«Αθώα θύματα» και ταυτότητες στο σύγχρονο διάλογο

Σε συνθήκες ύστερης νεωτερικότητας (ή ανακλαστικής ή μετα-νεωτερικότητας, take your pick) αναδύεται κυρίαρχη μια νέα ταυτότητα: αυτή του θύματος. Η εξέλιξη αυτή είναι απότοκο της υποχώρησης των παλαιών κάθετων, συνεκτικών και «οργανικών» συλλογικών ταυτοτήτων που δομούνταν σε κοινωνικοταξική ή πολιτικοϊδεολογική βάση. Η συγκρότηση και υποδοχή αυτής της νέας ατομικής ταυτότητας οργανώνεται με βάση τον συναισθηματικό κανόνα μιας απροϋπόθετης συμπόνοιας και ταύτισης με οριζόντια χαρακτηριστικά: «θα μπορούσα να είμαι εγώ στη θέση του». Η παλιά υλιστική διαλεκτική της βιομηχανικής νεωτερικότητας έχει παραμεριστεί από μια ολική άρνηση και καταγγελία στη βάση της «ανυπόφορης αδικίας» που διαπράχθηκε σε βάρος μιας ατομικής ύπαρξης με απόλυτη αυταξία.

Να το κάνω λιανά: όταν κατέρρεε μια στοά ανθρακωρυχείου το 1920 και σκοτώνονταν συλλογικά οι μεταλλεργάτες, αυτός ο ταξικά προσδιορισμένος θάνατος εμπεριείχε ένα στοιχείο ηρωισμού και μια κατανόηση ότι δεν συνέβη εις μάτην αλλά ως ψηφίδα σε ένα μακροσκοπικό προτσές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και συνακόλουθης όξυνσης των αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με απώτερο ορίζοντα την υπέρβασή τους. Σε αυτό το πλαίσιο μοιάζει παράταιρος ο χαρακτηρισμός των θυμάτων ως «αθώων», σύμφωνα με τον γλωσσικό συρμό της υπερσυναισθηματικής δομής της ύστερης νεωτερικότητας. Αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν για κάποιο σκοπό που τους υπερέβαινε ως ατομικές βιογραφίες. Το ίδιο, ακόμη πιο χαρακτηριστικά, ισχύει στην περίπτωση των πολιτικών διώξεων / εξοριών / φυλακίσεων / εκτελέσεων κομμουνιστών από το μετεμφυλιακό κράτος της «έκτακτης ανάγκης».

Το «αθώο θύμα» της ύστερης νεωτερικότητας είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό. Εξαγνίζεται απολύτως μέσω της απουσίας οποιασδήποτε πολιτικής εκ μέρους του δράσης, εμπρόθετης ή απρόθετης / «αντικειμενικής». Το θύμα είναι στο απυρόβλητο και κάθε συζήτηση περί ενδεχόμενων «ευθυνών» του, απορρεουσών από μια προϋφιστάμενη οργανική ταυτότητα, θεωρείται ιεροσυλία: το είδαμε στην περίπτωση των πυρόπληκτων στο Μάτι αλλά και στο «λυντσάρισμα» του Ζακ. Στην πρώτη περίπτωση η αριστερά προσπάθησε να επαναφέρει τη συζήτηση σε όρους κλασικής πολιτικότητας, επισημαίνοντας πολεοδομικές ατασθαλίες για τις οποίες οι πυρόπληκτοι δεν ήσαν άμοιροι ευθυνών αλλά μέρη μιας (έστω ετεροβαρούς) εξίσωσης συναλλαγής και πελατειακών σχέσεων. Στη δεύτερη περίπτωση, του Ζακ, ήταν η αριστερά (για την ακρίβεια ένα μέρος της, το πιο φιλελέ) που υιοθέτησε την αστική ρητορική της εξατομίκευσης μιας «κατάφωρης αδικίας» που διαρρηγνύει κάθε υπερβατικό νόημα με όρους μεγάλων ταυτοτήτων: ήταν απλώς η «γυμνή ζωή» που διακόπηκε βίαια από την βιοπολιτική της εξουσίας που φέρει στο ακέραιο την ευθύνη του θανάτου.

Η εξέλιξη αυτή, της εδραίωσης θυματικών ταυτοτήτων απεξαρτημένων από μεγάλα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα, από ορισμένους πανηγυρίζεται ως δείγμα κοινωνικού εκσυγχρονισμού και ολοκλήρωση μιας διαδικασίας εκκοσμίκευσης που απομυθοποιεί κάθε «μεγα-αφήγημα» της κλασικής νεωτερικότητας. Άλλοι το βλέπουν ως αντιδραστική οπισθοδρόμηση που απονευρώνει την ταξική διεκδίκηση και απαξιώνει την Πολιτική με στενή έννοια. Το βέβαιο είναι πως τα δύο ιδιώματα συνυπάρχουν ανταγωνιστικά, πρόσφορα σε επιλεκτικές και καιροσκοπικές χρήσεις.

Από το Facebook

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.