Αμπελάκια, η Κοινοτική Πολιτεία της Κοκκινάδικης Τέχνης (Α’ Μέρος)

Παραγωγικοί και οικονομικοί μηχανισμοί του πρώιμου Ελληνικού και Ευρωπαϊκού συνεργατικού λαϊκού καπιταλισμού

Γράφει ο Διονύσης Μαυρογιάννης,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 57, Δεκέμβριος 2001, σελ. 15-20

*καθηγητής Κοινωνιολογίας και πρ. πρύτανης Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Το αμπελακιώτικο «φαινόμενο» είναι το κοινοτικό και συνεταιριστικό εκείνο φαινόμενο της νεώτερης Ελλάδας και της Ευρώπης, που έχει προξενήσει ως σήμερα, σε δικούς μας και ξένους ιστορικούς, φιλολόγους, εθνολόγους, οικονομολόγους, νομικούς, κοινωνιολόγους και πολιτικούς, μεγάλο και πολύπλευρο ενδιαφέρον. Στη σχετική φιλολογία είναι γνωστό περισσότερο με το όνομα που αναφέρεται στα Καταστατικά του 1780 και 1795, ήτοι Κοινή Συντροφιά και Αδελφότητα αλλά και Σύστημα, Νέο Σύστημα, Ωφέλιμο και Σωτήριο Σύστημα, που μνημονεύονται στην επίσημη και ιδιωτική αλληλογραφία των Αμπελακιωτών. Στα Αμπελάκια συνέρρεαν επί δεκαετηρίδες, από το τέλος του 18ου ως και τις αρχές του 19ου αιώνα, Ευρωπαίοι διπλωμάτες, περιηγητές και προσωπικότητες της ευρωπαϊκής οικονομίας, για να γνωρίσουν από κοντά την ελληνική αυτή κωμόπολη της ορεινής Θεσσαλίας, κοντά στα γνωστά Τέμπη, που πολύ χαρακτηριστικά είχε αποκληθεί από ξένους «Μικρή Δημοκρατία», «Ολλανδική Κωμόπολη» και «Σύγχρονο Θαύμα του Ελληνισμού».

Σήμερα αποτελεί κοινή συνείδηση σε Έλληνες και Ευρωπαίους ότι τα Αμπελάκια είναι το κοινωνικό εκείνο εργαστήριο στο οποίο εφαρμόσθηκαν πρωτότυποι τρόποι συλλογικών παραγωγικών σχέσεων και όπου σφυρηλατήθηκε η οικονομική και κοινωνική αναγέννηση τόσο του νεώτερου ελληνισμού όσο και της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Ο επισκέπτης που θα θελήσει να λοξοδρομήσει από την εθνική οδό Αθηνών – Θεσσαλονίκης, πριν από την είσοδο στα στενά των Τεμπών, και ανέβει λίγα χιλιόμετρα στην Όσα, απέναντι από τις ανατολικές πλαγιές του Ολύμπου, θα διαπιστώσει εύκολα από τα εναπομείναντα ερειπωμένα αρχοντόσπιτα της Κωμόπολης ότι σε αυτό τον τόπο σίγουρα κάτι ξεχωριστό έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των δύο περασμένων αιώνων. Και οι λιγοστοί κάτοικοι που εναπόμειναν στη σημερινή Κοινότητα, ασχολούμενοι με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και άλλα επαγγέλματα, και που πολλοί είναι απόγονοι εκείνων που δημιούργησαν την Κοινή Συντροφιά, θα σας διηγηθούν πολλά περιστατικά και πτυχές από την ιστορία των Αμπελακίων, που παραμένει ακόμη ολοζώντανη στη μνήμη τους.

1. Ανακάλυψη των Αμπελακίων και οι σχετικές πηγές της γραπτής παράδοσης

Η ανακάλυψη των Αμπελακίων και του ιδιόμορφου παραγωγικού τους συστήματος οφείλεται σε σύγχρονους τότε ή μεταγενέστερους Ευρωπαίους ιστορικούς, γεωγράφους και επιστήμονες, που μελέτησαν από κοντά τις παραγωγικές σχέσεις της κωμοπόλης στο 18ο και στο 19ο αιώνα.

Σύμφωνα με τα ανέκδοτα Προξενικά Αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας, στο 3ο έτος της Γαλλικής Επανάστασης, η Επιτροπή Σωτηρίας του Παρισιού απέστειλε προς το νεαρό πολίτη Felix (Beaujour), Πρόξενο της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, έγγραφο επιστολή περιέχουσα οδηγίες της γαλλικής κυβέρνησης. Στις οδηγίες αυτές αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, ότι ο πολίτης Πρόξενος όφειλε να ερευνήσει στην περιοχή του και ανεύρει αφ’ ενός από πού προερχόταν το κόκκινο χρώμα των νημάτων (που την εποχή εκείνη ήταν γνωστό σε όλη την Ευρώπη με το όνομα Κόκκινο της Ανατολής ή Κόκκινο της Ανδριανούπολης) και αφ’ ετέρου ποια ήταν η χρησιμοποιούμενη τεχνολογία και ο τεχνικός εξοπλισμός της νηματουργίας. Ο Πρόξενος όφειλε να μάθει τα μυστικά της Κοκκινάδικης Τέχνης του ελλαδικού χώρου και να δώσει λεπτομερείς πληροφορίες στη χώρα του με τρόπο που η τελευταία αυτή να μπορέσει να συναγωνισθεί το εμπόριο και τη νηματουργία της Αγγλίας που έφερνε μπαμπάκια από την Ινδία. Επιπλέον θα μπορούσε να μεταφέρει τα μυστικά της τέχνης ή και τεχνίτες ακόμη των Αμπελακίων στη Γαλλία.

