Β. Τατάκης: Ο ύστερος Βυζαντινός ανθρωπισμός

Το Βυ­ζαντιο γνωρι­σε υ­πό τη δυ­να­στεί­α των Κο­μνη­νών με­τά το 1081 μια νέ­α πε­ρί­ο­δο λάμ­ψης και δό­ξας. Συγ­χρό­νως ό­μως τα προ­μη­νύ­μα­τα της ε­περ­χό­με­νης πα­ρακ­μής γί­νο­νταν ο­λο­έ­να και πιο φα­νε­ρά.

Η πνευ­μα­τι­κή ζω­ή υ­πήρ­ξε πο­λύ έ­ντο­νη. Η α­να­ζω­πύ­ρω­ση του αι­ρε­τι­κού κι­νή­μα­τος των παυ­λι­κια­νών, η εμ­φά­νι­ση μιας νέ­ας αί­ρε­σης, των Βο­γο­μί­λων, κα­θώς και άλ­λων ορ­θο­λο­γι­στι­κών τά­σε­ων, βα­σι­σμέ­νων σε δογ­μα­τι­κά σφάλ­μα­τα, α­να­γκά­ζει για μιαν α­κό­μη φο­ρά την ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α ν’ α­γω­νι­στεί για την ε­σω­τε­ρι­κή της ε­νό­τη­τα και για την α­λή­θεια του δόγ­μα­τος. Αλ­λά κα­θώς η υ­πε­ρά­σπι­ση της ορ­θο­δο­ξί­ας ταυ­τί­ζε­ται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη σω­τη­ρί­α του Κρά­τους, οι αυ­το­κρά­το­ρες, προ­κει­μέ­νου ν’ α­ντι­με­τω­πί­σουν τους ε­σω­τε­ρι­κούς ή ε­ξω­τε­ρι­κούς πο­λι­τι­κούς ή πνευ­μα­τι­κούς κιν­δύ­νους, κα­τέ­φυ­γαν και πά­λι στον και­σα­ρο­πα­πι­σμό. Ο πε­ρί­φη­μος κα­νο­νο­μα­θής Βαλ­σα­μών δι­καιο­λο­γεί τον και­σα­ρο­πα­πι­σμό, λέ­γο­ντας ό­τι “η δύ­να­μη και η δρά­ση των Αυ­το­κρα­τό­ρων ε­πε­κτεί­νε­ται στο σώ­μα και την ψυ­χή, ε­νώ η δύ­να­μη και δρά­ση του Πα­τριάρ­χη πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νον στην ψυ­χή“. “Ο Αυ­το­κρά­το­ρας”, λέ­ει αλ­λού ο Βαλ­σα­μών, “δεν υ­πό­κει­ται ού­τε στους νό­μους ού­τε στους κα­νό­νες.” Με τον τρό­πο αυ­τόν οι άρ­χο­ντες στα ε­γκό­σμια έ­γι­ναν και άρ­χο­ντες στα πνευ­μα­τι­κά. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, υ­πε­ρά­νω νο­μών και κα­νό­νων, οι αυ­το­κρά­το­ρες έ­γι­ναν α­πό­λυ­τοι άρ­χο­ντες.

Αλ­λά αν η θρη­σκεί­α ε­ξα­κο­λου­θεί να συ­γκε­ντρώ­νει την προ­σο­χή των Βυ­ζα­ντι­νών, δεν α­πο­τε­λεί πια τη μό­νη πνευ­μα­τι­κή τους α­πα­σχό­λη­ση. Η Εκ­κλη­σί­α με το να γί­νει ε­θνι­κή έ­χα­σε τον πα­γκό­σμιο χα­ρα­κτή­ρα της, πράγ­μα που ε­πι­βε­βαί­ω­σε το ο­ρι­στι­κό σχί­σμα με­τα­ξύ ορ­θο­δό­ξων και κα­θο­λι­κών. Το πρώ­το σχί­σμα, την ε­πο­χή του Φω­τί­ου, εί­χε ή­δη κα­τα­στή­σει φα­νε­ρό ό­τι η χρι­στια­νο­σύ­νη ως αρ­χή ε­νό­τη­τας των λα­ών ε­ξα­ντλού­σε τα ό­ριά της. Το ο­ρι­στι­κό σχί­σμα, που ε­πήλ­θε κα­τά τον 11ο αιώ­να, α­πέ­δει­ξε ό­τι η Εκ­κλη­σί­α γι­νό­ταν τώ­ρα μια αρ­χή δια­φο­ρο­ποί­η­σης των λα­ών. […]

