Αρχίλοχος ο Πάριος – η συναρπαστική ιστορία του πολεμιστή / ποιητή

της Ελευθερίας Κανελλάκη, ιστορικού / αρχαιολόγου

Προτομή του Αρχίλοχου - ρωμαϊκό αντίγραφο

Από τον 7ο μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα εμφανίζεται στην Ελλάδα η λυρική ποίηση, εκπρόσωπος της οποίας είναι και ο Αρχίλοχος ο Πάριος. Η λυρική ποιήση ονομάστηκε έτσι από τη λύρα, διότι επρόκειτο για αδώμενη ποίηση και όχι για ποίηση που προοριζόταν για να αναγνωστεί. Το επίθετο «λυρικός» αρχικά δήλωνε αυτόν που είχε την ικανότητα να παίζει λύρα. Στη συνέχεια έδωσε το όνομά του και στο είδος της ποίησης αφού οι λυρικοί ποιητές συνέθεταν οι ίδιοι τη μουσική των ποιημάτων τους.

Η πρώτη εμφάνιση του όρου «λυρικός» γίνεται τον πρώτο χριστιανικό αιώνα στο έργο του Φιλόδημου «Περί ποιημάτων», όπου χωρίζει τα ποιήματα σε τραγικά, κωμικά και λυρικά. Τα λυρικά ποιήματα με τη σειρά τους, χωρίζονται σε μονωδίες (ποιήματα που τραγουδιούνται από ένα άτομο) και σε χορική ποίηση (ποιήματα που τραγουδιούνται από πολλά άτομα, ένα «χορό»). Πριν την εμφάνιση του όρου «λυρικός», στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε ο όρος «μελικός» που είχε ακριβώς την ίδια σημασία και οι όροι ενελλάσσονταν χωρίς καμία διάκριση. Ο όρος «μελικός» προερχόταν από τη λέξη «μέλος» και αντιστοιχούσε στον παραλληλισμό των αρχαίων Έλλήνων για τα μέλη που απαρτίζουν το ανθρώπινο σώμα όπως και οι στροφές που αποτελούν τη μεταφορική «άρθρωση» ενός τραγουδιού.

Οι κυριότεροι εκπρόσωποι της λυρικής ποίησης περιλαμβάνονται στον Κανόνα των εννέα λυρικών ποιητών (όσοι και οι Μούσες) Αλκμάν, Αλκαίος, Σαπφώ, Στησίχορος, Ίβυκος, Ανακρέων, Σιμωνίδης, Βακχυλίδης, Πίνδαρος. Στον Κανόνα αυτό δεν περιλαμβάνονται οι ιαμβογράφοι και οι ελεγειακοί ποιητές Καλλίνος, Τυρταίος, Αρχίλοχος, Μίμνερμος, Σόλων, Ξενοφάνης, Θέογνις, Σημωνίδης, Φωκυλίδης, Ιππώναξ.

Ο ποιητής Αρχίλοχος ήταν ιαμβογράφος, έγραφε δηλαδή ιαμβικά ποιήματα, όχι όσον αφορά το μέτρο τους, αλλά τη γλώσσα τους. Τα ποιήματά του ήταν γραμμένα σε επιθετική και χλευαστική γλώσσα και αποτελούσαν πρωτοτυπία για την εποχή τους και τα μέχρι τότε ιδανικά που πρόβαλαν τα έπη του Ομήρου.

Ο Αρχίλοχος γεννήθηκε περίπου το πρώτο μισό του έβδομου αιώνα προ Χριστού. Πρόκειται για σίγουρη χρονολογία καθώς μιλά για μια έκλειψη ηλίου η οποία έγινε το 648 π.Χ. στα χρόνια της βασιλείας του Γύγη, επομένως την ίδια εποχή περίπου θα έζησε και ο ποιητής. Η εποχή αυτή, ο έβδομος αιώνας προ Χριστού, ήταν εποχή αποικισμού, ανακατατάξεων, αμφισβήτησης της αριστοκρατίας και εμφάνισης των τυράννων. Ο Αρχίλοχος αμφισβητεί την αριστοκρατία και τις παραδοσιακές αξίες και ίσως ήταν παιδί αριστοκράτη και δούλης. Αυτό σήμαινε ότι είχε πολιτικά δικαιώματα, αλλά δε μπορούσε να πάρει μέρος της περιουσίας και ίσως γι’ αυτό να αμφισβητούσε αριστοκρατικές αξίες.