Ο Γάλλος Πρόξενος μετέβη όντως στα Αμπελάκια όπου και διέμεινε αρκετούς μήνες. Καρπός των παρατηρήσεων και ερευνών του ήταν μια σειρά από εκθέσεις προς το Υπουργείο των Εξωτερικών της Γαλλίας. Στις εκθέσεις του αυτές ο Felix Beaujour, που αναδημοσιεύθηκαν στο δίτομο έργο του Tableau du Commerce de Grece δημοσιευμένο στο Παρίσι το 1800 (υπάρχει και μετάφραση στα ελληνικά), περιγράφει με γλαφυρότητα, λεπτομέρειες και ακρίβεια ό,τι αφορούσε στη διαδικασία παραγωγής και εμπορίας των περίφημων κόκκινων νημάτων των Αμπελακίων.

Στη συνέχεια, μια σειρά από διπλωμάτες και επιστήμονες που επισκέφθηκαν τα Αμπελάκια ως περιηγητές (Γάλλοι, Γερμανοί, Σουηδοί και κυρίως Άγγλοι) στο τέλος του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, περιέγραψαν καθένας από την πλευρά του και με τον τρόπο του την οργάνωση της αμπελακιώτικης κοινωνίας και της παραγωγής και εμπορίας των νημάτων, δραστηριότητα που, κατά μαρτυρία Άγγλου περιηγητή, είχε σοβαρό αντίκτυπο πάνω στη νηματουργία του Μάντσεστερ εκείνης της εποχής. Απάνθισμα των κυριοτέρων διηγήσεων των περιηγητών αυτών συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν στην έρευνα και μελέτη μας, Αρχειακές Έρευνες για τη συνεταιριστική Ένωση των Αμπελακίων στα Γαλλικά και Ελληνικά Αρχεία και στις Διηγήσεις των Περιηγητών.

Τρίτη πηγή εγκύρων πληροφοριών για τα Αμπελάκια είναι οι χρονογραφίες και οι γεωγραφίες Ελλήνων της εποχής εκείνης (όπως ο Κωνσταντάς και ο Λεονάρδος) που κατάγονταν από τα Αμπελάκια και τα είχαν επισκεφθεί κατά την εποχή της ακμής τους, αλλά και αργότερα.

Τέταρτη πηγή είναι ο Γάλλος αρχιτέκτονας Francois Boulanger που ήρθε και παρέμεινε για ολόκληρες δεκαετίες στην Αθήνα μετά την Επανάσταση του 1821, ασχολούμενος με τη μελέτη και αναστήλωση αρχαιοτήτων. Ο Boulanger ήταν οπαδός του Γάλλου ουτοπιστή και σοσιαλιστή Charles Fourier και υπ’ αυτό το πνεύμα παρατηρούσε όσα συνέβαιναν γύρω του στο χώρο της οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνικής δομής του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ανεζήτησε, ανεύρε και συνέλεξε από πρώτο χέρι (από Αμπελακιώτες που είχαν πρωταγωνιστήσει στη δημιουργία και λειτουργία της Κοινής Συντροφιάς) χρήσιμες πληροφορίες για την οργάνωση της συλλογικής αυτής επιχείρησης. Τα στοιχεία αυτά μαζί με το Καταστατικό του

έτους 1795 δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο του Boulanger που εξεδόθη στο Παρίσι το 1875 υπό τον τίτλο Αμπελάκια ή Ενώσεις και Ελληνικές Κοινότητες με αποδεικτικά έγγραφα. Πρέπει να προστεθεί ότι ο Γάλλος αρχιτέκτονας, θέλοντας να συμβάλει στην πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική αναγέννηση της Ελλάδας, έκανε διάφορα έγγραφα διαβήματα σε προσωπικότητες της εποχής του, όπως I. Κωλέττης, Πρωθυπουργός της Ελλάδας και ο γνωστός Γάλλος ποιητής Λαμαρτίνος, Υπουργός των Εξωτερικών. Σ’ επιστολή που έστειλε το 1847 στον πρώτο, πρότεινε, μεταξύ άλλων, την παραχώρηση εθνικών γαιών σε κοινότητες, την οργάνωση ομαδικής καλλιέργειας, την ίδρυση στον αγροτικό χώρο συνεργατικών αποθηκών, τραπεζών και εργαστηρίων, παραθέτοντας πληροφορίες για την οικονομική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε τότε στη χώρα μας. Οι προτάσεις και οι οραματισμοί αυτοί του Boulanger δεν έχουν ακόμη μελετηθεί όπως τους ταιριάζει, επηρέασαν όμως ως τις αρχές του 20ου αιώνα τη γαλλική και διεθνή συνεργατική ανάπτυξη.

