Γεωπολιτική της Αρκτικής: σενάρια και αντιμαχίες

Μετάφραση και προλογισμός: Γιώργος Κουτσαντώνης

Αν και έχουμε ορισμένες σοβαρές επιφυλάξεις σε σχέση με δυο βεβαιότητες που εκφράζει ο αρθρογράφος: α) ότι οι αιτίες του λιωσίματος των πάγων της Αρκτικής είναι αναμφίβολα ανθρωπογενείς και β) ότι η διάνοιξη θαλασσίου διαδρόμου, για κανονικά πλοία, στην Αρκτική πρέπει να θεωρείται δεδομένη, μεταφράζουμε το παρακάτω κείμενο γιατί είναι ενδιαφέρον, πλούσιο σε πληροφορίες και σε γενικές γραμμές ρεαλιστικό.RES PUBLICA

Γράφει: Antonio di Palo

Η κλιματική αλλαγή αναδιαμορφώνει τα παγκόσμια γεωγραφικά και γεωπολιτικά σενάρια, φαινόμενο που, επί του παρόντος και μακροπρόθεσμα, γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν αναλύσουμε την περίπτωση της Αρκτικής, όπου οι παγετώνες λιώνουν τροποποιώντας την προσβασιμότητά της, σε συνδυασμό με την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα οποία δελεάζουν τα κράτη που συνορεύουν με αυτό το γεωγραφικό τμήμα του πλανήτη.

Η περιοχή της Αρκτικής περιλαμβάνει εδάφη που αποτελούν τμήματα του Καναδά, της Φινλανδίας, της Γροιλανδίας, της Ισλανδίας, της Νορβηγίας, της Ρωσίας, της Σουηδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια γη ακραίων συνθηκών: το καλοκαίρι η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει ακόμη και τους 26°C, αλλά το χειμώνα, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, πέφτει στους -45°C. Το τοπίο περιλαμβάνει τεράστιες εκτάσεις λαξευμένων βράχων, από τους παγωμένους ανέμους, πολικές ερήμους και ποτάμια. Οι πάγοι της περιοχής υποχωρούν και αυτό δεν είναι πλέον είδηση, αν σκεφτεί κανείς ότι οι δορυφορικές φωτογραφίες καταγράφουν αυτό το φαινόμενο εδώ και περίπου δέκα χρόνια. Για τους περισσότερους επιστήμονες δεν υπάρχει αμφιβολία: η αιτία αυτής της μεταμόρφωσης είναι ο άνθρωπος και οι πρόσφατες ανακαλύψεις πόρων θα επιταχύνουν αυτή την αδυσώπητη διαδικασία. Αρκετά χωριά κατά μήκος των ακτών της Βερίγγειας Θάλασσας έχουν ήδη μετεγκατασταθεί, ενώ άλλα βρίσκονται σε διαδικασία μετεγκατάστασης, καθώς οι ακτές διαβρώνονται και οι ζώνες κυνηγιού εξαφανίζονται. Μια πραγματική βιολογική επανατοποθέτηση βρίσκεται σε εξέλιξη στην Αρκτική, η οποία επηρεάζει και την πανίδα της περιοχής.

Το λιώσιμο των πάγων δεν θα έχει μόνο τοπικές επιπτώσεις, το πρόβλημα επηρεάζει και μακρινές χώρες όπως οι Μαλδίβες, το Μπαγκλαντές και η Ολλανδία, οι οποίες κινδυνεύουν από πολύ σοβαρές πλημμύρες που προκαλούνται από την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και αυτό είναι ένα ελάχιστο παράδειγμα που μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η Αρκτική δεν είναι μόνο ένα ζήτημα των χωρών της Αρκτικής, αλλά κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια από τις πιο σημαντικές πτυχές του ζητήματος – που θα έχει τον μεγαλύτερο αντίκτυπο για τις μελλοντικές αντιμαχίες και διεκδικήσεις – είναι, όπως ήταν αναμενόμενο, η ανακάλυψη μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου σε όλο και πιο προσβάσιμες περιοχές της Αρκτικής. Το 2008, το Γεωλογικό Ινστιτούτο των Ηνωμένων Πολιτειών υπολόγισε ότι στις αρκτικές ακτές βρίσκονται 47 τρισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, 44 δισεκατομμύρια βαρέλια υγρού αερίου και 90 δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Στην εκτίμηση αυτών των πόρων δεν λαμβάνονται υπόψη οι νέες εκτάσεις που αποκαλύφθηκαν με το λιώσιμο των πάγων οι οποίες θα μπορούσαν να φέρουν στο φως και άλλες πλούσιες εκπλήξεις, όπως την πιθανή ανακάλυψη μεγάλων αποθεμάτων χρυσού, ψευδαργύρου, νικελίου και σιδήρου, πόροι που έχουν ήδη βρεθεί, σε μικρότερο βαθμό, σε ορισμένες περιοχές της Αρκτικής.

