Γερμανία-Τουρκία: Πώς χτίστηκε μια ισχυρή διπλωματική σχέση-αγκάθι για την Ελλάδα και την Ε.Ε.;

του Γεώργιου Διώτη,

Η Διδώ Σωτηρίου σε ένα από τα κορυφαία σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα ‘’Τα Ματωμένα Χώματα’’ έγραφε πως ’’O Τούρκος δεν ήξερε να πολεμάει. Ο Γερμανός του έμαθε. Το άρθρο πραγματεύεται μια ιστορική ανάλυση της γένεσης των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Τουρκίας, λαμβάνοντας υπόψιν απτά στοιχεία μέσω της ιστορικής μελέτης. Ακόμη θα καταγραφούν τεκμήρια που αποδεικνύουν πως η διμερής συνεργασία κάθε άλλο παρά υποβαθμίζεται στη σημερινή εποχή. Πρόκειται για μια μακρόχρονη συνεργασία των δύο πλευρών, η οποία θέτει εμπόδια στα ευρωπαϊκά και εθνικά συμφέροντα του Ελληνισμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι σχέσεις των γειτόνων μας με την Γερμανία έχουν τις ρίζες τους στα τέλη του 18ου αιώνα, η (τότε) Πρωσία εκμεταλλευόμενη την μειωμένη επιρροή των Αγγλογάλλων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία διείσδυσε κυρίως και αμέσως στην οικονομία των Οθωμανών. Οι διορατικοί Bismarck και Wilhelm είδαν την Οθωμανική αυτοκρατορία ως πεδίο ανάπτυξης του δρόμου προς ανατολάς, στα γερμανικά γνωστό και ως ‘’Drang nach Osten’’.

Πολλές δράσεις ‘’σφράγισαν’’ την άτυπη γερμανοτουρκική συμμαχία με τις συνέπειες να είναι εμφανείς μέχρι και σήμερα. Όλα ξεκίνησαν εξαιτίας των ιμπεριαλιστικών ιδεών των Bismarck και Wilhelm II, Realpolitik και Weltpolitik αντιστοίχως. Οι Γερμανοί όντας πανίσχυροι στα τέλη του 19ου αιώνα ανέπτυξαν τα αποικιοκρατικά τους σχέδια όπως οι άλλες υπερδυνάμεις π.χ. η Βρετανία και η Γαλλία. Μια χώρα υπό παρακμή αλλά με πολλές δυνατότητες αξιοποίησης των πόρων της από τρίτους, ήταν αυτό που αναζητούσαν οι Πρώσοι για να γίνουν κυρίαρχοι στο σιδηροδρομικό δίκτυο Βαγδάτης-Βερολίνου. Το παραπάνω χαρακτήριζε πλήρως την Οθωμανική αυτοκρατορία του Αβδούλ Χαμίτ Β’.

Το συνέδριο του Βερολίνου το 1878 (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, με βάση το νέο ημερολόγιο) ήταν ο τόπος ‘’γένεσης’’ αυτής της σχέσης. Πλέον ήταν δεδομένο πως οι Οθωμανοί θα υιοθετούσαν την γερμανική κρατική λειτουργία στον στρατιωτικό, τον οικονομικό και τον κατασκευαστικό τομέα της χώρας τους. Δεδομένου των ιστορικών εξελίξεων δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηρίξει κάποιος, ότι η γερμανική τεχνογνωσία έσωσε την Αυτοκρατορία, αλλά και την Κεμαλική Τουρκία από μια ολοκληρωτική καταστροφή του Τουρκικού Έθνους. Το έργο της γερμανικής δράσης στην Οθ. Αυτοκρατορία βασίστηκε στην κάλυψη των αναγκών του αδύναμου (εδώ: οι Τούρκοι) με αντάλλαγμα όμως το πολυτιμότερο γεωπολιτικό ‘’χαρτί’’ των Οθωμανών.

‘’Ο δρόμος για την Βαγδάτη’’ άνοιξε το 1888, όταν επί βασιλείας του Γουλιέλμου Β’ ξεκίνησε η κατασκευή σιδηροδρομικών γραμμών εντός των οθωμανικών επικρατειών. Ο χρηματοδότης της προσπάθειας ήταν η γνωστή μέχρι και σήμερα, Deutsche Bank. Οι στρατιωτικές συνεργασίες των δύο χωρών δεν θα μπορούσαν να λείπουν. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ρίζες των σημερινών πωλήσεων πολεμικού υλικού στην Τουρκία (βλ. υποβρύχια Τ-214) εντοπίζονται λίγο πριν το τέλος του 19ου αιώνα με την παράδοση εκατοντάδων πυροβόλων για μια ισχυρότερη αποτρεπτική δύναμη εντός των Στενών του Βοσπόρου.