Από ελληνικής πλευράς, πρώτος ο Γ. Λαζόπουλος δημοσίευσε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τα Αμπελάκια και το εκπαιδευτικό τους σύστημα στη Κωνσταντινούπολη το 1875 και ακολούθως ο γνωστός πολιτικός και ιστορικός Γεώργιος Φιλάρετος παρουσίασε μια πρώτη συνοπτική διατριβή του στο Βόλο το 1900. Το 1917, ο Γ. Χαριτάκης έφερε στο φως από τις στήλες του Νέου Ελληνομνήμονα το πρώτο Καταστατικό της Κοινής Συντροφιάς του έτους 1780. Το 1950, ο Ηλίας Γεωργίου δημοσίευσε πολύ αξιόλογα έγγραφα αλληλογραφίας από το Αρχείο Δογάνη (απογόνων παλαιών συνεταίρων των Αμπελακίων), ενώ το 1966 ο Καθηγητής Ν.Κ. Μου-τσόπουλος παρουσίασε την πρωτότυπη εθνολογική μελέτη του για τα αρχιτεκτονικά μνημεία και αρχοντικά της κωμόπολης. Οι κυριότερες πάντως ελληνόγλωσσες και ξενόγλωσσες πηγές και μελέτες για τα Αμπελάκια, δημοσιευμένες και ανέκδοτες, περιελήφθησαν και δημοσιεύθηκαν στα γαλλικά στις αρχειακές έρευνες και μελέτες μας από το 1967 ως το 1975 στη διδακτορική μας Διατριβή στο Παρίσι, όπως επίσης στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου που οργανώσαμε το 1981 στην Αθήνα και στα Αμπελάκια με το Υπουργείο Πολιτισμού, την Ακαδημία Αθηνών και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (την Έδρα μας της Κοινωνιολογίας) και τέλος τους Ελληνικούς Αγροτικούς Συνεταιρισμούς, του ΟΗΕ και τη Διεθνή Συνεταιριστική Ένωση.

Αναμφίβολα υπάρχουν και άλλες άγνωστες για την ώρα πηγές στα αγγλικά, στα αυστριακά και στα οθωμανικά αρχεία, χώρες με τις οποίες τα Αμπελάκια βρισκόντουσαν σε επαφή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κατά την περίοδο της ακμής τους.

2. Κοινωνική δομή και οργάνωση της Κοινής Συντροφιάς

Ο πληθυσμός των Αμπελακίων κατά την περίοδο της ακμής τους ανερχόταν από 4.000 έως 6.000 χιλιάδες άτομα. Κατά την ορθότερη άποψη, στους αριθμούς αυτούς πρέπει να υπολογίσουμε και ορισμένους εποχιακούς εργάτες ή άτομα άλλων παρακειμένων χωριών, που έπαιρναν μέρος στις παραγωγικές δραστηριότητες της Κοινής Συντροφιάς. Ο πληθυσμός αυτός δεν ήταν εξ ολοκλήρου γηγενής, αφού τα Αμπελάκια προ του 1780, έτος έναρξης της λειτουργίας της Κοινής Συντροφιάς, δεν ήταν παρά ένα μικρό χωριό. Από διάφορες πηγές συνάγεται το συμπέρασμα ότι πολλά άτομα από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία προσέφυγαν στα Αμπελάκια, όπου ίσχυαν προνόμια ορισμένης αυτοδιοίκησης (Στα Αμπελάκια π.χ. απαγορευόταν να διαμείνει Τούρκος, ενώ σε ορισμένη περίοδο κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα, οι Αμπελακιώτες είχαν το δικαίωμα να οπλοφορούν). Για το λόγο δε ότι πολλοί, αν μη οι περισσότεροι κάτοικοι των Αμπελακίων ήσαν νεοφερμένοι, η δε Κοινότητα διακρινόταν για τη μεγάλη έλλειψη γης (σε σύγκριση με τον κάμπο της Λάρισας, ο οποίος εκαλλιεργείτο προς όφελος των Τούρκων με το τιμαριωτικό σύστημα «Τσιφλίκια» και το δουλοπαροικιακό καθεστώς), στα Αμπελάκια δεν υπήρχαν μεγάλες οικογένειες, τζάκια, προύχοντες και γενικά κοινωνικές διακρίσεις και ιεραρχικές διαστρωματώσεις. Συνεπώς η δομή της αμπελακιώτικης κοινωνίας ήταν οριζόντια, δημοκρατική, εξισωτική και αλληλέγγυη. Βέβαια με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου, ορισμένα άτομα και οικογένειες διαφοροποιήθηκαν οικονομικά και δημιουργήθηκε αναπόφευκτα νέα κοινωνική πυραμιδική διαστρωμάτωση που εξέθρεψε άλλους συσχετισμούς και μορφές στην κοινωνική δομή της τοπικής κοινωνίας, χωρίς αυτές ωστόσο να αποβούν σε βάρος της δημοκρατικής οργάνωσής της, όπως θα το διαπιστώσουμε στη συνέχεια.

