Γιατί ο Νίκος Σβορώνος; Άρθρο του για το 1821

Με το κείμενο του Νίκου Σβορώνου ο Δρόμος ξεκινάει μια σειρά αφιερωμάτων για την Επανάσταση του 1821 και για την αξιολόγηση των 200 χρόνων ύπαρξης του νεοελληνικού κράτους, καθώς και για την ιστορία του νέου ελληνισμού. Σε ιδιαίτερα σημαντικές και κρίσιμες στιγμές για την υπόστασή τους, και με πολλές διαχρονικές και πρόσφατες παραχαράξεις της ιστορίας. Αλλά αυτά θα μας απασχολήσουν κατά την ανάπτυξη των αφιερωμάτων. Στο σημείωμα αυτό θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε γιατί ξεκινάμε με ένα κείμενο του Νίκου Σβορώνου και γιατί το θεωρούμε «αφετηριακή οπτική», κείμενο θέσης για το ζήτημα. Αισθανόμαστε αυτήν την ανάγκη –κατάθεσης μιας συνολικής οπτική για το ζήτημα– γιατί δεν ξεκινά από το μηδέν η συζήτηση για τις πολλαπλές πλευρές και τη σημασία της Επανάστασης του 1821, όπως και γιατί δεν έχουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις και οι παρατάξεις του τόπου την ίδια αντίληψη ή άποψη. Ιδιαίτερα δε, βρισκόμαστε σε πολεμική θέση απέναντι στην επίσημη αντίληψη, αυτή της «Επιτροπής ‘21» υπό την κυρία Αγγελοπούλου, όπως και απέναντι σε όλες τις απόψεις που θέλουν να αποδομήσουν την εθνική, απελευθερωτική και κοινωνική σημασία της Επανάστασης.

ΓΙΑΤΙ ΛΟΙΠΟΝ ξεκινάμε από τον Νίκο Σβορώνο; Για τους ακόλουθους λόγους:

Ο Νίκος Σβορώνος είναι από τους πλέουν σπουδαίους σύγχρονους ιστορικούς του τόπου, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του στη μελέτη της ελληνικής ιστορίας – και ιδιαίτερα το Βυζάντιο. Είναι σοβαρός επιστήμονας, βαθύς μελετητής, λακωνικότατος στην έκφρασή του, αλλά σαφής στα συμπεράσματά του. Ιστορικός αλλά και δάσκαλος, που δίδαξε, έγραψε, μίλησε για την ελληνική ιστορία. Η ταυτότητά του και η μεθοδολογία του είναι μαρξιστική, αλλά όχι δογματική ή μηχανιστική. Η έρευνα πάντα προηγείται του συμπεράσματος κι όχι το αντίστροφο για πολιτικούς ή κομματικούς λόγους.

Θα σημειώσει για ορισμένους: «Την ίδια περίπου στάση έδειξαν και δείχνουν ορισμένοι μαρξιστικοί κύκλοι, όχι στο όνομα μιας επιστημονικής κριτικής, αλλά στ’ όνομα μιας “θεωρητικής” εκ των προτέρων “απόφανσης” σχετικά με τις “θέσεις” σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να γράφεται η ιστορία του ελληνικού λαού» («Ανάλεκτα», σελ. 79)

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι ο Ν. Σβορώνος έχει υπόψη του το έργο κάποιων σκαπανέων του μαρξιστικού χώρου για την ελληνική ιστορία, έχει όμως και επίγνωση των ατελειών, των λαθών, των χοντροκομμένων τοποθετήσεων που είχαν γίνει από αυτούς. Χωρίς να τους μηδενίζει, ακολουθεί μια ήρεμη δική του έκθεση απόψεων και τοποθετήσεων, που όλες μαζί εμπλουτίζουν και οικοδομούν μια οπτική παραγωγική και χρήσιμη για τη μελέτη της νεοελληνικής ιστορίας.

Έχουμε λοιπόν μπροστά μας έναν επιστήμονα σοβαρό και παραγωγικό που μπόρεσε να επιδοθεί στη μελέτη, σε χρόνια όχι εύκολα αλλά πάντως όχι και τόσο βάναυσα ή δύσκολα κι αφού οι συνθήκες είχαν σαφώς καλυτερεύσει και είχαν διανοιχθεί ορισμένοι δρόμοι. Δεν έχουμε έναν κομματικό άνθρωπο, αυθάδη ή εμπαθή (γιατί κυκλοφορούν τόσοι) που νομίζει ότι κατέχει την αλήθεια ή και την επιστημονική αλήθεια και υποστηρίζει ιδεολογικά φορτισμένες θέσεις ως ιστορία.

Το ειδικό περιεχόμενο του έργου του Ν. Σβορώνου τοποθετεί την εξέταση του ελληνισμού μέσα σε μια πολυτάραχη και ιδιότυπη πορεία κοντά 3.000 χρόνων και βλέπει στοιχεία συνέχειας αλλά και ασυνέχειας ή στροβιλισμών στην ιστορία του. Αποδεικνύει την περίπλοκη και αντιφατική συνέχεια με τρόπο επιστημονικό, μακριά από τα ουσιοκρατικά ιδεολογήματα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Ακόμα, οι προσδιορισμοί που αποδίδει στο ελληνικό έθνος π.χ. ως αντιστασιακό και ολόκληρο το δοκίμιο που έχει γράψει για το έθνος, προκαλούν και αμφισβητούν ανοικτά τη σημερινή κυρίαρχη αποδομητική παγκοσμιοποιητική άποψη

ΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ του έργου του Ν. Σβορώνου τοποθετεί την εξέταση του ελληνισμού μέσα σε μια πολυτάραχη και ιδιότυπη πορεία κοντά 3.000 χρόνων και βλέπει στοιχεία συνέχειας αλλά και ασυνέχειας ή στροβιλισμών στην ιστορία του. Διακρίνει τις τρεις κύριες φάσεις του, αρχαίο ελληνισμό, μεσαιωνικό ελληνισμό και νέο ελληνισμό χωρίς να έχει κάποιο κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι στην κυρίαρχη δυτική σκέψη. Αποδεικνύει την περίπλοκη και αντιφατική συνέχεια με τρόπο επιστημονικό, μακριά από τα ουσιοκρατικά ιδεολογήματα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Ακόμα, οι προσδιορισμοί που αποδίδει στο ελληνικό έθνος π.χ. ως αντιστασιακό («ο αντιστασιακός χαρακτήρας διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία», «Ανάλεκτα», σελ. 37) και ολόκληρο το δοκίμιο που έχει γράψει για το έθνος, προκαλούν και αμφισβητούν ανοικτά τη σημερινή κυρίαρχη αποδομητική παγκοσμιοποιητική άποψη. Άποψη που θεωρεί το έθνος ως «κατασκεύασμα» του κράτους και εν γένει ξεπερασμένο πλέον. Η κριτική αυτών των απόψεων έχει προχωρήσει, γιατί το «έθνος-κράτος» είναι εμπόδιο πλέον στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό. Επομένως, με εντυπωσιασμούς παράθεσης πολλών σύγχρονων θεωριών για το έθνος, όπως το θεώρησαν όσοι νοιάζονται για τη χειραφέτηση, έμμεσα θεωρούν το έργο του Ν. Σβορώνου, σαν το έργο ενός γέροντα μιας παλαιότερης εποχής που είναι ξεπερασμένη…

Άλλωστε, μεγάλο μέρος του έργου του βρίσκεται «ξεχασμένο» στη βιβλιοθήκη της γενέτειράς του, της Λευκάδας, χωρίς να έχει καταγραφεί ή ψηφιοποιηθεί.

