Γιατί ηττηθήκαμε στη Μικρά Ασία; (Μέρος Α’)

του Νίκου Φραγκιαδάκη,

Ο πόλεμος στην Μικρασία αποτελεί μια από τις πιο μελανές και για αυτό τον λόγο και πιο ξεχασμένες ίσως πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Όλοι όσοι τη θυμούνται δακρύζουν και κλαίνε για την καταστροφή που συνέβη στην τελευταία πράξη του δράματος αυτού. Φωνάζουν, παραπονούνται και δεν είναι λίγες οι φορές που σηκώνουν τα χέρια στο Θεό και οργισμένοι αναρωτιούνται: Γιατί;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απλά η άποψή μου σε αυτό το “γιατί” στηριγμένη στις γνώσεις μου επί του θέματος και δεν στηρίζεται σε βιβλιογραφικές πηγές.

“Γιατί χάσαμε στη Μικρασία;” Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι καθόλου απλή, καθότι δεν σχετίζεται με έναν λόγο, αλλά με μια σειρά από λόγους, τους οποίους και θα παραθέσω ευθύς αμέσως επεξηγώντας τους έναν- έναν.

1. Πρώτον, το γεγονός ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος διεξήγαγε εκλογές εν καιρώ πολέμου εξαιτίας αφενός της πίστης του στη ομόφωνη στήριξη του ελληνικού λαού στο έργο του, αλλά και αφετέρου λόγω των πιέσεων που δέχτηκε τόσο από τους πολιτικούς αντιπάλους όσο κι από ορισμένους “συμμάχους” μας (Γαλλία και Ιταλία) για να το πράξει ( “Κι εσείς ποιον εκπροσωπείτε κύριε Βενιζέλε;). Οι εκλογές αυτές, οι οποίες και συνέπεσαν με τον τραγικό θάνατο του Βασιλιά Αλεξάνδρου από δάγκωμα μαϊμούς, είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα του Βενιζέλου λόγω του εκλογικού συστήματος, αλλά κατ’ επέκταση την αρχή του τέλους για την Μικρασιατική εκστρατεία.

2. Δεύτερον, η Ηνωμένη Αντιπολίτευση (Αντιβενιζελικά κόμματα και το νεαρό Κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος) δρομολόγησαν και πραγματοποίησαν με νόθο δημοψήφισμα (98% υπέρ της επιστροφής του Βασιλιά) την επαναφορά στον θρόνο του έκπτωτου μέχρι τότε Βασιλέα Κωνσταντίνου, ο οποίος όμως ταυτόχρονα ήταν και κόκκινο πανί για τους συμμάχους μας. Κι αυτό διότι ήταν κουνιάδος του Γουλιέλμου Κάιζερ της Γερμανίας (είχε νυμφευθεί την αδελφή του), του υπαιτίου ουσιαστικά, για αυτούς, του Μεγάλου Πολέμου. Ακόμη, ήταν σε σημαντικό βαθμό υπεύθυνος για τον Εθνικό Διχασμό, ο οποίος και στοίχισε στους Συμμάχους την νίκη στη Μάχη της Καλλίπολης εξαιτίας της μη συμμετοχής της Ελλάδας σε αυτήν ή τουλάχιστον έτσι υποστήριζαν μέχρι τότε οι Σύμμαχοι. Χαρακτηριστικό είναι δε ότι οι εκπρόσωποι των συμμάχων τον χαρακτήριζαν ως τον δεύτερο πιο μισητό άνθρωπο στην Ευρώπη μετά τον Κάιζερ, αλλά και ότι προειδοποίησαν τη νέα ελληνική κυβέρνηση να μην τον επαναφέρει στην εξουσία. Αυτή όμως όντας ενθουσιασμένη από τη νίκη έναντι του Βενιζέλου δεν τους άκουσε και όχι μόνο τον επανάφερε στον θρόνο, αλλά τον έχρισε και αρχιστράτηγο, τυπικά και συμβολικά, στη Μικρασία. Έτσι οι σύμμαχοι μας (Ιταλοί και Γάλλοι κυρίως) το βρήκαν αυτό ως αφορμή για να πάψουν να μας υποστηρίζουν. Μόνο η Αγγλία έμεινε τυπικά και μόνο στο πλευρό της Ελλάδας εξαιτίας των συγγενικών δεσμών του Ελληνικού με τον Αγγλικό βασιλικό οίκο, αλλά και διότι φοβόταν ότι οι Κεμαλιστές θα έθιγαν τα συμφέροντά της στα Στενά του Βοσπόρου. Οπότε η Ελλάδα την προστάτευε πρακτικά από αυτούς.

3. Τρίτον, η νέα κυβέρνηση μόλις ανέβηκε στην εξουσία, προέβησε σε ένα κύμα αλλαγών στο στρατό. Ο αρχιστράτηγος της στρατιάς Μικράς Ασίας Λεωνίδας Παρασκευόπουλος παραιτήθηκε από τη θέση του κι ακολούθησε τον Βενιζέλο στην εξορία. Ορμώμενη από το γεγονός αυτό η κυβέρνηση του Δημητρίου Ράλλη (τα νήματα τα κινούσε ουσιαστικά ο Δημήτριος Γούναρης από τη θέση του Υπουργού Στρατιωτικών) αποστράτευσε όλους, σχεδόν, τους Βενιζελικούς αξιωματικούς της Στρατιάς, όπως τον Πάγκαλο, τον Οθωναίο, τον Νιδερ, τον Μαζαράκη-Αινιαν κ.α. Άλλαξε όλους τους αξιωματικούς από το Γενικό επιτελείο στρατού μέχρι τους διοικητές των μεραρχιών και των συνταγμάτων τους. Αυτό έγινε για δύο λόγους: Καταρχάς, για να μην υπάρξει κάποια αντίδραση εντός του στρατεύματος εναντίον της (φιλοβενζελικο πραξικόπημα). Δεύτερον, για να καρπωθεί αυτή όλη τη νίκη της Μικρασιατικής εκστρατείας, αν και προεκλογικά η Αντιβενιζελική παράταξη είχε υποσχεθεί τον τερματισμό του πολέμου και την επιστροφή των Ελλήνων στρατιωτών στα σπίτια τους. Στη θέση των εμπειροπόλεμων Βενιζελικών αξιωματικών τοποθετήθηκαν φιλομοναρχικοί μεν, αλλά απειροπόλεμοι δε αξιωματικοί. Μάλιστα, σύμφωνα με ένα άρθρο που διάβασα πρόσφατα επι του θέματος, ο ελληνικός στρατός εκείνης της περιόδου είχε μόλις 30 αξιωματικούς μετεκπαιδευμένους στο εξωτερικό, ενώ ο αντίστοιχος οθωμανικός τουλάχιστον 500. Συνεπώς, υπήρχε έτσι κι αλλιώς έλλειψη μορφωμένων στελεχών στο στράτευμα, απλά η φιλομοναρχική παράταξη με τις ενέργειές της, όπως θα δούμε, επιδείνωσε περαιτέρω το ήδη υπάρχον πρόβλημα.
Αρχικά, οι φιλομοναρχικοί τοποθέτησαν στη θέση του παραιτηθέντος Λεωνίδα Παρασκευοπούλου τον Αναστάσιο Παπούλα, ο οποίος ουδεμία σχέση είχε με τον προκάτοχό του. Ο Παπούλας ήταν ένας αξιωματικός από τα σπλάχνα του στρατεύματος κι όχι από τη σχολή Ευελπίδων. Είχε καταταγεί σε αυτό ως εθελοντής κι είχε υπηρετήσει στη σχολή υπαξιωματικών. Δεν γνώριζε τη στρατιωτική επιστήμη και η μεγαλύτερη μονάδα που είχε διοικήσει ήταν σε μέγεθος συντάγματος. Ήταν γενναίος και ορμητικός, αλλά αγνοούσε τη μεγάλη αλλαγή που είχε φέρει ο Μεγάλος Πόλεμος στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, το 1917 με την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία φυλακίστηκε από τους Βενιζελικούς για τη συμμετοχή του στη δημιουργία και την οργάνωση των Επιστράτων. Έτσι ούτε οι σύμμαχοι τον συμπαθούσαν. Βοηθός του Παπούλα τοποθετήθηκε ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης, ο οποίος και ήταν απόφοιτος της Πολεμικής Ακαδημίας του Πότσδαμ. Ήταν ένας μορφωμένος αξιωματικός, αλλά ουσιαστικά δεν εφάρμοζε στην πράξη αυτά που είχε διδαχθεί στην Ακαδημία του Βερολίνου. Απλά συμβούλευε, υπάκουγε κι εκτελούσε. Δεν αναλάμβανε πρωτοβουλίες. Κι αυτό διότι ο Παπούλας όντας απόφοιτος της σχολής Υπαξιωματικών πίστευε ότι οι κατώτεροι αξιωματικοί οφείλουν να υπακούουν τους ανωτέρους τους, δίχως να φέρουν αντιρρήσεις ή να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες επί στρατιωτικών θεμάτων. Η πρωσική σχολή σκέψης και στρατηγικής που εκπροσωπούσε ο Πάλλης συγκρούστηκε με το συγκεντρωτικό ελληνικό σύστημα ιεραρχίας, εκπρόσωπος του οποίου ήταν ο Παπούλας. Ουσιαστικά η στρατιωτική μόρφωση και η επιμέλεια του πρώτου προσέκρουε στην άγνοια, την αυταρχικότητα και την παρορμητικότητα του προϊσταμένου του. Έτσι αυτό το στρατιωτικό δίδυμο οδηγούνταν σε αντιφατικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες αποφάσεις, οι οποίες επιλύονταν με παρέμβαση του ανεκπαίδευτου στρατιωτικά Δημητρίου Γούναρη. Ακόμη, στο επιτελείο της στρατιάς τοποθετήθηκαν ο απόστρατος στρατηγός Ξενοφών Στρατηγός και ο συνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης. Ο μόνος που παρέμεινε στη θέση του ήταν ο Βενζελικός Πτολεμαίος Σαρηγιάννης, για λόγους που δεν γνωρίζω. Επίσης, διοίκηση Μεραρχίας αρχικά και σώματος στρατού έπειτα πήρε ο αδελφός του Βασιλιά Κωνσταντίνου πρίγκιπας Ανδρέας (ο επονομαζόμενος Καψοκαλύβας), ο οποίος ήταν φανατικός Αντιβενιζελικός. Έφτασε μάλιστα σε σημείο να εύχεται να σφαγούν οι Έλληνες Μικρασιάτες από τους Τούρκους λόγω των δικαιολογημένων Φιλοβενζελικών τους πεποιθήσεων. Ανάμεσα στις τόσες αλλαγές στο στρατό υπήρξε μια παράδοξη όσο και φωτεινή εξαίρεση: ο Νικόλαος Πλαστήρας. Ο Νικόλαος Πλαστήρας διοικούσε το 5/42 σύνταγμα ευζώνων, ένα ακραιφνώς φιλομοναρχικό και συνάμα επίλεκτο τμήμα του ελληνικού στρατού. Οι εύζωνες, όμως, ήταν ιδιαίτερα δεμένοι με τον ηγέτη τους, ο οποίος με τις αποφάσεις και τα έργα του τους είχε μετατρέψει από ένα απείθαρχο σώμα σε μια φονική πολεμική μηχανή. Έτσι λοιπόν απείλησαν ότι εάν έφευγε ο Πλαστήρας από τη διοίκηση του συντάγματος, τότε αυτοί θα στασίαζαν. Μάλιστα, ορισμένοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι μαζί με αυτούς θα στασίαζε κι ολόκληρο το στράτευμα. Για αυτόν τον λόγο η κυβέρνηση Γούναρη διατήρησε τον Πλαστήρα στη θέση του. Τέλος, υπήρξε και ένας φιλομοναρχικός μεν, αλλά ικανότατος δε επιτελικός που δεν πήρε μέρος στην εκστρατεία αν και πιέστηκε ιδιαίτερα για να το πράξει από την κυβέρνηση Γούναρη. Ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος ήταν απόφοιτος της σχολής Ευελπίδων και της Πολεμικής Ακαδημίας του Πότσδαμ. Ήταν καλός τακτικός νους, αλλά δεν πίστευε καθόλου στην επιτυχία της Μικρασιατικής εκστρατείας και για αυτόν τον λόγο δεν πήρε μέρος σε αυτήν