Η οργάνωση της τοπικής πολιτικής εξουσίας (κοινοτικής) στηριζόταν στις ίδιες αρχές και είχε αρχικά το ίδιο περιεχόμενο και τις ίδιες βασικά αρμοδιότητες που είχε και στις άλλες κοινότητες της εποχής, δηλαδή διακυβέρνηση από αιρετούς προεστούς, δημογέροντες, πρώτους.

Τα Αμπελάκια δεν είχαν δικά τους πολιτικά και εκκλησιαστικά δικαστήρια, αλλά υπαγόντουσαν για μεν τις ποινικές υποθέσεις στη Λάρισα, για δε τις εκκλησιαστικές στην Επισκοπή Πλαταμώνος της οποίας υπήρχε και θερινή διαμονή στην κωμόπολη. Οι διαφορές όμως μπορούσαν να λυθούν και με διαιτησία, αλλά και στα πλαίσια της κοινότητας.

Κατά την περίοδο της εμφάνισης και δράσης της Κοινής Συντροφιάς, η τοπική πολιτική εξουσία των προεστών ταυτίστηκε με τη διοίκηση της επιχείρησης, δεδομένου ότι όλες οι δραστηριότητες των κατοίκων και ολόκληρη η καθημερινή ζωή τους είχαν άμεση σχέση με την Κοινή Συντροφιά. Πολιτικός δηλαδή και διοικητικός μηχανισμός αφ’ ενός και οικονομική διαχείριση της μοναδικής επιχείρησης αφ’ ετέρου, εντάχθηκαν οι μεν στη δε.

Ποια ήταν η «συνεργατική» δομή της Κοινής Συντροφιάς και πού στηριζόταν αυτή ;

Η οργάνωση στηριζόταν εν μέρει σε άγραφα κοινοτικά συναλλακτικά έθιμα και στις εμπειρίες του ελληνικού λαού κατά τη μεταβυζαντινή περίοδο καθώς και στη γραπτή κωδικοποιημένη νομοθεσία των Αμπελακίων των ετών 1780 και 1795. Η προκειμένη κωδικοποίηση αφορούσε ιδιαίτερα στα όργανα της Κοινής Συντροφιάς, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μελών και στον τρόπο διαχείρισης και διανομής των κερδών. Επρόκειτο δηλαδή για την πρώτη χρονικά και σπουδαιότερη κωδικοποίηση συνεργατικής παραγωγής και εμπορικού δικαίου, διαποτισμένη από κανόνες κοινοτικής αυτοδιοίκησης και χριστιανικής ηθικής, στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Οι ιστορικοί και νομικοί δεν διείδαν ακόμη όμως στη νομοθετική αυτή εκδήλωση των Αμπελακιωτών τη σοβαρότητα της κωδικοποίησης από άποψη ιστορικής εξέλιξης και διαμόρφωσης του πατρίου δικαίου, ανάλογη και παράλληλη εκδήλωση της οποίας ήταν η μετ’ ολίγα έτη κωδικοποίηση του συντροφικού ναυτεργατικού και ναυτεμπορικού δικαίου της Ύδρας το 1804 και κυρίως το 1818, όπως επίσης και η κωδικοποίηση του γαλλικού εμπορικού δικαίου η οποία στηρίχθηκε και σε αρχαιότερα κείμενα ελληνικού δικαίου.

Στη Γενική Συνέλευση που ενέκρινε τα Καταστατικά καθώς και σε ορισμένες άλλες σπουδαίες περιπτώσεις, ελάμβαναν μέρος όλοι οι ενήλικες άρρενες κάτοικοι οι οποίοι συζητούσαν και αποδέχονταν ή απέρριπταν με ψηφοφορία τις προτάσεις της διαχείρισης της Ένωσης. Μέλη της Κοινής Συντροφιάς συνάγεται ότι ήσαν όλοι οι κάτοικοι της Κωμόπολης με μερίδιο, το οποίο φαίνεται ότι ήταν αναλογικό με το έργο και την ευθύνη κάθε μέλους. Πολλοί όμως αμείβονταν μόνο με μισθό ή ημερομίσθιο.

Η συνεταιριστική μερίδα κυμαινόταν μεταξύ ορισμένου κατωτάτου και ανωτάτου ορίου (5.000 έως 20.000 πιάστρα). Συνεπώς, οι μεν ευπορώτεροι δεν μπορούσαν να μονοπωλήσουν το κεφάλαιο, οι δε ασθενέστεροι σχημάτιζαν και συμμετείχαν στο κεφάλαιο καθ’ ομάδες. Τα μέλη της Συντροφιάς ή-σαν τακτικά, προσωρινά και μαθητευόμενοι για ορισμένο χρονικό διάστημα. Η Συντροφιά βοηθούσε οιοδήποτε νέο επιθυμούσε να μεταβεί ακόμη και στο εξωτερικό (Βιέννη) όπου υπήρχε υποκατάστημα, να εκμάθει λογιστικά και ξένη γλώσσα και κατόπιν να ενσωματωθεί, με ορισμένη διαδικασία, στους κόλπους της ως μέλος. Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσα ήσαν τα μέλη της Κοινής Συντροφιάς. Υπάρχουν όμως μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά την ακμή της Ένωσης υπήρχαν στα Αμπελάκια 80 έμποροι και 24 βαφεία με τους τεχνίτες και εργάτες τους οι οποίοι πρέπει να ανήρχοντο σε μεγαλύτερο αριθμό από τους εμπόρους.