ΘΕΩΡΟΥΜΕ τον Νίκο Σβορώνο ένα «παράθυρο» που συνδέει το στοχαζόμενο σήμερα με το ελληνικό χθες, την ιστορία του. Όσο μπόρεσε και με τα μέσα που είχε ο Ν. Σβορώνος κράτησε μια τίμια στάση και φώτισε πλευρές και διατύπωσε απόψεις που μπορούν να διατηρούν μια παραγωγική «ανοικτότητα» προς την αναζήτηση και την έρευνα. Ιδιότητες που έχουμε απολύτως ανάγκη, ενάντια σε ένα «ωχ-αδερφιστικό» πνεύμα μιας ελαφρά καφενοβιακής συζήτησης μεταξύ οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων ή πολύ περισσότερο μιας έγχυσης στα μυαλά και στις συνειδήσεις ενός ευρωλιγούρικου νεοραγιάδικου δυτικόφιλου ή φιλο-νεοθωμανικού πνεύματος στις κορυφές της διανόησης, ή της «διανόησης» των τηλεπαραθύρων.

Η βάση λοιπόν εκκίνησης, η αφετηρία μας, η γενική οπτική μας ματιά για την Επανάσταση του ‘21, και τη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία, σε πολύ γενικές γραμμές, εκκινεί από την τοποθέτηση του Ν. Σβορώνου. Ωστόσο, οφείλουμε να συμφωνήσουμε μαζί του στη διαπίστωση που κάνει (και είναι ιδιαίτερα διδακτική) πως «πολύ λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα της ελληνικής ιστορίας οι αξιολογικές αποφάνσεις που θέλουν ολόκληρη τη λόγια παράδοση από τη φύση της αντιδραστική και τη λαϊκή παράδοση, ολόκληρη τη λαϊκή παράδοση, επίσης από την φύση της προοδευτική» («Ανάλεκτα», σελ. 90). Άλλωστε όπως τονίζει: «είναι σωστή, στις γενικές της γραμμές, η παρατήρηση ότι εκείνο που δείχνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο το χαρακτήρα μιας κοινωνίας είναι το είδος της ιστορίας που γράφει» («Ανάλεκτα», σελ. 25). Γιατί το πραγματικό ιστορικό έργο κάθε εποχής «συλλαμβάνει ένα μέρος, ορισμένες όψεις της πολυσύνθετης ιστορικής πραγματικότητας, η οποία κατακτάται μόνο με συνεχείς προσεγγίσεις που δεν είναι ποτέ οριστικές» («Ανάλεκτα», σελ. 26). Γιατί «κανείς σοβαρός θεωρητικός δεν υπάρχει που να νομίζει ότι η θεωρία ή οι θεωρίες ή τα όργανα ανάλυσης που προτείνει είναι τελειωτικά, ιερά, αμετακίνητα δόγματα εφόσον και αυτά υπόκεινται στον έλεγχο της πραγματικότητας που ερευνά η ιστορία» («Ανάλεκτα», σελ. 30).

Ο ίδιος εκφράζει μια γενικά αισιόδοξη άποψη. Μια άποψη που μπορεί να αντιδιασταλεί με το τι ζούμε σήμερα με την αποδομητική σταυροφορία: «Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν από την ελληνική ιστοριογραφία ούτε οι αξιόλογοι ερευνητές, μέσα ή έξω από τα ανώτατα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα, ούτε η ιστοριογραφική δραστηριότητα στις ποικίλες μορφές της, ούτε τα αξιόλογα ιστορικά έργα που προετοίμασαν κι έκαναν δυνατή την ανανεωτική προσπάθεια που έχει αρχίσει από τα χρόνια του μεσοπολέμου και που συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση από τη νέα γενιά των ιστορικών μας» («Ανάλεκτα», σελ. 79). Οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει, η προσπάθεια θα συνεχιστεί!

«δ»


Κυριότερα έργα του Ν. Σβορώνου

– «Επισκόπηση της νεοελληνικής ιστορίας», εκδόσεις Θεμέλιο, 1994
– «Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας», εκδόσεις Θεμέλιο, 1995
– «Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του νέου ελληνισμού», εκδόσεις Πόλις, 2004


ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821
του Νίκου Γ. Σβορώνου

δῶ καί δύο χρόνια, στήν ἐπέτειο τῶν ἑκατόν πενήντα χρόνων ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, διαβάζαµε στόν παρισινό τύπο διακήρυξη τριάντα τριῶν πολιτικῶν κρατουμένων τῶν φυλακῶν τῆς Αἴγινας, πού καλοῦσε τούς Ἕλληνες «νά ἐμπνευστοῦν ἀπό τό 1821 καί νά ἀποτινάξουν τό ζυγό τῆς δικτατορίας». Τήν ἴδια στιγµή, μέ ἕνα κείµενο πού κυκλοφόρησαν στήν ᾿Αθήνα, ἕκατόν τριάντα τρεῖς προσωπικότητες ἐτόνιζαν: «Ἡ λαϊκή ἐξέγερση τοῦ 1821 ἔγινε ἐναντίον τῆς τυραννίας καί ἀποσκοποῦσε νά πραγματοποιήσει ταυτόχρονα καί ἀδιαίρετα τήν ἐθνική ἀνεξαρτησία καί τή λαϊκή κυριαρχία, ξαναζωντανεύοντας τίς πανάρχαιες δημοκρατικές παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων». Ἡ ἐπέτειος αὐτοῦ τοῦ γεγονότος μᾶς ὑποχρεώνει νά ξαναθυμηθοῦμε τόν πραγµατικό του χαρακτήρα καί νά ὑπογραμμίσουμε τό ἰδεολογικό του περιεχόµενο.

Αὐτό τό νόηµα δίνουν οἱ σημερινοί Ἕλληνες στόν ἕορτασµό τῶν ἑκατόν πενήντα χρόνων τῆς Ἐπανάστασης, πού γιά µιά ἀκόμα φορά γίνεται τό κατεξοχήν σημεῖο ἀναφορᾶς στήν Ἱστορία τοῦ τόπου. Πράγματι, στήν ᾿Επανάσταση ἀναφέρεται τό ἔθνος κάθε φορά πού οἱ περιστάσεις τό παρακινοῦν νά συγκεντρωθεῖ γιά νά καθορίσει τόν προσανατολισμό του καί τή γραμμή πού θά ἀκολουθήσει προσπαθώντας νά ξεπεράσει τά ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά ἐμπόδια πού δυσκολεύουν τήν πορεία του. Γιατί ἡ ἐξέγερση αὐτή, µέ τόν περίπλοκο χαρακτήρα της, πού θά προσπαθήσουμε νά καθορίσουμε, ἀποτέλεσμα μιᾶς µακρόχρονης οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, πολιτισμικῆς ἐξέλιξης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, φανέρῶσε στό ἔθνος ὅλα τά οὐσιαστικά προβλήµατα πού εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί πού περιμένουν ᾱκόµα καί σήµερα τή λύση τους. Ἡ προσπάθεια, λοιπόν, γιά νά συλλάβουµε τόν χαρακτήρα καί τό νόηµα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, νά καταστρώσουµε ἕναν σύντομο ἀπολογισμό τῶν 150 αὐτῶν χρόνων καί νά ἀπαριθμήσουμε τά κυριότερα προβλήματα πού ἀντιμετώπισε τό ἔθνος, τίς ἐπιτυχίες καί τίς δυσκολίες του, νά ποιά εἶναι ἡ κοινή ἀπαίτηση ὅλων τῶν Ἑλλήνων πού βρισκόμαστε πάντα σέ ἀναζήτηση τῆς ἐλευθερίας.

