Γιατί η «δημοκρατία» μας είναι εκλόγιμη μοναρχία, του Γ. Κοντογιώργη

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε δημοκρατία δεν είναι ούτε δημοκρατία, ούτε αντιπροσωπευτική πολιτεία. Αν θέλουμε να το ορίσουμε με βάσει αυτό που πράγματι είναι, θα το ονομάσουμε εκλόγιμη μοναρχία. Είναι κυριολεκτικά μια αυστηρά μοναρχευομένη ολιγαρχία. Ένα πολίτευμα κρίνεται από το ποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα. Σήμερα, το πολιτικό σύστημα το κατέχει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ο πρωθυπουργός ή, αλλού, ο πρόεδρος.

Υποτίθεται ότι ιδιοκτήτης του πολιτικού συστήματος είναι το νομικό πλάσμα του κράτους. Στην πραγματικότητα, όμως, το κατέχει και το διαχειρίζεται ο εκάστοτε πρωθυπουργός. Η κοινωνία είναι ιδιώτης. Δεν μετέχει του πολιτικού συστήματος. Ο πρωθυπουργός είναι και εντολέας και εντολοδόχος, με τον λαό να διαιτητεύει απλώς με την ψήφο του για να πει ποιος θα είναι ο εκλόγιμος μονάρχης.

Διαπράττουμε ένα σοβαρό γνωσιολογικό λάθος αποκαλώντας το πολίτευμα αυτό δημοκρατία. Παράλληλα, δημιουργούμε μία τρομακτική σε επιπτώσεις σύγχυση που μας περιορίζει τον ορίζοντα. Δεν μας επιτρέπει να σκεφτούμε για πρακτικά ζητήματα. Εάν  παραδεχτούμε σήμερα ότι έχουμε δημοκρατία, τότε δεν έχουμε τη δυνατότητα να διερωτηθούμε μήπως φταίει το ίδιο το σύστημα για τα διάφορα δεινά. Η τάση μας είναι ότι πρέπει να δώσουμε λύσεις μέσα στο ισχύον σύστημα.

Αυτό θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι ήταν παραγωγικό πριν από 50 ή 100 χρόνια γιατί τότε οι λαϊκές αντιδράσεις (απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες) παρήγαν αποτελέσματα, με την έννοια ότι προέκυπταν κάποιοι συμβιβασμοί. Σήμερα αυτό έχει τελειώσει. Οι πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους, αλλά όταν γυρίσουν στο σπίτι τους θα ακούσουν ότι η κυβέρνηση αποφάσισε διαφορετικά, διότι άλλοι κατευθύνουν τις αποφάσεις της.

Αυτό ισχύει περισσότερο ή λιγότερο για όλες τις κυβερνήσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα. Άρα, το ζήτημα της διασαφήνισης του τι είναι σήμερα το πολιτικό σύστημα είναι  κορυφαίο. Λύσεις, σήμερα μέσα στο παρόν σύστημα δεν υπάρχουν και δεν υπάρχουν γιατί έχει αλλάξει άρδην η εποχή που ζούμε. Έχει καμία σχέση η κυρίαρχη αστική τάξη σήμερα με τις εθνικές αστικές τάξεις που είχαμε στο παρελθόν; Όχι. Έχει καμία σχέση η σημερινή αστική τάξη με τον κορμό της επικράτειας, με το τι γίνεται σε μία χώρα; Όχι, γιατί αυτή κινείται οριζόντια, στο σύνολο του πλανήτη.

Επικαλούνται τον Διαφωτισμό και λέγονται προοδευτικοί;

Συνεπώς, τα ηγετικά στρώματα της οικονομίας, αυτά που ελέγχουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το εμπόριο μεγάλης κλίμακας, δεν ενδιαφέρονται καν να βρεθεί ένα πλαίσιο συμφωνίας και κατά συνέπεια συνοχής. Δεν ενδιαφέρονται αν θα χυθεί αίμα στο δρόμο, γιατί αν συμβεί αυτό θα πάρουν τα κεφάλαιά τους και θα πάνε αλλού. Δεν έχουν δεσμεύσεις παραγωγικού χαρακτήρα με τη χώρα, ενώ η πολιτική είναι όμηρος, δεν μπορεί ούτε θέλει να τους δεσμεύσει.