Η Γενική Συνέλευση εξέλεγε για τρία συνήθως χρόνια, όσο και η πρώτη διάρκεια της Κοινής Συντροφιάς, πολυμελές σώμα που αποτελούσε το Διοικητικό Συμβούλιο και τα λοιπά όργανα της διαχείρισης και της εποπτείας. Τα περισσότερα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είχαν ως έδρα τα Αμπελάκια, ταξίδευαν όμως συχνά έξω απ’ αυτά, ορισμένα δε διέμεναν στο υποκατάστημα της Βιέννης. Από την επίσημη αλληλογραφία της Κοινής Συντροφιάς προκύπτει σαφώς ότι ως διαχειριστές της εξελέγησαν τόσο άτομα που προερχόντουσαν από τους ευπορώτερους εμπόρους, όπως ο Γιώργιος Μαύρος, όσο και από τους απλούς τεχνίτες των βαφείων, όπως ο αρχιτεχνίτης Ευθύμιος Δημητρίου. Προκύπτει επίσης από τις διάφορες ελληνικές πηγές ότι μετά από ορισμένη διάρκεια λειτουργίας της Κοινής Συντροφιάς, οι τεχνίτες και τα κατώτερα εισοδηματικούς άτομα, διεκδίκησαν και πήραν στα χέρια τους τον διοικητικό έλεγχο της Ένωσης (1795).

3. Οργάνωση των δραστηριοτήτων

Οι διάφορες δραστηριότητες που συνίσταντο πρώτον στην αγορά των πρώτων υλών (μπαμπάκι και ριζάρι), δεύτερον στο στρίψιμο των νημάτων, τρίτον στο βάψιμο τους και τέταρτον στην εμπορία τους, δεν περιγράφονται με λεπτομέρειες στα δύο Καταστατικά που γνωρίζουμε. Τις πληροφορίες γι’ αυτές τις δραστηριότητες τις παίρνουμε από διάφορα έγγραφα και κυρίως από τις υπηρεσιακές εκθέσεις εμπορικής αλληλογραφίας του Γάλλου Πρόξενου Felix Beaujour καθώς και από την αλληλογραφία των Αμπελακιωτών.

Τα Αμπελάκια δεν διέθεταν πρώτες ύλες για τη βιοτεχνία τους, εκτός ίσως από μερικές ποσότητες μπαμπακιού από το γειτονικό κάμπο της Θεσσαλίας και της κοιλάδας των Τεμπών που πωλούσαν στην Κοινή Συντροφιά συνεργαζόμενοι χωρικοί της περιοχής. Μέλη της Ένωσης αγόραζαν λοιπόν από τη Μακεδονία, από ορισμένα νησιά του Αιγαίου και από τη Μικρά Ασία τις αναγκαίες ποσότητες. Για το είδος του μπαμπακιού και του ριζαριού καθώς και για τις παραγόμενες ποσότητες καθώς και τις τρέχουσες τιμές αγοράς τους, πληροφορίες περιέχονται στις αναφορές του Felix Beaujour.

Το γνέσιμο του μπαμπακιού και το στρίψιμο των νημάτων δεν γινόταν κατά συγκεντρωτικό τρόπο μέσα σε εργαστήρια, με τελειοποιημένα τεχνικά μέσα. Οι δραστηριότητες αυτές παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ένωσης σε κλειστό οικογενειακό επίπεδο. Ακόμη και όταν το 1817, εποχή κατά την οποία είχε διασπασθεί και διαλυθεί η Ένωση, ορισμένοι Αμπελακιώτες είχαν φέρει από τη Γερμανία τελειοποιημένα τεχνικά μέσα (τσικρίκες) για το στρίψιμο των νημάτων, οι γυναίκες που είχαν κεκτημένα εργασιακά δικαιώματα, έσπασαν τα μηχανήματα αυτά, όπως ακριβώς έκαναν και οι Ευρωπαίοι εργάτες, την ίδια περίπου εποχή με τα εισαχθέντα στην παραγωγή μηχανικά μέσα (Αγγλία). Δεν θα πρέπει να υποτιμούμε ωστόσο την ποιότητα των χειροποίητων νηματουργικών προϊόντων της Ένωσης αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ορισμένες κοινωνικές ομάδες και χώρες, όπως είναι οι Σαρακατσάνοι, οι Βλαχόφωνοι και οι κάτοικοι της Βεγγάλης (Ινδία και σημερινό Μπαγκλαντές), παρήγαγαν πριν και μετά το 18ο αιώνα, χειροποίητα μάλλινα και μπαμπακερά νήματα που η υψηλή ποιότητά τους και το φινίρισμά τους μετά δυσκολίας επιτυγχάνεται με τα σημερινά μηχανικά μέσα. Τα μειονεκτήματα πάντως αυτής της αμπελακιώτικης διαδικασίας ήσαν πρώτον ότι δεν μπορούσαν να παραχθούν μεγάλες ποσότητες και δεύτερον ότι δεν εξασφαλιζόταν ομοιομορφία στην ποιότητα των προϊόντων.