4. Τέταρτον, οι ταγοί της Ελλάδας εκείνη την περίοδο υποτίμησαν εγκληματικά τον αντίπαλό τους τόσο σε στρατιωτικό, όσο και σε πολιτικό – διπλωματικό επίπεδο. Ο Μουσταφά Κεμάλ, ο μετέπειτα επονομαζόμενος Ατατούρκ, δεν ήταν ένα άτομο άγνωστο στις Ελληνικές πολιτικοστρατιωτικές αρχές (Βενιζελικούς και Φιλομοναρχικούς). Και οι δύο γνώριζαν το ποιόν και τις ικανότητές του. Όμως επέλεξαν τον λάθος δρόμο της υποτίμησης του αντιπάλου. Ίσως ο Βενιζέλος περισσότερο αιτιολογημένα από την άποψη ότι ο Κεμάλ δεν είχε προλάβει ακόμη να οργανώσει το Τουρκικό Εθνικό Κίνημα και να μαζέψει ισχυρό στρατό. Από την άλλη πλευρά όμως, ως έμπειρος πολιτικός επί κοντά μια εικοσαετία θα έπρεπε να είχε διαβλέψει σε τι θα μπορούσε να εξελιχθεί ο Κεμάλ, αλλά και να υπολογίσει τη μεταστροφή των συμμάχων προς αυτόν, αν τα συμφέροντά τους συνέκλιναν με τα δικά του. Βέβαια, ο Βενιζέλος δεν κυβέρνησε μετά τις εκλογές του 1920 για να ξέρουμε τι θα έκανε στα γεγονότα που συνέβησαν μετά τη διακυβέρνησή του.

Ας επιστρέψουμε στον Κεμάλ. Ο Κεμάλ ήταν ένας εμπειροπόλεμος αξιωματικός του Οθωμανικού στρατού με νίκες στο ενεργητικό του. Νίκησε αρχικά στη Λιβύη τους Ιταλούς κατά τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911, νίκησε αργότερα στη μάχη της Καλλίπολης το 1915, με την αμέριστη βοήθεια και συμπαράσταση των Γερμανών αξιωματικών, τους Συμμάχους και τέλος υποχώρησε με σχετικά λίγες απώλειες από τη Συροπαλαιστίνη και τη Μεσοποταμία έναντι της σφοδρής επίθεσης του Αλλένμπυ. Είχε εκπαιδευτεί στη στρατιωτική ακαδημία της Θεσσαλονίκης και της Κωνσταντινούπολης, αλλά και είχε λάβει και μετεκπαίδευση από τον αρχηγό της Γερμανικής στρατιωτικής αποστολής και εισηγητή στους Οθωμανούς των σφαγών των Χριστιανών Λίμαν Φον Σάντερς. Ακόμη, είχε καταφέρει να συγκεντρώσει γύρω του έναν κύκλο αξιωματικών, οι οποίοι είχαν εκπαιδευτεί στη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου επί Αμπντούλ Χαμίτ Β ενόψει της διακρατικής συμφωνίας μεταξύ της Γερμανικής Αυτοκρατορίας με την Οθωμανική για τους σιδηροδρόμους και τη προμήθεια στρατιωτικού υλικού και την αναδιοργάνωση του οθωμανικού στρατού. Τέτοιοι ήταν ο Ισμέτ πασάς, γνωστός μετέπειτα με το επίθετο Ινονού, διάδοχος του Κεμάλ, τον Φεβζί πασά, τον Αλή Φουάτ πασά, τον Κιαζίμ Καραμπεκίρ και τον Νουρεντίν πασά. Όλοι αυτοί είχαν λάβει μέρος στον Α Παγκόσμιο πόλεμο και μάλιστα σε μάχες με εκατόμβες νεκρών. Ήταν φανατικοί εθνικιστές και μέλη του κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος (των Νεότουρκων). (Ο Κιαζίμ Καραμπεκίρ ήταν σουλτανικός αλλά άλλαξε στρατόπεδο ενόψει της απόβασης των Ελλήνων στα χώματα της Ιωνίας.) Συνεπώς ο Κεμάλ είχε από πολύ νωρίς έναν ικανό πυρήνα συνεργατών και μια αστείρευτη δεξαμενή ατόμων για τη στρατολόγηση νέων στρατιωτών.

5. Πέμπτον, η ελληνική ηγεσία (Βενζελική και Κωνσταντινική) βασίστηκε λανθασμένα στις δεσμεύσεις των Συμμάχων μας όσον αφορά τον αφοπλισμό του Οθωμανικού στρατού. Είναι γνωστό πλέον βάσει των ιστορικών αρχείων ότι οι Σύμμαχοί μας και ιδιαίτερα οι Ιταλοί έκαναν τα στραβά μάτια και ουσιαστικά επέτρεπαν στους Τσέτες να κλέβουν τα όπλα από τις αποθήκες, τις οποίες είχαν αναλάβει σύμφωνα με την Κοινωνία των Εθνών να φυλάνε ενάντια σε αυτούς.