Ο ποιητής, καταγόταν από την Πάρο, πατέρας του ήταν ο Τελεσικλής και μητέρα του η Ενιπώ. Ο πατέρας του καταγόταν από αριστοκρατικό γένος και υπήρξε αρχηγός της αποικιστικής εκστρατείας στη Θάσο. Η μητέρα του όπως προαναφέρθηκε μάλλον ήταν δούλη. Δε μπορούμε ωστόσο να είμαστε σίγουροι για την πληροφορία αυτή αφού το ίδιο το όνομά της προέρχεται από τη λέξη «ενιπή» που σημαίνει σκευασμός, λοιδορία. Ίσως επομένως ήταν ένα πλαστό όνομα που εφηύρε ο ίδιος ο ποιητής για τη μητέρα του συσχετίζοντας το όνομά της με το περιεχόμενο της ποίησής του που ήταν χλευαστική (ίαμβος). Οι πληροφορίες αυτές παρατίθενται από το ρήτορα και σοφιστή Κριτία και μοιάζουν αυθεντικές, ωστόσο επειδή προέρχονται από τον ίδιο τον Αρχίλοχο δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι είναι αληθείς και όχι πλαστές.

Ενδιαφέρουσα είναι η ιστορία με τον προπάππου του Αρχιλόχου, τον Τέλλη και την προγιαγιά του Κλεόβοια, οι οποίοι είχαν απεικονιστεί σύμφωνα με τον Παυσανία, από τον Πολύγνωτο, σε μια εικόνα που είχε ζωγραφίσει στους Δελφούς στη λέσχη των Κνιδίων. Η εικόνα αυτή αναπαριστούσε τον άνδρα και τη γυναίκα στον Άδη καθώς περνούσαν τον Αχέροντα ποταμό. Οι μορφές αυτές αποτελούσαν κομμάτι της τοπικής ιστορίας και η Κλεόβοια ήταν αυτή που μετέφερε μέσα σε ένα κουτί τα «όργια» της Δήμητρας από την Πάρο στη Θάσο. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι ο Αρχίλοχος καταγόταν από τέτοιο θρησκευτικό περιβάλλον, ειδικά αν αυτό συνδεθεί με το είδος της ποίησής του. Η ιαμβική ποίηση είχε ως χαρακτηριστικό της τη βωμολοχία και η λατρεία της Δήμητρας αντίστοιχα σχετιζόταν με την αισχρολογία και τη γονιμότητα.

Διαβάζοντας τα ποιήματά του βλέπουμε πως ο Αρχίλοχος παρουσιάζει τον εαυτό του με ως υπηρέτη βασιλιά του πολέμου και δηλώνει πως γνωρίζει καλά το αξιέραστο δώρο των Μουσών. Αυτός ήταν ένας κοινός τόπος στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία και ποίηση, να παρουσιάζεται δηλαδή η ποιητική ικανότητα ως δώρο των Μουσών (για παράδειγμα στον Όμηρο και στον Ησίοδο).

Στο ποίημα για την ασπίδα, ο Αρχίλοχος χρησιμοποιεί λέξεις και θέματα από τον Όμηρο για να τα ανατρέψει στη συνέχεια. Το ποίημα αφορά τη ριψασπία του ποιητικού υποκειμένου. Η ασπίδα αυτή ήταν ένα αψεγάδιαστο όπλο που το ποιητικό υποκείμενο εγκατάλειψε κοντά σε κάποιον θάμνο χωρίς να το θέλει. Όλο το πρώτο δίστιχο είναι σοβαροφανές αφού αυτό που το ακολουθεί, έρχεται με συνεχείς αντιθέσεις να αναιρέσει όσα ειπώθηκαν στην αρχή. Το ποιητικό υποκείμενο χαίρεται που κατάφερε να σωθεί και αδιαφορεί για την ασπίδα που έχασε αφού ξέρει ότι μπορεί να αποκτήσει πάλι κάποια καλύτερη ενώ η ανθρώπινη ζωή όταν χαθεί δε μπορεί να γυρίσει πίσω. Ο Αρχίλοχος για το ποίημά του αυτό δέχτηκε δριμύτατη κριτική από από τους συγχρόνους και τους μεταγενέστερούς του, αφού η ιδέα της ριψασπίας όπως εκφράζεται στο ποίημα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ομηρικό κόσμο και τα ομηρικά ιδεώδη. Για τους ομηρικούς ήρωες η εγκατάλειψη ενός αψεγάδιαστου όπλου έφερε τεράστια καταισχύνη. Ο ομηρικός ήρωας μπορούσε να τρέξει, να γυρίσει πίσω, να πληγωθεί, ποτέ όμως να πετάξει τα όπλα του. Γνωστό είναι επίσης το αρχαίο δωρικό ρητό που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες μητέρες στους γιούς τους πριν από κάθε μάχη «ή ταν ή επί τας», δηλαδή να επιστρέψεις με την ασπίδα σου ή αλλιώς νεκρός πάνω σ’αυτήν.