Η πολυπλοκότερη και δυσχερέστερη διαδικασία ήταν αυτή του βαψίματος των νημάτων ή της κοκκινάδικης τέχνης, όπως αναφέρουν διάφορα έγγραφα. Οι Αμπελακιώτες βαφειάδες είχαν σίγουρα ορισμένα μυστικά σχετικά με την τέχνη τους, που δεν κατάφερε να τα μάθει ούτε ο Γάλλος Πρόξενος που έμεινε γι’ αυτό ακριβώς το σκοπό για πολλούς μήνες στα Αμπελάκια. Εικάζεται πάντως ότι, εκτός από το ριζάρι που ήταν η κυριότερη βαφική ύλη, οι Αμπελακιώτες προσέθεταν στα υλικά διάφορα άλλα δευτερογενούς σημασίας προϊόντα για να «πιάσουν» τα χρώματα και να διατηρούν στιλπνό και ανεξίτηλο το κόκκινο χρώμα τους, όπως αίμα βοδιού, γαστρικό υγρό από ορισμένα ζώα κ.α. Κατά τη γνώμη μας, το μυστικό της αμπελακιώτικης κοκκινάδικης τέχνης συνίστατο κατά κύριο λόγο στην αλκαλική σύνθεση του νερού της περιοχής. Τα αλκαλικά συστατικά είχαν την ιδιότητα να διαλύουν και να παρασύρουν κάθε λιπαρή και ξένη ουσία από το μπαμπάκι και τα νήματα, με συνέπεια το χρώμα να «πιάνει» καλλίτερα και να παραμένει ανεξίτηλο. Οι ιδιότητες αυτές του νερού της περιοχής ήσαν γνωστές από την αρχαιότητα. Αν οι Αμπελακιώτες είχαν άλλα τεχνικά μυστικά, αυτά οπωσδήποτε θα διέρρεαν στις γειτονικές κωμοπόλεις, όπως ο Τύρναβος και η Αγιά, όπου επίσης υπήρχαν πολυάριθμα βαφεία. Τα βαφεία (κερχανάδες) των Αμπελακίων πάντως ανήρχοντο σε 24.

Η σπουδαιότητα της μοναδικής σε ποιότητα κοκκινάδικης τέχνης των Αμπελακίων μειώθηκε και χάθηκε τελικά μετά την ανακάλυψη στη Γαλλία στις αρχές του 19ου αιώνα (1807) της αντίστοιχης χρωστικής ουσίας αλυζαρίνη και την ευρεία εφαρμογή της από την ευρωπαϊκή βιομηχανία που πέτυχε έτσι καλλίτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με τις παραδοσιακές φυτικές χρωστικές ουσίες.

Η συνολική παραγωγή νημάτων ανερχόταν, σύμφωνα με τις πηγές, σε 300 έως 350 τόνους ετησίως, ενώ η εμπορία των κόκκινων νημάτων από τα ίδια τα μέλη της Ένωσης γνώρισε μεγάλη οργανωτική και οικονομική επιτυχία. Στα Καταστατικά δεν περιέχεται τίποτε το ουσιαστικό για την οργάνωση αυτή της εμπορίας, πλην όσων αναφέρονται ιδιαίτερα στις διαχειριστικές αρχές που διέπουν την Ένωση. Η αλληλογραφία, οι εκθέσεις των Γάλλων Προξένων της Θεσσαλονίκης και οι διηγήσεις των περιηγητών παρέχουν πολλά στοιχεία για το θέμα αυτό.

Βασικά, η Κοινή Συντροφιά είχε ιδρύσει και διατηρούσε καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου υποκαταστήματα και πρακτορεία σε 15 περίπου πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη) άλλα και των ευρωπαϊκών κρατών (Αυστρία, Γερμανία). Στα πρακτορεία αυτά έμεναν εκ περιτροπής και για ορισμένο χρονικό διάστημα μέλη της Ένωσης. Τα πρακτορεία είχαν αποθήκες για τα εμπορεύματα και χώρο για τη διαμονή των εμπορικών αντιπροσώπων και των νεαρών Αμπελακιωτών που ήθελαν να εκ-μάθουν ξένη γλώσσα και λογιστικά. Ανάμεσα σε ορισμένα από αυτά και στα Αμπελάκια υπήρχε τακτικός ταχυδρόμος της Ένωσης. Με αυτό τον τρόπο οι Αμπελακιώτες μάθαιναν γρήγορα και με σίγουρο τρόπο τα νέα της Ένωσης, τα πολιτικά νέα της Ευρώπης, τις τιμές των νημάτων, των πρώτων υλών και των άλλων προϊόντων που τους ενδιέφεραν. Το μεγαλύτερο υποκατάστημα και έδρα των διαχειριστών της Ευρώπης ήταν στη Βιέννη.

Εκτός από τα νήματα, η Ένωση εμπορευόταν κάθε είδους προϊόντα της Ευρώπης ή πρώτες ύλες ή ακόμη και ευρωπαϊκά νομίσματα, σύμφωνα με σχετικό όρο του Καταστατικού του 1795, αλλά και τις προξενικές εκθέσεις.

