Αμπελάκια, η Κοινοτική Πολιτεία της Κοκκινάδικης Τέχνης (Β’ Μέρος)

Παραγωγικοί και οικονομικοί μηχανισμοί του πρώιμου Ελληνικού και Ευρωπαϊκού συνεργατικού λαϊκού καπιταλισμού

Γράφει ο Διονύσης Μαυρογιάννης,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 58, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2002, σελ. 26-29

*καθηγητής Κοινωνιολογίας και πρ. πρύτανης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Α’ ΜΕΡΟΣ

5. Διάλυση της Ένωσης και πτώση των Αμπελακίων

Η Ένωση, πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής της, γνώρισε εσωτερικές διαμάχες και αναστατώσεις. Τις ξεπέρασε όλες, όμως, χάρη στο πνεύμα της αλληλεγγύης και στον κοινό σκοπό που είχαν τα μέλη της ομάδας αυτής. Η ζωή της διήρκεσε μια ολόκληρη γενιά, όσο δηλαδή έζησαν κι εκείνοι και τα παιδιά τους που την είχαν δημιουργήσει.

Συνήθως οι διάφοροι συγγραφείς αποδίδουν την οριστική διάλυση της Ένωσης, που επήλθε το 1812, σ’ εξωτερικές κυριότερα αιτίες, όπως η απώλεια των κεφαλαίων της στις αυστριακές Τράπεζες κατά την προέλαση του Ναπολέοντα στη Βιέννη, η επιδρομή του Αλή Πασά και άλλες προστριβές των μελών μεταξύ τους. Μερικές από αυτές τις αντίξοες περιστάσεις έλαβαν βέβαια χώρα, μόνες τους, όμως δεν θα ήσαν σε θέση να προκαλέσουν την οριστική διάλυσή της. Και τούτο, διότι συνέδραμαν σωρευτικά και άλλα εσωτερικά και εξωτερικά αίτια που δημιούργησαν τις δυσμενείς και καταλυτικές ιστορικές συνθήκες που επέφεραν τη διάλυση.

Ως κυριότερες εσωτερικές αιτίες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε όλες εκείνες που αναφέρονται στα ελαττώματα του αμπελακιώτικου φαινομένου, όπως οι θεσμικές και κοινοτικές ατέλειες, κάποιες διαχειριστικές ανωμαλίες, η έλλειψη τεχνολογικής προσαρμογής, η έλλειψη Τραπεζών και η αδυναμία περαιτέρω επενδυτικών δραστηριοτήτων των συσσωρευμένων κεφαλαίων.

Αρχικά η συγχώνευση και ταύτιση των δύο μορφών άσκησης εξουσίας, της κοινοτικής και της οικονομικής (Ένωσης), είχαν καλά αποτελέσματα, διότι επέτρεψαν στα μέλη της πρώτης να συμμετάσχουν στις οικονομικές δραστηριότητες της δεύτερης. Κατά την περίοδο της πρώτης ανάπτυξης της Ένωσης, κατά την οποία επικρατούσε ομόνοια και συνεργασία, δεν παρουσιάσθηκαν περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων της Κοινότητας με την Ένωση και αντιστρόφως. Μακροπρόθεσμα, όμως, όταν οι επιχειρήσεις της Ένωσης εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη, πέρα από τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και όταν εμφανίσθηκαν κάποιες συγκρούσεις ανάμεσα στα μέλη, δεν υπήρχε υπέρτερο και κυρίαρχο κοινοτικό όργανο (δικαστήριο) για να κρίνει τις υφιστάμενες διαφορές, αφού οι φορείς της κοινοτικής εξουσίας είχαν συγχωνευθεί και ταυτισθεί με τη διοίκηση και διαχείριση της Ένωσης. Συνεπώς δεν υπήρχε και χωριστός φορέας τοπικής δικαιοσύνης για να λύσει τη διαφορά. Συγκρίνοντας από αυτή την άποψη το Συνεργατικό Σύστημα των Αμπελακίων με το Συντροφοναυτικό Σύστημα της Ύδρας, αντιλαμβανόμεθα εύκολα την υπεροχή του δευτέρου που διαχώρισε την οικονομική οργάνωση της Κοινότητας από τη δομή της αιρετής πολιτικής διοίκησης, σε διαφορετικούς φορείς και όργανα. Συνέπεια της πιο πάνω θεσμικής έλλειψης δυαδικής και πλουραλιστικής οργανωτικής μορφής αφ’ ενός της Κοινότητας και αφ’ ετέρου της Ένωσης, ήταν η προσφυγή μελών της δεύτερης σε «εξωτερικά κριτήρια», σε αιρετοκρισία στη Θεσσαλονίκη, στην Κωνσταντινούπολη και αλλαχού, γεγονός που διαίρεσε βαθιά την αμπελακιώτικη κοινωνία και κόστισε πολλά χρήματα στα μέλη της Ένωσης, επιταχύνοντας τη διάλυσή της.