Στον βαθ­μό που, ως ε­θνι­κή, η Εκ­κλη­σί­α ξε­χω­ρί­ζει τους χρι­στια­νούς, τό­σο στην Α­να­το­λή ό­σο και στη Δύ­ση, σφυ­ρη­λα­τεί­ται σι­γά-σι­γά μια άλ­λη αρ­χή ε­νό­τη­τας, με την κοι­νή α­γά­πη για τα γράμ­μα­τα και την κλα­σι­κή Αρ­χαιό­τη­τα. Ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο η α­γά­πη αυ­τή παίρ­νει τα στοι­χεί­α, τη μορ­φή και την ου­σί­α αυ­τού που πο­λύ αρ­γό­τε­ρα ο­νο­μά­στη­κε αν­θρω­πι­σμός. Έ­να α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στικά του αν­θρω­πι­στι­κού αυ­τού πνεύ­μα­τος γί­νε­ται φα­νε­ρό και στην α­να­διορ­γά­νω­ση των πα­νε­πι­στη­μια­κών σχο­λών της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τον 11ο αιώ­να. Τό­τε ι­δρύ­θη­κε η Σχο­λή του Δι­καί­ου, τη διεύ­θυν­ση της ο­ποί­ας α­νέ­λα­βε ο Ιω­άν­νης Ξι­φι­λί­νος και η σχο­λή της φι­λο­σο­φί­ας, με ε­πι­κε­φα­λής τον Μι­χα­ήλ Ψελ­λό. Ε­δώ οι φοι­τη­τές ή­ταν υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι, προ­τού αρ­χί­σουν τη σπου­δή της φι­λο­σο­φί­ας, να πα­ρα­κο­λου­θούν μα­θή­μα­τα γραμ­μα­τι­κής, με την πλα­τιά ση­μα­σί­α του ό­ρου, και αρ­χαί­ας ποί­η­σης. Ό­μοια και στην Πα­τριαρ­χι­κή Σχο­λή, τον 12ο αιώ­να, ε­κτός α­πό τη θε­ο­λο­γί­α δι­δά­σκο­νται η φι­λο­σο­φί­α, η αρ­χαί­α λο­γο­τε­χνί­α και οι ε­πι­στή­μες. Έ­φτα­σαν α­κό­μη να προ­σαρ­τή­σουν στη Σχο­λή αυ­τή έ­να νο­σο­κο­μεί­ο για τους σπου­δα­στές της Ια­τρι­κής. Α­πό την άλ­λη με­ριά, οι συγ­γρα­φείς –χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα του αν­θρω­πι­σμού της ε­πο­χής αυ­τής– δεν αρκού­νται να με­λε­τούν μό­νο τους κλα­σι­κούς, προ­σπα­θούν, ό­πως εί­πα­με, και να τους μι­μη­θούν.

