασε πρώτα 6.000 Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες και όλους τους Χριστιανούς της κωμόπολης και κατόπιν επιβιβάσθηκαν οι άνδρες της.

Συμπερασματικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε πολλές αιτίες και αυτές ήσαν α. Το ανάπτυγμα της Στρατιάς που ήταν μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα και που δεν μπορούσε να καλύψει. β. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης υπήρχε κενό στο αριστερό της Ι Μεραρχίας και στο δεξιό της ΙV (Καλεντζίκ – Καγιαντιπί), που εκμεταλλεύθηκαν οι Τούρκοι, διεισδύοντας και καταλαμβάνοντας το στρατηγικό Τιλκί Κιρί Μπελ. γ. Το κενό στο Τσάι Χισάρ μεταξύ 1/38 Συντ. Ευζώνων και 5ου Συντ. της Ι Μεραρχίας, απ’ όπου εισήλθαν τέσσερις Μεραρχίες Τουρκικού Ιππικού και βρέθηκαν στα νώτα του Α΄Σ.Σ. δ. Η λανθασμένη εκτίμηση, που δεν έδωσε σημασία στο παραπάνω γεγονός, αφού η Στρατιά ενδιαφερόταν για την άμεση σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού προς τον Τσεσμέ. ε. Η εμμονή του Τρικούπη να παραμείνει στο Ουλουτζάκ και να μην κινηθεί εγκαίρως προς Τουμπλού Μπουνάρ, όπου με την Ομάδα Φράγκου θα μπορούσε να δώσει την τελική μάχη. στ. Το απόσπασμα Πλαστήρα αποχώρησε πρόωρα από το Μπαλ Μαχμούτ και έτσι διαλύθηκε η IV Μεραρχία. ζ. Η αποχώρηση του Φράγκου από το Τουμπλού Μπουνάρ. η. Η ανικανότητα του Χατζανέστη και ορισμένων διοικητών μονάδων που αντικατέστησαν εμπειροπόλεμους συναδέλφους τους μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, και τέλος η εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους Γάλλους και Ιταλούς και η απροκάλυπτη βοήθειά τους στον Κεμάλ.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, μέσα από μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών | Media Education Project

Ο   Αθανάσιος  Ε.  Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ενδεικτική  βιβλιογραφία

Ακτζόγλου Ιάκ., Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922, Αθήνα,1998.

Κονδύλης Γεώργ. [επιμ. Θεμ. Γ. Ζαφειρόπουλος], Ο δρόμος προς την Καταστροφήν, Αθήνα, 1979.

Μπουλαλάς Κλ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, 1957.

Μπουντούρης  Δημ., Η Ανεξάρτητος Μεραρχία, Λαμία, 1928

Πανταζής Κωνστ., Συμβολή εις την ιστορίαν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, Αθήνα, 1966.

Ρόδας Μιχ., Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία, Αθήνα, 1950.

Σπυρίδωνος Γ., Πόλεμος και Ελευθερία. Η Μικρασιατικη Εκστρατεία όπως την είδα, Αθήνα 1929.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2001.

*ΠΗΓΕΣ: http://clioturbata.com/%ce%b1%cf%80%cf%8c%cf%88%ce%b5%ce%b9%cf%82/karathanasis_asia-minor/

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.