6. Έκτον, οι Ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου δεν υπολόγισαν καθόλου τις συνέπειες που θα είχε για αυτές η εκστρατεία στην Κριμαία και η επάνοδος του μισητού για τους συμμάχους και τμήμα του ελληνικού λαού Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου στον θρόνο. Τα δύο αυτά γεγονότα έφεραν τους Μπολσεβίκους, και Ιταλούς και τους Γάλλους αντίστοιχα στο στρατόπεδο του Κεμάλ.

Οι μεν Ιταλοί δεσμεύτηκαν να αποχωρήσουν απο τα εδάφη που κρατούσαν στη νοτιοδυτική Μικρασία, αν ο Κεμάλ αναγνώριζε το καθεστώς των Δωδεκανήσων, πράγμα το οποίο ο ίδιος κι έκανε. Έτσι αυτοί όχι μόνο δεν θα δεσμεύονταν να παραχωρήσουν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα πλην της Ρόδου τηρώντας έτσι το σύμφωνο Βενιζέλου-Τιττόνι, αλλά θα είχαν και κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας Τουρκίας σε περίπτωση ήττας των Ελλήνων. Επίσης, εξαιτίας της εσωτερικής αναταραχής που βίωνε εκείνη την εποχή η ιταλική κοινωνία με την άνοδο των άκρων στο πολιτικό στερέωμα, η Ιταλική ηγεσία είχε ανάγκη να απεμπλακεί απο ένα τόσο κοστοβόρο καθήκον και να ασχοληθεί περισσότερο με τα εσωτερικά της ζητήματα. Για αυτό τον λόγο οι Ιταλοί προχώρησαν σε νέες κινήσεις ενίσχυσης των Κεμαλιστών: Αρχικά, τους χορήγησαν πλοία για να πηγαινοέρχονται οι αντιπροσωπείες τους σε όλη την Ευρώπη αναζητώντας βοήθεια και αναγνώριση από τα άλλα κράτη της. Ακόμη, τους παραχώρησαν όλο τον οπλισμό των μονάδων τους στη Μικρασία, αφότου αυτές αποχώρησαν από εκεί.
Οι δε Γάλλοι εκείνη την περίοδο βρισκόνταν σε κρίση. Η Γαλλία είχε τους περισσότερους νεκρούς μεταξύ των Συμμάχων στον Α Παγκόσμιο πόλεμο. Ο στρατός της είχε περιέλθει σε οριακή κατάσταση μεταξύ ανταρσίας και ολικής αποδιοργάνωσης. Μάλιστα, ας μην ξεχνάμε ότι στο Δυτικό μέτωπο πριν τη μεγάλη συμμαχική αντεπίθεση ο Στρατάρχης Φίλιπ Πεταίν πήρε σκληρά μέτρα για να επαναφέρει την πειθαρχία στο στράτευμα, πχ προέβη σε εκτελέσεις στρατιωτών και αποτάξεις αξιωματικών. Βέβαια, μόλις ξέφυγε ο στρατός από τη σιδηρά ηγεσία του, στην Κριμαία για παράδειγμα, σχεδόν αυτοδιαλύθηκε. Οι Γάλλοι στρατιώτες δεν είχαν καμία όρεξη να πολεμήσουν και να πεθάνουν για να υπερασπιστούν μια ξένη γη. Το ίδιο έκαναν και στη νοτιοανατολική Μικρασία (στην περιοχή της Κιλικίας). Αρνήθηκαν να χτυπήσουν, καθόλη τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας, πλευρικά τους Τούρκους υποστηρίζοντας έτσι τους Έλληνες, πράγμα το οποίο όφειλαν να κάνουν, καθότι ήμασταν, επίσημα τουλάχιστον, σύμμαχοι. (Ας μην ξεχνάμε ότι ο ελληνικός στρατός τους είχε γλιτώσει στο Μακεδονικό μέτωπο από την αποτελμάτωση και στην Κριμαία από τη σφαγή των Μπολσεβίκων). Και δεν σταμάτησαν σε αυτό. Υπόγραψαν ανεπίσημα συνθήκη με τους Κεμαλικούς (Η Συνθήκη της Άγκυρας του 1921) και δεσμεύτηκαν να αποχωρήσουν από την Κιλικία αφήνοντας πίσω τους όλο τους τον οπλισμό για να τον παραλάβουν οι τελευταίοι. Ακόμη, χορήγησαν μυστικά δάνειο σε αυτούς, ενώ την ίδια στιγμή όχι μόνο δεν αρνούνταν να δώσουν δεκάρα σε εμάς, αλλά ζητούσαν και τα παλιά χρωστούμενα. Τώρα γιατί τα έκαναν όλα αυτά οι Γάλλοι; Ο ένας λόγος ήταν ο στρατιωτικός που προαναφέραμε. Υπήρχε, όμως, και ένας άλλος περισσότερο αφανής, αλλά εξίσου σημαντικός με τον προηγούμενο. Ο Κεμάλ έπαιξε ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο διπλωματικό παιχνίδι ακροβατώντας μεταξύ ισλαμισμού και αθεΐας, αλλά και μεταξύ συντηρητισμού και προοδευτισμού. Αυτόν τον έκανε να μπορεί να συμμαχήσει ταυτόχρονα με δύο εκ διαμέτρου διαφορετικές έως και εχθρικές μεταξύ τους χώρες: τη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση. Ο Κεμάλ σε διπλωματικό επίπεδο έπαιξε στις μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, οι οποίες ήταν τότε αποικίες των Συμμάχων μας, κυρίως της Γαλλίας, το χαρτί ότι ένας άπιστος στρατός πατά την έδρα του Χαλίφη του Ισλάμ. Ακόμη, έδωσε στον αγώνα του αντιιμπεριαλιστικό και αντιαποικιοκρατικό χαρακτήρα. Τα δύο αυτά στοιχεία ήταν ιδιαίτερα σημαντικά, καθότι οι πράκτορές του στην Αφρική, οι οποίοι σημειωτέων μετακινούνταν με ιταλικά πλοία, ξεσήκωσαν τις Αφρικανικές φυλές με την υπόσχεση ότι αν δημιουργηθεί μια ισχυρή Τουρκία, τότε αυτή θα τους βοηθήσει να απελευθερωθούν από τη σκλαβιά των απίστων. Έτσι ξέσπασαν εξεγέρσεις και τα ταραχές στις γαλλικές αποικίες της Δυτικής Αφρικής υπέρ του Κεμάλ και της αποχώρησης του ελληνικού στρατού από τη Σμύρνη. Η γαλλική κυβέρνηση βρισκόμενη, όπως προείπαμε, σε στρατιωτική αδυναμία δεν μπορούσε να τις καταπνίξει με άμεσο και δυναμικό τρόπο. Για αυτό τον λόγο προτίμησε να αλλάξει την ατζέντα της υπέρ της Κεμαλικής Τουρκίας. Ήθελε ησυχία στις αποικίες της από τις οποίες ουσιαστικά θα έπαιρνε τις πρώτες ύλες που τις ήταν αναγκαίες για να αναστήσει την κατεστραμμένη από τον πόλεμο οικονομία της. Μάλιστα, εξαιτίας του τελευταίου γεγονός οι Γάλλοι πολιτικοί χρειαζόντουσαν κάθε πιθανό έσοδο για την ανόρθωση της οικονομίας τους. Ένα από αυτά ήταν και οι τόκοι από τα δάνεια που είχαν συνομολογήσει με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Κεμάλ όμως είχε κηρύξει στάση πληρωμών στις γαλλικές τράπεζες. Έτσι οι Γάλλοι έδωσαν, όπως προαναφέρθηκε, νέο δάνειο στον Κεμάλ προκειμένου αφενός να τον προσδέσουν περισσότερο στο άρμα τους και αφετέρου να τον αναγκάσουν με αυτό τον τρόπο να πληρώσει τα προηγούμενα δάνεια της οθωμανικής κυβέρνησης. Όμως αυτό σήμαινε και κάτι ακόμη ότι οι Γάλλοι θα εγγυόταν μέσα από τις ενέργειες και τις επιλογές τους τη νίκη του Κεμάλ στον πόλεμο του με τους Έλληνες για να διασφαλίσουν ότι μεταπολεμικά θα έπαιρναν τα λεφτά τους. Κι έτσι κι έγινε.