Δε γνωρίζουμε ωστόσο αν η πληροφορία για τη ριψασπία αφορά τον ίδιο τον Αρχίλοχο ή πρόκειται απλώς για ένα λογοτεχνικό μοτίβο. Για ριψασπία είχε επίσης κατηγορηθεί και ο λυρικός ποιητής Αλκαίος στη μάχη των Αθηναίων με τους Λεσβίους.

Την εποχή του Αρχιλόχου γνωρίζουμε ότι δημιουργήθηκε η οπλιτική φάλαγγα που είχε μια τεράστια στρογγυλή ασπίδα, η οποία κάλυπτε από τον ώμο μέχρι τους μηρούς τον πολεμιστή. Καταλαβαίνουμε επομένως πόσο δύσκολο ήταν να τρέξει κανείς με μια τόσο μεγάλη ασπίδα.

Αν δεχτούμε ωστόσο ότι το ποίημα αφορά τον ίδιο τον ποιητή δε μπορούμε να τον κατηγορήσουμε για δειλία ή μη συνειδειτοποίηση της ευθύνης του στη μάχη αφού γνωρίζουμε ότι τελικά ο Αρχίλοχος πέθανε σε μάχη υπερασπιζόμενος την πατρίδα του από τους Ναξίους. Μία παράδοση σχετικά με το θάνατό του διηγείται πως η Πυθία έδιωξε αυτόν που είχε σκοτώσει τον Αρχίλοχο, τον Κάλωνδα από το ναό του Απόλλωνα. Επιπρόσθετα η ριψασπία αυτή δε συνέβη σε μάχη υπεράσπισης της πατρίδας του Αρχιλόχου, της Πάρου, αλλά σε επεκτατικό πόλεμο της Πάρου εναντίον της Θάσου, όπου βρισκόταν ο Αρχίλοχος λόγω φτώχειας ως μισθοφόρος.

Είναι επίσης γνωστό ότι η Θάσος δεν ήταν καθόλου αρεστή στον Αρχίλοχο. Λόγω του εδάφους της και των αγρίων δασών που την κάλυπταν, την παρομοίαζε με ράχη όνου και γι αυτόν «δεν ήταν καθόλου ωραίος ούτε θελκτικός ούτε αξιέραστος ο χώρος που βρισκόταν στις ροές του Σιρίου ποταμού», δηλαδή η Θάσος. «Σίρις» ονομαζόταν επίσης μια αποικία στην περιοχή του Τάραντα, ωστόσο δεν υπήρχαν μαρτυρίες ότι ο Αρχίλοχος είχε ταξιδέψει εκεί οπότε μάλλον επρόκειτο για ποτάμι κοντά στη Θράκη που χυνόταν στην Προποντίδα.

Εκτός από τον τόπο, ο Αρχίλοχος αντιπαθούσε και τα άτομα που είχαν συγκεντρωθεί στη Θάσο για να πλουτίσουν εύκολα και γρήγορα από τα ορυχεία χρυσού που είχε το νησί. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο ποιητής «είχαν συγκεντρωθεί οι χειρότεροι των Ελλήνων».

Για τον Αρχίλοχο επίσης, η υστεροφημία και το κλέος που αποτελούν βασικές ιδέες στον ομηρικό κόσμο, είναι ουτοπία. Θεωρεί ότι «κανείς ανάμεσα στους συμπολίτες του δε γίνεται σεβαστός μετά το θάνατό του αφού επιδιώκουμε περισσότερο την εύνοια των ζωντανών οι ζωντανοί και τα χειρότερα συμβαίνουν πάντα στον πεθαμένο». Παρόμοια άποψη έχει και ο Σημωνίδης ο οποίος υποστηρίζει πως αν έχουμε φρόνηση δεν είναι δυνατό να σκεφτόμαστε το νεκρό πάνω από μια μέρα.

Θεωρεί ότι το μισθοφόρο τον εκτιμούν μόνο όσον καιρό πολεμά και με καυστικό τρόπο στηλιτεύει την οικειοποίηση ξένης δόξας από ανάξιους πολεμιστές. Λέει πως για επτά νεκρούς εμφανίζονται χίλιοι φονιάδες, μιλώντας για το γεγονός ότι πολλοί μετά τις μάχες χωρίς να έχουν σκοτώσει κανέναν έβαζαν αίμα στα χέρια και στα σπαθιά τους και ζητούσαν τιμές από τους στρατηγούς τους.

