Αμπελάκια, η Κοινοτική Πολιτεία της Κοκκινάδικης Τέχνης (Δ’ Μέρος – Βιβλιογραφικές σημειώσεις)

Παραγωγικοί και οικονομικοί μηχανισμοί του πρώιμου Ελληνικού και Ευρωπαϊκού συνεργατικού λαϊκού καπιταλισμού

Γράφει ο Διονύσης Μαυρογιάννης,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 60, Μάιος-Ιούνιος 2002, σελ. 44-47

*καθηγητής Κοινωνιολογίας και πρ. πρύτανης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ Γ’ ΜΕΡΟΣ

Η γραπτή παράδοση των Αμπελακίων και της συνεργατικής, βιομηχανικής και εμπορικής ιστορίας τους, αρχίζει στο τέλος του 18ου και κλείνει στο τέλος του 20ου αιώνα -υπό-θεση δύο αιώνων- με αναφορά στην ευρωπαϊκή και διεθνή τους απήχηση και διάσταση, τότε και σήμερα. Οι ιστορικές συγκυρίες, οι προϋποθέσεις και τα αίτια αυτού του ευρύτερου ενδιαφέροντος για τα Αμπελάκια ήσαν και συνεχίζουν, ορισμένα ακόμη, να είναι τα εξής:

Κατ’ αρχάς, η ανακάλυψη από την εμβρόντητη γι’ αυτό το γεγονός, γαλλική διπλωματία καθώς και τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, της βιομηχανικής μεταποίησης πρώτων υλών, όπως το μπαμπάκι (νήματα, βαφή σε άλικο-κόκκινο και αναλλοίωτο χρώμα, εξαγωγή και εμπορία στην Ευρώπη από Έλληνες Αμπελακιώτες). Αυτή η δικαιολογημένη έκπληξη των Γάλλων οφείλεται στη διαπίστωση εκ μέρους τους, ότι παράλληλα με την εκμετάλλευση των μπαμπακιών της Ινδίας από την Αγγλία και την ανάδειξη της τελευταίας ως πρωτοπόρου της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας βιομηχανικής επανάστασης, πολύ πιο κοντά τους και μπροστά στα μάτια τους, σε μια περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, παράλληλα δε με την υπερπόντια θεμελίωση της αγγλικής οικονομικής υπεροχής, είχαν προ καιρού δρομολογηθεί οικονομικοί μηχανισμοί της ίδιας ακριβώς με την Αγγλία, αλλά υπό ευνοϊκότερες συνθήκες, κεφαλαισκρατικής παραγωγικής διαδικασίας. Έτσι, οι Οδηγίες τις οποίες απηύθυνε υπηρεσιακώς η Γαλλία με συνδρομή του ενδιαφέροντος της Επαναστατικής Επιτροπής Σωτηρίας του Παρισιού στον Πολίτη Felix (Beaujour), νέο Πρόξενο στη Θεσσαλονίκη το 3ο έτος της Επανάστασης (1792), ήσαν σαφείς και ακριβείς για να ψάξει στην περιοχή του και να βρει πού οφείλεται «η ωραία κόκκινη βαφή… η γνωστή με το όνομα “Κόκκινο της Ανατολής”, “Κόκκινο της Ανδριανούπολης”, σε υλικά ειδικά της περιοχής ή σε ανθρώπινη δραστηριότητα»;

Οι Οδηγίες καθόριζαν στον Πρόξενο πώς να ενεργήσει και πώς να μεταφέρει στη Γαλλία τεχνογνωσία της περιοχής του και των κατοίκων της, χάρη στην οποία τα εργαστήρια νηματουργίας μεταξιού και μπαμπακιού στην Ελλάδα ανταγωνίζονταν τότε σε ποιότητα τα αντίστοιχα της Ινδίας, προκειμένου να επωφεληθεί από την εισαγωγή τους στη Γαλλία, η οικονομία της.

Οι Οδηγίες δεν παρέλειπαν να γνωρίσουν (ή να υπενθυμίσουν) στον Πρόξενο ότι οι Αγγλοι πρόσεχαν και τα πιο μικρά πλεονεκτήματα της ινδικής νηματουργίας, προκειμένου ν’ αντλήσουν στοιχεία από αυτή για να εισαγάγουν και να τελειοποιήσουν στη χώρα τους τον κλάδο αυτής της δραστηριότητας.

Ο Γάλλος Πρόξενος μετέβη και διέμεινε επί μήνες στα Αμπελάκια, στέλνοντας στη συνέχεια λεπτομερείς Εκθέσεις στο Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του. Ορισμένες από αυτές τις συμπεριέλαβε μαζί με άλλες που αφορούσαν σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες και προϊόντα άλλων περιοχών, στο δίτομο έργο του Πίνακας Εμπορίου της Ελλάδας, Παρίσι 1800 (μετεφράσθη στα ελληνικά και εξεδόθη προ ολίγων ετών). Οι δικές μας έρευνες για τα Αμπελάκια στηρίχθηκαν και σε ανέκδοτες Εμπορικές Εκθέσεις της εποχής εκείνης του Γάλλου Προξένου, οι οποίες ευρίσκονται στα Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας. Οι πιο πάνω δημοσιευμένες και ανέκδοτες Εκθέσεις αποτελούν τη βάση για την ασφαλή και από πρώτο χέρι (πρωτογενείς αρχειακές πηγές) γνωριμία με το Αμπελακιώτικο Σύστημα.