Η συμμαχία των Κεμαλικών με τους Μπολσεβίκους συντελέστηκε στη λογική ότι ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου. Οι Μπολσεβίκοι του Λένιν επικράτησαν στην Ρωσία, αφού πρώτα νίκησαν τους Τσαρικούς μετά από έναν ιδιαίτερα σκληρό εμφύλιο. Για να θεμελιώσουν όμως το σοσιαλιστικό τους όνειρο, έπρεπε πρώτα να κλείσουν όλα τα ανοιχτά μέτωπα που είχαν με τους γείτονές τους. Για τον σκοπό αυτό ήρθαν σε επαφή με τον Κεμάλ. Ο Κεμάλ ήταν άθεος και φιλοδοξούσε να θεμελιώσει ένα σύγχρονο εθνικό κοσμικό κράτος στη θέση της παρηκμάζουσας πολυεθνικής θεοκρατικής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ακόμη, μερικά από τα μέλη του κεμαλικού κινήματος ήταν ταυτόχρονα μέλη του νεοϊδρυθέντος με σοβιετική υποστήριξη Τουρκικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Το γεγονός αυτό έκανε ναι μεν τον Κεμάλ συμπαθή στους Σοβιετικούς, αλλά τον κυρίαρχο ρόλο στη σχέση τους τον έπαιξαν τα κοινά τους συμφέροντα. Και οι Σοβιετικοί και οι Κεμαλικοί ήθελαν να κλείσουν το μέτωπο του Καυκάσου για να προστατεύσουν τα πετρέλαια του Μπακού. Ακόμη, και οι δύο επιθυμούσαν να βγουν από τη διπλωματική τους απομόνωση και να αναπτύξουν μεταξύ τους οικονομικές-εμπορικές, στρατιωτικές και συμμαχικές σχέσεις. Έτσι η ΕΣΣΔ από τη μία θα εξασφάλιζε ότι μετά τη νίκη των Κεμαλικών θα αποκτούσε έξοδο στα ζεστά νερά της Μεσογείου (πραγματοποίηση του παλαιού ρωσικού ονείρου). Από την άλλη πλευρά ο Κεμάλ θα ερχόταν σε επαφή με τους Αζέρους Τούρκους (πραγματοποίηση του παλιού οθωμανικού ονείρου) και θα εξασφάλιζε την υποστήριξή τους στον αγώνα του έναντι των Αρμενίων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Αζέροι τότε, αλλά και τώρα πρωταγωνίστησαν στη γενοκτονία του Αρμενικού πληθυσμού με την ενεργό συμμετοχή και την αμέριστη συνδρομή των Τούρκων αδελφών τους. Τέλος, και ο Λένιν και ο Κεμάλ αν τη άλλο δύο κυνικοί κι αδίστακτοι ηγέτες, αλλά και ταυτόχρονα δύο πρακτικοί άνθρωποι. Δεν έμειναν σε ευχολόγια και σκέτες κουβέντες ή κούφιες υποσχέσεις, αντίθετα πέρασαν γρήγορα στα έργα: Καταρχάς, μοίρασαν μεταξύ τους την Αρμενία. Έπειτα, οι Σοβιετικοί έστειλαν ολόκληρους συρμούς μέσω των σιδηροδρόμων του Καυκάσου γεμάτους με τόνους φορτίων τροφίμων, όπλων, πολεμοφοδίων, φαρμάκων κ.α. Όμως δεν περιορίστηκαν μόνο σε αυτό. Άφησαν τους Τούρκους να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους τα πετρέλαια του Μπακού. Ακόμη, διακόμιζαν στα νοσοκομεία τους τους τραυματίες του κεμαλικού στρατού, αλλά και έστειλαν στρατιωτικούς δήθεν παρατηρητές, οι οποίοι στην ουσία όμως ήταν σύμβουλοι και πολέμησαν στο πλάι του. Επιπλέον, έδωσαν στον Κεμάλ με τη μορφή δανείων εκατομμύρια ρούβλια. Τέλος, με τις ενέργειές τους αυτές ουσιαστικά αναγνώρισαν de facto την Κεμαλική κυβέρνηση της Άγκυρας έναντι της Σουλτανικής, υπο συμμαχική επιρροή, στην Κωνσταντινούπολη.

7. Έβδομον, η ελληνική στρατιωτική ηγεσία, κυρίως η φιλομοναρχική, υποτίμησε το δυναμικό του Κεμαλικού στρατού. στρατός του Κεμάλ χωριζόταν σε τακτικό κι άτακτο. Οι άτακτοι του Κεμάλ ή αλλιώς Τσέτες ήταν νομάδες ιππείς και διενεργούσαν επιδρομές και διέπρατταν σφαγές, λεηλασίες σε χριστιανικά χωριά και στις εφοδιοπομπές του ελληνικού στρατού. Ήταν φανατικοί μουσουλμάνοι και πίστευαν ότι έκαναν τζιχάντ υπέρ του Κορανίου και του Αλλάχ. Τα σώματα των Τσετών συγκροτούνταν από Τουρκομάνους κτηνοτρόφους, ληστές, πρώην εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου, τους οποίους ο Κεμάλ έβγαλε από τις φυλακές, και Κούρδους, Κιρκάσιους ιππείς. Ήταν οπλισμένοι με σύγχρονα όπλα, τα οποία είχαν κλέψει από τις αποθήκες του οθωμανικού στρατού ή τους τα είχαν παραχωρήσει οι τέως Σύμμαχοί μας. Χωριζόταν σε μικρές ομάδες των 50, 100 ή το μέγιστο 300 ανδρών. Ήταν έφιπποι και πότε πότε κουβαλούσαν μαζί τους και κάνα δυο πυροβόλα ή πολυβόλα πέρα από τον ατομικό τους οπλισμό. Ήταν ένας αφανής αντίπαλος καθότι φορούσαν πολιτικά ρούχα και δεν είχαν στρατιωτική δομή. Για αυτό τον λόγο όταν πολλές φορές ο ελληνικός στρατός προέβαινε σε επιχειρήσεις αντιποίνων, κατέστρεφε πολλά μουσουλμανικά χωριά.

Όμως οι ημιανεξάρτητοι Τσέτες δημιουργούσαν πολλά προβλήματα όχι μόνο στον ελληνικό στρατό ή στους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής, αλλά και στον ίδιο τον Κεμάλ. Καταρχάς, ήταν ιδιαίτερα απείθαρχοι και δεν υπάκουαν σε εντολές. Συνεπώς δεν μπορούσαν να συνεργαστούν με τον τακτικό στρατό για να πραγματοποιήσουν από κοινού επιχειρήσεις. Έπειτα, δεν ήταν λίγες φορές που αυτοί θέλοντας να αποκτήσουν λάφυρα, κατέφευγαν σε λεηλασίες και βιαιοπραγίες εις βάρος μουσουλμανικών πληθυσμών. Εάν αυτό συνεχιζόταν, τότε ο Κεμάλ θα απογυμνωνόταν από τους φυσικούς του υποστηρικτές. Τέλος, στη νέα εθνική Τουρκία που οραματιζόταν ο Κεμάλ οι άτακτοι Τσέτες δεν θα είχαν καμία θέση, καθότι θα τη συνέδεαν με το σκοτεινό παρελθόν της πολυεθνικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Κεμάλ διέλυσε τους Τσέτες και ενέταξε σταδιακά τους άνδρες τους στον τακτικό του στρατό.