Ανατρέπει επίσης ο Αρχίλοχος την άποψη περί σχέσης εξωτερικών και εσωτερικών χαρακτηριστικών όπως αυτή εμφανίζεται στον Όμηρο. Οι ήρωες του Ομήρου είναι όμορφοι εξωτερικά, πράγμα που συνάδει με τον καλό και ενάρετο χαρακτήρα τους και οι άσχημοι εξωτερικά έχουν και αντίστοιχο χαρακτήρα. Δύο τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα, είναι στη θετική πλευρά ο βασιλιάς Αγαμέμνονας και στην αρνητική ο ασχημότατος Θερσίτης.

Στο ποίημά του για το στρατηγό ο Αρχίλοχος δηλώνει πως δεν τον ενδιαφέρει η όμορφη εξωτερική εμφάνιση του στρατηγού αλλά προτιμά να είναι άσχημος εξωτερικά διαθέτοντας όμως θάρρος και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Πρόκειται για πρωτότυπη άποψη την εποχή εκείνη που ίσως υποδεικνύει πως και ο ίδιος ο ποιητής δεν ήταν καλής εξωτερικής εμφάνισης καθώς δεν θα κορόϊδευε ένα ιδανικό στο οποίο θα ανταποκρινόταν ο ίδιος. Δε μπορεί επίσης να παραλείψει κανείς το αλληγορικό ποίημα του Αρχιλόχου για την θαλασσοταραχή και την καταγίδα. Ο ποιητής βλέπει από μακρυά τα νέφη και την ταραχή της θάλασσας, πριν ακόμα ξεσπάσει η καταιγίδα και κυριεύεται από φόβο όπως ακριβώς πριν ξεσπάσει ένας πόλεμος.

Χαρακτηριστικό δείγμα της καυστικής γλώσσας του Αρχιλόχου είναι το «προπεμπτικό» ποίημα που έχει βρεθεί αλλά δεν είναι σίγουρο αν ανήκει στον ίδιο ή στον Ιππώνακτα αφού ήταν και οι δύο ιαμβογράφοι με ανελέητη επιθετική γλώσσα. «Προπεμπτικά» ήταν τα ποιήματα τα οποία γράφονταν για το καλό κατευόδιο αυτών που έφευγαν για ταξίδι, από τους ίδιους ή από τους φίλους τους. Στο ποίημα αυτό ο δημιουργός του, όχι μόνο δεν εύχεται καλό ταξίδι σε αυτόν που φεύγει, αλλά του εύχεται να ναυαγήσει! Να πιαστεί από τους Θράκες, οι οποίοι ήταν άποικοι των Παρίων και βρίσκονταν συνεχώς σε πόλεμο με τους Θάσιους όπου βρισκόταν ο Αρχίλοχος ως μισθοφόρος. Κι όχι μόνο αυτό αλλά να υποφέρει, να βρίσκεται γυμνός και αβοήθητος, πεσμένος μπρούμυτα σαν το σκύλο. Να υφίσταται δηλαδή την οποιαδήποτε ταπείνωση προκειμένου να τραφεί, αφού είναι γνωστό πόσο προσβλητικό ήταν για κάποιον να χαρακτηρίζεται «κύων» στην αρχαιότητα. Κι αυτό λόγω της ακόρεστης σεξουαλικής όρεξης των σκύλων και του ότι κάνουν ο,τιδήποτε προκειμένου να τραφούν.

Στο τέλος όμως του ποιήματος δικαιολογούνται όλα τα σκληρά λόγια του ποιητή αφού σχεδόν με πόνο ομολογεί πως αυτός που προηγουμένως ήταν φίλος του πάτησε τους όρκους του και γι αυτό του αξίζει τέτοια τιμωρία. Η βαρύτητα της επιορκίας εμφανίζεται και σε άλλα ποιήματα του Αρχιλόχου όπου ο ποιητής απευθυνόμενος στο Λυκάμβη λέει ότι του γύρισε την πλάτη πατώντας τους όρκους που του είχε δώσει ενώ προηγουμένως «έτρωγαν μαζί ψωμί και αλάτι», πράγμα που δείχνει τις καλές σχέσεις που είχαν. Η επιορκία επέσυρε το γέλιο και τον εξευτελισμό στα μάτια των συμπολιτών τους, όπως κατηγορεί ο Αρχίλοχος το Λυκάμβη ότι του συνέβη.