Νωρίτερα, αλλά και στη συνέχεια, γνωστοί Έλληνες γεωγράφοι και χρονικογράφοι της εποχής (Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς 1791, Λεονάρδος 1836, Μάγνης 1860) είχαν προβεί σε σύντομες μεν, αλλά ακριβείς και αντικειμενικές καταγραφές για τα Αμπελάκια, τη Συνεργατική Ένωση, τη χαρακτηριστική οικονομική δραστηριότητα των κατοίκων και την υλική και πολιτιστική ευμάρεια που επικρατούσε σε αυτή την κωμόπολη της τουρκοκρατούμενης Θεσσαλίας. Η μαρτυρία του Μάγνη, σύμφωνα με την οποία οι Αμπελακιώτες πωλούσαν σε μια πρώτη περίοδο, προφανώς πριν το 1780 (έτος ίδρυσης της Κοινής Συντροφιάς και Αδελφότητας), σ’ εμπόρους των Ιωαννίνων τα νήματα, ενώ αργότερα τα μετέφεραν για πώληση στη Βιέννη και άλλες πόλεις της Γερμανίας πάλι με τη βοήθεια εμπόρου των Ιωαννίνων, μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Γιαννιώτες κατ’ αρχάς και Αμπελακιώτες αργότερα έμποροι πρέπει να ήσαν, ορισμένοι τουλάχιστον, Βλαχόφωνοι Έλληνες της Ηπείρου, προερχόμενοι κατά πάσα πιθανότητα από τη Μοσχόπολη που κατεστράφη από τους Τούρκους το 1769, πολλοί δε από τους κατοίκους της ζήτησαν καταφύγιο στη Δυτική Μακεδονία και Ήπειρο, στη Θεσσαλία, στην Κων/πολη. Όπως είναι γνωστό, οι Βλαχόφωνοι Έλληνες της Μοσχόπολης, ήσαν δραστήριοι έμποροι σε όλες τις αγορές της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, όπως και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήδη από τον 17ο αιώνα. Με το εμπόριο κατόρθωσαν να ιδρύσουν σχολεία και Ακαδημία στη Μοσχόπολη, ναούς ιστορημένους με τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, και να δημιουργήσουν συνθήκες διαβίωσης πρωτόγνωρες για την εποχή εκείνη. Χωρίς αμφιβολία, Βλαχόφωνοι έμποροι οδήγησαν το αμπελακιώτικο εμπόριο και τους Αμπελακιώτες βαφειάδες στις ευρωπαϊκές αγορές.

Ακόμη νωρίτερα από τους Έλληνες γεωγράφους και από τις Εμπορικές Εκθέσεις του Γάλλου Προξένου, οι Πρόξενοι της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, παρακολουθούσαν την παραγωγή πρώτων υλών, όπως το μπαμπάκι και τα μαλλιά, καθώς επίσης τη μεταποίησή τους σε νήματα λευκά και κόκκινα και το εμπόριο τους τόσο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και στην Ευρώπη (Μασσαλία, Αδριατική, Ελβετία, Γερμανία). Οι εξαγωγές προς όλα τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Γερμανίας ήσαν στα χέρια των Ελλήνων εμπόρων (αναφέρονται η Βέροια και ο Τύρναβος Θεσσαλίας με τις γειτονικές του πόλεις), οι οποίοι εισήγαγαν με τη σειρά τους στην Τουρκία εμπορεύματα από τις ίδιες γερμανικές πόλεις, ήτοι ευρωπαϊκά υφάσματα, είδη κιγκαλερίας, ingofo (μπλε βαφή) και καφέδες, με τρόπο ώστε το ισοζύγιο των πληρωμών να είναι υπέρ της Τουρκίας, δηλαδή υπέρ των Ελλήνων.

Απάνθισμα των σχετικών αυτών, ανεκδότων συνήθως, εγγράφων, τα οποία χρονολογούνται από το 1753 έως το 1811, δημοσιεύεται στο έργο μας Αρχειακές Έρευνες για την Κοινή Συντροφιά των Αμπελακίων (1967).

Τα έγγραφα αυτά παρέχουν επί 60 χρόνια περίπου όλες τις βασικές και απαραίτητες πληροφορίες για την καλλιέργεια και παραγωγή του μπαμπακιού, τη νηματουργία, τη βαφή τους και τις χαρακτηριστικές και δραματικές ενίοτε φάσεις του εμπορίου των νημάτων, το οποίο άρχισε να διεξάγεται από Ολλανδούς, Ενετούς και Γάλλους, αλλά από τα μέσα του 18°” αιώνα κατέστη μονοπώλιο των Ελλήνων εμπόρων, ως τις αρχές του 19ου.

Τα κείμενα αυτά είναι ιστορικά ντοκουμέντα του αρχόμενου τότε εμπορευματικού, βιομηχανικού και εμπορικού καπιταλισμού της Ευρώπης και της Ελλάδας, στα πλαίσια του οποίου εντάσσονται οι ιδιαίτερες παραγωγικές σχέσεις των Αμπελακίων, όπου συνεργάσθη ισοτίμως το κεφάλαιο με την εργασία.