Ο τακτικός στρατός του Κεμάλ συγκροτήθηκε από τις εξής δυνάμεις: Καταρχάς, ο πυρήνας του ήταν οι μεραρχίες του 15ου Σώματος στρατού του Κιαζίμ Καραμπεκίρ, οι οποίες και αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους στους Συμμάχους. Αυτές οι μονάδες ήταν ιδιαίτερα εμπειροπόλεμες, καθότι είχαν λάβει μέρος σε σκληρές και δύσκολες μάχες στο μέτωπο του Καυκάσου με τους Ρώσους. Έπειτα, ο Κεμάλ περιόδευσε με τους επιτελείς του στις ανατολικές επαρχίες της Τουρκίας βγάζοντας πύρινους εθνικιστικούς λόγους στους Τουρκομανικούς και Κουρδικούς πληθυσμούς της περιοχής. Εστίασε στην ιδέα της “Vatanim”, δηλαδή της Πατρίδας, η οποία θα περιελάμβανε πλέον τη Μικρασία, την Ανατολία. Έτσι έθεσε τις βάσεις για το Τουρκικό Εθνικό Κίνημα. Βέβαια, κι αυτό δεν ήταν αρκετό για να ξεσηκώσει τους πληθυσμούς της περιοχής, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι του κεντρικού οροπεδίου της Μικράς Ασίας και δεν πολυκαταλάβαιναν αυτές τις “προοδευτικές” και μπερδεμένες ιδέες. Για αυτό τον λόγο ο Κεμάλ, αν και άθεος, ανακήρυξε τον εαυτό του Γαζή (λόγω της Νίκης του στην Καλλίπολη) και επιστράτευσε το Ισλάμ, για να τους πείσει να σταθούν στο πλευρό του στον αγώνα του κατά των απίστων. Κήρυξε λοιπόν Τζιχάντ εναντίον των Ελλήνων και των Αρμενίων και προέτρεψε τους υποστηρικτές του να πάρουν τα όπλα και να τα στρέψουν εναντίον τους. Τούς έδωσε μάλιστα μέσω των Ιμάμηδων της Άγκυρας και της Σεβάστειας άφεση αμαρτιών για τα εγκλήματά τους απέναντι στους εχθρούς του κινήματός τους, ακόμα κι αν αυτοί ήταν άμαχοι ή γυναικόπαιδα. Έτσι συγκέντρωσε έναν μεγάλο αριθμό Τουρκομάνων, Κούρδων, Κιρκάσιων ή αλλιώς Τσερκέζων, και Λαζών. Ήταν όλοι τους πολεμοχαρείς και μουσουλμάνοι. Τούς εξόπλισε με όσα όπλα του Οθωμανικού στρατού βρήκε στις αποθήκες αυτών των περιοχών, αλλά και με αυτά που του παραχώρησαν οι σύμμαχοί του. Επέβαλε σιδηρά πειθαρχία στο νεοσύστατο στράτευμά του κι άρχισε με εντατικά γυμνάσια να εκπαιδεύει τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς του. Προκειμένου να το πετύχει αυτό, δεν δίστασε μάλιστα να στήσει ειδικά δικαστήρια και να προβεί σε απαγχονισμούς αντιφρονούντων και λιποτακτών. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε έναν ισχυρό στρατό κυριολεκτικά από το μηδέν.

Υπό αυτές τις συνθήκες τίποτα καλό δεν προμηνυόταν για τον ελληνικό στρατό στη Μικρασία. Απέναντί του είχε έναν αδίστακτο, αποφασισμένο και πολυμήχανο αντίπαλο, ο οποίος είχε καταφέρει να εκμεταλλευτεί τις διεθνείς συγκυρίες προς όφελός του, να συγκεντρώσει έναν ισχυρό στρατό και δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος όχι να υπογράψει και να αποδεχτεί τη Συνθήκη των Σεβρών, αλλά σπιθαμή εδάφους να παραχωρήσει στους Έλληνες. Όμως ακόμη τίποτε δεν είχε χαθεί. Στην προκειμένη περίπτωση χρειαζόταν μια ιδιαίτερα προσεκτική εξωτερική πολιτική και κυρίως μια ακόμη προσεκτικότερη στρατηγική στα πεδία των μαχών έτσι ώστε να ηττηθεί ο Κεμάλ και να διασφαλιστεί η παρουσία των Ελλήνων, και των Χριστιανών γενικότερα, στη Μικρασία. Αλλά δυστυχώς, όπως θα δούμε στο δεύτερο μέρος του άρθρου αυτού, η ελληνική ηγεσία απείχε πολύ από το να κινηθεί στη συγκεκριμένη κατεύθυνση κι ακόμα πιο δυστυχώς για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας τα εγκληματικά λάθη της ηγεσίας του αποτέλεσαν την ταφόπλακα της ύπαρξής του.

Πήγες εικόνων:
-https://m.huffingtonpost.gr/amp/entry/2019-100-chronia-apo-ten-apovase-toe-moestafa-kemal-ste-sampsoenta-toe-pontoe_gr_5c66d28de4b033a79941f676/
-https://cognoscoteam.gr/%CE%B7-%CF%83%CE%BF%CE%B2%CE%B9%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC-%CF%84/
-https://cognoscoteam.gr/%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%84%CE%B5%CF%82-%CF%87%CF%84%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%80%CE%B1%CE%B9/
-https://www.mixanitouxronou.gr/oi-ekloges-toy-1920-poy-ekrinan-tin-tychi-tis-mikras-asias-pos-psifisan-oi-palioelladites-oi-prosfyges-kai-oi-alloethneis-giati-o-venizelos-den-exelegi-oyte-voyleytis/amp/
-https://anemourion.blogspot.com/2018/02/1864-1936.html?m=1
-https://belisarius21.wordpress.com/2019/01/05/%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%82-%CE%B1%CE%B9%CF%84%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%84%CF%85%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%B8%CE%B5/7%CE%B1-%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85/

, , , , ,

8 thoughts on “Γιατί ηττηθήκαμε στη Μικρά Ασία; (Μέρος Α’)

  1. Επισης να σημειωθει η παντελης απουσια συμμετοχης του πανισχυρου Πολεμικου Ναυτικου σε οποιδηποτε φαση της Μικρασιατικης εκστρατειας, η διχαστικη πολιτικη των Αμυνιτων και τελος η συμπεριφορα πολλων αξιωματικων και οπλιτων που η παρουσια τους στην Σμυρνη ητανε απλα ευκαιρια για διασκεδαση και γλεντια.

    1. Ευχαριστώ πολύ Σταύρο για το σχόλιο σου. Ήταν πολύ εποικοδομητικό. Θα το επεξεργαστώ και θα συμπεριλάβω το περιεχόμενό του στο δεύτερο μέρος του άρθρου μου.