Από μια άλλη άποψη, η Ένωση παρουσίαζε αδυναμίες και στην οργάνωση της διαχείρισης και της εποπτείας. Η εξάπλωση των εργασιών της και ο ευρωπαϊκός χώρος στον οποίο ελάμβαναν χώρα αυτές, δεν διευκόλυναν τη συγκέντρωση και τον έλεγχο της διαχείρισης των κεφαλαίων της Ένωσης στα Αμπελάκια που ήσαν τοποθετημένα έξω και μακριά από τα ευρωπαϊκά κέντρα, στην καρδιά του δεσποτικο-στρατιωτικού οθωμανικού καθεστώτος. Ούτε φαίνεται ότι όλοι οι διαχειριστές, πολλοί από τους οποίους ήσαν κατά περιόδους νεοφώτιστοι, ήσαν σε θέση να φέρουν σε αίσιο πέρας το έργο τους. Και τέλος, η παντελής έλλειψη τραπεζικού συστήματος έκανε δύσκολη τη διαχείριση και διακίνηση τόσο μεγάλων κεφαλαίων, μέσα από δεκάδες πρακτορεία και εκατοντάδες αντιπροσώπους. Συνέπεια ήταν να γίνει κακή διαχείριση, απωλεσθούν κεφάλαια και να υπεξαιρεθούν ακόμη και περιουσιακά στοιχεία της Ένωσης.

Ο κυριότερος, όμως, εσωτερικός παράγοντας της τελικής διάλυσης της Κοινής Συντροφιάς βρισκόταν στην οργανωτική της μορφή και στην αδυναμία της να εξελιχθεί τεχνολογικά και να προσαρμοσθεί σε νέες συνθήκες περαιτέρω μαζικής βιομηχανικής παραγωγής. Κατ’ αρχάς δεν υπήρχε κατάλληλο σύστημα, όπως στην Ευρώπη, για ν’ αποταμιευθούν, επενδυθούν και αξιοποιηθούν περαιτέρω και με τον καλλίτερο τρόπο τα μεγάλα χρηματικά ποσά που παρέμεναν αποθησαυρισμένα στα χέρια των Αμπελακιωτών. Αυτό ήταν σοβαρό μειονέκτημα του συνεργατικού λαϊκού καπιταλισμού που παρέδιδε υψηλά εισοδήματα στα χέρια των Αμπελακιωτών και συνεπώς σε άμεσους καταναλωτικούς στόχους, μη ευνοώντας έτσι την αποταμίευση, όπως στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου το τραπεζικό ζήτημα επέτρεψε την αποταμίευση και εξέθρεψε τους κεφαλαιοκρατικούς σωρευτικούς και αναπαραγωγικούς μηχανισμούς της οικονομίας. Η Ένωση δεν έκανε κατά συνέπεια επενδύσεις για την τεχνολογική τελειοποίηση των μέσων παραγωγής και για τη διαχειριστική βελτίωση της Ένωσης. Δεν εισήχθησαν, δηλαδή, τελειοποιημένα μηχανικά μέσα για το στρίψιμο των νημάτων, ούτε έγινε συγκέντρωση των διαδικασιών παραγωγής με σκοπό την ποιοτική βελτίωση και την ποσοτική αύξησή της, και δεν αντικαταστάθηκε το ριζάρι με την αλυζαρίνη. Η Ένωση, με τέτοια μειονεκτήματα, παρουσιάσθηκε ξαρμάτωτη, όταν ήρθε η ώρα, μπροστά στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό που είχε την έμπνευση ν’ αξιοποιήσει καλλίτερα τα κεφάλαια των δυτικών κοινωνιών και να προωθήσει και λύσει ικανοποιητικά το πρόβλημα των πρώτων υλών και των μηχανικών μέσων, για τα οποία αγωνιούσε η Επιτροπή Σωτηρίας του Παρισιού στο 3ο έτος της Γαλλικής Επανάστασης, όταν παρήγγειλε στον πολίτη Felix να επισκεφθεί τα Αμπελάκια.