Η προ­σπά­θειά τους αυ­τή, κα­θώς πε­ριο­ρί­ζε­ται σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά στη μορ­φή, προσ­δί­δει έ­να τεχνητό ­γε­μά­το στόμ­φο ύ­φος στη γρα­πτή γλώσ­σα, που με την υ­περ­βο­λι­κή α­να­ζή­τη­ση της ατ­τι­κής κα­θα­ρό­τη­τας α­πο­μα­κρύ­νε­ται ε­ντε­λώς α­πό την ο­μι­λού­με­νη. Α­λη­θι­νοί πρό­δρο­μοι στο ση­μεί­ο αυ­τό οι Βυ­ζα­ντι­νοί, προ­σφέ­ρουν έ­τσι την πρώ­τη μορ­φή, την τυ­πι­κή ε­κεί­νη που πή­ρε ο αν­θρω­πι­σμός στην αρ­χή, ως α­να­γέν­νη­ση του εν­δια­φέ­ρο­ντος για τους κλα­σι­κούς. Η α­να­γέν­νη­ση αυτή α­να­πτύ­χθη­κε πλή­ρως στο Βυ­ζά­ντιο στον 12ο αιώ­να. 0ι Βυ­ζα­ντι­νοί έρ­χο­νται τώ­ρα να θυ­μη­θούν για κα­λά ό­τι εί­ναι Έλ­λη­νες, και ο χρι­στια­νι­σμός τους δεν τους ε­μπο­δί­ζει σε τού­το. Στο πρό­σω­πο του Ευ­στα­θί­ου, του αρ­χιε­πι­σκό­που Θεσ­σα­λο­νί­κης, θε­ο­λό­γου ό­σο και λό­γιου αν­θρω­πι­στή, ο βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός βρί­σκει την ευ­γε­νέ­στε­ρη έκ­φρα­σή του.

Ως προς τη φι­λο­σο­φί­α, α­ξί­ζει να πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι η σκέ­ψη, τό­σο στην Α­να­το­λή ό­σο και στη Δύ­ση, α­πα­σχο­λεί­ται με ό­μοια σχε­δόν προ­βλή­μα­τα. Και στην Α­να­το­λή και στη Δύ­ση, φι­λο­νι­κούν για τον νο­μι­να­λι­σμό και τον ρε­α­λι­σμό, πριν χω­ρι­στούν σε πλα­τω­νι­κούς και α­ρι­στο­τε­λι­κούς. Ο Μι­χα­ήλ Ψελ­λός, έν­θερ­μος α­πο­λο­γη­τής του Πλά­τω­νος, ε­γκαι­νιά­ζει τη μα­κρά πε­ρί­ο­δο των συ­ζη­τή­σε­ων με­τα­ξύ των ο­πα­δών του Πλά­τω­νος και των ο­πα­δών του Α­ρι­στο­τέ­λη, συ­ζη­τή­σε­ων οι ο­ποί­ες α­πό το Βυ­ζά­ντιο πέ­ρα­σαν στη Δύ­ση και συ­νέ­βα­λαν θε­τι­κά στην α­φύ­πνι­ση του φι­λο­σο­φι­κού πνεύ­μα­τος. Για πρώ­τη φο­ρά ε­πί­σης πα­ρου­σιά­ζο­νται στο Βυ­ζά­ντιο λό­γιοι, ό­πως ο Ψελ­λός και ο Ι­τα­λός, οι ο­ποί­οι καλ­λιερ­γούν τη φι­λο­σο­φί­α πα­ράλ­λη­λα με τη θε­ο­λο­γί­α. Έ­χει κα­νείς την ε­ντύ­πω­ση ό­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται μί­α νέ­α πε­ρί­ο­δος φι­λο­σο­φι­κής άν­θη­σης. Δυ­στυ­χώς το κί­νη­μα αυ­τό βρή­κε στο πρό­σω­πο του Α­λε­ξί­ου Κο­μνη­νού έ­ναν α­πο­φα­σι­στι­κό α­ντί­πα­λο, που ε­μπό­δι­σε την ε­λεύ­θε­ρη α­νά­πτυ­ξή του.

