ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ: Η δίνη του αρχαίου κοσμοπολιτισμού

του Χαράλαμπου Ανδριανόπουλου, φοιτητή Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου, ο Αλέξανδρος έδωσε αμέσως εντολή για την ίδρυση της πρώτης από τις μεγάλες πόλεις που θα έπαιρναν το όνομά του, της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου, η οποία επρόκειτο να γίνει η «πρώτη πόλη» του ελληνιστικού και η «δεύτερη πόλη» του ρωμαϊκού κόσμου.[1]

«Στην Αίγυπτο βρίσκεται ό,τι υπάρχει ή μπορεί να παραχθεί στον κόσμο: πλούτος, αθλητισμός, εξουσία, γαλάζιος ουρανός, δόξα, θεάματα, φιλόσοφοι, καθαρό χρυσάφι, ναός των αδελφών θεών, ο βασιλιάς που είναι τόσο καλός, Μουσείο, κρασί, όλα τα ωραία πράγματα που μπορεί να επιθυμήσει κανείς, και γυναίκες, τόσο πολλές γυναίκες…».[2] Είναι γεγονός ότι η πόλη που δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από τον Αλέξανδρο στην περιοχή ενός χωριού ψαράδων, της Ρακώτιδας, συγκεντρώνει όλα τα θαύματα της Ανατολής.

Η Αλεξάνδρεια βρίσκεται δυτικά του δέλτα, σε έναν ισθμό ανάμεσα στη θάλασσα και τη λίμνη Μαρεώτιδα, κοντά στον Κανωπικό βραχίονα του Νείλου: τοποθεσία με υγιεινό κλίμα ακόμα και το καλοκαίρι, χάρη στα μελτέμια που πνέουν τότε στην περιοχή.[3] Το λιμάνι, προστατευμένο από το νησί του Φάρου, είναι σχετικά ασφαλές κατά τις μεγάλες θύελλες.

Κέντρο του ελληνιστικού πολιτισμού, διαμορφώθηκε σταδιακά, αλλά, αναντίρρητα, τα βασικά οικοδομήματα συνδέονται με το όνομα του Πτολεμαίου Λάγου (306-283 π.Χ.), γιατί επί της ηγεμονίας του άρχισε η ανέγερση του πανύψηλου Φάρου (ύψος 300 πήχεων), η κατασκευή του λιμανιού, η δημιουργία του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης.[4]

Αναπαράσταση του Φάρου

  Για την αρχαία πόλη δεν γνωρίζουμε πολλά, αφού έγιναν καθιζήσεις που την έθαψαν κάτω από το νερό. Είναι ωστόσο γνωστό ότι είχε επίμηκες σχήμα (μορφή χλαμύδας, λέει ο Στράβων) και ότι η περίμετρος της ήταν μεγαλύτερη από δεκαπέντε χιλιόμετρα. Το ρυμοτομικό της σχέδιο συντάχθηκε από τον Δεινοκράτη τον Ρόδιο σύμφωνα με τις ιπποδάμειες πολεοδομικές αρχές: δύο κύριες οδικές αρτηρίες, πλάτους τριάντα μέτρων, τέμνονται σε ορθές γωνίες από μικρότερους δρόμους. Αποτελούταν από πέντε συνοικίες, που ονομάζονται με τα πέντε πρώτα γράμματα της αλφαβήτου (λέγεται ότι τα γράμματα αυτά αποτελούν αρχικά των λέξεων της φράσης Αλέξανδρος Βασιλεύς Γένος Διός Έκτισεν). Από τα σπουδαιότερα μνημεία της πόλης ήταν το Γυμνάσιο με τα θαυμάσια περιστύλια, το Δικαστήριο και το Σήμα, η μνήμα του Αλέξανδρου, το οποίο χωριζόταν από την πόλη με ένα μεγάλο τείχος. Το ένα τέταρτο της Αλεξάνδρειας καλύπτεται μόνο από ανάκτορα, που όμως δε θύμιζαν σε τίποτα τα μνημειακής μορφής οικοδομικά σύνολα των φαραώ.[5]