Η Exxon Mobil, η Shell και η Rosnef είναι μόνο μερικοί από τους ενεργειακούς γίγαντες που έχουν ξεκινήσει να υποβάλλουν αιτήσεις για άδειες γεώτρησης και εκμετάλλευσης, και πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι πίσω από αυτές τις εταιρείες κρύβονται τα συμφέροντα των χωρών προέλευσης που, μαζί με άλλες χώρες, θα πρωταγωνιστήσουν στο μεγάλο αρκτικό παίγνιο. Αυτό το σενάριο φέρνει σε συζήτηση, αλλά και σε αντιπαράθεση, τις οκτώ χώρες μέλη του Αρκτικού Συμβουλίου, του περιφερειακού φόρουμ στο οποίο λαμβάνουν μέρος οι “Arctic Five”: Καναδάς, Ρωσία, ΗΠΑ, Νορβηγία και Δανία (που αντικαθιστά τη Γροιλανδία), δηλαδή οι πέντε χώρες που διαθέτουν σύνορα στον Αρκτικό Ωκεανό μαζί με την Ισλανδία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία. Δώδεκα χώρες ενεργούν ως παρατηρητές και έτσι ολοκληρώνονται οι συμμετέχοντες στο Συμβούλιο. Είναι ενδιαφέρον, μεταξύ όλων αυτών των παραγόντων, να αναλύσουμε κυρίως τις προσεγγίσεις της Νορβηγίας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ, οι οποίες φαίνεται ότι έχουν οικοδομήσει μια πραγματική στρατηγική κατανόησης του ζητήματος που τους δίνει το προβάδισμα έναντι των γειτόνων τους.

Η Νορβηγία διεκδικεί σθεναρά την κορυφογραμμή Gakkel, η οποία πιστεύει ότι ανήκει στη δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), ωστόσο η Ρωσία αμφισβητεί αυτή τη θέση και διεκδικεί κάτι από τα νησιά της Σπιτσβέργης (Αρχιπέλαγος Σβάλμπαρντ), την πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή αυτού του γεωγραφικού σημείου. Για όλες σχεδόν τις χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς, αυτά τα νησιά βρίσκονται υπό περιορισμένη νορβηγική κυριαρχία, αλλά στο μεγαλύτερο νησί, την Σπιτσβέργη, όλο και περισσότεροι Ρώσοι μετανάστες αναμειγνύονται με τον τοπικό πληθυσμό για να εργαστούν στα ανθρακωρυχεία. Αυτά τα ορυχεία δεν είναι ιδιαίτερα κερδοφόρα, επομένως οι Ρώσοι εργάτες λειτουργούν πρώτα και κύρια ως δημογραφικό εργαλείο για να μπορεί η Μόσχα να διεκδικεί το νησί. Η Νορβηγία, κράτος μέλος του ΝΑΤΟ, είναι ιδιαίτερα εξοικειωμένη με τον φάκελο Αρκτική, πράγμα που την καθιστά κεντρικό διαχειριστή της εξωτερικής πολιτικής. Η Νορβηγία αναγνωρίζει και αναχαιτίζει πολύ αποτελεσματικά, με την αεροπορία της, τα ρωσικά μαχητικά που πλησιάζουν πολύ συχνά τον εναέριο χώρο της. Αυτή η δυναμική κατάσταση έχει οδηγήσει το Όσλο να μετακινήσει τον στρατιωτικό του εξοπλισμό από το Νότο στο βόρειο τμήμα της χώρας. Την ίδια στιγμή ο Καναδάς και η Δανία ενισχύουν επίσης τις μαχητικές τους ικανότητες σε ακραίες κλιματικές συνθήκες, ειδικά σε σχέση με αυτόν που φαίνεται να είναι ο εχθρός νούμερο ένα: η Ρωσία.