Η θε­ο­λο­γί­α δεν έ­μει­νε α­μέ­το­χη στο πνευ­μα­τι­κό αυ­τό κί­νη­μα. Ο Συ­με­ών ο Νέ­ος Θε­ο­λό­γος και ο μα­θη­τής του Νι­κή­τας Στη­θά­τος, οι α­να­νε­ω­τές της μυ­στι­κής θε­ο­λο­γί­ας, εί­ναι σύγ­χρο­νοι του Ψελ­λού. Πρέ­πει τέ­λος να υ­πο­γραμ­μί­σου­με ό­τι κα­τά την ί­δια αυ­τήν ε­πο­χή το Βυ­ζά­ντιο πολ­λα­πλα­σί­α­σε τις προ­σπά­θειές του να με­τα­δώ­σει στη Δύ­ση τον δι­κό του κα­θώς και τον αρ­χαί­ο ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό, συ­νει­σφέ­ρο­ντας με τον τρό­πο αυ­τόν ση­μα­ντι­κά στην πνευ­μα­τι­κή κί­νη­ση της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης κα­τά τον 12ο αιώ­να. Οι Σταυ­ρο­φο­ρί­ες, οι ε­πι­δρο­μές των Νορ­μαν­δών και οι ε­μπο­ρι­κές σχέ­σεις των ι­τα­λι­κών Δη­μο­κρα­τιών με το Βυ­ζά­ντιο, κα­θώς και οι μα­χη­τι­κές συ­ζη­τή­σεις που ορ­γα­νώ­θη­καν ύ­στε­ρα α­πό το σχί­σμα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τους αυ­το­κρά­το­ρες που ε­πι­θυ­μού­σαν να πλη­σιά­σουν τη Ρώ­μη, δη­μιούρ­γη­σαν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την α­νταλ­λα­γή ι­δε­ών και τη με­τά­δο­ση του βυ­ζα­ντι­νού πο­λι­τι­σμού. Ι­τα­λοί λό­γιοι πή­γαι­ναν να με­λε­τή­σουν τα ελ­λη­νι­κά στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη –το Πα­νε­πι­στή­μιο της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως στη μορ­φή που πή­ρε τον 11ο αιώ­να χρη­σί­μευ­σε ως πρό­τυ­πο στους α­ντί­στοι­χους θε­σμούς της Δύ­σης– αλ­λά και Έλ­λη­νες εί­χαν την ευ­και­ρί­α να ε­πι­σκε­φθούν τη Δύ­ση και να με­τα­δώ­σουν οι ί­διοι τον βυ­ζα­ντι­νό πο­λι­τι­σμό. […]

Με­τά την Ά­λω­ση

Το 1204 η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη κα­τα­κτή­θη­κε και λε­η­λα­τή­θη­κε α­πό τους σταυ­ρο­φό­ρους της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρί­ας. Η Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α κερ­μα­τί­στη­κε τό­τε σε μια σει­ρά α­νε­ξάρ­τη­τα λα­τι­νι­κά και ελ­λη­νι­κά κρά­τη. […] Πα­ρά την α­να­κα­τά­λη­ψη της πρω­τεύ­ου­σάς της, η Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α δεν ξα­να­βρή­κε πο­τέ ού­τε την ε­νό­τη­τα ού­τε το με­γα­λεί­ο της […]. Εν τού­τοις, αυ­τή η τό­σο κρί­σι­μη α­πό πο­λι­τι­κή, κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ά­πο­ψη πε­ρί­ο­δος α­πο­τε­λεί μιαν α­πό τις λα­μπρό­τε­ρες πε­ριό­δους του βυ­ζα­ντι­νού πο­λι­τι­σμού. Μια δη­μιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, μια καλ­λι­τε­χνι­κή και πνευ­μα­τι­κή α­να­γέν­νη­ση συ­ντε­λεί­ται στην Αυ­το­κρα­το­ρί­α που ε­ξαν­τλεί­ται και πε­θαί­νει. Το Βυ­ζά­ντιο φτά­νει στο τέ­λος της ύ­παρ­ξής του μέ­σα σ’ έ­να έ­ντο­νο α­να­γεν­νη­τι­κό κί­νη­μα. Η Νί­καια, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η Θεσ­σα­λο­νί­κη, η Τρα­πε­ζού­ντα και ο Μυ­στράς στά­θη­καν οι λα­μπρό­τε­ρες ε­στί­ες του κι­νή­μα­τος αυ­τού. […]