Το λιμάνι χωριζόταν στα δύο από μια προκυμαία, την Επταστάδιο, που ενώνει το νησί του Φάρου με την ξηρά. Στην ανατολική πλευρά είναι το μεγάλο λιμάνι που εξυπηρετεί το μεγαλύτερο μέρος της κίνησης, και ένα μέρος του χρησιμοποιείται αποκλειστικά για το βασιλιά. Δυτικά βρίσκεται ο Εύνοστος, το στρατιωτικό λιμάνι, και στη μέση του νησιού υψώνεται ο Φάρος, έργο του Σώστρατου του Κνιδίου, με τρία επίπεδα συνολικού ύψους εκατόν δέκα μέτρων. Στην κορυφή του, ένα σύστημα με κυρτούς καθρέπτες αντανακλά το φως της φλόγας ρητινούχων ξύλων.[6]

Στην πυκνοκατοικημένη αιγυπτιακή συνοικία της Ρακώτιδας οι δρόμοι είναι πιο στενοί. Εκεί βρίσκεται και το Σαραπείο. Η πόλη γρήγορα απλώθηκε και πέρα από τα τείχη της: ανατολικά ο οικισμός της Ελευσίνας, με στάδιο, ιππόδρομο και κοιμητήριο, δυτικά η κύρια νεκρόπολη και, κατά μήκος της διώρυγας που ενώνει την Αλεξάνδρεια με την Κάνωπο, ωραίοι κήποι και πολυτελείς κατοικίες. Το ενδιαφέρον για άνεση και καθαριότητα έχει ως αποτέλεσμα την κατασκευή ενός πυκνού δικτύου υδροδότησης, που ξεκινά από τη διώρυγα όπου καταλήγει το νερό του Νείλου.[7]

Η πολεοδομία της Αλεξάνδρειας το 30 π.Χ.

 

Η Αλεξάνδρεια είναι ουσιαστικά η μοναδική πόλη της Αιγύπτου. Η αρχαία Ναύκρατις και η Πτολεμαϊς, παρότι έχουν καθεστώς πόλεως, δεν είναι σημαντικές.

Τρεις είναι οι παράγοντες που εξηγούν τη μοναδική στην ιστορία του ελληνικού κόσμου της Αλεξάνδρειας. Πρώτα πρώτα, είναι το πολιτικό κέντρο του βασιλείου των Λαγίδων και έδρα της τεράστιας γραφειοκρατίας που διοικεί την Αίγυπτο.[8]

Κατά δεύτερο λόγο, είναι το κέντρο έντονης οικονομικής δραστηριότητας. Οι βιοτεχνίες της κατασκευάζουν αγγεία από πηλό ή μέταλλο, εκλεκτά υφάσματα, παπύρους, αρώματα. Από τα εργαστήριά της βγαίνουν αντικείμενα πολυτελείας ονομαστά σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Αλεξάνδρεια άλλωστε είναι ουσιαστικά το μόνο λιμάνι της Αιγύπτου στη Μεσόγειο, και συνεπώς ο μόνος σύνδεσμος με τα άλλα ελληνιστικά βασίλεια και αργότερα με τη Ρώμη. Από το λιμάνι της γίνονται εισαγωγές ξυλείας, μετάλλων και μαρμάρου –προϊόντα στα οποία υπάρχει έλλειψη στην Αίγυπτο- καθώς και ελαιόλαδου και κρασιού ποιότητας. Εξάγεται κυρίως σιτάρι, αλλά και πάπυροι, λινά υφάσματα και μουσελίνες, αρώματα και έργα τέχνης. Είναι, τέλος, διαμετακομιστικό κέντρο για εμπορεύματα από την Κεντρική Αφρική (ελεφαντόδοντο, χρυσός, φτερά στρουθοκαμήλου, μαύροι σκλάβοι, άγρια ζώα) ή από την Αραβία και τις Ινδίες (μπαχαρικά, μυρωδικά, αρώματα, μετάξι) προς όλη τη Μεσόγειο. Τα εμπορεύματα φτάνουν στην Αίγυπτο από τη διώρυγα του Νεκώ ή τις ερήμους του Νείλου ή από τη θάλασσα, μέσω της Γάζας.[9]