Από το 1801 και ίσως 40 περίπου χρόνια αργότερα, επισκέφθηκαν τα Αμπελάκια δεκάδες περιηγητές από την Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, καταγράφοντας τις παρατηρήσεις και εντυπώσεις τους για την κωμόπολη αυτή της Θεσσαλίας, yια τη βιομηχανία της και το εμπόριο των κόκκινων νημάτων, όπως επίσης και για την ευμάρεια, την παιδεία και τον πολιτισμό που την χαρακτήριζαν. Άλλοι περιηγητές ασχολήθηκαν ιδιαιτέρως με τα Αμπελάκια, γιατί η νηματουργία του Μάντσεστερ είχε δεχθεί ισχυρό αντίκτυπο από τις αντίστοιχες δραστηριότητες και το εμπόριο των Αμπελακιωτών και προσπαθούσαν και αυτοί να εξακριβώσουν όλες τις τεχνικές παραγωγής και βαφής των ελληνικών νημάτων, των οποίων η ποιότητα ήταν υπέρτερη και αυτών των αγγλικών (εξ αυτών ο μεταλλειολόγος E.D. Clarke, που επεσκέφθη την Ελλάδα και τα Αμπελάκια στις αρχές του 19ου αιώνα, δημοσίευσε από το 1810 έως το 1826, σε 10 τόμους, τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια του σε διάφορες χώρες, χωρίς να παραλείψει βέβαια ν’ «αγοράσει» από τον Τούρκο Βοεβόδα των Αθηνών, το άγαλμα της Δήμητρας που βρισκόταν στην Ελευσίνα, αλλά και να μεταφέρει στην Αγγλία 76 δέματα αρχαιοτήτων και εγγράφων. Οι αρχαιότητες και τα γεωλογικά πετρώματα που συνέλεξε από τα ταξίδια του, βρίσκονται στο Παν/μίο του Καίμπριτζ, ενώ η Συλλογή των χειρογράφων φυλάσσεται στην Οξφόρδη).

Οι διηγήσεις αυτές και περιγραφές 9 Ευρωπαίων περιηγητών για τα Αμπελάκια, αναδημοσιεύονται επίσης στο έργο μας Αρχειακές Έρευνες κ.λπ. (1967), στο πρωτότυπο, με σχόλια και αναλύσεις για κάθε περιηγητή και για τα κείμενά του για τα Αμπελάκια.

Μια άλλη γραπτή πηγή πρωτογενούς υλικού για την οργάνωση, τη λειτουργία και τις δραστηριότητες της Αμπελακιώτικης Ένωσης, είναι αφ’ ενός τα δύο γνωστά Καταστατικά της και αφ’ ετέρου η Αλληλογραφία των Αμπελακιωτών. Και το μεν Καταστατικό του 1795 αποτελείται από 17 άρθρα και υπογράφεται απ’ όλα τα μέλη της Ένωσης, των οποίων όμως ούτε ο συνολικός αριθμός, ούτε τα ονόματα είναι σήμερα γνωστά. Αντιθέτως, υπήρχαν στο αρχικό κείμενο τα ονόματα 45 μελών-αρχηγών ομάδων, οι οποίοι σχημάτιζαν 28 μερίδια.

Επικεφαλής των δύο επιμέρους Ενώσεων, των εμπόρων και των βαφειάδων, ήταν οι Γεώργιος Μαύρος (Σβαρτς ή Σρόρτσος) και ο Δημήτριος Ευθυμίου (άρθρο 7). Το μερίδιο κάθε μέλους προσδιορίστηκε με κοινή απόφαση όλων (άρθρο 17), ενώ για άλλα μεν μέλη ήταν υπεύθυνη απ’ ευθείας η Ένωση, για άλλα, όμως, τα οποία δεν κατείχαν αρκετά περιουσιακά στοιχεία, υπεύθυνοι ήσαν οι δύο αρχηγοί των επιμέρους Ενώσεων, και τούτο για την περίπτωση ζημιών (άρθρο 7). Το άρθρο 14 καθιέρωνε το δικαίωμα σε κάθε μέλος της Ένωσης να στείλει τον γιο του ή άλλο συγγενή του στη Γερμανία να σπουδάσει με τη βοήθεια των εκεί αντιπροσώπων της, τη γερμανική γλώσσα, λογιστικά και τις αναγκαίες για το εμπόριο επιστήμες. Η Ένωση αναλάμβανε να τον συμπεριλάβει με μερίδιο στα μέλη της, τον τρίτο χρόνο μετά το πέρας των σπουδών του και πρακτική, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν ικανός στο εμπόριο. Αν όχι, όφειλε να τον προσλάβει τουλάχιστον με μισθό. Το ίδιο μπορούσε να λάβει χώρα, αν οιοσδήποτε κάτοικος των Αμπελακίων επιθυμούσε να στείλει στη Γερμανία, γιο του ή συγγενή του για να εργασθεί στα μαγαζιά της Ένωσης.

Η διάταξη αυτή του Καταστατικού ήταν τεράστιας σημασίας για την επαγγελματική εκπαίδευση και για την κοινωνική κινητικότητα μελών και μη μελών της Ένωσης, αντίστοιχη της οποίας δεν ανευρίσκεται υπό τη μορφή αυτή, σε κανένα Καταστατικό καμιάς μεταγενέστερης ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας και οργάνωσης.

Το προηγούμενο ιδρυτικό Καταστατικό του 1780, διέφερε σημαντικά σε πολλά οργανωτικά θέματα αλλά και στις λιγότερο λαϊκές προβλέψεις κοινωνικού μετασχηματισμού των μελών και των κατοίκων των Αμπελακίων, τις οποίες περιείχε το Καταστατικό του 1795. Έτσι, η συμφωνία για την ίδρυση της Κοινής Συντροφιάς και Αδελφότητας (Ενωσης Θεσσαλίας για χρήση στο εξωτερικό) στηρίχθηκε σε ευαγγελικές ρήσεις και χριστιανικά ηθικά παραγγέλματα, ενώ στο άρθρο 1 του Καταστατικού του 1780 αναφέρεται ότι επανιδρύεται αυτή με αναβίωση παλαιοτέρων εθίμων (τούτο προφανώς για διευκόλυνση αναγνώρισης της Ένωσης από τις τουρκικές αρχές της Λάρισας). Ακολούθως, μόνο μέλη της Ένωσης και μέλη των οικογενειών τους είχαν το δικαίωμα να μεταβούν στη Γερμανία για επαγγελματική εκπαίδευση (άρθρο 14), ενώ με το αντίστοιχο άρθρο του Καταστατικού του 1795, κάθε κάτοικος των Αμπελακίων είχε αυτό το δικαίωμα.