4. Οικονομική ανάπτυξη και κοινωνικός μετασχηματισμός

Δεν κατέχουμε ισολογισμούς, ούτε άλλα σχετικά έγγραφα για την ποσοτική διαμόρφωση και παρουσίαση των παραγωγικών και εμπορικών δραστηριοτήτων της Ένωσης. Τις σχετικές πληροφορίες τις συνάγουμε από διάφορα έγγραφα που, όμως, δεν μας παρέχουν συνολική εικόνα. Έτσι, είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε και ορισμένες υποθέσεις που στηρίζονται βέβαια σε πηγές για τη δράση των Αμπελακιωτών.

Τα κέρδη των μελών από τα πρώτα αποτελέσματα της από κοινού παραγωγής και πώλησης κόκκινων νημάτων επενδύθηκαν στη συνεργατική επιχείρηση, με τρόπο που τα περαιτέρω εισοδήματα των μελών προερχόμενα από την εργασία, ανήλθαν σε μεγάλα ποσά. Έτσι, φέρεται ότι τα κεφάλαια της Κοινής Συντροφιάς γύρω στα 1810 ανερχόντουσαν σε 20 εκατομμύρια πιάστρα. Από την άποψη αυτή, η Ένωση θα μπορούσε να συγκριθεί σε σπουδαιότητα με τη Γαλλική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών. Ο Felix Beujour αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τα κέρδη της Ένωσης ήσαν πολύ υψηλά κι ότι η Ένωση ήταν η μεγαλύτερη εταιρεία της Κεντρικής Ευρώπης. Από τα έσοδα της Ένωσης αφαιρούσαν κατ’ αρχάς τους τόκους (μειωμένους) των κεφαλαίων που ανήκαν σε τρίτους ή και σε Αμπελακιώτες. Στη συνέχεια, τα γενικά έξοδα παραγωγής στα οποία συνυπολογίζονταν οι φόροι προς τους Οθωμανούς υπό διάφορες μορφές δοσιμάτων, η βοήθεια προς την Κοινότητα, τα κοινωφελή έργα, τα σχολεία και τις εκκλησίες, τους μισθούς και τα ημερομίσθια. Το ύψος των τελευταίων αυτών διαμορφωνόταν ανάλογα με το ύψος της πώλησης των νημάτων στην Ευρώπη. Το υπόλοιπο, μοιραζόταν στα μέλη σύμφωνα με το μερίδιο καθενός.

Πόσες ήσαν οι μερίδες και πόσα τα τακτικά μέλη, δεν το γνωρίζουμε. Οπωσδήποτε επρόκειτο για εκατοντάδες αρχηγούς οικογενειών, νηματουργούς, βαφειάδες, εμπόρους. Την καλλίτερη όμως απόδειξη για την οικονομική σπουδαιότητα της Κοινής Συντροφιάς μας την παρέχει η ευμάρεια και ο πολιτισμός των Αμπελακιωτών. Οι περισσότεροι, όπως φαίνεται ακόμη και σήμερα από τα ερειπωμένα αρχοντόσπιτα, έχτισαν πολυτελείς κατοικίες με ντόπια και ξένα υλικά, με πλούσιες διακοσμήσεις, τέτοιες που δεν ξανάδε έκτοτε ο ελληνικός λαός στα 180 χρόνια του ελεύθερου βίου του.

Εξίσου σπουδαίο ήταν και το επίπεδο της παιδείας και της κοινωνικής προόδου των Αμπελακιωτών. Στην κωμόπολη, εκτός από τις ενδιαφέρουσες εκκλησίες, τον ξενώνα, τις δημόσιες βρύσες και τους δρόμους, ιδρύθηκε και λειτούργησε ελληνική Σχολή με πλούσια βιβλιοθήκη ελληνικών και ξενόγλωσσων βιβλίων. Στη Σχολή αυτή δίδαξαν διάσημοι διδάσκαλοι του Γένους, όπως ο Κούμας, ο Κωνσταντάς, ο Λεονάρδος, ο Ρήγας, με τις οικονομικές ενισχύσεις δε των Αμπελακιωτών, κατόρθωσε ο Άνθιμος Γαζής να εκδώσει το Λεξικό του, όπως έγινε και με το Λόγιο Ερμή της Βιέννης και άλλα συγγράμματα που εξεδί-δοντο με τη βοήθεια μελών της Ένωσης.

Παιδιά Αμπελακιωτών σπούδαζαν στη Βιέννη και στη Λειψία, ενώ στην κωμόπολη οι κάτοικοι της οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις με ευρωπαϊκό ρεπερτόριο, κάτι που δεν παρατηρείται μετέπειτα στην ελληνική ύπαιθρο της ανεξάρτητης Ελλάδας. Εκατοντάδες Αμπελακιώτες μιλούσαν ευρωπαϊκές γλώσσες, ενώ οι περιηγητές που έφθαναν από το Λονδίνο, από τη Γερμανία, από τη Γαλλία και από άλλες χώρες, με πολλή τους έκπληξη έβρισκαν στα Αμπελάκια την τελευταία έκδοση ευρωπαϊκών εφημερίδων, από τις οποίες πληροφορούνταν τα πολιτικά νέα της Ευρώπης και παρακολουθούσαν την προέλαση του Ναπολέοντα προς την Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία. Τέλος, η Κοινότητα είχε μισθώσει τις υπηρεσίες γιατρού που φρόντιζε για την υγεία των κατοίκων, κάτι που με δυσκολία γίνεται πραγματικότητα στη σημερινή Ελλάδα.