Η πόλη είναι από τις πλέον κοσμοπολίτικες της ελληνικής Ανατολής. Με το όνομα του Πτολεμαίου Λάγου η αρχαία παράδοση συνδέει τη μετατροπή της Αλεξάνδρειας (που έχτισε ο Αλέξανδρος στο Δέλτα του Νείλου) σε μεγάλο κέντρο εμπορίου, φιλοσοφίας και επιστήμης στη μεσογειακή λεκάνη, που ξεπέρασε σε δόξα μέχρι και την Αθήνα. Χάρη στο μαικηνισμό των φωτισμένων μοναρχών της, χάρη στα σπουδαία ιδρύματα που προσέφεραν στην πόλη, η Αλεξάνδρεια επί έναν αιώνα βρίσκεται επικεφαλής του νέου ελληνισμού. Ποιητές, σοφοί, λόγιοι και γλύπτες της Αλεξάνδρειας λαμπρύνουν τον 3ο π.Χ. αιώνα.[10]

Ο Διόδωρος γράφει ότι η πόλη μεγάλωνε με τέτοιους ρυθμούς, που τη θεωρούσαν πρώτη πολιτεία του κόσμου, με πληθυσμό 300 χιλιάδες «ελεύθερους κατοίκους».[11] Ο Στράβων, που επισκέφθηκε την πόλη, εκφράζεται επιδοκιμαστικά για την ομορφιά και τη μεγαλοπρέπεια των οικοδομημάτων και των ανακτόρων και για την πολυκοσμία της. Ιδιαίτερα εγκωμιάζει το Μουσείο, όπου εργάζονταν διάσημοι επιστήμονες και ποιητές, κρατικά εξασφαλισμένοι από κάθε άποψη.[12] Περισσότερο εκθείασε την Αλεξάνδρεια ο Αππιανός, που γεννήθηκε στην πόλη αυτή και έγραψε ειδικό σύγγραμμα, τα «Αιγυπτιακά», σε τέσσερα βιβλία που δε διασώθηκαν. Από το σύνολο των έργων του, διαφαίνεται ότι ο Αππιανός επιχείρησε να προωθήσει την άποψη ότι το Αιγυπτιακό κράτος των Πτολεμαίων και η Αλεξάνδρεια είναι οι άμεσοι συνεχιστές των καλύτερων ελληνικών παραδόσεων.[13]

O Πολύβιος, κατά τη μαρτυρία του Στράβωνα, έγραψε για τους Έλληνες της Αλεξάνδρειας. Τους χαρακτηρίζει μιγάδες και τους αποκαλεί επιπόλαιους, φιλόνικους και αναρχικούς.[14] Ο Δίων Χρυσόστομος εκφράστηκε με τον ίδιο τρόπο.[15] Αλλά οι αρνητικές αυτές εκτιμήσεις δεν εμπόδισαν πολλούς Ρωμαίους συγγραφείς να παραδεχτούν το μεγαλείο της πολιτείας αυτής, όπως ο Ιούλιος Σολίνος και ο Αμμιανός Μαρκελλίνος.