Σημειώνεται ότι το μεν Καταστατικό του 1780 ανευρέθη από Έλληνες και δημοσιεύθηκε από τον Γ. Χαρτάκη στο Νέο Ελληνομνήμονα, τ. 14 (1917), το δε Καταστατικό του 1795 διεσώθη και δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1875, στη γαλλική γλώσσα από τον Γάλλο αρχιτέκτονα Francoir Boulanger.

Όσον αφορά στην Αλληλογραφία των Αμπελακιωτών μελών της Ένωσης, αυτή είχε μελετηθεί και δημοσιευθεί εν μέρει από τον καθηγητή και ακαδημαϊκό Ν. Βέη (1943-1944) και αργότερα από τον καθηγητή Ηλία Γεωργίου (1950). Η δημοσιευμένη αυτή Αλληλογραφία καλύπτει την περίοδο των ετών 1777 (τρία χρόνια πριν την ίδρυση της Ένωσης) έως 1819. Υπάρχει όμως και ανέκδοτο υλικό, κυρίως διαχειριστικά έγγραφα, ομολογίες, συναλλαγματικές και λοιπά, το οποίο δεν έχει μελετηθεί.

Τόσο τα δύο Καταστατικά, όσο και οι κυριότερες επιστολές Αλληλογραφίας των μελών της Ένωσης μεταξύ Αμπελακίων, Βιέννης και Τεργέστης, είναι τα βασικά ντοκουμέντα, τα οποία περιέχουν αυθεντικές μαρτυρίες των ιδίων των μελών τόσο για την οργάνωση, όσο και για τη λειτουργία του Συνεργατικού τους Συστήματος. Επίσης, εκτός από χαρακτηριστικές διατάξεις του Καταστατικού, τις οποίες επισημάναμε, προσθέτουμε ότι η Αλληλογραφία κάνει μνεία, μεταξύ άλλων, των δραματικών συνθηκών ανταγωνισμού με τα κόκκινα νήματα της Αγγλίας αλλά και της εναγώνιας αναμονής των μελών να καταλήξουν σε συμφωνημένη αναμόρφωση της Ένωσης σε Νέο Σύστημα, σε Πλεονεκτικό και Σωτήριο Σύστημα.

Όλα τα πιο πάνω κείμενα δημοσιεύονται στις Αρχειακές Έρευνες του υποφαινομένου (1967), ορισμένα δε από αυτά και στη διδακτορική διατριβή του (1975).

Στην ανακάλυψη, τέλος, των Αμπελακίων και ιδιαιτέρως του Συνεργατικού Συστήματος, μαζί και το Καταστατικό του 1795, όπως είδαμε, κατέχει πρωτεύουσα θέση, τόσο από ιστοριοδιφική, όσο και από θεωρητική άποψη, ο Γάλλος αρχιτέκτονας Francois Boulanger, ο οποίος διέμεινε στην Ελλάδα και εργάστηκε με ζήλο για την αναστήλωση των αρχαιοτήτων, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους.

Ο Fr. Β. ήταν οπαδός του Γάλλου ουτοπιστή και κοινωνικού φιλοσόφου του 18ου αιώνα, Charles Fourier του οποίου είναι γνωστές οι θέσεις και προτάσεις για τη συνεργασία κεφαλαίου, εργασίας και ταλέντου. Ο Ch. F., μαζί με τον επίσης Γάλλο φιλόσοφο Saint-Simon, θεωρούνται ως οι πρόδρομοι του διεθνούς συνεργατικού-συνεταιριστικού κινήματος που εμφανίσθηκε κατά επίσημο τρόπο, κατ’ αρχάς στην Αγγλία (καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, 1843), στη Γαλλία (παραγωγικοί συνεταιρισμοί των εργατών, 1831) και στη Γερμανία (πιστωτικοί συνεταιρισμοί και τράπεζες, δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα).

Ο Ch. Fourier συνέλεξε πληροφορίες από επιζώντες Αμπελακίώτες καθώς και στοιχεία για το συνεργατικό τρόπο παραγωγής του Συντροφοναυτικού Συστήματος ορισμένων νήσων, όπως η Ύδρα, το Γαλαξίδι και άλλες. Στηριζόμενος σε αυτά τα δεδομένα και θεωρώντας ότι η τότε γενικευμένη κοινοτική και συνεργατική οικονομία στην Ελλάδα, ήταν μια βιωμένη απόδειξη των θεωριών του Ch. F., προσπάθησε να προβάλει μέσα και έξω από την Ελλάδα, το πρότυπο του συνεργατικού αυτού τρόπου παραγωγής και διαβίωσης των Αμπελακίων και της Ύδρας.