Η Ρωσία δημιουργεί επίσης τον αρκτικό στρατό της, και πέρα ​​από αυτόν, έξι νέες στρατιωτικές βάσεις είναι υπό κατασκευή με τις εργασίες να βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο για την επαναλειτουργία πολλών ημι-εγκαταλελειμμένων εγκαταστάσεων από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου (όπως αυτές του Νοβοσιμπίρσκ). Τέλος, η Μόσχα ανακατασκευάζει διάφορους αεροδιαδρόμους. Κάποιοι κάνουν λόγο για κινητοποίηση δύναμης, τουλάχιστον 6.000 ανδρών, στην περιοχή του Μούρμανσκ μέσα στα επόμενα χρόνια, η οποία θα περιλαμβάνει δύο μηχανοκίνητες ταξιαρχίες του πεζικού εξοπλισμένες με snowmobiles και hovercraft. Η περιοχή του Μούρμανσκ θεωρείται «η βόρεια πύλη της Ρωσίας στους ενεργειακούς πόρους» και πρόσφατα ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε ότι «τα υπεράκτια εδάφη, ειδικά στην Αρκτική, αποτελούν χωρίς υπερβολή το στρατηγικό απόθεμα της Ρωσίας του 21ου αιώνα». Μια τοποθέτηση με σημαντικό ειδικό βάρος, που συνοδεύτηκε από στρατιωτικές ασκήσεις σε εξίσου ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, που υπογραμμίζουν έντονα τον ρόλο που θέλει να αναλάβει η Μόσχα σε μια περιοχή, την οποία θεωρεί ζωτικό της χώρο. Παρά τα προβλήματα της ρωσικής οικονομίας, που έχει επιφέρει σημαντικές περικοπές στον προϋπολογισμό σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες, οι ρωσικές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται και τα επόμενα χρόνια είναι λογικό και αναμενόμενο ότι οι περισσότεροι από τους νέους πόρους θα επενδυθούν στην Αρκτική.

Από την άλλη, ο μεγάλος άγνωστος στην Αρκτική φαίνεται να είναι οι ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον παρουσιάζεται, από πολλούς αναλυτές, σε καθυστέρηση, με μόνο δύο παγοθραυστικά σε λειτουργία στην περιοχή (υπήρχαν οκτώ μέχρι τη δεκαετία του 1960). Ακόμη και η Κίνα φαίνεται να είναι πιο δραστήρια από τους Αμερικανούς στην περιοχή, χωρίς καν να είναι κράτος της Αρκτικής. Η Κίνα, ως μεγάλη δύναμη, μελετά το παίγνιο και παίζει τα χαρτιά της, ούτως ή άλλως, ως μέρος ενός μεγάλου σχεδίου: «του Πολικού Δρόμου του Μεταξιού». Το Πεκίνο έχει ήδη λάβει την παραχώρηση ορισμένων κρίσιμων ορυχείων στη Γροιλανδία, συμπεριλαμβανομένου αυτού του Kvanefjeld, κοντά στο Narsaq (το μεγαλύτερο ανοιχτό ορυχείο ουρανίου στον κόσμο) και του ορυχείου ψευδαργύρου του Citronefjord, στο βορειότερο τμήμα του νησιού. Το 2015, ο Μπαράκ Ομπάμα ήταν ο πρώτος Αμερικανός Πρόεδρος που πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αλάσκα και, στο περιθώριο μιας εκδήλωσης για την κλιματική αλλαγή, ζήτησε να επιταχυνθεί η κατασκευή νέων παγοθραυστικών. Η δήλωση παρέμεινε ευχολόγιο, ενώ ακόμη και με την κυβέρνηση Τραμπ δεν υπήρξε μια καλά δομημένη στρατηγική για το συγκεκριμένο θέμα. Η πρόταση του Τραμπ να αγοράσει τη Γροιλανδία από τη Δανία το 2019 είχε σίγουρα αντίκτυπο, αλλά δεν σηματοδότησε και μια ουσιαστική πρωτοβουλία. Φυσικά η πρόταση είχε νόημα, δεν ήταν μια ακόμη «παραφορά» του Προέδρου όπως έγραψαν τα περισσότερα ΜΜΕ. Ωστόσο ο δήλωση του Τραμπ περισσότερο ήταν μια επικοινωνιακή επίθεση στους δύο πιο σημαντικούς αντιπάλους: τη Ρωσία και την Κίνα. Εν τω μεταξύ, μια αντιμαχία βρίσκεται επίσης σε εξέλιξη με τους Καναδούς σχετικά με τα δικαιώματα εκμετάλλευσης ορισμένων υπεράκτιων κοιτασμάτων πετρελαίου και την πρόσβαση στα νερά του καναδικού αρχιπελάγους. Η Οτάβα θεωρεί ότι τα κοιτάσματα βρίσκονται στο εσωτερικό των συνόρων της, ενώ οι ΗΠΑ θεωρούν ότι πρόκειται για στενό διεθνών υδάτων που, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στην καναδική νομοθεσία.