Σε ό,τι αφορά τις προσωπικότητες της εποχής ο Hans von Wagenheim (1859 – 26 Οκτωβρίου 1915) βαρόνος και πρέσβης της Πρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, συνέβαλε τα μέγιστα στην προάσπιση των πρωσικών συμφερόντων εκεί. Το σημαντικότερο έργο του ήταν η σύνταξη της Τουρκίας με τις δυνάμεις του Άξονα, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Τουρκία τότε βρισκόταν υπό πλήρη αμηχανία. Έχοντας ήδη προβλήματα στο εσωτερικό της, όπως η γενοκτονία των Αρμενίων και οι διώξεις και εκτελέσεις άλλων χριστιανών (κυρίως Ελλήνων) αδυνατούσε να χαράξει ξεκάθαρη γραμμή προ των διαγεγραμμένων εξελίξεων που θα ακολουθούσαν. Άλλωστε, οι Τούρκοι είχαν χάσει στις προηγούμενες πολεμικές αναμετρήσεις τεράστιες εκτάσεις από σκλαβωμένα έθνη εντός της Αυτοκρατορίας. Ενώ ο Καγκελάριος Bismarck είχε κρίνει σωστό να συνταχθεί στον πόλεμο τόσο με την Τουρκία, αλλά και με την Ρουμανία και την Ελλάδα ο Wagenheim κατάφερε να τον πείσει να αποκρούσει τυχούσα συμμαχία με τους δύο βαλκανικούς λαούς. Η Τουρκία για τους Γερμανούς πια ήταν το μεγάλο ‘’asset’’, εάν κέρδιζαν την συμμαχία της Αντάντ ουσιαστικά θα διαχειρίζονταν όλες τις πιο κερδοφόρες περιοχές του ευρωασιατικού κόσμου. Οι εξελίξεις μάλλον έδειξαν ότι το πλάνο απέτυχε, καθώς οι Γερμανοί ηττήθηκαν δις στους ισάριθμους παγκοσμίους πολέμους, στον δεύτερο οι Τούρκοι κράτησαν μια ουδέτερη στάση στα τεκταινόμενα. Παρ ’όλα αυτά μέχρι και το τέλος του 20ου αιώνα οι επαφές δεν βρέθηκαν ποτέ σε ψυχρό επίπεδο ειδικότερα μετά και την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, το 1952.

Με μια σύντομη επισκόπηση αντιλαμβάνεται κανείς, πως σχεδόν έναν αιώνα από τις αρχές των διμερών επαφών τίποτε δεν φαίνεται να έχει αλλάξει. Ούτε ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων. Μάλιστα, πολλάκις προκαλεί σοβαρά προβλήματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ζητήματα που απειλούν την κυριαρχία, την αξιοπιστία και την ενότητά της. Η περίφημη διπλωματική σχέση αποτέλεσε μεταξύ άλλων και τροχοπέδη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της Κύπρου. Η Μεγαλόνησος από το 2004 είναι το δεύτερο -έστω και άτυπα- ελληνικό κράτος εντός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά ταύτα, οι ενταξιακές διαδικασίες ήταν πολύπλοκες εξαιτίας της παράνομης κατοχής από τις τουρκικές δυνάμεις ενός μεγάλου ποσοστού των εδαφών της χώρας και λόγω της τουρκικής πίεσης προς την Γερμανική πλευρά με δυνατό διπλωματικό χαρτί, όπως σε πολλά ζητήματα, τον τουρκικό πληθυσμό στην Γερμανία. Επιπροσθέτως ένα σοβαρό πλήγμα για τον Ελληνισμό είναι η διαρκώς τροφοδοτούμενη στρατιωτική ισχύς των Τούρκων μέσω γερμανικών εταιριών. Παραδείγματι, τη στιγμή που το άρθρο γράφεται η Τουρκία αναμένει την παράδοση 6 υποβρυχίων κλάσης Τ-214 από τη γερμανική στρατιωτική βιομηχανία, τα οποία ουδείς ξέρει εναντίον ποιας χώρας θα τα χρησιμοποιήσει εάν χρειαστεί.

Συμπερασματικά, η σύμπραξη Γερμανίας και Τουρκίας πλήττει τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά την Ελλάδα και την Κύπρο, οι οποίες είναι μέλη της Ε.Ε. όπως και η ίδια η Γερμανία. Από την στιγμή που απειλούνται τα δύο κράτη της Ανατολικής Μεσογείου από την Τουρκία δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η διατάραξη των ισορροπιών στην περιοχή και μάλιστα από το εσωτερικό της Ε.Ε. Απαιτείται ορθολογισμός και διαιτησία των ευρωπαϊκών οργάνων απέναντι σε μεμονωμένες διμερείς σχέσεις κρατιδίων της Ένωσης, εφόσον είναι θεμιτή η διασφάλιση των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών που πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

ΠΗΓΕΣ
-Tέλλογλου Τάσος, ‘’Η πολιτική της Γερμανίας απέναντι στην Τουρκία και οι επιπτώσεις της σε Ελλάδα και Κύπρο’’, Εκδόσεις Στοχαστής, 1995
-Πελαγία Β. Χαραλαμπίδου, ‘’Η πολιτική της Γερμανίας στη Μικρά Ασία (1878-1923)’’, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2010
-Rene Ristelhueber, ‘’Ιστορία των Βαλκανικών Λαών΄΄, Εκδόσεις Παπαδήμα, 2005

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.