Το 1847 και το 1848, όσο ζούσε ακόμη στην Ελλάδα, απηύθυνε στον I. Κωλέττη, Πρωθυπουργό της Ελλάδας, δύο επιστολές σχετικά με την οργάνωση επί συνεργατικής βάσης, της γεωργικής, βιοτεχνικής, ναυτεμπορικής και εκσυγχρονισμένης γενικότερα παραγωγής και οικονομίας της χώρας. Έχουμε στα γαλλικά το μακροσκελές και πολύ ενδιαφέρον για την οικονομία της χώρας μας κείμενο της δεύτερης επιστολής (1847). Τον επόμενο χρόνο (7 Απριλίου 1848), στέλνει από την Αθήνα άλλη επιστολή στον Λαμαρτίνο, Υπουργό των Εξωτερικών της Κυβέρνησης που είχε προέλθει από την Επανάσταση του έτους εκείνου, ζητώντας του ν’ αφήσουν η Γαλλία και οι άλλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις την Ελλάδα να κάνει τις δικές της επιλογές και ν’ ακολουθήσει ανεπηρέαστη την πολιτική και πολιτιστική της αναγέννηση (έγγραφο ανέκδοτο, το οποίο αναφέρουμε για πρώτη φορά στη διδακτορική μας διατριβή, 1975, σ. 292).

Ολόκληρο το έργο του Fr. Β. δημοσιεύθηκε μετά τον θάνατο του, στο Παρίσι το 1875 από τους φίλους του υπό τον τίτλο Τα Αμπελάκια και οι Ελληνικές Ενώσεις και Κοινότητες με αποδεικτικά έγγραφα.

Το σημαντικό αυτό έργο, όπως και η επιστολή του στον Έλληνα Πρωθυπουργό, δεν είχαν από πολιτική άποψη καμία πρακτική συνέχεια στην επιλογή των παραγωγικών και οικονομικών μοντέλων της Ελλάδας. Δεν είχαν, όμως, ούτε και στην οικονομική και κοινωνική ιστοριογραφία της χώρας μας, εκτός σπανίων αναφορών, αφού άλλωστε ούτε και αυτά τα Αμπελάκια και το παραγωγικό τους σύστημα, οικονομικό και κοινωνικό, δεν είχε ερευνηθεί και μελετηθεί μ’ επιστημονική σοβαρότητα έως και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (δεκαετία του 1950). Στη Γαλ-Αία, όμως, οι φίλοι του Fr. Β., κατά την αναζήτηση συνεργατικών μορφών παραγωγής κεφαλαίου και εργασίας, εμπνεύσθηκαν από το έργο του και το Συνεργατικό Σύστημα των Αμπελακίων και ίδρυσαν, όπως αναφέραμε ήδη, Συνεργατικά Εργαστήρια στην περιοχή της Ρουέν, τα οποία λειτούργησαν έως τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως ιδιαίτερος συνεταιριστικός τρόπος παραγωγής, συμμετέχοντας μ’ εκπροσώπους τους στα Συνέδρια της Διεθνούς Ένωσης Συνεταιρισμών, που ιδρύθηκε το 1895 στην Αγγλία και είχε την έδρα της στο Λονδίνο έως το 1983.

Στην Ελλάδα, το σπουδαιότερο για πολλές δεκαετίες ντοκουμέντο για τον Εκούσιο Συνεταιρισμό των Αμπελακίων: η ιστορία του και το εκπαιδευτικό σύστημα, οφείλεται σε δημοσιευμένη ομιλία του Γ. Λαζοπούλου, που έγινε στην Κων/πόλη το 1875. Στις αρχές ακολούθως του 20ου αιώνα, ο πολιτικός, Υπουργός και λόγιος, Γεώργιος Φιλάρετος και ο D. Georgiadis δημοσίευσαν ο μεν πρώτος ένα πρώτο άρθρο το 1900 στα ελληνικά στο Βόλο και ένα δεύτερο στα γαλλικά στην Αθήνα το 1916, ο δε δεύτερος μια ιστορική μελέτη στο Παρίσι το 1907 (στα γαλλικά) για τα Αμπελάκια. Μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσιεύθηκαν επίσης αρκετά άρθρα και έγιναν πολλές αναφορές στα Αμπελάκια σε συλλογικά έργα από ακαδημαϊκούς επιστήμονες ιστορικούς.

Ξεχωρίζουμε τις μονογραφίες του Γ. Φιλάρετου (Αθήνα, 1927), του Θ. Τζωρτζάκη (Θεσσαλονίκη, 1932), την καλλιτεχνική αποτύπωση των Αρχοντικών των Αμπελακίων του Α. Α-στεριάδη (Αθήνα, 1928), το άρθρο του καθ. Δ Καλλιτσουνάκη (1929), ένα άρθρο του Γ. Κορδάτου (1936, στο Περιοδικό Συνεταιριστής) στο οποίο υπερασπιζόταν τότε, τα Αμπελάκια και παρουσίαζε τους προδρόμους της συνεταιριστικής ιδέας στην Ελλάδα, 4 άρθρα του λογίου Φάνη Μιχαλόπουλου στην Καθημερινή (1938), στα οποία προέβαλε, και ορθώς, τα Αμπελάκια ως πρώτο ευρωπαϊκό συνεταιρισμό, καθορίζοντας και την ακριβή περίοδο λειτουργίας του (1780-1812), κάτι που δεν έχει γίνει ακόμη και σήμερα, γενικώς αποδεκτό, λόγω επιπόλαιος μελέτης της δομής και της δράσης της Ένωσης.

Ακόμη, ουσιώδες ήταν και το άρθρο του Αθ. Μουλούλη για την ιστορία του παλιού συνεταιρισμού των Αμπελακίων, που δημοσιεύθηκε το 1919, και μεγαλύτερης σημασίας το σύντομο άρθρο του καθ. Γ. Μέγα για τα Αρχοντικά των Αμπελακίων (Νέα Εστία, 1940, τ. 40).