Ο Στράβων μαρτυρεί ότι η Αλεξάνδρεια έχει περισσότερους από ένα εκατομμύριο κατοίκους. Συνυπάρχουν Έλληνες, Αιγύπτιοι, Σύριοι και Ιταλοί, ενώ οι Εβραίοι καλύπτουν τα δύο πέμπτα του πληθυσμού. Οι έντονες διενέξεις τους με τους Έλληνες προκαλούν συχνά σοβαρά προβλήματα, ακόμα και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο.[16]

Η ζωή στην Αλεξάνδρεια είναι έντονη, θορυβώδης, ξέφρενη. Οι άνθρωποι παραδίδονται σε κάθε είδους απολαύσεις, ακόμα και στις λιγότερο αθώες. «Στην Αλεξάνδρεια, η Αφροδίτη βρίσκεται στο σπίτι της», λέει ο Ήρωνδας. Ο λαός της πόλης είναι φιλοτάραχος. Η στασιαστική του διάθεση είχε συχνά την ευκαιρία να εκδηλωθεί κατά τις δυναστικές διαμάχες του 2ου π.Χ. αιώνα αλλά και κατά την επέμβαση του Ιούλιου Καίσαρα.

Ακόμα και στην εποχή του Διόδωρου, οι ντόπιοι Αιγύπτιοι που ζούσαν στα προάστια των ντόπιων στην Αλεξάνδρεια, δεν θεωρούνταν κάτοικοι της πόλης. Φαίνεται ότι μόνο οι Έλληνες δικαιούνταν να φέρουν τον τίτλο των ελευθέρων πολιτών της πόλης – εξάλλου η Αλεξάνδρεια, από την αρχή, ήταν Ελληνική πόλη.[17] Τα πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα δείχνουν καθαρά ότι μέσα στην πόλη όλα τα κτίρια και όλες οι εγκαταστάσεις αφορούσαν μόνο τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους. Ήταν όλα φτιαγμένα με βάση μια ελεύθερη Ελληνική πόλη και τους ελεύθερους πολίτες της. Οι ίδιοι οι Αλεξανδρινοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες και Μακεδόνες. Πρέπει όμως να σημειώσουμε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι οι ελεύθεροι αυτοί Έλληνες και Μακεδόνες ήταν εθνικά αμιγείς.

Tην κοινωνική πυραμίδα θεμελιώνουν οι δούλοι, η πιο πολυάριθμη τάξη στην Αλεξάνδρεια. Αν και αρκετοί ήταν γεννημένοι σκλάβοι (οικογενείς), οι περισσότεροι είναι αιχμάλωτοι που πιάστηκαν κατά τους πρώτους πολέμους των Πτολεμαίων και κατάγονται από τη Συρία και την Παλαιστίνη. Οι Αλεξανδρινοί εκτιμούσαν και τους «Αιθίοπες» σκλάβους, ένας όρος που στους ελληνικούς κύκλους χαρακτηρίζει τους πληθυσμούς της μαύρης Αφρικής, από τους γείτονες Νουβίους ως τους πυγμαίους των πιο μακρινών χωρών.[18]

Η Αλεξάνδρεια, φαινομενικά τουλάχιστον, αυτοδιοικείται. Από επιγραφές μας είναι γνωστές δύο συνελεύσεις: η βουλή, που καθιερώθηκε από τον Αλέξανδρο αλλά αρκετά σύντομα περιορίστηκε, και η εκκλησία, η οποία είναι οργανωμένη κατά το αθηναϊκό πρότυπο σε φυλές, φρατριές και δήμους. Ο σημαντικότερος άρχοντας είναι ο γυμνασίαρχος, που εμφανίζεται ως εκπρόσωπος των πολιτών και υπερασπιστής των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Στην ουσία όμως, στην πόλη που είναι πρωτεύουσα ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους αλλά και τόπος διαμονής του βασιλιά, η αυτονομία είναι προπέτασμα μάλλον παρά πραγματικότητα. Οι υπάλληλοι του βασιλιά παρεμβαίνουν στις υποθέσεις της πόλης, ιδίως ο «επικεφαλής της νυχτερινής φρουράς», του οποίου τα καθήκοντα μοιάζουν με αυτά του praefecti vigilum στη Ρώμη.