Από τις εξωτερικές αιτίες, η κυριώτερη που κατάφερε και το οριστικό και τελειωτικό πλήγμα κατά της Ένωσης, ήταν ο προοδευτικά αυξανόμενος ανταγωνισμός του αντίστοιχου ευρωπαϊκού εμπορίου και ιδιαίτερα των αγγλικών νημάτων. Η ομοιομορφία της μαζικής νηματουργίας του Μάντσεστερ και της καλλίτερης βαφής των νημάτων με αλυζαρίνη, απέσπασαν από τα χέρια της Ένωσης τις διάφορες γερμανικές και ευρωπαϊκές αγορές, με τρόπο που η Ένωση αναδιπλώθηκε και αντέδρασε όχι με μια τεχνολογική προσαρμογή που θα ήταν και η επιτυχέστερη στρατηγική της κίνηση, αλλά με την αγορά και μεταπώληση αγγλικών νημάτων στις ευρωπαϊκές και βαλκανικές αγορές της, διότι τα δικά της προϊόντα δεν ήσαν πλέον ποιοτικώς ανταγωνιστικά. Η Ένωση, δηλαδή, έχασε προοδευτικά, στις αρχές του 19ου αιώνα, την παραγωγική της αυτονομία και ανταγωνιστικότητα, ενώ μετασχημάτισε το εμπορικό της τμήμα σ’ εξαρτώμενο μεταπρατικό υπεργολάβο της ευρωπαϊκής νηματουργικής βιομηχανίας.

Ακολούθως, στη διάλυση της Κοινής Συντροφιάς συνέβαλε οπωσδήποτε και η έλλειψη νομοθετικών και διοικητικών προστατευτικών μέτρων εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την εποχή, δηλαδή, που η Αγγλία και η Γαλλία προστάτευαν το εμπόριο τους και τις μεταφορές πρώτων υλών με τις πανίσχυρες αρμάδες τους, οι Έλληνες βιοτέχνες και έμποροι πάλευαν με την απληστία των Οθωμανών, την πειρατεία, τη ληστεία και τα πολυάριθμα δοσίματα και τους φόρους που πλήρωναν για να διακινήσουν μέσα στον ίδιο τον χώρο της Αυτοκρατορίας, τα διάφορα εμπορεύματά τους.

Τέλος, η προπαρασκευή και διεξαγωγή της Επανάστασης του 1821 συμπλήρωσαν τη διάλυση της Ένωσης από την άποψη κυρίως, ότι ο επαναστατικός μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας κατέστρεψε οριστικά πολλά παραδοσιακά κέντρα του ελλαδικού χώρου, στα οποία κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα κυοφορήθηκαν προκεφαλαιοκρατικές, συνεταιριστικές και συμμετοχικές παραγωγικές σχέσεις και χάθηκε η νεογέννητη λαϊκή αστική τάξη, προς όφελος της μετανάστευσης εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και παράλληλα, με μια παλινδρόμηση της νεοελληνικής οικονομίας και κοινωνίας σε γεωργική παραγωγή και σε γαιοκτητικές αξίες.

6. €ρμηνεία του Αμπεϋακιώτικου Συνεργατικού Συστήματος

Οι διάφοροι κατά καιρούς μελετητές του αμπελακιώτικου φαινομένου, εξέφρασαν ποικίλες, αντίθετες και πολλές φορές αντιφατικές απόψεις και γνώμες γι’ αυτό. Το γεγονός αυτό έχει επιφέρει μεγάλη σύγχυση και εμποδίζει κατά πολύ την περαιτέρω ψύχραιμη και αντικειμενική έρευνα και μελέτη του θέματος.

Οι πιο πάνω απόψεις θα μπορούσαν να συνοψισθούν σε τρεις βασικά κατηγορίες. Σ’ εκείνες που θεωρούν την Κοινή Συντροφιά συνεταιριστικό φαινόμενο χωρίς προηγούμενο στην παγκόσμια ιστορία, ο’ εκείνες που υποστηρίζουν ότι πρόκειται για κερδοσκοπική εταιρεία και σ’ εκείνες που το προβάλλουν ως βιωμένο γεγονός και όχι ως θεωρητική κατασκευή, πρότυπο δε κοινοτικής και συνεργατικής ανάπτυξης λαϊκού καπιταλισμού του ελληνικού και ευρωπαϊκού χώρου.