Καίριο πρόβληµα τῶν Ἑλλήνων παραμένει πάντα τό ἐθνικό πρόβληµα. Τό ζήτημα αὐτό ἔχει δύο πλευρές ἐξίσου σηµαντικές γιά τούς Ἕλληνες: Τήν ἀπελευθέρωση ὅλων τῶν ἕλληνικῶν ἐδαφῶν, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα κράτος ἐλεύθερο καί κυρίαρχο, ἀλλά καί τήν ἑδραίωση ἑνός ἀνεξάρτητου βίου, δίχῶς ξένες ἐπεμβάσεις

Τό ἐθνικό πρόβληµα καί οἱ κοινωνικές τάξεις
Ακόμα καί µιά βιαστική ἐπισκόπηση τῆς ἱστορίας τῆς νεότερης Ἑλλάδας δείχνει πώς ἀπό τήν πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ἴσως καί πιό πρίν, καί σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας, ὥς τό 19ο αἰώνα, καί κατά κάποιον τρόπο ὥς καί σήµερα, καίριο πρόβληµα τῶν Ἑλλήνων παραμένει πάντα τό ἐθνικό πρόβληµα. Τό ζήτημα αὐτό ἔχει δύο πλευρές ἐξίσου σηµαντικές γιά τούς Ἕλληνες: Τήν ἀπελευθέρωση ὅλων τῶν ἕλληνικῶν ἐδαφῶν, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα κράτος ἐλεύθερο καί κυρίαρχο, ἀλλά καί τήν ἑδραίωση ἑνός ἀνεξάρτητου βίου, δίχῶς ξένες ἐπεμβάσεις. Τά κοινωνικά καί πολιτικά προβλήματα εἶναι, λοιπόν, σφιχτά δεμένα, ὑποταγμένα θά ἔλεγα, στό σηµαντικό ἐθνικό αὐτό πρόβληµα πού σημάδεψε γιά πολύ καιρό τήν ἰδεολογία τῶν Ἑλλήνων.

Πραγµατικά, κατά τήν ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης ἀπό τούς Τούρκους καί τή σχετικά γρήγορη σταδιακή ἐπέκταση στά Βαλκάνια (ἡ Μικρά ᾿Ασία εἶχε κατακτηθεῖ ἀπό καιρό), οἱ κατακτητές βρέθηκαν µπροστά σέ λαούς µέ ἄρκετά ἐξελιγμένη ἐθνική συνείδηση, πού δέν ἔπαψαν, ὁ καθένας µέ τόν τρόπο του, νά ἀντιστέκονται.

Γιά νά περιοριστοῦμε ἐδῶ στήν ἑλληνική διάσταση τοῦ φαινοµένου, μποροῦμε νά ποῦμε πώς ἡ ἐνεργητική καί παθητική ἀντίσταση στόν κατακτητή χαρακτηρίζει ὅλη τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας, καί πώς αὐτή ἡ ἀντίσταση παίρνει ποικίλες μορφές, πού προσδιορίζονται κυρίως ἀπό τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες διαβίωσης τῶν κοινωνικῶν ὁμάδων πού τήν ἐκφράζουν ἤ πού τήν ἐνσαρκώνουν. Ἡ ἑλληνική κοινωνία, ὅπως ἄλλωστε καί κάθε κοινωνία τῆς ᾽Ανατολικῆς Εὐρώπης, παρέμεινε κυρίως ἀγροτική, παρατείνοντας τίς κοινωνικές δοµές τοῦ Μεσαίώνα ἕως τά µέσα περίπου τοῦ 18ου αἰώνα. Οἱ τοῦρκοι κατακτητές καρπώνονται ἕνα µεγάλο τμῆμα τῆς γῆς, εἴτε ὡς τιµάρια, ζιαµέτια ἤ χάσια, ἕνα εἶδος στρατιωτικῶν φέουδων, εἴτε ὡς τσιφλίκια: γεωργική ἐκμετάλλευση μεγάλης ἕκτασης, πού καλλιεργεῖται ἀπό δούλους ἤ κολίγους.

