Αποσύρθηκε από δημοπρασία κλεμμένο αρχαίο ελληνικό αγγείο

Η μία πλευρά έχει σμιλεμένο το πρόσωπο ενός σάτυρου, που φορά ένα στεφάνι κισσού, έχει μεγάλα αφτιά ζώου, έντονα φρύδια και μακριά γένια.

Στην άλλη πλευρά του υπάρχει ανάγλυφη η κεφαλή μιας μαινάδας, με μεγάλα μάτια και κυματιστά μαλλιά.

Η κεφαλή της μαινάδας στο αγγείο που θα έβγαινε σε δημοπρασία

Ο αμφορέας επρόκειτο να βγει σε δημοπρασία από τον οίκο Bonhams. Ωστόσο, μετά από καταγγελία του Έλληνα αρχαιολόγου Χρήστου Τσιρογιάννη αποσύρθηκε, καθώς υπήρχαν υποψίες ότι προέρχεται από παράνομη ανασκαφή. Πέρα από το συγκεκριμένο αγγείο, η πώληση αρχαίων αντικειμένων εγείρει ερωτήματα για τους πλημμελείς ελέγχους που διενεργούν οι μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών για την προέλευση των αντικειμένων. Ο συγκεκριμένος αμφορέας, όπως αναφέρεται στο site του Bonhams, «έφτασε» στο Λονδίνο από τη Νέα Υόρκη και από τον οίκο Sotheby’s, ο οποίος τον είχε προμηθευτεί από ανώνυμο πωλητή.

Ο Έλληνας αρχαιολόγος, όταν είδε στον online κατάλογο ότι το αγγείο βγαίνει σε δημοπρασία, το αναγνώρισε ως ύποπτο και έσπευσε να το ταυτοποιήσει μέσα από τα αρχεία της ελληνικής και ιταλικής αστυνομίας, στα οποία έχει πρόσβαση. Εκεί, υπάρχουν διαθέσιμες δεκάδες εκατοντάδες φωτογραφίες αρχαίων που έχουν βρεθεί στα χέρια αρχαιοκάπηλων.

Ο ίδιος χρησιμοποιεί συχνά τις συγκεκριμένες βάσεις δεδομένων, καθώς ήταν το απαραίτητο εργαλείο για την ολοκλήρωση της ακαδημαϊκής του έρευνας, η οποία επικεντρώθηκε στα παράνομα δίκτυα διακίνησης αρχαιοτήτων σε διεθνή κλίμακα.

Μέσα από τη βάση δεδομένων, βρήκε πληροφορίες οι οποίες τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το αγγείο είναι όντως προϊόν παράνομης ανασκαφής και η πώλησή του είναι επίσης παράνομη. Ακολούθως, ειδοποίησε την Ιντερπόλ και άλλες αρμόδιες αστυνομικές αρχές, όπως αναφέρει η βρετανική The Telegraph. Ο ίδιος περιέγραψε την υπόθεση ως «ακόμη ένα παράδειγμα δημοπρασίας που δεν έλαβε υπόψη της τη βασική διαδικασία ταυτοποίησης, για την ανίχνευση της Ιστορίας ενός αρχαίου αντικειμένου».

Η τιμή του αγγείου
υπολογιζόταν να ξεπεράσει τα 30.000 ευρώ.

Ο Χρήστος Τσιρογιάννης
O Xρήστος Τσιρογιάννης σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ελαβε το διδακτορικό του το 2013 από το Πανεπιστήμιο του Cambridge με τη μελέτη του για το Διεθνές Κύκλωμα Αρχαιοκαπηλίας.

Εργάστηκε στα υπουργεία Πολιτισμού και Δικαιοσύνης από το 1994 έως το 2008, συμμετέχοντας σε ανασκαφές σε όλη την Ελλάδα αλλά και στην καταγραφή των αρχαιοτήτων που βρίσκονταν σε ιδιωτικά χέρια. Από τον Αύγουστο του 2004 έως τον Οκτώβριο του 2008 συνεργάστηκε εθελοντικά με το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της ελληνικής Αστυνομίας στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Τον Ιούλιο του 2006 τού δόθηκε επισήμως πρόσβαση από τις ελληνικές εισαγγελικές αρχές στα αρχεία Ρόμπιν Σάιμς – Χρήστου Μιχαηλίδη, Μέντιτσι και Μπεκίνα και αποσπάστηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Ήταν μέλος της ελληνικής ομάδας που εντόπισε (και κατάφερε να επαναπατρίσει στην Ελλάδα) τις κλεμμένες αρχαιότητες στο Μουσείο Getty, στη συλλογή Shelby White/Leon Levy, στην Γκαλερί Jean-David Cahn AG και αλλού.

Είναι ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος που ορίστηκε πραγματογνώμονας με δικαστική εντολή σε υπόθεση της ελληνικής Δικαιοσύνης (υπόθεση της Σχοινούσας, Διεθνές Κύκλωμα Αρχαιοκαπηλίας). Από το 2007 έχει συμμετάσχει στον εντοπισμό εκατοντάδων αντικειμένων προϊόντων αρχαιοκαπηλίας σε μουσεία, γκαλερί, οίκους δημοπρασιών και ιδιωτικές συλλογές, ενημερώνοντας τις κυβερνητικές αρχές. Το 2013 κέρδισε το ετήσιο βραβείο για την Προστασία και την Ασφάλεια Τέχνης από την Ένωση Έρευνας για τα Εγκλήματα κατά της Τέχνης.

protagon.gr

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.