Αυτοκρατορία των Μαουρία: Η δυναστεία που ένωσε την Ινδία

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Κατα την πρώτη χιλιετηρίδα π.Χ η ινδική υποήπειρος ήταν μοιρασμένη σε μικρά και μεγάλα ινδοάρεια βασίλεια και πόλεις κράτη. Η κοινωνική διαστρωμάτωση ήταν αυστηρά ιεραρχημένη σε κάστες με τους βραχμάνους-ιερείς και τους ξατρίγια-πολεμιστές να κυριαρχούν. Σε αυτή την κατάσταση είχε βρει ο Μέγας Αλέξανδρος την Ινδική όταν διεξήγε την εκστρατεία του το 327 π.Χ. Η σκληρότητα με την οποία έγινε η κατάκτηση της βορειοδυτικής Ινδίας, το ανυπότακτο πνεύμα των πολεμικών φυλών της, αλλά και η αξίωση του Αλέξανδρου να λατρεύεται ως επί της Γης θεότητα, πράγμα που ερχόταν σε αντίθεση με την κοσμοθεωρία της βραχμανικής θρησκείας, προκάλεσε τρόπο τινά την εθνική αφύπνιση των Ινδών και κατέδειξε σε τμήματα της άρχουσας τάξης τους την ανάγκη ένωσής τους υπό μία ενιαία αρχή ώστε να διαφυλάξουν την ανεξαρτησία τους από ξένους εισβολείς. Η αντίσταση αυτή ξεκίνησε με μια δυναστική αλλαγή στο μεγαλύτερο βασίλειο της πεδιάδας του Γάγγη, το βασίλειο της Μαγκάντα.

Καταγόμενος από μία μάλλον άσημη οικογένεια ξατρίγια μικροευγενών, ο ιδρυτής της δυναστείας Μαουρία Chandragupta (ο Σανδρακόττος των ελληνικών πηγών), υπό την καθοδήγηση και αρωγή του βραχμάνου διδάσκαλου Chanakya από την πόλη της Γανδαρίδος Τάξιλα, εκθρόνισε τον τελευταίο βασιλέα της δυναστείας Νάντα και έγινε ο νέος δυνάστης του βασιλείου Μαγκάντα. Με την αναληψη του θρόνου, εισέβαλλε στην πεδιάδα του Ινδού και νίκησε τους Μακεδόνες σατράπες περίπου το 317 π.Χ, κατάκτηση που κατοχύρωσε με την σύναψη συνθήκης ειρήνης με τον Σέλευκο Α’ Νικάτορα κυρίαρχο της Βαβυλώνας και ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών της Συρίας, με αντάλλαγμα 500 ελέφαντες. Ο Σέλευκος χρησιμοποίησε τους ελέφαντες αυτούς κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην μάχη της Ιψού το 301 π.Χ, όπου συνέτριψε τον αντίπαλό του Αντίγονο τον Μονόφθαλμο, βασιλιά της Συρίας.

Ο Chandragupta μετέφερε την αυτοκρατορική πρωτεύουσα στην πόλη Pataliputra και ίδρυσε ένα πανίσχυρο συγκεντρωτικό κράτος, με διοικητική γραφειοκρατία πρωτόγνωρη για την περιοχή, όπου άνθισαν το εμπόριο και οι τέχνες. Τα σύνορά του εκτείνονταν από τα Ιμαλάϊα και το Ινδοκους στον Βορρά, μέχρι το οροπέδιο του Ντεκάν στο Νότο και τα υπερασπιζόταν ένας πανίσχυρος στρατός απαρτιζόμενος από πεζικό, ιππικό και πολεμικούς ελέφαντες.

Προς το τέλος της ζωής του, έγινε οπαδός του μοναστικού Τζαϊνισμού και αποσύρθηκε από τα εγκόσμια κάπου στην νότια ινδική.
Τον διαδέχτηκε ο γιος του Bindusara, που ακολούθησε την ίδια πολιτική κατάκτησης και ενοποίησης, ενώ ο εγγονός του Ashoka ο Μέγας ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Ινδίας, πλην του νότιου άκρου της υποηπείρου και της Σρι Λάνκα, και ασπάστηκε τον Βουδισμό, ακολουθώντας πολιτική αποκήρυξης του πολέμου και της βίας και επιτυγχάνοντας μισό αιώνα ειρήνης στην Ινδική, σε ένα σύντομο ιστορικό παράλληλο της Pax Romana στην Μεσόγειο μερικούς αιώνες αργότερα.

Ο βουδισμός δεν αναγνώριζε κάστες και έθνη. Γι’αυτό, ο Αshoka και οι Μαουρία αυτοκράτορες μετά από αυτόν, τον υιοθέτησαν ως επίσημη θρησκεία του κράτους τους στα πλαίσια της πολιτικής ενοποίησης της ανομοιογενούς αυτοκρατορίας τους, επιβάλλοντας την απόλυτη εξουσία τους σε όλη την επικράτειά τους, παρακάμπτοντας βραχμάνους και ξατρίγια και αναδεικνύοντας στην διοίκηση και άτομα από τις κατώτερες τάξεις. Αυτό όπως ήταν αναμενόμενο προκάλεσε την αντίδραση του βραχμανικού ιερατείου και των ευγενών με αποτέλεσμα, όταν εξέλιπαν οι ισχυρές προσωπικότητες από τον θρόνο, η αυτοκρατορία να διέρχεται περιόδους αστάθειας.

Μετά τους πρώτους τρεις αυτοκράτορες, η αυτοκρατορία άρχισε σταδιακά να φυλλορροεί μέχρι την ανατροπή του τελευταίου Μαουρία βασιλιά από τους βραχμάνους Σούνγκα το 185 π.Χ.

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.