Οι επιστήμες ευδοκιμούσαν εντός της Αλεξάνδρειας. Κοιτίδα της, το Μουσείο, με αίθουσες ανατομίας, αστεροσκοπεία, ζωολογικό και βοτανικό κήπο. Τμήμα του Μουσείου αποτελούσε κι η Βιβλιοθήκη.

Τα μαθηματικά διατηρούν την πρωταρχική τους σημασία, και πέρα από αναμφισβήτητες προόδους που σημειώνουν, χρησιμεύουν όλο και περισσότερο στην κατανόηση του σύμπαντος.

Ο Ευκλείδης κλήθηκε από τον Πτολεμαίο Σωτήρα στην Αλεξάνδρεια, όπου συγγράφει γύρω στο 300 π.Χ. τα δεκατρία βιβλία των «Στοιχείων» του.

Ο Απολλώνιος ο Περγαίος (262-200 π.Χ.) διδάσκει στην Αλεξάνδρεια και στην Πέργαμο, και δίκαια κατέχει τον τίτλο του «μεγάλου γεωμέτρη». Οι εργασίες του αφορούν κυρίως την αξία του Π και τις κωνικές τομές, για τις οποίες δίνει πρώτος έναν ορθολογικό ορισμό.

Μαρτυρείται μια νέα τάση για τεχνικές τελειοποιήσεις σε θέματα πρακτικής μηχανικής, μέσω ενός πλήθους εξαιρετικών μηχανικών, όπως ο Σώστρατος ο Κνίδιος, ο αρχιτέκτονας του Φάρου.

Από τις προόδους των μαθηματικών επωφελείται και η αστρονομία. Η διεύρυνση του γνωστού κόσμου ξυπνά νέο ενδιαφέρον για τη Γη, το σχήμα της, τη θέση της στο σύμπαν, τις κινήσεις της. Ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, βιβλιοθηκάριος στην Αλεξάνδρεια την εποχή του Ευεργέτη, θεμελιώνει τη Μαθηματική Γεωγραφία. Υπολογίζει το μήκος του γήινου μεσημβρινού με μια αρκετά απλή μέθοδο: η Συήνη και η Αλεξάνδρεια βρίσκονται κατά προσέγγιση στον ίδιο μεσημβρινό. Την ημέρα του θερινού ηλιοστασίου οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν καθέτως στη Συήνη, που βρίσκεται υπό τον τροπικό κύκλο. Την ίδια μέρα στην Αλεξάνδρεια οι ακτίνες σχηματίζουν με την κατακόρυφο μια γωνία που υπολογίζεται στο μισό του γνώμονα: επτά μοίρες. Γνωρίζοντας την απόσταση που χωρίζει τις δύο πόλεις, ο Ερατοσθένης συμπεραίνει το μήκος του μεσημβρινού: 252.000 στάδια (39.690 χιλιόμετρα), αποτέλεσμα που προκαλεί θαυμασμό με την ακρίβειά του. Επιπλέον ο Ερατοσθένης εκπονεί ένα χάρτη της επιφάνειας της γης, με μήκη και πλάτη: λαμβάνοντας τη Ρόδο ως κέντρο των συντεταγμένων του, υπολογίζει τα μήκη από τις διαφορές της ώρας και τα πλάτη από την απόκλιση του Ήλιου από την κατακόρυφο της περιοχής κατά την ημέρα του ηλιοστασίου. (Ο Ερατοσθένης θεμελίωσε επίσης την επιστημονική χρονολόγηση, προσδιορίζοντας τις ημερομηνίες από την πτώση της Τροίας έως το θάνατο του Αλέξανδρου).