Πέρα ἀπό τούς Τούρκους, οἱ ἄρχουσες ὁμάδες τῶν Ἑλλήνων ἧταν: α) ὁ ἀνώτερος κλῆρος, στόν ὁποῖο οἱ Τοῦρκοι εἶχαν παραχωρήσει ὁρισμένα προνόμια, καί β) ὁρισμένα κατάλοιπα τῆς βυζαντινῆς ἀριστοκρατίας, συγκεντρωμένα γύρω ἀπό τό Πατριαρχεῖο, πού ἀσκοῦσαν τά ἀνώτερα ἐκκλησιαστικά ἀξιώματα, ὅσα προορίζονταν γιά τούς λαϊκούς. Αὐτή ἡ τελευταία ὁμάδα εἶχε τή δυνατότητα νά µορφώνεται καί νά μαθαίνει ξένες γλῶσσες, καί ἀπ᾿ αὐτήν στρατολογοῦσε ἡ ὀθωμανική διοίκηση τούς ὑπαλλήλους πού τῆς ἦταν ἀπαραίτητοι γιά τίς ἐξωτερικές ὑποθέσεις. Τούς ἐμπιστευόταν τίς εὐθύνες τοῦ δραγουµάνου τοῦ στόλου, κατόπιν τοῦ δραγουµάνου τῆς Πύλης, πού κατέληξε νά γίνει ὁ πραγματικός ὑπουργός τῶν ᾿Εξωτερικῶν τῆς Αὐτοκρατορίας, καί κατόπιν, ἀπό τό τέλος τοῦ 17ου καί κυρίως ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 18ου αἰώνα, τούς ἐμπιστευόταν τή διοίκηση τῶν ἡμιανεξάρτητων παραδουνάβιων χωρῶν. Αὐτή ἡ ὁμάδα ἐξελίχθηκε σέ κλειστή κάστα, τούς Φαναριῶτες. Χάρη στήν κοινοτική αὐτοδιοίκηση πού ἐφάρμοζαν οἱ ᾿Οθωμανοί γιά ὅλους τούς ὑπηκόους τῆς Αὐτοκρατορίας, μωαμεθανούς καί µή, σχηματίστηκε σιγά-σιγά στίς ἐπαρχίες ἕνα σῶμα προκρίτων, οἱ δημογέροντες τῶν ἑλληνικῶν κοινοτήτων, πού λέγονταν κοτσαμπάσηδες, γέροντες, πρωτογέροντες, ἄρχοντες, κτλ. ᾿Εκλεγμένοι ἤ διορισμένοι µέ περιορισμένο δημοκρατικό σύστηµα, εἴτε τιµηµατικό, εἴτε ὀλιγαρχικό, ἀνάλογα µέ τίς περιοχές, κατέληξαν, στίς περισσότερες περιπτώσεις, νά σχηματίσουν µιάν ἄλλη κληρονομική κάστα. Μποροῦμε νά ποῦμε πώς ὅλες αὐτές οἱ κυρίαρχες ὁμάδες ἀποτέλεσαν, µέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, µιά κοινῶνική τάξη, ἑτερογενές συμπίληµα βέβαια, πού εἶχε ὡστόσο κοινά σημεῖα: τόν ὀργανικό δεσμό µέ τή διοικητική µηχανή τῶν κατακτητῶν• τήν λίγο-πολύ κοινή οἰκονομική βάση (κυρίως ἡ γῆ• τό µεγαλύτερο µέρος πού δέν εἶχε περάσει στα χέρια τῶν Τούρκων τούς ἀνῆκε). Ιδιαίτερα ἡ Ἐκκλησία ἦταν ὁ σπουδαιότερος ἰδιοκτήτης γῆς στήν Αὐτοκρατορία, ἔχοντας ἐπιτύχει νά διατηρήσει τό μεγαλύτερο µέρος τῶν ἀγαθῶν πού κατεῖχε στή βυζαντινή ἐποχή. Τέλος, ἕνα σηµαντικό τμῆμα τῶν δημοσιονομικῶν ἐσόδων περιερχόταν στήν κατοχή τους, µέσω τοῦ συστήµατος ὑπενοικίάσης τῆς ὑπηρεσίας εἴσπραξης τῶν φόρων. Καί οἱ οἰκονομικές ἐπιχειρήσεις ἀκόμα, προνοµιακές µερικές φορές, ὅπως τό ἐμπόριο τοῦ Εὔξεινου Πόντου, ἄποτελοῦσαν γιά τίς ὁμάδες αὐτές πηγές πλουτισμοῦ.

Πλάι σ᾿ αὐτό τό εἶδος τῆς «ἀριστοκρατίας» µέ τά ἰδιότυπα χαρακτηριστικά, ὑπῆρχαν ἐπίσης οἱ ἀστικές ὁμάδες, βιοτέχνες, μικροί ἔμποροι καί τεχνίτες, πού ἦσαν ἄλλωστε διάσπαρτοι σέ πόλεις οἱ ὁποῖες, ἐκτός ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, εἶχαν λιγοστό πληθυσμό, µικρή σηµασία, καί, οἱ περισσότερες, ἡμιαστικό χαρακτήρα. ᾿Αφήνουμε ἔξω ἀπό τήν ἀπαρίθμηση ἕναν πολύ μικρό ἀριθμό ἐμπόρων, ἐγκατεστημένων ἀπό τό 16ο αἰώνα στίς ἑλληνικές παροικίες τοῦ ἐξωτερικοῦ καί κυρίῶς στή Βενετία.

Τόν κύριο ὄγκο τοῦ πληθυσμοῦ ἀποτελοῦσαν οἵ χωρικοί, στήν πλειοψηφία τους ἀκτήμονες. Δουλοπάροικοι, µισακάρηδες ἤ κολίγοι στίς µεγάλες ἰδιοκτησίες τῶν Τούρκων ἤ Ἑλλήνων καθώς καί ἕνας πολύ περιορισμένος ἀριθμός μικροϊδιοκτητῶν, ἐγκατεστημένων κυρίως στίς ὀρεινές περιοχές.

Γένεση τῆς ἀστικῆς τάξης
Μιά βαθιά μεταμόρφωση τῆς ἑλληνικῆς κοινῶνίας συντελεῖται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰώνα. ᾿Οφείλεται στήν ὁρμητική ἐπέκταση τοῦ δυτικοῦ ἐμπορίου καί στήν ἄμεση ἀντανάκλασή του στήν ᾿Ανατολική Μεσόγειο πού ἐπανακτᾶ, γιά λόγους πού δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε ἐδῶ, µεγάλη οἰκονομική σημασία. Τό γεγονός πού ἑνδιέφερε ἰδιαίτερα τούς Ἕλληνες, εἶναι ἡ µετατόπιση τοῦ ἐμπορικοῦ ἄξονα τῆς Μεσογείου, πού πραγµατοποιεἴται αὐτή τήν ἐποχή. Οἱ ἐξεγέρσεις τῶν πασάδων, πού διοικοῦσαν τίς ἀπομακρυσμένες νότιες περιφέρειες τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀνάγκασαν τούς Εὐρωπαίους, ᾿Ιταλούς, ᾿Ολλανδούς, ᾿Αγγλους καί Γάλλους νά ἐγκαταλείψουν τά λιμάνια τής Συρίας καί νά ἐγκαταστήσουν τίς ἐμπορικές τους έταιρεῖες βορειότερα. Ἡ Κωνσταντινούπολη, ἡ Σμύρνη, ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ ᾿Άρτα, τά Γιάννενα, τά νησιά τού Αίγαίου, ἀργότερα ἡ Πάτρα, γίνονται τά πιό σημαντικά λιμάνια στή Μεσόγειο. Ὁ νέος έμπορικός ἄξονας λοιπόν περνάει ἀπό τίς ἑλληνικές χώρες. Ὅπως εἶναι φυσικό οί Ἕλληνες, λαός ναυτικός καί ἐμπορικός, ἐκμεταλλεύτηκαν τή συγκυρία αὐτή.

᾿Αρχικά ύπάλληλοι καί μεσάζοντες τών ξένων ἐμπόρων, διεξάγουν τό ἐσωτερικό ἐμπόριο, διαμετακομίζοντας στά λιμάνια πρός ἐξαγωγή αγαθά άπό τό ἐσωτερικό τής Αὐτοκρατορίας• ἐξελίσσονται σέ ἀνεξάρτητους ἐμπόρους καί πρός τό τέλος τού 18ου καί στήν ἀρχή τού 19ου αἰώνα, τίς παραμονές τής ᾿Επανάστασης, ἀνταγωνίζονται πιά τούς ξένους ἐμπόρους.

᾿Έτσι δημιουργήθηκε καί ἀναπτύχθηκε στήν Ἑλλάδα μιά ἀστική τάξη• μιά νέα τάξη μέ ἰδιότυπο ἐπίσης χαρακτήρα.

Ποιά στάση κράτησε καθεμιά ἀπό τίς όμάδες αὐτές ἀπέναντι στό καίριο πρόβλημα πού ἔθετε ἡ κατοχή; Δέν ὑπάρχουν ἀπλές καί κατηγορηματικές ἀπαντήσεις. Πρέπει νά ἐρευνήσουμε τό πρόβλημα ἀπό ὅλες του τίς πλευρές καί ἀνάλογα μέ τις ἐποχές, καί συγκεκριμένα: α) Κατά τήν πρώτη περίοδο τής Τουρκοκρατίας ὥς τό 18ο αίώνα• β) Κατά τή δεύτερη περίοδο ὥς πό τό 18ο αἰώνα ὥς τήν ᾿Επανάσταση τού 1821.

