Γιατί αποφεύγουμε την Ιστορία

Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι μάλλον φανερό ότι η ελληνική πλευρά αποφεύγει να μιλήσει για το παρελθόν, αποφεύγει τη γλώσσα της Ιστορίας. Ο,τι συζητείται, είναι πρόβλημα τωρινό, επικαιρικό, άσχετο με καταβολές στο παρελθόν των δύο λαών.

Ανάλογη παράκαμψη της Ιστορίας διαφαίνεται και στις ισραηλινο-γερμανικές σχέσεις. Εκεί όμως η λογική της αποσιώπησης του παρελθόντος μοιάζει να προκύπτει αυτονόητα, περίπου, σαν σύνδρομο κορεσμού. Το σύγχρονο γερμανικό κράτος έχει επίσημα και έμπρακτα παραδεχθεί την ενοχή του ναζιστικού καθεστώτος, 1933-1945, για το εφιαλτικό «ολοκαύτωμα»: τη μεθοδική εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης. Και η παραδοχή δεν είναι τυπική, συμβατική μεταμέλεια, συνιστά μια συνεχή, ποικιλότροπα εκφρασμένη, μέχρις υπερβολής, αυτομεμψία.

Οι Ελληνες ήταν υπόδουλοι στους Οθωμανούς Τούρκους για τετρακόσια χρόνια. Αυτή την υποδούλωση είναι λάθος να την κατανοούμε με σημερινές προσλαμβάνουσες: ότι το έθνος-κράτος των Ελλήνων κατακτήθηκε από το έθνος-κράτος των Τούρκων. Τότε δεν υπήρχαν έθνη-κράτη, υπήρχε ο «μέγας κόσμος» της Ελληνορωμαϊκής «Οικουμένης» και σκόρπια τα βασίλεια των «βαρβάρων» –βάρβαροι τότε λογαριάζονταν οι λαοί που δεν είχαν «βίον πολιτικόν», οργάνωση «πόλεως», δεν γνώριζαν ως πρώτιστο στόχο την κοινωνία κοινών αναγκών.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσουμε σήμερα την τότε, πριν από το έθνος-κράτος, ιστορική πραγματικότητα. Πρωτογενώς στην ανθρώπινη Ιστορία τη συνύπαρξη την καθόριζαν φυσικές αναγκαιότητες: η κοινή φυλετική (εθνική) καταγωγή, η συνακόλουθη κοινή γλώσσα, κοινά ήθη-έθιμα, κοινή θρησκεία. Μόνοι οι Ελληνες πέτυχαν να προσδιορίζονται από τον «πολιτισμό» τους: τον τρόπο της συλλογικής συνύπαρξης, την «πόλιν», την «πολιτικήν τέχνην και επιστήμην».

Ως οργανωμένη «πολιτική» πραγματικότητα, τους Ελληνες τους κυριάρχησαν οι Λατίνοι Ρωμαίοι. Αλλά δεν τους εξουσίασαν υπεροχικά, προσέλαβαν τον ελληνικό τρόπο (Γλώσσα, Θεσμούς, Τέχνη) – η Ρωμαϊκή Τάξη Πραγμάτων (ordo rerum) παρήγαγε το καινούργιο διεθνικό πολιτικό μόρφωμα της Αυτοκρατορίας Νέας Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως. Εζησε χίλια χρόνια.

Πολυεθνικό, πολυφυλετικό, αλλά ομόγλωσσο και ομόπιστο (κοινού τρόπου και πολιτισμού, εκκλησιαστικά κοινωνούμενου, όχι ατομοκεντρικά θρησκευόμενου), το Imperium «της Πόλης και της Αγια-Σοφιάς» υποτάχθηκε, για τέσσερις αιώνες, στους Οθωμανούς Τούρκους – σε μια θρησκεία φυλετική, χωρίς μεταφυσική. Οι βυθισμένοι σε μαρτυρική δουλεία πληθυσμοί της αυτοκρατορίας εξεγέρθηκαν επανειλημμένα ενάντια στους βάναυσους δυνάστες τους, χωρίς αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα διαφάνηκε μόνο όταν η μετα-ρωμαϊκή Δύση κατόρθωσε να σφετεριστεί ολοκληρωτικά την αρχαία ελληνική κληρονομιά και υπολόγισε ότι ένα δυτικο-ευρωπαϊκό προτεκτοράτο στα περιώνυμα εδάφη της κλασικής Ελλάδας οριστικοποιούσε και βεβαίωνε την εξαφάνιση του μισητού στη Δύση «Βυζαντίου».