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις του, αναθέρμαναν το ενδιαφέρον της επιστήμης, των συνεταιριστών, των διανοουμένων, αλλά και της «στρατευμένης» ιστορίας για τα Αμπελάκια και τη Συνεργατική τους Ένωση.

Κατά την περίοδο της Κατοχής, ο θεσμικός ρόλος των συνεταιρισμών στον επισιτισμό της Αθήνας και του Πειραιά και η γνωριμία μέρους του αστικού πληθυσμού, που ζήτησε καταφύγιο στα χωριά και στα νησιά της χώρας, με παραδοσιακούς θεσμούς συλλογικής και κοινωνικής οικονομίας βασισμένης στις κοινότητες, στην αλληλεγγύη και στην αλληλοβοήθεια, ώθησε διανοούμενους και πνευματικούς ανθρώπους, όπως ο καθ. και ακαδημαϊκός Νίκος Βέης και ο μεγάλος ποιητής μας Αγγελος Σικελιανός, να προβάλουν τα Αμπελάκια καθώς και τον συνεταιριστικό θεσμό. Έτσι, ο Ν. Β. πρώτος, σε 28 πρωτότυπα άρθρα του δημοσιευμένα στην Πρωία (1943-1944) προέβη στην καλύτερη έως τότε αρχειακή έρευνα και μελέτη των Αμπελακίων και της παιδείας τους, στηριζόμενος στα δύο Καταστατικά και στην έως τότε γνωστή Αλληλογραφία των μελών της Ένωσης. Από την πλευρά του, ο Άγγελος Σικελιανός σε άρθρο του το 1951, με αφορμή την ίδρυση στη Γλυφάδα του Συνεταιρισμού της Αιξωνής, από προσωπικότητες του πνεύματος, της επιστήμης και της τέχνης, ανακοίνωσε τα σχέδιά του να οργανώσει το Δελφικό Κέντρο με τη βοήθεια πολλών μορφών συνεταιρισμών (λαϊκής τέχνης, αγροτικών, βιομηχανικών για το βωξίτη, τουριστικών), με τη βοήθεια του Πικιώνη και της Αγγελικής Χατζημιχάλη. Την περίοδο εκείνη (1947), η Πολιτεία αναγνώρισε την αξία του παραδοσιακού συνεργατικού συστήματος σπογγαλιείας της Δωδεκανήσου (Κανονισμός Καλύμνου, 1884) και εκσυγχρόνισε τη λειτουργία του με τη μορφή σύγχρονων συνεταιρισμών. Δεν είναι δε άξιο απορίας, γιατί και η Ακαδημία Αθηνών το 1954 βράβευσε τον μεγάλο συνεταιριστή Θεόδωρο Τζωρτζάκη και το περιοδικό Ο Συνεταιριστής, που εξέδιδε επί δεκαετίες, όπως και την Αγροτική Οικονομία του συνεταιριστή Αριστ. Κλήμη (1955).

Την ίδια εποχή, υπό τις γνωστές συνθήκες της ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ο Γιάννης Κορδάτος δημοσιεύει ένα δεύτερο άρθρο για τον Συνεταιρισμό των Αμπελακίων (1948), γραμμένο με τις ίδιες περίπου θέσεις με το προηγούμενο του το 1936, ενώ λίγα χρόνια αργότερα (1955) γράφει τη μελέτη του για τα Αμπελάκια και τον μύθο για το συνεταιρισμό τους, το οποίο πλήγωσε και πληγώνει την ελληνική ιστοριογραφία, τους συνεταιρισμούς και τους συνεταιριστές και πιο πολύ την αντικειμενική αλήθεια για τα Αμπελάκια, αγνοώντας τα κείμενα, παρερμηνεύοντας τα γεγονότα και διαστρεβλώνοντας την ερμηνεία των συνεργατικών διαδικασιών. Οι απόψεις του Γ. Κ. έγιναν δεκτές και αναφέρονται ακόμη στη βιβλιογραφία αφενός από τους μελετητές της «αριστερής» και «προοδευτικής» ιδεολογίας και αφετέρου από αρθρογράφους, αλλά και μερίδα πανεπιστημιακών, λόγω προφανούς αγνοίας της οργανωτικής δομής και των παραγωγικών σχέσεων των Αμπελακίων. Εξάλλου, τόσο ο Γ.Κ, όσο και όσοι αποδέχονται την πρότασή του για τον «μύθο» του συνεταιρισμού των Αμπελακίων, δει/ γνώριζαν και δεν γνωρίζουν ακόμη τις ευρωπαϊκές πηγές και μελέτες για τα Αμπελάκια.

Στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας, ο Ηλίας Νικολόπουλος επιχείρησε τη μελέτη του αμπελακιώτικου φαινομένου με μεθοδολογικές προσεγγίσεις της μαρξιστικής θεωρίας και ιδεολογίας, πράγμα που τον οδήγησε α’ ερμηνείες και συμπεράσματα, τα οποία εκτρέπουν την αμπελακιώτικη συνεργατική εμπειρία έξω από την τροχιά της αντικειμενικής ερμηνείας και πραγματικότητας.