Η αντιπαράθεση με τη Ρωσία, που έχουμε δει ότι είναι ένας δρώντας έτοιμος ακόμη και για το πιο αρνητικό σενάριο, είναι ιδιαίτερα έντονη στον Βερίγγειο Πορθμό, στον Αρκτικό Ωκεανό και στον Βόρειο Ειρηνικό. Το 1990, υπογράφηκε μια συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των ΗΠΑ και της τότε Σοβιετικής Ένωσης, την οποία το ρωσικό κοινοβούλιο δεν θέλει πλέον να επικυρώσει μετά την κατάρρευσή της ΕΣΣΔ. Η περιοχή θεωρείται, συναινετικά, ότι τελεί υπό την αμερικανική αιγίδα, αλλά οι Ρώσοι θέλουν να κρατήσουν το παιχνίδι ανοιχτό. Συνεπώς, η αμερικανική στρατηγική φαίνεται να είναι μακροπρόθεσμη. Οι Αμερικανοί θεωρούν το ζήτημα της Αρκτικής περιφερειακό και όχι παγκόσμιο και προς το παρόν κρατούν μια σχετικά ήπια στάση. Σε κάθε περίπτωση, οι γεωπολιτικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ εργάζονται εντατικά, όπως είδαμε, αυξάνοντας τους προϋπολογισμούς τους για έρευνες κοιτασμάτων, κατασκευή νέων υποδομών, εκσυγχρονισμό στρατιωτικών και εμπορικών στόλων, ενίσχυση περιφερειακών βάσεων και αεροδρομίων.

Μεταξύ των διαφόρων αντιμαχιών είναι αυτή μεταξύ του Καναδά και της Δανίας για το νησί Hans, το οποίο χωρίζει τη Γροιλανδία από το νησί Ellesmere. Η Γροιλανδία είναι αυτοδιοικούμενη, αλλά παραμένει υπό την κυριαρχία της Δανίας. Το 1953, οι Δανοί και οι Καναδοί υπέγραψαν μια συμφωνία που τοποθέτησε το νησί σε μια δυναμική ισορροπία, έκτοτε και οι δύο χώρες στέλνουν συχνά αποστολές και πραγματοποιούν έρευνες για κοιτάσματα. Η πρόκληση της Γροιλανδίας αποτελεί βασικό κομμάτι του παζλ της Αρκτικής και τα επόμενα χρόνια μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός παράγοντας για ολόκληρη την περιοχή. Μάλιστα, η Δανία έχει προβλέψει την ενίσχυση τόσο της εναέριας, όσο και της θαλάσσιας παρακολούθησης της περιοχής, όπως περιγράφεται στο νέο σχέδιο Άμυνας για την πενταετία 2018-2023, που επιβεβαιώνει τη σημασία της Γροιλανδίας σε όλο το αρκτικό σενάριο.