Στην Ελλάδα, στα λίγα χρόνια ώς τον Οθωνα, και στην Τουρκία ώς τον Κεμάλ Ατατούρκ, η αντιπαλότητα και οι διενέξεις Ελλήνων και Τούρκων δεν είχαν «εθνικό» (κρατικής αντιμαχίας) χαρακτήρα. Ηταν διεκδίκηση (συνειδητή ή λανθάνουσα), ποιος θα διαχειριστεί την «τάξη» της αυτοκρατορίας – ποιος θα έχει «την Πόλη και την Αγια-Σοφιά». Με τους εξευρωπαϊσμένους εκσυγχρονιστές, Κεμάλ και Βενιζέλο, οι αντιπαλότητες προσαρμόστηκαν στις τυπικά νεωτερικές εθνικές αντιμαχίες, με αρκετή δόση ατομοκεντρικής πολιτικάντικης αρχομανίας. Ο Κεμαλισμός μεταμόρφωσε την Τουρκία σε ένα μιμητικά εκσυγχρονισμένο, ευρωπαϊκού τύπου άθρησκο (laique) κράτος, περιφερειακή υπερδύναμη, με αποφασιστικό ρόλο για το εξουσιαστικό παιχνίδι των «υπερδυνάμεων» στον πλανήτη.

Αλλά κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει (επομένως και να ελέγξει) την αγυρτεία Ερντογάν. Από το 2003, που πρωτοέγινε πρωθυπουργός, ο άνθρωπος αυτός άλλαξε την όψη, τον ρόλο, τους στόχους της χώρας του. Με ταχύτητα εκπληκτική, σε ελάχιστο χρόνο, η Τουρκία μετασχηματίστηκε σε κράτος ισλαμικό, υπερμοντέρνο, «δυτικού» τύπου, χωρίς να αρνηθεί, ούτε στο ελάχιστο, την απόλυτη προτεραιότητα της αφελέστατης μουσουλμανικής θρησκοληψίας.

Η απόλυτη κατάφαση του εκσυγχρονισμού, με παράλληλη, πεισματική εμμονή σε μια ψυχολογικών προτεραιοτήτων θρησκευτικότητα, εξασφαλίζουν ακαταμάχητο αντίβαρο στον μηδενισμό του Διαφωτισμού και της «προόδου». Ο Ερντογάν σαφώς το έχει αντιληφθεί, γι’ αυτό και επιβάλλεται με τόση άνεση στους ασπόνδυλους κοσμοκράτορες της εποχής μας: ΗΠΑ, Ε.Ε., Ρωσία, Κίνα.

Οταν εμείς, οι Ελλαδικοί, μιλάμε στον Ερντογάν για Διεθνές Δίκαιο, «Δικαστήριο της Χάγης», ενδεχόμενη προσφυγή μας στο «Συμβούλιο Ασφαλείας» του ΟΗΕ, ασφαλώς θα χαμογελάει ειρωνικά. Ο Ερντογάν θα ανησυχήσει και θα μας υπολογίσει, μόνο αν μάθει ότι αρχίζουμε να διδάσκουμε από το Δημοτικό Σχολείο αρχαία ελληνικά, απομακρύνουμε από το υπουργείο Εξωτερικών τους ευνοούμενους ξένων πρεσβειών κομματανθρώπους, μεταφέρουμε εξουσία σε αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες.

Οσο η έγνοια μας είναι να πιθηκίζουμε χάσκοντες τον μηδενισμό και αμοραλισμό του «εκσυγχρονισμού», δεν έχει τίποτα να φοβηθεί ο Ερντογάν. Το Αιγαίο θα γίνεται, «ανεπαισθήτως» και χωρίς συρράξεις, δικό του.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.