Πραγματική ήγετική δύναμη τού έθνους ὥς τό 17ο αἰώνα στάθηκε ή ᾿Εκκλησία. Γύρω της συγκλίνει ή κωνσταντινουπολίτικη ἀριστοκρατία καί οί πρόκριτοι τής ἐπαρχίας. Τό κοινωνικό αὐτό σύνολο έχει ἐπαμφοτερίζουσα στάση ἀνάλογη μέ τή θέση του μέσα στήν Αὐτοκρατορία. ᾿Από τή μιά πλευρά, καθώς ἐξαρτάται ἀπό τούς κατακτητές, στούς ὀποίους όφείλει τήν ἵδια τήν ύπαρξή του καί τά οἰκονομικά του προνόμια, δέχεται τό συμβιβασμό μαζί τους καί ἐκφράζει ἔνα πνεύμα προσαρμογής στίς καινούριες συνθήκες πού δημιούργησε ἡ κατάκτηση. ᾿Από τήν ἄλλη, ἡ έθνική συνείδηση, τροφοδοτούμενη ἀπό τήν ἐθνική καί θρησκευτική ἀντιπαράθεση καί άπό τήν κοινωνική καί οἰκονομική καταπίεση πού ἀσκοῦσαν οί Τούρκοι ἀκόμα καί σ’ αὐτά τά προνομιούχα στρώματα, τά ὡθεί συχνά σέ καθαρά ἐπαναστατική συμπεριφορά. ᾿Η ᾿Εκκλησία ἰδιαίτερα ἐνδιαφερόταν νά διαφυλάξει τήν ὀρθοδοξία, πού ἐκείνη τήν ἐποχή, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, συγχεόταν µέ τό ἔθνος καί µέ τήν ἔννοια αὐτή, οἱ ὑπηρεσίες της στή λύση τοῦ ἐθνικοῦ προβλήµατος εἶναι πολύ σημαντικές. Σ’ ὅλη τήν πρώτη αὐτή περίοδο τῆς προσαρμογῆς στήν κατάκτηση καί τῆς ὀργάνωσης τοῦ ἕθνους βρίσκεται ἐπικεφαλῆς μιᾶς παθητικῆς ἀντίστασης, πού παίρνει συχνά ἐνεργητικότερες µορφές, ἐργάζεται γιά νά περιορίσει τόν ἐξισλαμισμό, δημιουργεῖ παντοῦ σχολεῖα. Ἡ ἰδεολογία της εἶναι βέβαια συντηρητική µά φιλελεύθερη: δέν λείπουν ἄλλωστε καί οἱ ἀνακαινιστές, ὅπως ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας ὁ Β΄ καί ὁ Κύριλλος Λούκαρις, οἱ ὁποῖοι πρωτοστατοῦν στήν ἀνανέωση τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας πού θά ἐκδηλωθεῖ ὅλοφάνερα στό 17ο αἰώνα. Στίς γραµµές τῆς Ἐκκλησίας συγκαταλέγονται οἱ νεοµάρτυρες, ἥρωες τῆς ὀρθοδοξίας καί τῆς ἐθνικῆς ἀντίστασης ταυτόχρονα. Οἱ µεστοί σέ πατριωτικό λυρισμό στίχοι πού διαβάζουµε στήν ἀκολουθία ἑνός νεομάρτυρα τό πιστοποιοῦν:

Δέχου, ὦ Τριάς προσκυνητή
δέχου, ὦ θεάνθρωπε Λόγε
τούς Νεομάρτυρας τούτους
οὕς προσάγει σου γένος αἰχμάλωτον
………………..
καί ἐλευθερίαν ἀντίδος…

᾽Απέναντι σέ τοῦτο τό εὐέλικτο πνεῦμα ἀναμονῆς καί προετοιµασίας ἀντιτίθεται ἡ αὐθόρμητη ἀντίσταση τῶν χωρικῶν. ᾿Από τήν ἀρχή τῆς κατάκτησης δημιουργεῖται ἕνα κίνηµα ὁλοένα καί πιό ἰσχυρό ἔξω ἀπό τήν ἑλληνική καί τήν τουρκική διοίκηση. Πρόκειται γιά τό κίνηµα τῶν κλεφτῶν. Οἱ κλέφτες ἦταν ἀντάρτες πού γιά νά ἀποφύγουν τήν καταπίεση τῶν τούρκων καί ἑλλήνων ἀφεντάδων κατάφευγαν στά βουνά καί δημιουργοῦσαν ἔνοπλες συμμορίες, πού μάχονταν συνεχῶς τίς ἀρχές καί προστάτευαν τούς χωρικούς. Οἱ ἀρχές, παρά τίς ἐπανειλημµένες προσπάθειες δέν πέτυχαν ποτέ νά τούς ὑποτάξουν καί ὑποχρεώθηκαν συχνά νά συμβιβαστοῦν µαζί τους. ᾿Ενσωμάτώσαν ὁρισμένες συμμορίες κλεφτῶν σέ εἰδικό στρατιωτικοαστυνοµικό σῶμα, τούς ἁρματολούς, ὅπου ὑπηρετοῦσαν µόνο Χριστιανοί ἐπιφορτισμένοι µέ τήν τήρηση τῆς τάξης στήν ὕπαιθρο. Τό πέρασμα ὅμως ἀπό τήν κατάσταση τοῦ κλέφτη σ’ ἐκείνη τοῦ ἁρματολοῦ, ἤ ἀντίστροφα, ἀποτελοῦσε συνηθισμένο φαινόμενο. Αὐτό τό κίνηµα, πού ἐνσαρκώνει τήν ἔνοπλη ἀντίσταση τοῦ ἔθνους καί συγχρόνως τίς κοινῶνικές διεκδικήσεις τῶν χωρικῶν, χωρίς, βέβαια, νά ἔχει κάποια ὀργάνωση σέ ἐθνικό ἐπίπεδο καί χωρίς ξεκάθαρη πολιτική ἤ κοινωνική ἰδεολογία, δέν μποροῦσε νά ἀπειλήσει σοβαρά τήν κατεστηµένη τάξη, ἀλλά βοήθησε περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλο κίνημα γιά νά διατηρηθεί ζωντανή ἡ ἐθνική συνείδηση καί τό πνεῦμα τῆς ἐξέγερσης. [Καί ἀπό ἕνα σημεῖο καί πέρα παίρνει καθαρά ἐθνικό χαρακτήρα – π.χ., στήν περίπτωση τοῦ Βλαχάβα (1808) – (Σ.τ.Μ.: η φράση αυτή δεν υπάρχει στο γαλλικό πρωτότυπο)].