Και πάλι η σκληρότητα του Αρχιλόχου και η επιθυμία του όπως και στο προπεμπτικό να ανταποδίδει το κακό που κάποιος μπορεί να του έκανε, ανταποκρίνεται στην αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων περί ανταπόδοσης μιας κακής πράξης. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο ποίημα του Αρχιλόχου που λέει πως αυτόν που τον έβλαψε θα τον ανταμείψει με κακά. Παρόμοια αντίληψη υπάρχει και στο Σόλωνα ο οποίος ζητά από τους θεούς να του δώσουν τη δύναμη να είναι γλυκός στους φίλους και πικρός στους εχθρούς.

Όσον αφορά τη σχέση της ποίησης του Αρχιλόχου με τους θεούς, είχε συνθέσει ποιήματα για το Διόνυσο και τη Δήμητρα και έναν ύμνο στον Ηρακλή. Ξεκάθαρη είναι και η άποψη περί παντοδυναμίας των θεών που ανάλογα με τη θέλησή τους υψώνουν τον άνθρωπο ή τον γκρεμίζουν συθέμελα, όπως ακριβώς απαντά η άποψη αυτή και στο «Έργα και Ημέραι» του Ησιόδου για την παντοδυναμία του Δία. Θεωρεί επιπρόσθετα ο Αρχίλοχος πως οι θεοί δίνουν στους ανθρώπους την «τλημοσύνη», δηλαδή την υπομονή με θάρρος, ως φάρμακο για τα κακά που συμβαίνουν στη ζωή του κάθε ανθρώπου.

Εξέχουσα σημασία στη θεματική του Αρχιλόχου έχει και ο έρωτας, ο οποίος παρουσιάζεται σαν ασθένεια που ταράζει τον άνθρωπο συθέμελα, κλέβει το μυαλό του ανθρώπου και τον τυφλώνει. Χαρακτηρίζει τον έρωτα «λυσιμελή», δηλαδή λέει πως λύνει τις έγνοιες του μυαλού όπως χαρακτηρίζεται στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια ο Ύπνος που λύει, χαλαρώνει τα μέλη του σώματος και το μυαλό.

Γνωστή είναι και η ιστορία με το Λυκάμβη, ο οποίος του είχε υποσχεθεί πως θα του έδινε για νύφη την κόρη του Νεοβούλη πράγμα όμως που τελικά δε συνέβη, εξοργίζοντας τον ποιητή. Σύμφωνα μάλιστα με μια διήγηση, οι οργισμένοι στίχοι του Αρχιλόχου για την επιορκία του Λυκάμβη οδήγησαν σε θάνατο τον ίδιο το Λυκάμβη ή την κόρη του Νεοβούλη.

Ο έρωτάς του για τη Νεοβούλη εκφράζεται άλλοτε με τρυφερές ειδυλλιακές εικόνες, όπου περιγράφεται η κόμη της κόρης, τα παιχνίδια της με κλαδιά μυρτιάς και τριαντάφυλλα, το άγγιγμα του χεριού της από τον ποιητή και άλλοτε πάλι με περισσότερο τολμηρές περιγραφές.

Συνοψίζοντας λοιπόν, ο Αρχίλοχος ήταν ο ποιητής που πάτησε πάνω στους ώμους της παράδοσης των επών, στους ώμους του Ομήρου για να προχωρήσει την αρχαία ελληνική σκέψη και να στρέψει το ενδιαφέρον από το μακρινό, στο κοντινό, από το τότε, στο τώρα, από τους θεούς και τους ήρωες στον ίδιο τον άνθρωπο της αρχαϊκής εποχής και στα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Πέρασε στην ποίησή του ιδανικά, σκέψεις και απόψεις για τους όρκους, τον έρωτα, τον πόλεμο, το θάνατο και κατ’ επέκταση όλα όσα αφορούσαν τον άνθρωπο την εποχή εκείνη, μια εποχή αλλαγών και ανακατατάξεων. Θεωρούσε τέλος, πως ψέγοντάς τον ο άνθρωπος γίνεται καλύτερος και προτιμούσε να συγκρουστεί με παραδοσιακές αξίες όπως στο ποίημά του για την ασπίδα, παρά να πολεμήσει παράτολμα, προτάσσοντας έτσι σε όλες τις πτυχές της ζωής του το μέτρο, το υψηλότερο ιδανικό των αρχαίων Ελλήνων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας,Albin Lesky,Εκδόσεις αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2006, αναθεωρημένη έκδοση

2) Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, Αθήνα 1981.

3) Ελεγεία και Ίαμβος,ΙΩ.-ΘΕΟΘ.Α.Παπαδημητρίου, Αθήνα 1984.

historical-quest.com

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.