Η οικονομική ανάπτυξη και ευμάρεια του τόπου είχε ως άμεση συνέπεια τον ευρύ κοινωνικό μετασχηματισμό της αμπελακιώτικης κοινωνίας. Η βιοτεχνική δραστηριότητα και η εμπορική ανάπτυξη εξασφάλισαν προϋποθέσεις μακροχρόνιας, γενικής και αμοιβόμενης απασχόλησης ολόκληρου του πληθυσμού της κωμόπολης και των γύρω χωριών. Αναπτύχθηκε έτσι το πνεύμα της εργασίας και διαμορφώθηκαν κοινές αντιλήψεις για την αξία της εργασίας, γεγονός που είχε άμεση επίπτωση στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής. Τούτο θυμίζει αντίστοιχες εργασιακές, με την ευρύτερη σημασία του όρου, αξίες που επεκράτησαν στην Ευρώπη κατά την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης και της διαμόρφωσης της κεφαλαιοκρατίας που στηρίχθηκε στην αρχή «όλοι στην εργασία», «εργασία για όλους», ενώ χρειάσθηκε να παρέλθουν δύο αιώνες ακόμη για να κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα του 1975 το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία. Χρησιμοποιήθηκε ακόμη και η εργασία των γυναικών που εξασφάλιζαν ένα βελτιωμένο ημερομίσθιο σε χρήματα (και όχι σε είδος), γεγονός επαναστατικό για την εποχή εκείνη που δεν βρίσκει το όμοιο του παρά 17 χρόνια αργότερα στα Δίκαια του Ρήγα Βελεστινλή (άρθρο 22) τα οποία εξαγγέλλουν την υποχρεωτική παιδεία και των κοριτσιών.

Περαιτέρω, η ευρεία συμμετοχή των κατοίκων στις διάφορες συλλογικές εργασίες και εκδηλώσεις της Ένωσης, όπως οι γενικές συνελεύσεις, η ομαδική εργασία στα βαφεία, η ενασχόληση με την αγορά πρώτων υλών και με την πώληση νημάτων, τους κατέστησε υπεύθυνους διαχειριστές, σίγουρους για τον εαυτό τους. Μικροί και μεγάλοι επεδίωξαν να εργασθούν με μερίδιο στην Ένωση και να λάβουν υπευθυνότητες στους κόλπους της. Με τη συμμετοχή τους στις δημοκρατικές αυτές διαδικασίες και λειτουργίες, χειραφετήθηκαν επιχειρησιακά και κοινωνικά. Και με τη συμμετοχή τους, τέλος, στη διανομή των κερδών, έγιναν μικροί κεφαλαιούχοι και με τη βοήθεια της Ένωσης συνέβαλαν στον κοινωνικό μετασχηματισμό και στη διαμόρφωση ενός λαϊκού καπιταλισμού, τελική επιδίωξη κάθε συμμετοχικού συνεργατικού και δημοκρατικού, οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Η συγκρότηση δε της συνεργατικής οικονομικής και κοινωνικής δομής των Αμπελακίων υπερτερεί σαφώς της αντίστοιχης κοινωνικής δομής του ατομικού και κερδοσκοπικού οικονομικού ορίζοντα της Δυτικής Ευρώπης. Εκεί, στο μέσο του χωριού και της αγροτικής κωμόπολης, υψώνεται ένας πύργος ή το αρχοντόσπιτο του τοπικού άρχοντα και γύρω του στριμώχνονται οι ταπεινές κατοικίες και καλύβες των λοιπών κατοίκων. Εδώ, στα Αμπελάκια, προύχοντες και λαός δεν διαφέρουν, γιατί δίπλα-δίπλα υψώνονται πολυάριθμα τα αρχοντόσπιτα και των πρώτων και των δεύτερων που είναι επιπλέον αναλογικά ισότιμοι μέτοχοι και κοινωνοί του πλούτου, της ευμάρειας, της κουλτούρας.

Μέσα από αυτές τις συντροφικές και συνεταιριστικές σχέσεις παραγωγής και εμπορίου, που εφαρμόσθηκαν στην πράξη στα Αμπελάκια για 30 ολόκληρα χρόνια, οδηγήθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός της Κοινότητας, αλλά και της γύρω περιοχής, στη μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη και κοινωνική ευημερία που γνώρισε ο ελλαδικός και ο μείζων Ελληνισμός κατά τα τελευταία διακόσια είκοσι πέντε χρόνια.

Στο Δεύτερο Μέρος

5.            Διάλυση της Ένωσης και πτώση των Αμπελακίων.

6.            Ερμηνεία του Αμπελακιώτικου Συνεργατικού Συστήματος.

7.            Σημερινή ευρωπαϊκή και διεθνής διάσταση και αναγνώριση του αμπελακιώτικου μοντέλου συνεργατικής οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.