Ο αυ­το­κρά­το­ρας Ιω­άν­νης Βα­τά­τζης (1225-1254) ιδρύ­ει στη Νί­καια μια σχο­λή φι­λο­σο­φί­ας, με ε­πι­κε­φα­λής πρώ­τα τον Εξα­πτέ­ρυ­γο και ύ­στε­ρα τον Νι­κη­φό­ρο Βλεμ­μύ­δη. Το διά­ταγ­μα του Βα­τά­τζη, που α­να­γκά­ζει τους κυ­βερ­νή­τες και άρ­χο­ντες των πό­λε­ων να φρον­τί­ζουν κά­θε χρό­νο για την α­μοι­βή των κα­θη­γη­τών της ρη­το­ρι­κής, της ια­τρι­κής και των μα­θη­μα­τι­κών, μαρ­τυ­ρεί για το εν­δια­φέ­ρον που υ­πήρ­χε για την εκ­παί­δευ­ση. Για τους κα­θη­γη­τές του δι­καί­ου και της φι­λο­σο­φί­ας το ί­διο διά­ταγ­μα προ­βλέ­πει ό­τι, “λαμ­βα­νο­μέ­νης υπ’ ό­ψιν της ο­λι­γω­ρί­ας των ως προς τα υ­λι­κά α­γα­θά και το χρή­μα”, θα πρέ­πει να αρ­κού­νται σε μιαν α­μοι­βή εκ μέ­ρους των μα­θη­τών τους. Ε­κτός αυ­τού, ο Βα­τά­τζης ί­δρυ­σε και βι­βλιο­θή­κες στις με­γά­λες πό­λεις της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας του, α­φιε­ρω­μέ­νες στην τέ­χνη και στις ε­πι­στή­μες, και για να τις πλου­τί­σει έ­στει­λε τον Βλεμ­μύ­δη στη Θρά­κη, στη Μα­κε­δο­νί­α, στον Ά­θω, στη Θεσ­σα­λί­α, με σκο­πό ν’ α­γο­ρά­σει ή στην α­νά­γκη ν’ α­ντι­γρά­ψει και να φέ­ρει πε­ρι­λή­ψεις πο­λύ­τι­μων χει­ρο­γρά­φων. Ύ­στε­ρα α­πό την α­να­κα­τά­λη­ψη της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ξα­να­λει­τούρ­γη­σε το Πα­νε­πι­στή­μιό της, του ο­ποί­ου την ι­στο­ρί­α μπο­ρού­με να πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με ως το 1453. Ο L. Brehier πα­ρα­τή­ρη­σε ό­τι δεν βρί­σκου­με στα κεί­με­να “την πα­ρα­μι­κρό­τε­ρη μνεί­α θε­ο­λο­γι­κής δι­δα­σκα­λί­ας στο Πα­νε­πι­στή­μιο αυ­τό”. οι κα­θη­γη­τές ή­ταν φι­λό­σο­φοι, ε­πι­στή­μο­νες, ρή­το­ρες και φι­λό­λο­γοι.

O βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός, που αγ­γί­ζει τώ­ρα το α­πό­γειό του, πα­ρου­σιά­ζει μια χτυ­πη­τή α­να­λο­γί­α με τον σύγ­χρο­νό του Ι­τα­λι­κό αν­θρω­πι­σμό: πι­στεύ­ει στη βιω­σι­μό­τη­τα του κλα­σι­κού πο­λι­τι­σμού και των ε­πι­στη­μών, όπου και α­να­ζη­τά την πλή­ρη μόρ­φω­ση του πνεύ­μα­τος. Οι εκ­πρό­σω­ποί του α­σχο­λού­νται τώ­ρα πιο σο­βα­ρά με τις ε­πι­στή­μες, θε­ω­ρώ­ντας με τρό­πο πιο α­νε­ξάρ­τη­το την α­ξί­α της ε­πι­στη­μο­νι­κής γνώ­σης. Βρι­σκό­μα­στε έ­τσι μπρο­στά σε σο­βα­ρές προ­σπά­θειες που σκο­πούν στη με­θο­δι­κή συ­γκρό­τη­ση της γνώ­σης αυ­τής, πά­ντο­τε κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της Αρ­χαιό­τη­τας. Η Α­κα­δη­μί­α της Τρα­πε­ζού­ντας υ­πήρ­ξε έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα κέ­ντρα με­λέ­της της α­στρο­νο­μί­ας και των άλ­λων μα­θη­μα­τι­κών ε­πι­στη­μών, κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της ε­πι­στή­μης των Περ­σών. Η ια­τρι­κή προ­σελ­κύ­ει το εν­δια­φέ­ρον ό­λων σχε­δόν των ε­πι­στη­μό­νων. Τε­λι­κά το Βυ­ζάν­τιο των Πα­λαιο­λό­γων α­νέ­δει­ξε ε­πι­στή­μο­νες, α­στρο­νό­μους, για­τρούς, φυ­σιο­δί­φες, για τους ο­ποί­ους o Krumbacher λέ­ει ό­τι “δεν προ­σέ­φε­ραν στις φυ­σι­κές ε­πι­στή­μες μι­κρό­τε­ρες υ­πη­ρε­σί­ες α­πό αυ­τές του Ρο­γή­ρου Βά­κω­να στη Δύ­ση”. H φι­λο­λο­γί­α βέ­βαια πα­ρα­μέ­νει πάν­το­τε η α­γα­πη­μέ­νη ε­πι­στή­μη των Βυ­ζα­ντι­νών. Πραγ­μα­τι­κά, οι Έλ­λη­νες κλα­σι­κοί α­πο­τε­λούν κοι­νό κτή­μα ό­λων των λο­γί­ων, οι οποίοι τους ερ­μη­νεύ­ουν, τους υ­πο­μνη­μα­τί­ζουν και τους με­τα­φρά­ζουν, προσ­πα­θώ­ντας να τους μι­μη­θούν. Πο­λύ ε­πι­κρί­θη­κε η βυ­ζα­ντι­νή παι­δεί­α γι’ αυ­τήν της τη μα­νί­α να σχο­λιά­ζει, να ε­ρα­νί­ζε­ται, να συ­ντέ­μνει, να πα­ρα­φρά­ζει, να ε­πι­μέ­νει στις λε­πτο­μέ­ρειες, κα­θώς και για τις σο­φι­στι­κές της υ­περ­βο­λές. Αλ­λά φαί­νε­ται ό­τι οι ε­πι­κρι­τές της δεν εί­δαν το ου­σιώ­δες, που εί­ναι ό­τι, δια μέ­σου αυ­τής της ο­μοιό­μορ­φης, μα­κράς και συ­νε­χούς προ­σπά­θειας, το Βυ­ζά­ντιο κα­τόρ­θω­σε να ε­ξοι­κει­ω­θεί με τον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό, να τον α­φο­μοιώ­σει και να δη­μιουρ­γή­σει τις κα­τάλ­λη­λες ή α­πλώς α­να­γκαί­ες συν­θή­κες για μια δη­μιουρ­γι­κή άν­θη­ση. Α­πό την άλ­λη με­ριά, ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο οι Βυ­ζα­ντι­νοί συ­να­να­στρέ­φο­νται τους κλα­σι­κούς τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι εί­ναι Έλ­λη­νες. Χρι­στια­νι­κή, ορ­θό­δο­ξη, η βυ­ζα­ντι­νή ψυ­χή, κά­τω α­πό το φως των κλα­σι­κών, συ­νει­δη­το­ποιεί ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο την ελ­λη­νι­κό­τη­τά της. Ο Πλή­θων Γε­μι­στός γρά­φει στον αυ­το­κρά­το­ρα Μα­νου­ήλ Β’: ε­σμέν γαρ ουν ων η­γεί­σθε τε και βα­σι­λεύ­ε­τε Έλ­λη­νες το γέ­νος, ως η τε φω­νή και η πά­τριος παι­δεί­α μαρ­τυ­ρε­ί. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ο Ιω­άν­νης Αρ­γυ­ρό­που­λος ε­ξορ­κί­ζει τον τε­λευ­ταί­ο αυ­το­κρά­το­ρα Κων­στα­ντί­νο Δρα­γά­τση να πά­ρει τον τί­τλο του βα­σι­λιά των Ελ­λή­νων: και ο τί­τλος μό­νο θα αρ­κού­σε, λέ­ει, να ε­ξα­σφα­λί­σει τη σω­τη­ρί­α των ε­λεύ­θε­ρων Ελ­λή­νων και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των υ­πό­δου­λων α­δελ­φών τους. Ο Ελ­λη­νι­σμός ξα­να­γεν­νιέ­ται και συ­νει­δη­το­ποιεί τον ι­στο­ρι­κό του ρό­λο και τη σπου­δαιό­τη­τά του.