Οι ξένοι διπλωμάτες και διανοούμενοι, όπως ο Felix Beaujour, ο Urquhart και ο Francois Boulanger, που πρώτοι ανακάλυψαν και μελέτησαν την Κοινή Συντροφιά, εξέφρασαν την άποψη ότι επρόκειτο για πρωτότυπο τρόπο παραγωγής, που δεν είχε προηγούμενο στην ανθρώπινη ιστορία.

Μερικοί από αυτούς, όμως, επιχείρησαν να τη συγκρίνουν με διάφορα ουτοπιστικά και μεσσιανικά κινήματα, όπως οι θρησκευτικές κοινότητες της Παραγουάης και οι Αδελφοί της Μοραβίας. Εκείνο που τους κατέπληξε δεν ήταν απλώς η οικονομική ανάπτυξη και ευμάρεια των κατοίκων, αλλά και η συνεργασία, η αλληλεγγύη, η ομόνοια, η αδελφικότητα και η εργατικότητα που χαρακτήριζε τους κατοίκους των Αμπελακίων.

Από τους πιο πάνω μελετητές, ιδιαίτερα ο Urquhart αποδίδει τη συνεργασία των μελών στις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως η κοινοτική οργάνωση με τις δημοκρατικές διαδικασίες και λειτουργίες της.

Όσον αφορά τον Francois Boulanger, αυτός στο αμπελακιώτικο φαινόμενο διείδε την απόδειξη της διδασκαλίας του Charles Fourier για το Φαλαγγιστήριο και τον καταμερισμό της εργασίας που στηρίζεται στις απεριόριστες ανθρώπινες ικανότητες, στο ταλέντο και στην κλίση των ανθρώπων γι’ αυτήν ή εκείνη τη δραστηριότητα. Από την Ένωση Αμπελακίων, εξάλλου, άντλησε με τη σειρά του ορισμένα στοιχεία για να προετοιμάσει το έδαφος στο οποίο στηρίχθηκαν οι φίλοι του μετά τον θάνατο του στη δεκαετία του 1870, για να οργανώσουν κοντά στη Ρουέν της Γαλλίας πρότυπα συνεταιριστικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίες επέζησαν για περισσότερα από 30 περίπου χρόνια.

Από αυτή την άποψη, μπορούμε να πούμε ότι ο Francois Boulanger έκανε τη διασύνδεση ανάμεσα στις κοινοτικές, οικονομικές και κοινωνιστικές εμπειρίες και πράξεις της Κοινής Συντροφιάς και στο ουτοπιστικό και σοσιαλιστικό κίνημα του μεγάλου Γάλλου διανοούμενου Charles Fourier.

Τις αντιλήψεις των πιο πάνω ξένων μελετητών τις δανείσθηκαν και ανέπτυξαν περαιτέρω με πολλή επιτυχία, οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Γ. Φιλάρετος, ο Νίκος Βέης, ο Κ. Κουκκίδης, ο Φ. Μιχαλόπουλος, ο Γ. Λαζόπουλος, ο Κ. Λεοντίδης και άλλοι.

Ειδικότερα, ο Φιλάρετος και ο Κουκκίδης υποστήριξαν ότι η Κοινή Συντροφιά ήταν ο πρώτος συνεταιρισμός της Ευρώπης, στηριζόμενος σε πολλές αρχές του μετέπειτα ευρωπαϊκού συνεταιριστικού κινήματος. Ο Ν. Βέης, ο Φάνης Μιχαλόπουλος και ο Γ. Λαζόπουλος ειδικότερα, υπογράμμισαν την επίδραση που είχαν τα Αμπελάκια στα γράμματα και στην παιδεία, ενώ ο Κ. Λεοντίδης έκρινε ότι στα Αμπελάκια δημιουργήθηκαν πολλοί παραγωγικοί συνεταιρισμοί μετά τη διάλυση της Κοινής Συντροφιάς. Επιπλέον, ο ακαδημαϊκός Νικόλαος Λούρος σε άρθρο του στην «Κ» προέβαλε την κοινοτική οργάνωση της ιατρικής στα Αμπελάκια. Τέλος, ο συνεταιριστής Θ. Τζωρτζάκης έλαβε περισσότερο υπόψη του τον κοινοπραξιακό χαρακτήρα της Ένωσης που τη θεωρούσε ως συνεταιριστική οργάνωση δευτέρου βαθμού, ανάλογη με τις σημερινές συνεταιριστικές ενώσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι αυτοί οι μελετητές και συγγραφείς συνέβαλαν, ο καθένας με τον τρόπο του, στην καλλίτερη δυνατή λύση του προβλήματος. Παρά ταύτα, οι θέσεις των περισσοτέρων, εκτός εκείνων του Ν. Βέη και Ν. Λούρου, είναι απόλυτες και όλοι τους, ενώ δεν εξετίμησαν δεόντως τα πραγματικά περιστατικά, τα εξιδανίκευσαν υπέρμετρα, ώστε να μη μπορούν να γίνουν πάντα πιστευτοί.