Τόν κύριο ὄγκο τοῦ πληθυσμοῦ ἀποτελοῦσαν οἵ χωρικοί, στήν πλειοψηφία τους ἀκτήμονες. Δουλοπάροικοι, µισακάρηδες ἤ κολίγοι στίς µεγάλες ἰδιοκτησίες τῶν Τούρκων ἤ Ἑλλήνων καθώς καί ἕνας πολύ περιορισμένος ἀριθμός μικροϊδιοκτητῶν, ἐγκατεστημένων κυρίως στίς ὀρεινές περιοχές

Ἡ διάδοση τῶν ἐπαναστατικῶν ἰδεῶν
Ἡ κατάσταση ἀλλάζει ριζικά ἀπό τό 18ο αἰώνα, κυρίως κατά τή δεύτερη πεντηκονταετία. ᾿Άς ξαναθυμηθοῦμε σύντομα τά οὐσιώδη χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἡ Ἐκκλησία διατηρεῖ ἀναμφίθολα µεγάλη δύναμη καί ἀποτελεῖ τό ἠθικό συνεκτικό στοιχεῖο ὅλου τοῦ ἔθνους, ἀλλά ἡ πραγματική πολιτική ἰσχύς, µέσα στά πλαίσια τῆς κατοχῆς πάντα, περνάει στούς Φαναριῶτες καί στούς πρόκριτους,τίς πρῶτες ὁμάδες πού ἀπέκτησαν ἐσωτερική συνοχή καί πού ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος κατεστηµένου. Ἡ νέα ἀστική ἐμπορική τάξη ὀρθώνεται τώρα ἑνάντιά τους γιά νά διεκδικήσει καί αὐτή τή θέση της στήν καθοδήγηση τοῦ ἔθνους. Οἱ µηχανορραφίες ἀνάμεσα στούς Φαναριῶτες ἤ τίς πλούσιες οἰκογένειες τῶν προκρίτων καί τῶν ἀνθρώπων τους, πού δέσποσαν στούς περασµένους αἰῶνες, µετατρέπονται τώρα σέ πραγματικές πολιτικές διαμάχες, ἀκόμα καί κοινωνικές, ὅπου παίρνουν ἐνεργό µέρος οἱ συντεχνίες τῶν βιοτεχνῶν, τῶν ἐμπόρων καί τῶν ναυτικῶν, µερικές φορές καί οἱ χωρικοί. Αὐτές οἱ διαμάχες, πού πρέπει νά μελετηθοῦν σέ βάθος, πράγμα πού δέν ἔχει γίνει ὥς τώρα, δέν παρουσιάζουν βέβαια παντοῦ τά ἴδια χαρακτηριστικά• σέ µερικές περιοχές γίνονται ἀληθινές ἐξεγέρσεις ἐναντίον τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν καί καταστέλλονται τελικά µέ τή βοήθεια τῶν Τούρκων. Είναι ἡ περίπτωση τῆς Σάμου (1806-1507), τῆς Ὕδρας (1800-1802) καί τῶν Σπετσῶν. ᾽Αλλά στίς περισσότερες περιπτώσεις οἱ διαµάχες αὐτές καταλήγουν σέ συμβιβασµό. Στήν Κωνσταντινούπολη, στά ἀστικά κέντρα τῆς βόρειας Ἑλλάδας, στά Ψαρά, οἱ ᾱστοί ἔγιναν δεκτοί πλάι στούς παλιούς πρόκριτους, στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινότητας.

᾿Η πνευματική ἀνανέωση, ὁ ὑλικός πλουτισµός καί κάποιο ξεκαθάρισμα τῆς ἰδεολογίας, αὐτό πού ὀνομάζουμε «νεοελληνική ἀναγέννηση», συνοδεύουν αὐτές τίς µεταλλαγές. ᾽Ακόμα κι οἱ Φαναριῶτες συνεισφέρουν στή διαδικασία αὐτή. Τό ἰδανικό τους στηριζόταν σέ δύο ἀρχές: δημιουργία μιᾶς εὐλύγιστης καί συμβατικῆς ἠθικῆς ἀλλά συνάµα καί µιά τάση γιά ἀπόκτηση ἐπιστημονικῶν καί τεχνικῶν γνώσεων πού διευκόλυναν τήν πρόσβαση στά ἀξιώματα, πράγµα πού τούς ἀνάγκαζε νά εὐνοοῦν τήν παιδεία, νά ἱδρύουν σχολεῖα καί νά ἔρχονται σέ ἐπαφή µέ τή δυτική ἐπιστήμη. Τό πνεῦμα ἀνεκτικότητας, ἡ «πεφῶτισµένη δεσποτεία», ἄς ποῦμε, μερικῶν, ἐπέτρεψε γιά κάποιο χρονικό διάστηµα ἀκόμα καί τή διάδοση προοδευτικῆς ἰδεολογίας. Τήν ἀπαρχή ὅμως μιᾶς ἀληθινῆς ἀναγέννησης τῆς νεοελληνικῆς σκέψης πρέπει νά τήν ἀναζητήσουμε στά οἰκονομικά κέντρα, πού ἀναδείχθηκαν ἐπίσης σέ πνευματικά κέντρα, τῆς βόρειας Ἑλλάδας καί στίς ἐμπορικές παροικίες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖες πρόσκεινται στή νεαρή ἀστική τάξη. Τό χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς ἀναγέννησης εἶναι πώς στηρίζεται στή συνεχή ἐπαφή τῆς ἑλληνικῆς σκέψης µέ τό δυτικό διαφῶτισµό. Ἡ µελέτη τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δέν γίνεται μονάχα γιά χρησιμοθηρικούς λόγους, συμβάλλει στήν ἀνανέωση τῆς θεωρητικῆς σκέψης. Οἱ ἕλληνες διανοούμενοι ἀνακαλύπτουν καί πάλι, ὕστερα ἀπό τόσους αἰῶνες, τόν ὀρθολογισμό τῶν προγόνων τους. Μελετᾶνε ἤ μεταφράζουν Μαλεμπράνς, Λάιμπνιτς, Βόλφ, Λόκ, Σπινόζα, Βολταῖρο, Ρουσσώ, τούς ἐγκυκλοπαιδιστές καί προσπαθοῦν, ἀδέξια µερικές φορές, ἀλλά συχνά µέ ἑπιτυχία, νά προσαρµόσουν τήν καινούρια αὐτή ἰδεολογία στά δεδοµένα τῆς χώρας τους. Γιατί, εἶναι εὐνόητο, ὅλη αὐτή ἡ νέα ἰδεολογία περιστρέφεται γιά τούς Ἕλληνες γύρω ἀπό τό ἐθνικό πρόβληµα, πού τίθεται τώρα σέ ἄλλες βάσεις. Γιά πρώτη φορά τό ἐθνικό πρόβληµα ἀπομακρύνεται καί διαφοροποιεῖται ἀπό τήν ἰδέα τῆς ὀρθοδοξίας χωρίς ὥστόσο νά ἀποχωριστεῖ ἐντελῶς. Σύντομα οἱ ἕλληνες διανοούμενοι καί ἔμποροι, πού ἦταν ἐγκατεστημένοι στά μεγάλα κέντρα τῆς Εὐρώπης, θά διαποτιστοῦν ἀπό τίς ἐπαναστατικές ἤ φιλελεύθερες ἰδέες, πού διαδόθηκαν ἀπό τή Γαλλική ᾿Επανάσταση καί τή δημοκρατική Γαλλία. Ἡ ἐθνική ἰδεολογία θά πλουτιστεῖ µέ νέο πολιτικό καί ἰδεολογικό περιεχόµενο. Οἱ ἀντικειμενικοί της σκοποί θά ξεκαθαρίσουν: ἀνάκτηση τῆς ἐλευθερίας καί δημιουργία κυρίαρχου κράτους. Καί ἡ στρατηγική συγκεκριμενοποιεῖται: οἱ Ἕλληνες μόνοι τοὺς πρέπει νά πάρουν τήν πρωτοβουλία τοῦ ἀπελευθερώτικοῦ ἀγώνα. Ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στήν ἐλευθερία εἶναι ἔπαναστατικός.