Πάντως, ο κορμός της δοκιμιογραφικής, ιστορικής και επιστημονικής γνωριμίας με τα Αμπελάκια, κρατήθηκε ως σήμερα στα πλαίσια ενός συνεχούς ενδιαφέροντος γι’ αυτά, μέσα κι έξω από την Ελλάδα. Πέρα από τις αναφορές σε αυτά ακαδημαϊκών, όπως ο Ν. Λούρος, ο Παναγιώτης Ζέπος, ο Γ. Μέγας με τις Θεσσαλικές Οικήσεις, ιστορικοί και οικονομολόγοι, όπως ο Δ Καλλιτσουνάκης, ο Κ. Λεοντίδης, ο Αριστείδης Κλήμης στο μνημειώδες πεντάτομο έργο του για την Ιστορία των Συνεταιρισμών και άλλοι, υπερασπίσθηκαν και προέβαλαν με ζήλο τον συνεργατικό τρόπο παραγωγής, την παιδεία και τον πολιτισμό των Αμπελακίων, που στηρίχθηκαν στη συμμετοχή όλων των κατοίκων, άλλων ως μεριδιούχων μελών και άλλων ως μισθωτών, στα αποτελέσματα των λαϊκών του επιχειρήσεων.

Το 1948 σημειώνεται η απαρχή νέας επιστημονικής θεώρησης, αναθεώρησης, αξιολόγησης και χρησιμοποίησης του αμπελακιώτικου κοινοτικού και συνεργατικού μοντέλου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Το πρώτο βήμα γίνεται από τον Κ. Κουκκίδη, ο οποίος στις δεκαετίες του 1940 και 1950 δημοσιεύει στα ελληνικά και στα γαλλικά τη διατριβή του για το Συνεργατικό πνεύμα των Ελλήνων και τα Αμπελάκια, πρώτο συνεταιρισμό του κόσμου.

Η απήχηση της διατριβής του Κ. Κ. ήταν πολύ περιορισμένη τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Ελλάδα, γιατί για μεν τα Αμπελάκια η μέθοδος μελέτης ήταν αντιεπιστημονική (εξίσωση των Καταστατικών διατάξεων με τις σύγχρονες συνεταιριστικές αρχές, έλλειψη έρευνας των πρωτογενών πηγών και επανάληψη των ιδεαλιστικών και εξιδανικευμένων θέσεων του Fr. Boulanger), για δε το γενικότερο συνεταιριστικό πνεύμα της σύγχρονης Ελλάδας, έγινε ανεπίτρεπτη ανάμειξη και σύγχυση των αλληλοβοηθητικών και καλλιεργητικών εθίμων της χώρας μας, τόσο με τη Συνεργατική Ένωση των Αμπελακίων όσο και με τους ευρωπαϊκούς συνεταιριστικούς θεσμούς. Επιστημονική πάντως προσέγγιση τόσο των αρχαιοελληνικών, όσο και των νεωτέρων αμιγώς συνεργατικών και συμμετοχικών τρόπων παραγωγής, έχουν κάνει ιστορικοί, οικονομολόγοι και συνεταιριστές, όπως ο καθηγητής Νικόλαος Πανταζόπουλος για τους Οργεώνες και για τις Συσσωματώσεις των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατία, ο καθηγητής και πρύτανης Λάζαρος Χουμανίδης για τις Ναυτικές Συντροφικές Εκμεταλλεύσεις, ο Αριστ. Κλήμης στο έργο του που αναφέραμε ήδη και ο υποφαινόμενος για τα Κτηνοτροφικά Τσελιγκάτα, για την Παραδοσιακή Αλιεία των Ελλήνων στη Μαύρη Θάλασσα, για το Συντροφο-σπογγαλιευτικό Σύστημα της Καλύμνου και για τις Συνεργατικές ομάδες κοινοτικών μεταλλείων.

Κατά την τρίτη μεταπολεμική δεκαετία (1960) τόσο η επιστημονική έρευνα στη Γαλλία, όσο και οι πρακτικές ανάγκες του Προγράμματος Τεχνικής Βοήθειας του ΟΗΕ προς τις χώρες του Τρίτου Κόσμου, προσανατολίζονται στη μελέτη παραδοσιακών οικονομικών και κοινωνικών θεσμών διαφόρων χωρών, οι οποίες έως τότε είχαν γίνει αντικείμενο μόνο ιστοριοδιφικής και εθνολογικής διερεύνησης.

Και στη μεν Σορβόννη (6ο Τμήμα της Κοινωνικής Οικονομίας της Ecole Pratique des Hautes Etudes), ο Καθηγητής Η. Desroche εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για τα Αμπελάκια, γνωστά από τα Συνεργατικά Εργαστήρια της Ρουέν και το έργο του Fr. Boulanger. Υπό τη διεύθυνσή του και με σκοπό την ανεύρεση και δημοσίευση των πρωτογενών πηγών για τα Αμπελάκια, προέβην σε τριετή αρχειακή έρευνα, καρπός της οποίας ήταν η ομώνυμη ογκώδης μονογραφία, η οποία έγινε δεκτή από το Παν/μίο Παρισίων (1967, 300 σελίδες) για το Δίπλωμα των Κοινωνικών Επιστημών της Εργασίας.

Ταυτοχρόνως, το Διεθνές Γοαφείο Εργασίας (Α Γ.Ε.), η Διεύθυνση Ανάπτυξης των Κοινωνικών Θεσμών, εκπονούσε έρευνα των παραδοσιακών και λοιπών συνεργατικών θεσμών που έκαναν την εμφάνισή τους κατά τους τελευταίους αιώνες σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των Αμπελακίων.