  2. Στη Μικρά Ασία ηττηθήκαμε γιατί δεν έγινε τίποτε απ’όσα έπρεπε να γίνουν για να έχουμε ελπίδα να κερδίσουμε. Αυτά τα περιέγραψε εκτενώς ο Μεταξάς στο από αρχές 1915 υπόμνημά του στον Βενιζέλο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος στη συνεδρίαση της Βουλής στις 30/4/1920, ανακοίνωσε με θριαμβευτικό ύφος ότι συμφωνήθηκαν οι όροι της Συνθήκης με τους Τούρκους (μετέπειτα συνθήκης Σεβρών) και εξήγησε ότι εξασφάλιζαν την κατοχή της Σμύρνης διότι προέβλεπαν 1.Δημιουργία Αρμενικού Κράτους, 2.Δημιουργία Κουρδικού Κράτους, 3.Διεθνή Έλεγχο των Στενών, 4. Τρεις ζώνες κατοχής Ιταλων, Άγγλων, Γάλλων, παράλληλα με την ελληνική κατοχή (ήτοι με τα 1 έως 4, πλήρη διαμελισμό της Τουρκίας), 5. Τέλειο αφοπλισμό του Τουρκικού στρατού, με μόνη ένοπλη δύναμη πλέον μία χωροφυλακή 25/30.000 ανδρών. Απ’αυτά δεν έγινε τίποτα απολύτως, πλην του διεθνούς ελέγχου της Κωνσταντινούπολης, που ντε φάκτο αφαιρούσε απ’την Ελλάδα το ισχυρότερο όπλο της, δηλαδή την απειλή κατάληψης της Πόλης ενώ επιπλέον εξασφάλιζε ότι ο Κεμάλ θα λάβαινε εσαεί χρηματικές και υλικές ενισχύσεις ανενόχλητος, αφού απαγορεύονταν στα ελληνικά πλοία οι νηοψίες. Χρήματα έπαψε να λαμβάνει η Ελλάδα απ’τις αρχές του 1919, άλλη ενίσχυση δεν υπήρχε έτσι κι αλλιώς, τουτέστιν απέμεινε να επιχειρεί υπερπόντια κατακτητική εκστρατεία ένα οικονομικά αδύναμο έθνος αγροτών, με τέλεια απειρία όλου του μηχανισμού σε τέτοιες επιχειρήσεις, εναντίον μίας τέως αυτοκρατορίας που παρέταξε 2,2 εκ. στρατό και 50.000 αξιωματικούς ούτε 5 χρόνια πριν, η οποία μάχονταν και για την επιβίωσή της. Έχουν αποτύχει κραταιές αυτοκρατορίες σε πολύ απλούστερες συνθήκες. Κι αυτό, δίχως να λαμβάνονται υπόψιν οι ανόσιες μηχανορραφίες, την κατάληξη και επιρροή των οποίων μπορεί να διακρίνει κάποιος και στο Πόρισμα της Ανακριτικής Επιτροπής Ελέγχου Δοσιλόγων Μικράς Ασίας, με Πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη Αινιάν, έτους 1923. Ποιός έφυγε πρώτος από πού και γιατί κοκ.
    Σε ό,τι αφορά τα εκτεθέντα στο άρθρο, με τη σειρά που εκτέθηκαν.
    1. Ο Βενιζέλος έκανε εκλογές τον Νοέμβριο του 1920, για να αποδράσει απ’τις ευθύνες του. Δεν εννοώ ότι ήθελε να χάσει τις εκλογές. Ενώπιόν του έχασκε το ρίσκο του ολοκληρωτικού πολέμου με τους Τούρκους, χωρίς τις συνθήκες με τις οποίες ανέλαβε την επιχείρηση ή της συνθηκολόγησης και αποχώρησης απ’τη Μικρασία. Αν έχανε τον πόλεμο, θα λογοδοτούσαν κι αυτός κι οι υποστηρικτές του, όχι μόνο για την ήττα αλλά και για τα σοβαρά ποινικά, στρατιωτικά αδικήματα των ετών 1917-1920. Συνθηκολόγηση, δεν μπορούσε να κάνει συνεχίζοντας κατευθείαν απ’το ”Κίνημα” της Άμυνας, γιατί ο Διχασμός και το χάος που επήλθε στην Ελλάδα έγινε υποτίθεται για χάρη της Μικρασίας. Αν όμως κέρδιζε ενδιαμέσως τις εκλογές, τότε μπορούσε πλέον να υποστηρίξει ότι ο ελ. λαός αναδρομικά ενέκρινε το πραξικόπημα της Άμυνας και τα μετέπειτα και τον εξόπλιζε με φρέσκια εντολή να κάνει ό,τι θέλει. Αν έχανε τις εκλογές, τότε θα τα έριχνε όλα στους αντιπάλους του. Έχοντας απόλυτη γνώση της δυσμενούς συγκυρίας, το μόνο που τον ενδιέφερε ύστερα από το 1919 ήταν η σύναψη μίας συνθήκης, ώστε να μπορεί να υποστηρίζει ότι έφερε σε πέρας την αποστολή του “- Αναλαμβάνω την ευθύνη όπως από της υπογραφής της ειρήνης και της κυρώσεώς της η Βουλή αυτή συντελέση το έργον της εντός τριών εβδομάδων, διαλυθή και εντός των συνταγματικών προθεσμιών θα κληθή ο λαός εις τα κάλπας δια τας εκλογάς» Ελ. Βενιζέλος, 23/4/1920, Βουλή. Σημείωση, η Συνθήκη δεν κυρώθηκε απ’την Βουλή.
    Επίσης δεν είχε καμία πίστη ότι τον υποστηρίζει ο λαός. Γι’αυτό και παρότι επανειλημμένως απ’το βήμα της Βουλής, δεσμεύτηκε ότι οι εκλογές θα γίνουν μόνο για την Ελλάδα της Συνθήκης του Βουκουρεστίου 1913, εν τέλει ενέταξε και τη, σημερινή, Δυτ. Θράκη και την Ανατολική, απ’τις οποίες πήρε 52 απ’τις 118 έδρες που έλαβε συνολικά αφού δεν υπήρχαν αντίπαλοι υποψήφιοι ενώ η ψηφοφορία στο στράτευμα έλαβε φοβερές διαστάσεις νοθείας. Ενδεικτικά επίσης αναφέρω ότι, ο Γ. Κονδύλης, στο από έτους 1929 έργο του “Πορεία προς την καταστροφή” απερίφραστα αναφέρει “το αποτέλεσμα των εκλογών ήτο πρόδηλον δια κάθε άνθρωπον ο οποίος ήθελε να εξετάση βαθύτερον και προσεκτικώτερον την κατάστασιν. Ο Βενιζέλος είχε ΄χασει την πλειοψηφία του Ελληνικού λαού από του 1915” και “είναι εξηκριβωμένον ότι πολλοί των φίλων του προείπον εις αυτόν την αναπόφευκτον εκλογικήν αποτυχίαν” ενώ ο Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, στα απομνημονεύματά του καταθέτει ότι τον προσέγγισε ο Θ. Πάγκαλος για διενέργεια πραξικοπήματος αμέσως μετά τις εκλογές.
    2. Από πουθενά δεν προκύπτει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν νόθο, ίσα ίσα. Σύμφωνα με το τελευταίο δίτομο έργο του προέδρου του ιδρύματος Βενιζέλου, ”Βενιζέλος, ο άνθρωπος, ο ηγέτης”, σε Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά Ελλάδα, Ιόνια Νησιά, Πελοπόννησο, Κυκλάδες, η Ηνωμένη Αντιπολίτευση έλαβε το 64% των ψήφων (συμβουλευτείτε επίσης τις πρωτότυπες καρτέλες διαλογής ψήφων,που είναι αναρτημένες στο site του Ιδρύματος Βενιζέλου). Αφαιρουμένου του 3% που πήρε το ΣΕΚΕ και των ανεξάρτητων, οι Φιλελεύθεροι κινήθηκαν λίγο πάνω απ’το 30%. Δεδομένου ότι απείχαν απ’το δημοψήφισμα, το αποτέλεσμα, για την αξιοπιστία του οποίου σημειωτέον δεν υπήρξε καμία ένσταση εκείνη την εποχή, είναι εντελώς πραγματικό. Ο λόγος διενέργειά του, ήταν διότι τόσο ο επικεφαλής της Η.Α.,Δημήτριος Γούναρης όσο κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, ήθελαν να απαγκιστρώσουν τις βουλευτικές εκλογές απ’την επαναφορά του Κωνσταντίνου για να μην εμφανίζεται ο τελευταίος ως κομματάρχης.Εφημερίδα Μακεδονία, 14/11/1920, Κωνσταντίνος “Βεβαίως αι εκλογαί απετέλουν μία σαφή δι’εμέ εκδήλωσιν του ελληνικού λαού,δια τα αισθήματα του οποίου άλλωστε ουδέποτε αμφέβαλλον. Εις την Ελλάδα όμως δεν επιστρέφω προς της διενέργειας του δημοψηφίσματος.Δεν ήτο δυνατόν να δεχθώ τας απόψεις του κ. Βενιζέλου ως έθεσε το ζήτξμα κατά τας εκλογάς,δια να εκφρασθή ο λαός περί του αν θέλη εμέ ή αυτόν. Ο Βενιζέλος είναι εις αρχηγός κόμματος,ενώ αντιθέτως εγώ Βασιλεύς όλων των Ελλήνων.” Κατά τον Ελ. Βενιζέλο, 22/11/1920, Εφημερίδα Πατρίς “Ο κ. Βενιζέλος, επεδοκίμασε την απόφασιν του κόμματος των Φιλελευθερων περί αποχής από του δημοψηφίσματος, δηλώσας ότι ο λαός ήδη απεφάνθη κατά τας εκλογάς. Κατά ταύτας, λέγει, υπέρ του Κωνσταντίνου εψήφισαν τα 55% εκ του όλου αριθμού των εκλογέων.” Κατά τον Σοφ. Βενιζέλο, δηλώσεις 29/11/1922 (δηλαδή μετά το δημοψήφισμα),στη γαλλική ”Εξέλσιορ”αναδημοσιευμένες στο Εμπρός “Τα τελευταία γεγονότα εξελίχθησαν επί προσωπικών ζητημάτων. Ο ελληνικός λαός εψήφισε μάλλον κατά του Βενιζέλου παρά υπέρ του Κωνσταντίνου”. Γ. Κονδύλης για την επιστροφή Κωνσταντίνου και τα περιθώρια της Η.Α. να μην τον επαναφέρει “”Η νίκη της Η.Α. δεν εκερδήθη παρά μόνον δια του γοήτρου του εκπτώτου Βασιλέως. Η Εθνική πολιτική, δεν ετέθη ουσιαστικώς υπό της Η.Α. προ των εκλογών.Ετέθη μόνον το ζήτημα της παλινορθώσεως του Κων/νου και υπέρ αυτής αγρία και απειλητική εξεδηλώθη η πλειοψηφία του λαού της Παλαιάς Ελλάδος. Κατά συνέπειαν την επαναφοράν του Βασιλέως ούτε ετόλμων να συζητήσουν καν οι νικηταί της 1ης Νοεμβρίου.Είχον μάλιστα προεκλογικώς διακηρύξει ότι ο Κωνσταντίνος δεν έπαυσε ποτέ να είναι Βασιλεύς.Αν προέβησαν εις το τυπικό εκείνον δημοψήφισμα προς της βασιλικής παλινορθώσεως,προέβησαν κατ’απαίτησιν του Κωνσταντίνου”.
    3. Δεν έγιναν εκτεταμένες αλλαγές στον στρατό. Ελάχιστοι αξιωματικοί αποστρατεύτηκαν, μόνο όσοι είχαν συμμετάσχει σε προετοιμασίες ”κινημάτων” ή είχαν διαπράξει αγριότητες (βλ. Κονδύλη με εγκλήματα μέχρι και κατά αμάχων στη Χαλκιδική). Παρέμειναν σχεδόν όλοι οι βενιζελικοί, και στις υψηλές θέσεις ακόμα. Όσο για υποτιθέμενη υστέρηση των συναδέλφων τους, που εκδιώχθηκαν απ’την Άμυνα κι επέστρεψαν μετά τις εκλογές του 1920, αφήνω εδώ τα εξής, συνοπτικότατα : ”- Έρχομαι, κύριοι εις τους αποταχθέντας Αξιωματικούς. Η θέσις των κύριοι, μου κινεί όλη την συμπάθειαν. Πολλοί εξ αυτών εξετέλεσαν άριστα το καθήκον των κατά τους Βαλκανικούς πολέμους. Και όμως ενώ αναγνωρίζω ότι μετά συμπαθείας εξαιρετικής έπρεπε να κριθή η θέσις αυτών, εν τούτοις είμαι υποχρεωμένος να δηλώσω ρητώς ότι τουλάχιστον εν τω παρόντι και επί μακρόν ακόμη, ουδεμία σκέψις περί επαναφοράς εις τον στρατόν των αξιωματικών τούτων δύναται να γείνη. Διότι, εάν εγίνετο τοιαύτη σκέψις, τούτο θα απετέλει έναυσμα, το οποίον θα επέφερεν εκρήξεις εν τω Στρατώ. Είναι αδύνατος η συνεργασία εν ομονοία του στοιχείου των αποταχθέντων αξιωματικών μετά των άλλων οι οποίοι έμειναν και συνέχισαν τον αγώνα. Δια να είναι το ευργέτημα προς τους αποταχθέντας πλήρες και δια να είναι ούτοι χρήσιμοι εις τον στρατόν, επανερχόμενοι θα έπρεπε να καταλάβουν την σειράν της αρχαιότητός των, αφού άλλως τε επαγγελματικώς δεν υστερούν κατά μέσον όρον από τους άλλους.” Ελευθέριος Βενιζέλος, 1920, Βουλή. και “Εις τον στρατόν εδημιουργήθη εν αυτώ τάξις αξιωματικών, οι οποίοι στενώς με τον Βενιζέλον συνδεθέντες, εξήσξησαν επ’αυτού κακήν επιρροήν, η δε φιλοδοξία και ο αρριβισμός των τους κατέστησεν επί σειράν ετών τους κακούς δαίμονας του ελληνικού στρατού. Τοιούτους πρωτίστως θεωρώ τους Πάγκαλον, Κονδύλην, Οθωναίον. Δια να ανέλθουν ταχύτερον εδημιούργησαν τον περίφημον νόμον του δεκαμήνου, το οποίο εκέρδισαν οι εις την εθνικήν άμυναν προσωρήσαντες, και το οποίον δεκάμηνον δυσηρέστησε και διέθεσεν εχθρικώς την μεγάλην πλειονοψηφίαν των αξιωματικών, οι οποίοι δεν είχον προσχωρήσει εις το κίνημα…Αλλά ο πόλεμος παρετάθη μέχρι του 1922 κατ’αυτον δε διεκρίθησαν πολλοί εκ των ”παραμεινάντων” αξιωματικών, ενώ αντιστρόφως τινές των της αμύνης είτε έμειναν οπίσω ως απόλεμοι,είτε απέτυχον εν τη διοικήσει των” Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Απομνημονεύματα.
    4. Δεν υποτιμήθηκε ο Κεμάλ. 30 Σεπτεμβρίου του 1919, εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, πρωτοσέλιδο “ΜΕΓΑΣ ο κίνδυνος του Κεμάλ αν δεν συντριβή δι αμέσου δράσεως” και πιο κάτω “ήδη κατά τα θετικωτέρας πληροφορίας, η δύναμις των υπό τον Κεμάλ επαναστατών, ανέρχεται εις 100 περίπου χιλιάδας, εάν δε συστηματική και κυρίως άμεσως δράσις δεν συντρίψη και δεν τερματίση ούτω τας ενεργείας του Κεμάλ, είνε προφανές ότι μετά τινάς μήνας αι ανταρτικαί ομάδες και οργανούμενος τακτικός στρατός θα αποτελούσι σοβαρώτατον κίνδυνον και θα καθίσταται αυτόχρημα προβληματική η επιβολή εις την Τουρκίαν οιωνδήποτε αποφάσεων της Διασκέψεως.” Πολύ απλά δεν επετράπη στον ελληνικό στρατό να κινηθεί πέραν των ορίων της ζώνης κατοχής του, παρά μόνο τον Αύγουστο του 1920, δηλαδή ένα χρόνο μετά, όταν είχαμε τις φοβερές σφαγές των χριστιανών στην Καππαδοκία. Επίσης Γ. Κονδύλης “”Αντί να αφεθή επί εν έτος ολόκληρον ο πραγματικό αρχηγός του Τουρκικού Έθνους ανενόχλητος όπως εν ησυχία οργανώση κράτος και Στρατόν, θα έπρεπε να αποφασισθή η άμεσος εις το εσωτερικόν προέλασις προς διάλυσιν εν τη γενέσει των πυρήνων της στρατιωτικής οργανώσεως. Είναι αληθές ότι μία τοιαύτη ενέργεια θα απήτη μεγαλυτέρας δυνάμεις, οι δε συμμαχικοί στρατοί εξηντλημένοι είχον αποστρατευθή. Αλλ’η Ελλάς ηδύνατο την στιγμήν εκείνην να αναβιβάση την δύναμιν του αποβατικού της Στρατού ακόπως εις 200 χιλ. ανδρών”
    6. Οι Μπολσεβίκοι θα υποστήριζαν τον Κεμάλ έτσι κι αλλιώς, εφόσον η Ελλάδα εφέρετο εντολοδόχος των Άγγλων. Το μόνο επιπλέον κακό που έκανε η εκστρατεία στην Κριμαία ήταν να οδηγήσει στον πλήρη ξεριζωμό των Ελλήνων από την περιοχή. Οι δε Ιταλοί ουδέποτε υπήρξαν οτιδήποτε άλλο πέρα από εχθροί. Σχετικώς αναφέρει ο Αλ. Μαζαράκης-Αινιάν, συνεργάτης του Βενιζέλου στο Παρίσι κατά τη διάσκεψη ειρήνης ” Είχομεν κεκηρυγμένον εχθρόν όλων των αξιώσεών μας την Ιταλίαν. Είχεν ήδη αυτή συνάψει συμφωνίας με τους άλλους συμμάχους, το 1915 και το 1917 δια των οποίων της ανεγνωρίζοντο δικαιώματα εις την Δωδεκάνησον, την Β. Ήπειρον και εις την Μικράν Ασίας μέχρι και της Σμύρνης”
    Νομίζω έγραψα πάρα πολλά