Στην Αλεξάνδρεια, οι καλλιτέχνες αφοσιώνονται με θέρμη στη λεπτομερή παρατήρηση της πραγματικότητας, με έναν ρεαλισμό που έχει αναμείξει ελληνικά και αιγυπτιακά στοιχεία. Ο γλύπτης ενδιαφέρεται για τους διάφορους κοινωνικούς χαρακτήρες και η περιγραφή της ζωής των ταπεινών, ναυτών, χωρικών, ψαράδων, γελωτοποιών αποτελεί άκρως βοηθητική μαρτυρία για τους ιστορικούς σχετικά με την καθημερινή ζωή της εποχής.[19] Δεν περιφρονεί ούτε τους εξωτικούς τύπους ανθρώπων που συναντά κανείς στην κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια: Νούβιους, Λίβυους, νέγρους. Στα ειδυλλιακά ανάγλυφα, μια από τις πιο πρωτότυπες δημιουργίες του αλεξανδρισμού, ο γλύπτης έχει την ικανότητα να ζωντανεύει ένα ολόκληρο τοπίο στο κατάλληλο πλαίσιο: αγροτικό τοπίο, που θυμίζει τα τοπία των σύγχρονών τους ειδυλλίων, τοπίο αστικό, λιμανιού ή τοπίο του Νείλου.

Αναπαράσταση του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας

Η κύρια αιτία της άνθησης και της παρακμής της Ελληνιστικής Αιγύπτου πρέπει να αναζητηθεί στην κοινωνικο-οικονομική της βάση, που αναπτύχθηκε με επιτυχία σε συνθήκες κατάληψης νέων εδαφών και συρροής δούλων. Μόλις η διαδικασία αυτή άρχισε να ανακόπτεται από τους Σελευκίδες κι αργότερα από τους Ρωμαίους, δηλαδή όταν οι Πτολεμαίοι άρχισαν να χάνουν τις εξωτερικές τους κτήσεις, τότε σημειώθηκαν εμφύλιες διαμάχες και κοινωνικές αναστατώσεις, ερήμωση των αγροκτημάτων και μαζικές κινητοποιήσεις και φυγές των βιοτεχνών.[20]

Η πτολεμαϊκή Αίγυπτος ήταν η τελευταία από τις ελληνιστικές μοναρχίες που κατέλαβε η Ρώμη, αλλά πολύ καιρό πριν περάσει η χώρα από τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα στον Οκταβιανό, το 30 π.Χ., είχε ήδη βουλιάξει στην αναρχία. Μια εικόνα γενικής διαφθοράς, με έναν πληθυσμό που διαπνεόταν από μίσος κατά της γραφειοκρατίας και συχνά έβρισκε διέξοδο στη φυγή, για να αποφύγει τις ολοένα και πιο δυσβάστακτες απαιτήσεις των βασιλικών υπαλλήλων. Οι βασιλείς είχαν χάσει κάθε έλεγχο πάνω στους τελευταίους. Η δύναμη που έχασε το Στέμμα πέρασε στα χέρια των ιερέων και ορισμένων ισχυρών ατόμων, των οποίων η δύναμη να προσφέρουν προστασία σε φυγάδες κι ανθρώπους που κινδύνευαν μοιάζεις να προοιωνίζει τις συνθήκες που επικράτησαν κατά την πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μισή χιλιετία αργότερα. Οι αιτίες της Πτολεμαϊκής κυριαρχίας είναι πολλές, κυρίως όμως το δρόμο της πτώσης χάραξαν η απώλεια των εξωτερικών κτήσεων, οι εσωτερικές ταραχές και οι εμφύλιοι πόλεμοι, η ανικανότητα της διοίκησης, η διαφθορά της γραφειοκρατίας και η πτώση της αξίας του νομίσματος. Εν συντομία, και σύμφωνα με την κρίση του E. Will, η Αίγυπτος των Πτολεμαίων έπεσε θύμα του δικού της πλούτου, που τον είχε θέσει στην υπηρεσία συμφερόντων που ποτέ δεν ταυτίζονταν με τα δικά της.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς πηγές

  1. Διόδωρος Σικελιώτης, βιβλία ΧΙΧ και XVII, (1ος αι. π.Χ.)
  2. Παυσανίας, Ι, 8.6 – 10. 3-4 (2ος αι. μ.Χ.)
  3. Στράβων, Γεωγραφικά, βιβλίο 17 (64 π.Χ. – 24 μ.Χ.)
  4. Πολύβιος, 2, 71, 3 (2ος αι. π.Χ.)
  5. Δίων Χρυσόστομος, Λόγοι, 32, 28 και 69-71 (40 – 120 μ.Χ.)