Το Δ. Γ. Ε. με προσέλαβε το 1968 ως επιστημονικό στέλεχος και επί οκτώ χρόνια ασχολήθηκα με τη συνεργατική, συνεταιριστική και λαϊκή ανάπτυξη των κοινωνικών θεσμών, τόσο από άποψη επιτελικού σχεδιασμού, όσο και από άποψη επιτόπιας έρευνας και εφαρμογής, σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου. Στη συνέχεια, με υποτροφία του Δ.Γ.Ε., επεξεργάσθηκα το πιο πάνω υλικό και εξεπόνησα διδακτορική διατριβή του γαλλικού κράτους, όπως ανεφέρθη ήδη, για τη Συνεταιριστική Ένωση των Αμπελακίων, τις παραδοσιακές συνεργατικές μορφές κτηνοτροφίας και του συντροφο-ναυτικού εμπορίου καθώς και το ελληνικό συνεταιριστικό κίνημα από το 1780 έως το 1966 (Παρίσι 1975, 318 σελίδες). Το περιεχόμενο της διατριβής αυτής και ιδιαίτερα τα συμπεράσματα και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Συνεργατικού Συστήματος των Αμπελακίων έγιναν έτσι διεθνώς γνωστά. Σε αυτό συνέβαλε και η δημοσίευση στην επιστημονική Συνεταιριστική Επιθεώρηση του ΑΓ.Ε. (Γενεύη 1975, τεύχ. 2, 29 σελ. στα αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά), εκτεταμένου συλλογικού άρθρου μας για την ταυτότητα της Αμπελακιώτικης Ένωσης (Το Πλεονεκτικό και Σωτήριο Σύστημα), ως πολυεθνικής εταιρείας της Ευρώπης, η οποία υπερείχε κατά πολύ από τον πρώτο συνεταιρισμό της Ρόσντέίλ της Αγγλίας (1843).

Τέλος, το 1981 με πρωτοβουλία μας από την Έδρα Κοινωνιολογίας της Νομικής Σχολής του Δ Π. Θ. και σε συνεργασία με την ΠΑΣΕΓΕΣ, την Ακαδημία Αθηνών, το Υπουργείο Πολιτισμού, το Λύκειο Ελληνίδων και την Κοινότητα Αμπελακίων, οργανώθηκε στην Αθήνα και στα Αμπελάκια (επέτειος για τα διακόσια χρόνια από την ίδρυση και λειτουργία της Αμπελακιώτικης Συνεργατικής Ένωσης) Διεθνές Συμπόσιο Άτυπων και παραδοσιακών Συνεταιρισμών. Το υλικό δημοσιεύθηκε το 1982 (Αθήνα, 306 σελίδες) στα ελληνικά και γαλλικά, και αποτέλεσε το κορύφωμα της ελληνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς αναγνώρισης και διάστασης των Αμπελακίων ως του πρώτου παραγωγικού και εμπορικού Συνεταιρισμού στον κόσμο.

Από τη γαλλική πλευρά, το 1983 ο Γάλλος συνάδελφος στο ΑΓ.Ε. Roger Verdier δημοσίευσε στην Επιθεώρηση Συνεταιριστικών Ερευνών (Παρίσι 1983), περιοδική έκδοση διεθνούς επιστημονικής απήχησης, λεπτομερή καταγραφή των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του Συνεργατικού Συστήματος των Αμπελακίων, χρησιμοποιώντας και παραθέτοντας κείμενα από τα Καταστατικά, το έργο του Fr. Boulanger, τις δύο διατριβές μου, το άρθρο του ΑΓ.Ε. το 1975 και τις ανακοινώσεις που έγιναν στο πιο πάνω Διεθνές Συμπόσιο στην Ελλάδα το 1981.

Περατώνουμε αυτό το βιβλιογραφικό περίπατο με τη διατύπωση του εύλογου ερωτήματος: Γιατί η ελληνική επιστήμη, αλλά και οι οικονομικές και κοινωνικές επιλογές της πολιτείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης της χώρας μας, αγνοούν και δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν τους το μεγάλο αυτό και ιστορικό πρότυπο συνεργασίας κεφαλαίου και εργασίας, ευρωπαϊκής και διεθνούς σημασίας και προβολής, όταν η αντίστοιχη ευρωπαϊκή επιστήμη και τα Προγράμματα Ανάπτυξης του ΟΗΕ έχουν εστιάσει το ενδιαφέρον τους στις δομές και στις λειτουργίες του αμπελακιώτικου κοινοτικού συστήματος, καθολικής και ισότιμης λαϊκής συμμετοχής τόσο στις παραγωγικές και επιχειρηματικές διαδικασίες, όσο και στα αποτελέσματά τους;

Επιβεβλημένο, πάντως, θεωρείται για την αντικειμενική γνώση του Αμπελακιώτικου Συστήματος, υπό τις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης, της δραστηριοποίησης των τοπικών κοινωνιών των πολιτών, της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνικής και συνεταιριστικής οικονομίας, να εκδοθούν στα ελληνικά οι πιο πάνω έρευνές μας -έχει εκδηλώσει σχετικό ενδιαφέρον η Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Θεσσαλών- και να εκπονηθεί μια σχολαστική Βιβλιογραφία για το θέμα, πράγμα που θα ενισχύσει τη διάχυση των υφισταμένων πηγών και την περαιτέρω μελέτη του ελληνικού και ευρωπαϊκού αστού συνεργατικού φαινομένου, στα πλαίσια της ευρωπαϊκής συζήτησης και ολοκλήρωσης (ο Αστέρης Βόγιας, Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Αμπελακίων, προωθεί σχέδιο καταγραφής της υφισταμένης βιβλιογραφίας για τα Αμπελάκια).

, , , , , , ,

1 thought on “Αμπελάκια, η Κοινοτική Πολιτεία της Κοκκινάδικης Τέχνης (Δ’ Μέρος – Βιβλιογραφικές σημειώσεις)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.