    1. Λυπούμαι γιά το βρυκολάκιασμα μετά από 100 έτη του κλίματος της τότε εποχής από εσάς και μάλιστα με επιχειρήματα διατυπωμένα με ψυχολογική φόρτιση, λες και δεν πέρασαν αυτά τα 100 έτη. Μιλάτε γιά υπόμνημα του Μεταξά, ενώ κι άλλοι μιλούν γιά το σκοτεινό αυτόν άνθρωπο ότι τότε είχε αντίθετη γνώμη και δεν πήγε στη Μικρασία, λες και ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο. Αυτό είναι ένα ανεπίτρεπτο επιστημονικό λάθος, γιατί χρησιμοποιείτε όλοι σας το κύρος και τη σπουδαιότητα που αργότερα απόχτησε ο δικτάτορας με το ηρωικό “ΟΧΙ” γιά να προσδιορίσετε έναν ασήμαντο αξιωματικό στη δεκαετία του 1920 που αντλούσε το κύρος του όπως όλοι οι τότε αξιωματικοί από τον ίδιο το Βενιζέλο, ο οποίος και τους προώθησε. Στην πραγματικότητα ο Βενιζέλος τους ανεχόταν όλους αυτούς, ενώ μπορούσε να τους εκτελέσει γιά έσχατη προδοσία.
      Το δημοψήφισμα είναι γνωστό από παλιά ότι ήταν νόθο και απορώ γιατί με έντονη φόρτιση επανέρχεσαι σε ένα θέμα που είναι ήδη απαντημένο και μάλιστα με επιστημονικό τρόπο. Αρκεί κανείς να δεί ότι με διαφορά 50 ετών έγιναν δύο δημοψηφίσματα γιά το θέμα του είδους της δημοκρατίας μας, αβασίλευτη ή βασιλευόμενη και στα δύο το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο(1924 και 1974), δηλαδή 69% αβασίλευτη και 31% βασιλευόμενη. Η αλήθεια κύριε, δε βρίσκεται στις κομματικές μας προτιμήσεις, αλλά υπάρχει αντικειμενικά εκεί έξω, αρκεί να έχεις το θάρρος να την αντικρίσεις. Αντίθετα, η βασιλική παράταξη ταλαιπώρησε γιά πάνω από έναν αιώνα την ελληνική κοινωνία γιά ένα θέμα που είχε ήδη λυθεί με την έξωση του Όθωνα το 1863. Αντί να απελευθερωθούν κοινωνικές δυνάμεις γιά να παλέψουν γιά άλλα θέματα πιό άμεσα και σοβαρά όπως ήταν η ανάπτυξη της χώρας, εμείς παλεύαμε μέχρι το 1974 γιά τη μορφή του πολιτεύματος.
      Δεν κάνεις αντικειμενική παράθεση των τότε γεγονότων, στηριζόμενος σε μία πηγή που είναι γιά εσάς ο Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν. Πρέπει να χρησιμοποιήσετε κι άλλους έτσι ώστε να έχουμε μία ολοκληρωμένη κι όχι αποσπασματική εικόνα ειδικά γιά το θέμα της κάθαρσης των αντιπάλων αξιωματικών στο στράτευμα επί μοναρχικών. Προφανώς και μέσα σε δύο χρόνια δεν μπορούσαν να ξηλώσουν μέχρι και τους δεκανείς από το στράτευμα. Κάποιοι παρέμειναν. Δεν αναφέρετε όμως σε ποιές θέσεις και με ποιό βαθμό.
      Αυτά προς το παρόν.