Η Κίνα έχει ήδη μια προνομιακή σχέση με τους Ινουίτ, τον τοπικό πληθυσμό (56.000 ψυχές συνολικά), που εδώ και χρόνια βρίσκεται σε σύγκρουση με το βασίλειο της Δανίας. Το Πεκίνο είχε επίσης καταφέρει να λάβει έγκριση από την τοπική κυβέρνηση για την κατασκευή τριών αεροδρομίων, αλλά το έργο στη συνέχεια μπλόκαρε από τη Δανία και υπό την πίεση των ΗΠΑ. Όλες οι εδαφικές διαφορές προκύπτουν από την ίδια βούληση και τους ίδιους φόβους. Βούληση για προστασία των στρατιωτικών και εμπορικών δρόμων και για κατοχή των πόρων της περιοχής. Οι φόβοι είναι όπως πάντα ότι οι εχθροί θα μπορούσαν να βάλουν χέρι σε αυτά τα πλούτη. Πολύ περισσότερο από το Διεθνές Δίκαιο, σε οποιαδήποτε αντιμαχία παρατηρηθεί, θα είναι καθοριστικό το στρατηγικό συμφέρον των χωρών και κυρίως ποιος θα μπορέσει να το επιδιώξει καλύτερα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο νόμος μπορεί ασφαλώς να βοηθήσει τον προσανατολισμό, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι νόμοι υποκαθιστούν τη γεωπολιτική πραγματικότητα, η οποία είναι πολύ πιο περίπλοκη και σίγουρα, αυτό το μεγάλο ζήτημα, είναι πολύ δύσκολο να επιλυθεί ή να κατανοηθεί μόνο μέσω των ευγενών όπλων του Διεθνούς Δικαίου.

Πράγματι, την ίδια στιγμή, το Αρκτικό Συμβούλιο μπορεί να είναι το θεσμικό φόρουμ στο οποίο οι αρκτικές χώρες μπορούν να συμφωνήσουν και να συμβιβαστούν, και το γεγονός ότι υπάρχει ένα φόρουμ για συζήτηση θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι σκληρότερων ενεργειών από ορισμένες χώρες. Όπως στην περίπτωση μια άλλης μεγάλης κούρσας για πόρους, τους αφρικανικούς τον 19ο αιώνα και κατά τη διάρκεια του «Μεγάλου Παιχνιδιού» στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία. Η γεωγραφία της περιοχής θα επανασχεδιαστεί πλήρως από το λιώσιμο των πάγων και η ανησυχία πολλών παραμένει ότι οι ορέξεις των γεωπολιτικών δυνάμεων και των ενεργειακών και βιομηχανικών τους γιγάντων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαχείριση του αρκτικού ζητήματος σε βάρος των τοπικών πληθυσμών και του οικοσυστήματος. Δυο στοιχεία που πιθανότατα θα παραμεριστούν στις στρατηγικές της Αρκτικής ή το πολύ θα αξιοποιηθούν για τακτικούς και στρατηγικούς σκοπούς, όπως φαίνεται με τους Ρώσους στο Σβάλμπαρντ και την καλή σχέση μεταξύ του Πεκίνου και των Ινουίτ της Γροιλανδίας. Οι αναταράξεις στην περιοχή της Αρκτικής, ωστόσο, υποδηλώνουν επίσης την ανάγκη των χωρών να κάνουν μερικούς νέους φίλους.

Οι πιο ικανές χώρες γνωρίζουν ότι για να έχουν επιτυχία στην Αρκτική, σε περίπλοκα ζητήματα όπως η έρευνα, η διαχείριση της κλιματικής κρίσης και το λαθρεμπόριο πρέπει να συνεργαστούν με κάποιον. Ειδικά το λαθρεμπόριο, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στο μέλλον θα είναι μια πραγματικότητα δεδομένων των εμπορικών οδών που θα ανοίξουν. Τα κράτη θα αναγκαστούν να μιλήσουν μεταξύ τους και αυτό θα είναι καλό για όλους, διότι ο διάλογος θα βοηθήσει στον μετριασμό των στρατηγικών και γεωγραφικών αντιπαραθέσεων. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι η καλοσύνη των κρατών θα υπερισχύσει των συμφερόντων τους, αλλά ότι όσο τα συμφέροντα προστατεύονται καλύτερα με συμβιβασμούς και συνεννόηση, οι εμπλεκόμενοι φορείς θα προσπαθήσουν να μην συγκρουστούν, ακόμη και αν η ισορροπία είναι εξαιρετικά ασταθής.

πηγή: geopolitica-info

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.