 

Δευτερογενείς

  1. Τσιμπουκίδης Δημήτρης Ι., Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2010
  2. Walbank Frank W., Ο Ελληνιστικός Κόσμος, εκδ. Βανιάς, Θεσσαλονίκη 1999
  3. Leveque Pierre, Ο ελληνιστικός κόσμος, μετάφραση Μαρία Παπαηλιάδη, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2005
  4. Ballet Pascale, Η καθημερινή ζωή στην Αλεξάνδρεια, 331 – 30 π.Χ., εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002
  5. Δήμιτσας Μαργαρίτης Γ., Ιστορία της Αλεξάνδρειας, Γεωγραφική, Ιστορική, Φιλολογική, Πολιτική, Εκκλησιαστική και Αρχαιολογική. Από της κτίσεως της πόλεως μέχρι της κατακτήσεως αυτής υπό των Αράβων, εκδ. Δημιουργία, Αθήνα 1995
  6. Hirst Anthony, Silk Michael, Alexandria Real and Imagined, εκδ. King’s College, Λονδίνο 2004
  7. Κυρτάτας Δημήτρης, Ράγκος Σπύρος, «Η Ελληνική Αρχαιότητα, Πόλεμος – Πολιτική – Πολιτισμός», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2010
  8. Hornblower Simon, Ο Ελληνικός Κόσμος, 479 – 323 π.Χ. εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2005
  9. Pollitt J.J., Η τέχνη στην Ελληνιστική εποχή, μετάφρ. Α. Γκαζή, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2014
  10. Πλάντζος Δημήτρης, Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1200-30 π.Χ.), εκδ. Καπόν, Αθήνα 2016

 

Σημειώσεις:

[1] Hornblower Simon, Ο Ελληνικός Κόσμος, 479 – 323 π.Χ., σελ. 518

[2] Αυτά είναι τα μπερδεμένα αλλά ειλικρινή λόγια μιας γριάς προξενήτρας στον Μίμο 1 του Ηρώνδα (στ. 26).

[3] Ballet Pascale, Η καθημερινή ζωή στην Αλεξάνδρεια, 331 – 30 π.Χ., σελ. 18

[4] Ballet Pascale, Η καθημερινή ζωή στην Αλεξάνδρεια, 331 – 30 π.Χ., σελ. 24

[5] Hirst Anthony, Silk Michael, Alexandria Real and Imagined, σελ. 81

[6] Hirst Anthony, Silk Michael, Alexandria Real and Imagined, σελ. 82

[7] Hirst Anthony, Silk Michael, σελ. 82

[8] Hirst Anthony, Silk Michael, Alexandria Real and Imagined, σελ. 83

[9] Βallet, σελ. 97

[10] Hirst Anthony, Silk Michael, σελ. 83

[11] Διόδωρος XVII, 52, 2-6

[12] Στράβων, XVII, 794-5

[13] Αππιανός, BV V, II, 43

[14] Στράβων, XVII, 797

[15] Δίων Χρυσόστομος, Λόγοι, 32, 28 και 69-71

[16] Hirst Anthony, Silk Michael, Alexandria Real and Imagined, σελ. 82

[17] Ballet Pascale, Η καθημερινή ζωή στην Αλεξάνδρεια, 331 – 30 π.Χ., σελ. 42

[18] Ballet, σελ. 56

[19] Pollitt J.J., Η τέχνη στην Ελληνιστική εποχή, σελ. 245

[20] Τσιμπουκίδης Δημήτρης Ι., Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, σελ. 206

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.