      1. Ποιά βασιλική παράταξη το 1863 και για ποιά μορφή του πολιτεύματος είχαμε πάλη για 100 χρόνια; Κύριέ μου είστε επιεικώς άσχετος. Πού να μάθει ο άνθρωπος ότι έγινε καθολικό δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος το 1862.

  3. Όταν παρατίθενται επιστημονικά στοιχεία, δεν υποτιμούμε την αντίθετη γνώμη και μάλιστα με απαξιωτικές φράσεις του στύλ “είστε παντελώς άσχετος”. Εγώ δε μίλησα έτσι γιά τις ψυχολογικές σας εμμονές μέσα στην Ιστορία. Και βέβαια υπήρχε φιλομοναρχική παράταξη το 1863 κύριε Δελλή, η οποία δεν είχε αναπτυχτεί όπως στις αρχές του 20ού αιώνα. Αλλά ήταν πανταχού παρούσα μέσα από τα ιστορικά στοιχεία εκείνης της δεκαετίας. Που εξέφραζαν την αγωνία ακόμα και επιφανών πολιτικών γιά την πολυδιάσπαση της χώρας μέσα και από τον εμφύλιο που έγινε το 1862-63, ο οποίος είχε πολλά κοινά στοιχεία με τον εμφύλιο του 1831-32 μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή, όταν η χώρα έμεινε ακέφαλη, οι φατρίες ξεκίνησαν εμφύλιο πόλεμο. Γι’ αυτό είχε ήδη δημιουργηθεί φιλομοναρχική παράταξη από τις φοβίες που είχαν αναπτυχτεί στο εκλογικό σώμα γιά ακυβερνησία λόγω των συνεχών πολιτικών διαμαχών που δεν έμεναν μόνο στις λεκτικές αντιπαραθέσεις της Βουλής, αλλά κατέληγαν σε εμφύλιους όπως στη διάρκεια της Επανάστασης.
    Αυτή η διάσπαρτη φοβία εκφραζόταν όχι μέσα σε ένα, αλλά σε πολλά κόμματα, τα οποία τελικά εκμεταλλευόταν ο εκάστοτε μονάρχης κι ανεβοκατέβαζε πρωθυπουργούς, ανάλογα με τις ορέξεις του. Απορώ που εσείς αυτά δεν τα γνωρίζετε. Γιατί άραγε έγινε η Επανάσταση ή το Κίνημα στο Γουδί το 1909; Θα ξαναγράψετε την Ιστορία, ότι ο βασιλικός θεσμός ήταν αθώος ή ουδέτερος μέσα στην ελληνική πολιτική ιστορία; Έπαιξε το ρόλο του το 19ο αιώνα που ήταν η κατασίγαση των φυγόκεντρων τάσεων και η σταθεροποίηση ενός συγκεντρωτικού κράτους, αλλά μετά άρχισαν να φαίνονται τα όρια αυτού του συστήματος. Όταν δηλαδή, ασχολούνταν μόνο με την αναπαραγωγή του κι όχι με τα υπόλοιπα προβλήματα της κοινωνίας.
    Προφανώς και δεν μπορεί να συγκριθεί το δημοψήφισμα του 1862 με κανένα από τα δημοψηφίσματα του 20ού αιώνα. Άλλες οι κοινωνικές συνθήκες το 19ο αιώνα κι άλλες τον 20ό αιώνα. Κι αυτό η φιλομοναρχική παράταξη δεν το κατάλαβε ποτέ, γιατί εξέφραζε αυτή τη γενική φοβία που στοίχειωνε τους ψηφοφόρους του 19ου αιώνα και την πρόβαλε σε κείνους του 20ού αιώνα.
    Δεύτερο, προφανώς και δεν μπορούμε να μιλάμε γιά δημοψηφίσματα με τα ίδια εκλογικά χαρακτηριστικά. Κοιτάξτε λίγο στο συνολικό αριθμό των ψηφισάντων και θα δείτε πολύ εύκολα ότι οι ψηφοφόροι του 19ου αιώνα ήταν σαφώς λιγότεροι από εκείνους του 20ού αιώνα. Όταν δηλαδή διευρύνθηκε το εκλογικό σώμα και εισήλθαν κοινωνικές ομάδες με άλλα πολιτικά ενδιαφέροντα, προφανώς και ατόνησε το αίσθημα υπέρ της δυναστείας.
    Τρίτο, τα συντηρητικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, επειδή σφάζονταν μεταξύ τους, όπως εξάλλου και τα αντίστοιχα προοδευτικά, όπως και στην Επανάσταση δηλαδή, νόμιζαν ότι η βούλησή τους γιά ενότητα των συντηρητικών στο πρόσωπο ενός μονάρχη, ενδιέφερε πρωτίστως την ελληνική κοινωνία. Γι’ αυτό και επανέφεραν το θέμα του δημοψηφίσματος ξανά και ξανά. Το αντίθετο και με όμοια συναισθηματικό τρόπο έκαναν οι “προοδευτικοί”. Κι αυτό, επειδή αμφότεροι δεν εμπιστεύονταν την ομαλή λειτουργία των θεσμών.
    Την ιστορία δεν την κάνουμε με συναισθηματισμούς κύριε Δελλή, Έχουμε ξεφύγει απ’ αυτό το επίπεδο ανάλυσης γιατί τη σεβόμαστε ως επιστήμη κι όχι ως υπηρέτρια διαφόρων πολιτικών συμφερόντων.

    1. Ναι, όλα λάθος. Η ιστορία θέλει γνώση κι εσείς δεν την έχετε και κατά τα φαινόμενα, ούτε έχετε όρεξη να την αποκτήσετε, σας αρκεί ότι πρωτομάθατε. Δεν ξέρω πώς αλλιώς να σκεφτώ για έναν άνθρωπο που αγνοώντας στοιχειώδη περί του δυναστικού ζητήματος (είπε επί λέξει ότι ”τελείωσε το δυναστικό το 1863”), κι αντιλαμβανόμενος ότι δεν ξέρει επανέρχεται με τέτοιες αναλύσεις πριν να αφιερώσει χρόνο να μελετήσει.
      ΥΓ : 1. Το 1823, κι όχι το το 1832, πρόσφερε επισήμως η Ελλάδα το στέμμα σε κάποιον, 2.Ουδεμία σχέση ο ΣΣ και το Γουδή με το δυναστικό, απολύτως καμία όμως.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.