Οι α­πό­πει­ρες των Πα­λαιο­λό­γων για την έ­νω­ση των Εκ­κλη­σιών προ­κά­λε­σαν τον σχη­μα­τι­σμό δύ­ο με­ρί­δων, α­πό τις ο­ποίες η μί­α τασ­σό­ταν υ­πέρ και η άλ­λη κα­τά της έ­νω­σης και οι οποίες ήρ­θαν σε σφο­δρή σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ τους. Αυ­τοί που τάσ­σο­νταν κα­τά της έ­νω­σης εί­χαν τε­λι­κά δί­κιο, και ό­χι μό­νο για λό­γους θε­ο­λο­γι­κής τά­ξης. Η ί­δια η θε­ο­λο­γί­α δεν εί­ναι ά­μοι­ρη ε­νός ο­ρι­σμέ­νου ε­θνι­κι­σμού, ό­πως φά­νη­κε α­πό την έ­ρι­δα των η­συ­χα­στών: οι ο­πα­δοί του Πα­λα­μά ε­πι­κα­λού­νταν την πα­ρά­δο­ση της ορ­θο­δο­ξί­ας και τη μο­να­στι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, ε­νώ οι α­ντί­πα­λοί τους, ό­πως ο Βαρ­λα­άμ και ο Κυ­δώ­νης, συμ­με­ρί­ζο­νταν τις ι­δέ­ες του Θω­μά του Α­κι­νά­τη. Αυ­τό το ε­θνι­κι­στι­κό πνεύ­μα ε­ξη­γεί ως έ­να ση­μεί­ο τη μι­κρή σχε­τι­κά ε­πι­τυ­χί­α που εί­χαν στο Βυ­ζά­ντιο οι με­τα­φρά­σεις των έρ­γων του Θω­μά του Α­κι­νά­τη και άλ­λων λα­τί­νων θε­ο­λό­γων.

Αλ­λ’ αν το Βυ­ζά­ντιο πα­ρα­μέ­νει το ί­διο κλει­στό στη δυ­τι­κή σκέ­ψη και θε­ο­λο­γί­α, δεν παύ­ει ω­στό­σο να δια­δί­δει στους άλ­λους τον αν­θρω­πι­σμό του. Πολ­λοί Δυ­τι­κοί πή­γαι­ναν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη να μά­θουν ελ­λη­νι­κά. Ε­ξυ­πα­κού­ε­ται ό­τι δεν με­λε­τού­σαν μό­νο τα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά και τη μέ­θο­δο και το πνεύ­μα με το οποίο οι Βυ­ζα­ντι­νοί έ­βλε­παν τους κλα­σι­κούς, μ’ άλ­λα λό­για τον βυ­ζα­ντι­νό αν­θρω­πι­σμό. Α­πό την άλ­λη με­ριά, αρ­κε­τοί Βυ­ζα­ντι­νοί λό­γιοι, α­κό­μη και πριν α­πό την πτώ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης το 1453, εί­χαν δι­δά­ξει σε πα­νε­πι­στή­μια της λα­τι­νι­κής Δύ­σης. Ο Πλή­θων και ο Βησ­σα­ρί­ων συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στις πιο α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κές μορ­φές της ι­τα­λι­κής Α­να­γέν­νη­σης. Οι δύ­ο αυ­τοί σο­φοί αρ­κούν κα­τά τη γνώ­μη μας για να δεί­ξουν προς τα που έ­τει­νε ο βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός: στην ακ­μή της άν­θη­σής του δεν δια­φέ­ρει πο­λύ α­πό τον α­ντί­στοι­χο ι­τα­λι­κό.

*Α­πό τη Βυ­ζα­ντι­νή Φι­λο­σο­φί­α, σσ. 137-140, 213-216.
Άρδην τ. 51, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.