Η διακτίνωση σημαντικών παραμέτρων της ζωής μας, όπως η οικονομία και η επικοινωνία, διακρατικά, στο σύνολο του πλανήτη, οδηγεί σε μια ανατροπή συσχετισμών. Γιατί αντιστοίχως οι κοινωνίες παραμένουν παγιδευμένες σε αξίες, νοοτροπίες, τρόπους πολιτικής συμπεριφοράς, σε αντιλήψεις πολιτικής θέσμισης που έχουν περιέλθει στο μαυσωλείο της ιστορίας. Δεν γίνεται ο ένας να κινείται σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή στο μέλλον, και ο άλλος να παραμένει έγκλειστος στο μακρινό παρελθόν, να περιορίζεται στο εσωτερικό μιας χώρας και οι δύο αυτοί να κερδίζουν ταυτόχρονα.

Αφού λοιπόν απομακρυνόμαστε από την ιστορική περίοδο που γέννησε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός στη Δύση και πάμε σε μια άλλη περίοδο της ιστορίας, το ερώτημα που προκύπτει είναι τί κάνουμε. Παραμένουμε στις αξίες και τους θεσμούς του 18ου αιώνα, ενώ η οικονομία έχει μετασχηματιστεί και μας διαφεύγει; Όποιος επικαλείται σήμερα το Διαφωτισμό, άρα το παρόν παρωχημένο σύστημα, δεν είναι απλώς συντηρητικός. Είναι βαθιά αντιδραστικός. Και βλέπουμε ότι περισσότερο αντιδραστική δεν είναι πλέον η Δεξιά αλλά η Αριστερά και αυτό είναι το δράμα. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άρχουσα αριστερά. Το ΚΚΕ έχει μείνει εκεί που ήτανε πάντοτε, είναι εκτός παιχνιδιού, αρκείται στη διαμαρτυρία του 5%.

Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε λύση στο ακόλουθο πρόβλημα: πώς θα εξαναγκάσουμε την πολιτική να βάλει ως σκοπό του πολιτεύεσθαι όχι μόνο το συμφέρον των αγορών, αλλά και το συμφέρον των κοινωνιών. Γιατί ο λόγος ύπαρξης της πολιτικής και της οικονομίας είναι οι κοινωνίες. Αν δεν υπήρχε ελληνική κοινωνία δεν θα υπήρχε ελληνική πολιτική, ελληνική οικονομία.

Δίχως απάντηση

Πώς θα εντάξουμε δηλαδή το ατομικό ή το μερικό στο συλλογικό; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Δεν δίνεται απάντηση, επειδή η σκέψη των πολιτών είναι εγκατεστημένη σε ένα παρελθόν που δεν έχει καμία σχέση με το παρόν. Στην Ελλάδα έχουμε να κάνουμε με την εκφυλισμένη εκδοχή αυτού του συστήματος της εκλόγιμης μοναρχίας, που δεν έχει ιδεολογικές αναφορές στην κοινωνία, όπως έχει ακόμη στην υπόλοιπη Ευρώπη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Καταργήσαμε τον δικό μας δημοκρατικό δρόμο.

Παλιά, πριν από το νεοελληνικό κράτος, ο πολίτης πήγαινε στον δήμο, στις μαζώξεις της κοινότητάς του και έθετε εκεί το πρόβλημά του, προκειμένου να βρει λύση. Όταν στο νεότερο ελληνικό κράτος εγκαταστάθηκε αρχικά η απολυταρχία, και το κράτος της κυρίαρχης εξουσίας μετά, πού έπρεπε να απευθυνθεί ο πολίτης για να λύσει το πρόβλημά του; Στον κομματάρχη. Ο πολίτης ήταν σε δυσμενή θέση, γιατί τον πολιτευτή τον έβλεπε μια φορά στα τέσσερα χρόνια. Όταν ο πολιτικός έφευγε από κοντά του τον ξεχνούσε, γιατί οι συνομιλητές του ήταν άλλοι. Γι’ αυτό και μπορούσε αδαπάνως να υπόσχεται και μετά να ξεχνά τις υποσχέσεις του.

Από τότε που καταργήθηκε η θεσμιμένη συλλογικότητα, δηλαδή η έννοια του δήμου, η ελληνική κοινωνία ουδέποτε κατόρθωσε να λειτουργήσει συλλογικά. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η δεοντολογία, το τι θα λέμε πως πρέπει να κάνει η εξουσία, δύο αιώνες το συζητάμε  αυτό. Το ζήτημα στην πολιτική είναι το πώς θα εξαναγκαστεί η εξουσία να σκεφτεί τις ανάγκες της κοινωνίας, να παράγει δημόσιες πολιτικές για το συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας και όχι πολιτικές για τα επιμέρους συμφέροντα, ή για το προσωπικό όφελος των πολιτικών.

slpress.gr

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.