Μέ λίγα λόγια, ἡ ἑλληνική ἀστική τάξη συμμερίζεται στό σύνολό της τήν ἰδεολογία τῆς δυτικῆς ἀστικῆς τάξης ἐκτός ἀπό µερικές µικροδιαφορές. Τό ἐθνικό της ἰδανικό ἐγγράφεται στό φιλελεύθερο καί πατριωτικό κίνηµα πού διαπερνᾶ καί ζωογονεῖ τά ἔθνη τῆς Εὐρώπης καί τῆς ᾽Αμερικῆς.

Ἐξάλλου, ἡ κατάσταση στήν ᾿Ανατολή ἔπειθε τούς Ἕλληνες γιά τό πόσο πραγµατοποιήσιµη ἧταν αὐτή ἡ νέα ἐθνική ἰδεολογία. ᾿Από τή µιά µεριά, οἱ Ρωσοτουρκικοί πόλεμοι τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 18ου αἰώνα, ὁ πόλεμος τοῦ 1768-1774 καθώς καί τοῦ 1788-1792, πού ἐγκαινίασαν τό διαμελισμό τῆς ᾿Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἔθεσαν οὐσιαστικά τό ᾿Ανατολικό Ζήτημα. ᾿Από τήν ἄλλη µεριά, ἡ δραστηριότητα τῆς δημοκρατικῆς Γαλλίας καί τοῦ Ναπολέοντα στήν ᾿Ανατολή: ΄Η κατοχή στά Ἑπτάνησα (1797), ἡ δηµιουργία στρατιωτικῶν σωμάτων ἀπό Ἕλληνες καί ᾿Αρβανίτες (᾿Αλβανούς), πού ἔλαβαν µέρος στούς Ναπολεόντειους πολέμους καί στά ὁποῖα ὑπηρέτησαν πολλοί κλέφτες, οἱ μελλοντικοί ἥρωες τῆς ᾿Επανάστασης τοῦ 1821. Τέλος, ἡ ἐσωτερική ἀναρχία τῆς ᾿Οθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οἱ διαρκεῖς ἀποστασίες τῶν διοικητῶν στίς περιφερειακές περιοχές (Πασβάνογλου, ᾽Αλῆ Πασᾶς καί ἄλλοι) πού ἐπιτάχυναν τήν ἀποσύνθεση.

Ἡ ὀργάνώση τοῦ ξεσηκωμοῦ
Ἔτσι λοιπόν, ὁρισμένες ὁμάδες Ἑλλήνων, ἀκολουθώντας τό παράδειγµα τῶν μυστικῶν ἑταιρειῶν τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί σέ ἐπαφή µέ τίς στοές τῶν µασόνων, ἄρχισαν νά σχηματίζουν παρόμοια κινήµατα µέ προοπτική τήν ἑτοιμασία τῆς ἐθνικῆς ἑξέγερσης. Ὁ Ρήγας Φεραῖος (1757-1798) εἶχε ἀνοίξει τό δρόµο: ἔχοντας κέντρο τήν πλούσια παροικία τῆς Βιέννης διέδιδε τήν ἰδέα τῆς δημιουργίας μιᾶς βαλκανικῆς δημοκρατίας ὑπό τήν ἡγεσία τῶν Ελλήνων. Καταστρώνει τή µεγάλη χάρτα τῆς δηµοκρατίας τῶν ὀνείρων του, καί ἐπεξεργάζεται τήν πολιτική της διοίκηση, ἐμπνευσμένη ἀπό τό γαλλικό σύνταγμα τοῦ 1793. Ὁ Ῥήγας παραδόθηκε στούς Τούρκους ἀπό τίς αὐστριακές ἀρχές καί ἐκτελέστηκε στή φυλακή τοῦ Βελιγραδίου µαζί µέ μερικούς ἀπ᾽ τους συντρόφους του.

᾽Αλλά τό κίνηµα συνεχίζεται. ᾽Άλλες ὀργανώσεις, πού δηµιουργήθηκαν στίς ἀρχές τοῦ 19ου αἰώνα, προεκτείνουν τό ἔργο του. Τό «Ἑλληνόγλωσσον Ξενοδοχεῖον», πού ἱδρύθηκε τό 1809 στό Παρίσι καί ἡ «Ἑταιρεία τῶν Φιλομούσων», πού ἱδρύθηκε τό 1812 στήν ᾿Αθήνα καί ὕστερα ἡ «Φιλική Εταιρεία», ἡ πιό σηµαντική μυστική ὀργάνωση, πού ἱδρύθηκε στήν Ὄδησσό τό 1814 καί ἔμελλε νά ὀργανώσει γύρω της ὅλες τίς δυνάµεις τοῦ ἔθνους καί νά ἀρχίσει τήν ἐπανάσταση. Παρά τίς διαφορετικές ἀποχρώσεις ἀκόμα καί τίς ἀντιθέσεις πού μπορεῖ κανείς νά παρατηρήσει γενικά ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές τίς ὀργανώσεις καί εἰδικά στό ἐσωτερικό τῆς καθεμιᾶς, παρουσιάζουν ὡστόσο ἕνα κοινό βασικά χαρακτήρα. Ἐκεῖνοι πού παίρνουν τήν πρωτοβουλία γιά τήν ἵδρυσή τους εἶναι οἱ ἔμποροι καί οἱ προοδευτικοί διανοούμενοι. Γιά ὅλες αὐτές τίς ὀργανώσεις τό ἰδανικό τοῦ φιλελευθερισμοῦ καί τό ἰδανικό τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας εἷναι συνυφασµένα καί ἁδιαίρετα. Δέν πρόκειται λοιπόν ἐδῶ οὔτε γιά τήν ἐπίσημη ἰδεολογία τῆς Ἐκκλησίας οὔτε τῶν Φαναριῶτῶν σάν κοινωνικῆς ὁμάδας, οὔτε καί τῶν προκρίτων τῶν ἑπαρχιῶν.