Κύριος εκπρόσωπος της δεύτερης άποψης σύμφωνα με την οποία η Κοινή Συντροφιά ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση, είναι ο Γιάννης Κορδάτος. Ξεκινώντας από άκαμπτες δογματικές και ιδεολογικές θέσεις, ανήρεσε την πρώτη του θέση για τα Αμπελάκια, σύμφωνα με την οποία η Κοινή Συντροφιά ήταν συνεταιρισμός, για να υποσπρίξει αργότερα ότι επρόκειτο για ετερόρρυθμο εταιρεία, στα πλαίσια της οποίας η ομάδα των Αμπελακιωτών εμπόρων εκμεταλλευόταν την ομάδα των βαφειάδων και λοιπών εργατών. Ο Κορδά-

τος αποκλείει, εξάλλου, τη δυνατότητα συνεταιριστικής οργάνωσης στον ελλαδικό χώρο την εποχή εκείνη, κατά την οποία δεν είχε εμφανισθεί στα Βαλκάνια ανάπτυξη κεφαλαιοκρατίας, και συνεπώς εμφανίζεται μόνο σε χώρες στις οποίες παρατηρείται βιομηχανική κεφαλαιοκρατική οικονομία. Και τούτο, διότι κατά τον Κορδάτο, ο συνεταιρισμός είναι γέννημα των υπερβολών της κεφαλαιοκρατίας. Είναι προφανές ότι οι απόψεις του Κορδάτου παραβλέπουν τελείως την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της εποχής των Αμπελακίων. Στον Κορδάτο αναφέρεται ο Βούλγαρος ιστορικός Ν.Τ. Todorov, για να υποστηρίξει κι αυτός στη μελέτη του Η βαλκανική πόλη στο 15ο έως 19ο αιώνα (1972), ότι στον βαλκανικό χώρο οι έμποροι έκαναν συμβάσεις με τους βιοτέχνες για να εξασφαλίσουν μαζική και ομοιόμορφη παραγωγή, στα πλαίσια της διαμορφούμενης βαλκανικής κεφαλαιοκρατίας, χωρίς καμιά περαιτέρω αναφορά στις ιδιαίτερες δομές της Κοινότητας και της Κοινής Συντροφιάς των Αμπελακίων.

Η αντιεπιστημονική προσέγγιση του αμπελακιώτικου συνεργατικού παραγωγικού συστήματος τόσο από τον Γιάννη Κορδάτο, όσο και από τον Κ. Κουκκίδη αποδεικνύεται με την επίκληση ιστορικών γεγονότων αλλά και επικρατουσών σήμερα θεωριών για το διεθνές συνεταιριστικό κίνημα.

Κατ’ αρχάς, ο Γ. Κορδάτος διέπραξε το σφάλμα να υπαγάγει και αξιολογήσει το αμπελακιώτικο φαινόμενο στην πολιτική της Επανάστασης των Μπολσεβίκων το 1917 και ειδικότερα στη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΡ) του Λένιν στη δεκαετία του 1920, σύμφωνα με την οποία «οι συνεταιρισμοί αποτελούν σκαλοπάτι για την ολοκλήρωση του κομμουνισμού και την επικράτηση του εργατικού προλεταριάτου». Ο Γ. Κορδάτος θεώρησε απαραίτητο να δει τα Αμπελάκια υπό το φως αυτής της πρότασης αλλά και εφαρμογής στην πράξη της συνεταιριστικής αντίληψης του Λένιν, η οποία κατέστησε τους συνεταιρισμούς, όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και των λοιπών κομμουνιστικών χωρών (με κάποια θετική απόκλιση στην περίπτωση της Πολωνίας) καρικατούρα της αληθινής έννοιας του συνεταιρισμού, εντάσσοντάς τους στη διευθυνόμενη οικονομία του «κρατικού καπιταλισμού». Περαιτέρω, ο Γ. Κορδάτος παρέβλεψε το αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός ότι στον βαλκανικό και μεσογειακό χώρο (Αιγαίο και Ιόνια Νησιά) από τον 18ο ήδη αιώνα, η οικονομία (Αμπελάκια, Αγιά και Ζαγορά Πηλίου, Τύρναβος και Τσαρίτσανη Θεσσαλίας), όπως και το ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό, είχε μπει σε τροχιά ιδιόμορφου κοινοτικού μεν και λαϊκού, αλλά οπωσδήποτε καπιταλισμού, σύγχρονου του ολλανδικού και του αγγλικού. Τέλος, ο Γ. Κορδάτος, αγνοούσε, όπως αγνοούν και πολλοί άλλοι ακόμη και σήμερα, ότι το συνεταιριστικό φαινόμενο είναι παγκόσμιο και διαχρονικό και εμφανίζεται υπό την ίδια ή παραπλήσια οργανωτική μορφή σε όλες τις χώρες του κόσμου, ανεξάρτητα από τον βαθμό και το επίπεδο της οικονομικής τους ανάπτυξης.

Από μια άλλη οπτική, και οι ακραίες και εξιδανικευμένες θέσεις του Κ. Κουκκίδη περί «πρώτου συνεταιρισμού του κόσμου» δεν μπορούν να γίνουν δεκτές παρά υπό τους όρους που θα διατυπώσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Κατά την άποψή μας, που αποτελεί την τρίτη θέση πάνω στο αμπελακιώτικο φαινόμενο, το τελευταίο τούτο, ήταν αποτέλεσμα των ιστορικών αναγκών και όχι δημιούργημα της ανθρώπινης διανόησης, προϊόν δηλαδή ουτοπικών ή κοινωνιστικών θεωριών ή πολιτικών ιδεολογιών. Οι Αμπελακιώτες, όπως και πολλοί άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί κατά τη διάρκεια της οθωμανικής περιόδου, μαθήτευσαν για πολλά χρόνια στην ελληνική κοινοτική πρακτική, στα πλαίσια της οποίας χειραφετήθηκαν από δημοκρατική και κοινωνική άποψη. Όταν παρουσιάσθηκαν οι κατάλληλες ιστορικές συνθήκες (κοκκινάδικη τέχνη, αλκαλικά νερά, μεγάλες εσωτερικές και εξωτερικές αγορές, πληθυσμιακή ανάπτυξη και ταυτόχρονα έλλειψη άλλων πλουτοπαραγωγικών πηγών), αυτές οι κοινοτικές δημοκρατικές και κοινωνικές εμπειρίες έγιναν οι συνεργατικές μήτρες των οικονομικών παραγωγικών σχέσεων. Σε τούτο συνέβαλε, μέχρι κάποιας υπερβολής που οδήγησε και σε αρνητικά τελικώς αποτελέσματα, η έλλειψη κάθετης διαστρωμάτωσης καθώς και αριστοκρατικής ή γαιοκτητικής τοπικής ιεράρχησης οικογενειών και ομάδων.

Το μόνο επιχείρημα που θα μπορούσε κανείς να επικαλεσθεί σήμερα σχετικά με τον ακραιφνή συνεταιριστικό χαρακτήρα της Κοινής Συντροφιάς, είναι ότι τα μέλη της δεν ανήκαν σε μία, αλλά σε δύο επαγγελματικές ομάδες (έλλειψη ομοιοεπαγγελματισμού), αλλά και στο γεγονός ότι ένα μόνο μέρος των κατοίκων ήσαν ισότιμα μέλη με μερίδιο. Το τελευταίο τούτο, όμως, παρατηρείται σε μεγάλη κλίμακα και στους σημερινούς ευρωπαϊκούς συνεταιρισμούς, όπως οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί που τα μέλη τους στρατολογούνται απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις και τις παραγωγικές ομάδες, όπως επίσης και στους πιστωτικούς εργατικούς και αγροτικούς συνεταιρισμούς στους οποίους οι μερίδες και η συμμετοχή στα πλεονάσματα και στα «κέρδη» μπορούν να διαφέρουν από μέλος σε μέλος και απ’ ομάδα σε ομάδα.

Παρέλκει, συνεπώς, κατά την άποψή μας, η έρευνα του θέματος που τόσο απασχολούσε τον Κουκκίδη και τον Κορδάτο, της σύγκρισης, δηλαδή, και της εξομοίωσης ή όχι, των κανόνων οργάνωσης και λειτουργίας της Κοινής Συντροφιάς με τις αρχές και τους κανόνες των μεταγενεστέρων και σημερινών ευρωπαϊκών συνεταιρισμών.

Μολονότι από λογική άποψη, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση ενός προγενέστερου γεγονότος μ’ ένα μεταγενέστερο, όμως και μια τέτοια πρωθύστερη σύγκριση αποδεικνύει ότι η Κοινή Συντροφιά είχε πολλές αρχές και πολλούς κανόνες του σημερινού συνεταιριστικού κινήματος (1854, 1937, 1966, 1995).

Επρόκειτο τελικά για ένα ευρύ συνεργατικό και κοινοπραξιακό φαινόμενο, πρωτότυπο και τοπικό, αλλά ευρωπαϊκής εμβέλειας, που εκδηλώθηκε και αναπτύχθηκε στα πλαίσια της κοινοτικής οργάνωσης με την οποία τελικά ταυτίσθηκε και συγχωνεύθηκε. Σε αντίθεση δε με τα άλλα παραδοσιακά και συνεργατικά φαινόμενα της ίδιας εποχής, όπως τα Τσελιγκάτα, η Κοινοτική και Συμμετοχική Αλιεία και Σπογγαλιεία και το Συντροφοναυτικό Σύστημα της Ύδρας, του Αιγαίου, του Γαλαξιδίου και άλλων νήσων, το αμπελακιώτικο φαινόμενο ήταν η κατ’ εξοχήν συνεταιριστική διαδικασία μετασχηματισμού μιας παραδοσιακής κοινωνίας σε σύγχρονη: βιοτεχνική, βιομηχανική, εργατική, εμπορευματική και εμπορική, χρηματική, πολυεθνική και δημοκρατική, καθολικής συμμετοχής των κατοίκων σε παραγωγικές σχέσεις λαϊκού καπιταλισμού.

Όταν ερευνούμε το θέμα του αμπελακιώτικου φαινομένου, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην εμφάνιση της κεφαλαιοκρατίας και της αστικής τάξης στον προεπαναστατικό ελλαδικό χώρο, των οποίων η Κοινή Συντροφιά ήταν πρωτότυπη διαδικασία λαϊκής συμμετοχής, πλήρους εργασιακής ένταξης και κεφαλαιοκρατικής παραγωγικής διαδικασίας.

Βέβαια, το Συνεταιριστικό Φαινόμενο των Αμπελακίων δεν μπορεί να «ξαναστηθεί» όπως ήταν. Χρειάζεται, όμως, αφ’ ενός να ενσωματωθεί στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική μας ιστορία καθώς και στο νεοελληνικό μας πολιτισμό και αφ’ ετέρου, να εμπνεύσει εκείνους που θα έπρεπε να μελετήσουν και να προωθήσουν στην πράξη ένα ανανεωμένο και οικονομικά χειραφετημένο σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης, ανταποκρινόμενο στη σημερινή κοινωνική μορφολογία και στις ανάγκες του ελληνικού και ευρωπαϊκού χώρου. Ο τελευταίος αυτός, όπως είναι γνωστό, προβληματίζεται και αγωνιωδώς αναζητεί την οργανωτική ταυτότητα του «Τρίτου Συστήματος», προκειμένου η Ελλάδα και οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ξεπεράσουν το άγχος της διογκούμενης ανεργίας και ν’ αμβλύνουν τις ποικίλες απειλές και δυσμενείς επιπτώσεις της διεθνοποίησης των αγορών (παγκοσμιοποίησης).

Στο Τρίτο Μέρος:

7. Ευρωπαϊκή και διεθνής διάσταση και αναγνώριση του αμπελακιώτικου κοινοτικού μοντέλου συνεργατικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

, , , , , , ,

2 thoughts on “Αμπελάκια, η Κοινοτική Πολιτεία της Κοκκινάδικης Τέχνης (Β’ Μέρος)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.