Ἡ Ἐκκλησία, πού στήν ἀρχή εἶναι δύσπιστη, υἱοθετεῖ ἀργότερα καθαρά ἐχθρική στάση ἀπέναντι στίς ἰδέες πού προπαγανδίζουν τήν ἐξέγερση κι ἀπέναντι στήν ἴδια τή φιλοσοφία πού τίς στηρίζει• τέλος ἐγκαταλείπει τήν παλιά της ἀνεκτικότητα. Καταδίκες καί ἀναθέματα τῶν νέων ἰδεῶν καί καταδίωξη τῶν ὁπαδῶν τους διαδέχονται ἡ µία τήν ἄλλη ἀπό τήν ἀρχή τοῦ 18ου αἰώνα. Καταδικάζεται ἡ φιλοσοφία τοῦ Μαλεμπράνς, ἡ σκέψη τοῦ Βολταίρου, οἱ µασόνοι καί οἱ γάλλοι «ἄθεοι», κι ᾱκόµα καταδικάζεται κάθε κίνηµα ἐχθρικό πρός τίς τουρκικές ἀρχές οἱ ὁποῖες ἀνακηρύσσονται «νόμιμες». Σέ πολλές περιπτώσεις, οἱ πρόκριτοι τῶν ἐπαρχιῶν συμμετέχουν στήν καταδίωξη τῶν κλεφτῶν, κυρίως µετά τήν ἐξέγερση τῆς Πελοποννήσου στά 1770, πού καταστέλλεται µέ ἀγριότητα. Παρ᾽ ὅλα αὐτά, ἡ ἐπαναστατική ἐπίλυση τοῦ ἐθνικοῦ προβλήματος κερδίζει συνεχῶς ἔδαφος καί προσεταιρίζεται ὀλοένα καί πλατύτερα στρώματα τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐδῶ ἀναμφίβολα μπορεῖ κανείς νά ἐπισημάνει τή σημασία πού εἶχαν οἱ συντονισμένες ἑνέργειες τῆς Ἑταιρείας. Ἔχοντας ἱδρυθεῖ ἀπό µεσαίους ἐμπόρους, δέν ἀπευθυνόταν ἀρχικά παρά σέ φιλελεύθερους διανοούμενους ἐμπόρους καί ἐπιχειρηματίες, στούς πιό γνωστούς κλέφτες, σέ τεχνίτες καί σέ πιό λαϊκά στρώματα. Μόνο γύρω στό 1819, ὅταν φάνηκε πώς ἡ ἑπανάσταση ἦταν ἀναπόφευκτη καί ἐπικείμενη, ἡ Ἑταιρεία ἀνοίχτηκε σέ ἄτομα πού ἀνῆκαν σέ ἄρχουσες ὁμάδες, τούς Φαναριῶτες, τούς προεστούς, τούς ἱερωμένους. Παρά τό ὅτι λείπει ἀκόμα µιά σοβαρή µελέτη γιά τήν κοινῶνική σύνθεση τῆς Ἑταιρείας καί γιά τίς πολιτικές καί κοινωνικές τάσεις πού ἐκδηλώθηκαν στούς κόλπους της, ὡστόσο ὁρισμένες ἐνδείξεις μᾶς ἐπιτρέπουν νά διακρίνουμε τούς διάφορους ἀλληλοσυγκρουόμενους προσανατολισμούς: ἀστικός φιλελευ θερισµός, δημοκρατικό ἤ ἐπαναστατικό πνεῦμα, ἰδιαίτερα ἀνάµεσα στούς διανοούμενους, ὀλιγαρχικές τάσεις, µιά στρατηγική πού ὑποστηρίζει τήν ἄμεση ἔνοπλη δράση, µιά δεύτερη στρατηγική ἀναμονῆς, πού τονίζει τήν ἀναγκαιότητα µορφωτικῆς καί πολιτικῆς προετοιμασίας καί τά ἐχέγγυα τῆς ὑποστήριξης ἀπό ξένες δυνάµεις.

Ὡς πρός τό τελευταῖο αὐτό σημεῖο, Φαίνεται πώς οἱ κυριότερες τάσεις (φιλορωσική. φιλογαλλική, φιλοαγγλική), οἱ ὁποῖες ἐκδηλώθηκαν ἀνοιχτά κατά τήν ἐπανάσταση καί κατά τά πρῶτα χρόνια τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ὑπῆρχαν ἤδη. Ὅλες αὐτές οἱ τάσεις ἀντιστοιχοῦν πράγματι στίς διάφορες ὁμάδες πού συναποτελοῦν τήν ἑλληνική ἀστική τάξη τῆς ἐποχῆς, καθώς κάθε ὁμάδα, τή στιγµή τῆς συγκρότησής τῆς, συνδέεται µέ τή µιά ἤ τήν ἄλλη δύναμη πού ἐμπορευόταν στήν ᾿Ανατολή. Γιατί ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς τάξης τῶν ἐμπόρων εἶναι ὅτι δημιουργήθηκε, ὅπως εἴδαμε, χάρη στήν οἰκονομική δραστηριότητα αὐτῶν τῶν δυνάµεων καί ὅτι δέν μποροῦσε ν᾿ ἄποδεσμευθεῖ ἀπό τά ἐμπόδια πού τῆς ἔβαζαν οἱ Τοῦρκοι, παρά ἄν δεχόταν τήν προστασία τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης ἀπ᾿ αὐτές τίς δυνάµεις.

Απ’ τήν ἄλλη πλευρά, ἡ εὐρύτατη γεωγραφική κατάτμηση καί οἱ µεγάλες οἰκονομικές ἀνισότητες ἀνάμεσα στά συστατικά στοιχεῖα αὐτῆς τῆς ἐμπορικῆς τάξης, οἱ διαφορετικές συνθῆκες µέσα στίς ὁποῖες ζοῦσε ἡ καθεμιά τους, εὐνοοῦσαν τήν ποικιλοµορφία τῆς πολιτικῆς καί κοινωνικῆς ἰδεολογίας τοὺς. Τό µεγαλύτερο τμῆμα ἐκείνης, πού θά μπορούσαμε νά ὀνομάσουμε µεγαλοαστική τάξη, ἦταν ἐγκατεστημένο στό ἐξωτερικό. Μόνο ἡ μεσαία ἐμπορική τάξη καί οἱ ἐξαρτημένοι ἀπ᾿ αὐτήν µικρέµποροι, παρέμεναν µέσα στή χώρα καί ὑπέμεναν τήν ἄμεση καταπίεση τῆς τουρκικῆς κατοχῆς καί τίς συνέπειές της. Εἶναι, λοιπόν, φυσικό νά συναντᾶ κανείς µέσα σ᾿ αὐτή τήν τελευταία ὁμάδα ἕνα πιό ριζοσπαστικό πνεῦμα. Μεγάλος ἀριθμός ἀπ᾿ τούς πιό μετριοπαθεῖς σημαντικούς ἐμπόρους, εὐνοοῦν ἕνα συµβιβασµό, µιά συμφωνία συνύπαρξης µέ τίς συντηρητικές ὁμάδες τῶν προυχόντων. ᾿Άλλωστε, ἡ ἐλπίδα ὑποστήριξης ἀπ᾿ τή Ῥωσία, μιᾶς δύναμης φεουδαρχικῆς, ἱδρυτικοῦ µέλους τῆς Ἱερᾶς Συμμαχίας, ἐλπίδα πού εἶχαν ἔντεχνα διαδώσει οἱ ἀρχηγοί τῆς Ἑταιρείας, διευκόλυνε αὐτή τή συμφωνία. ᾿Αξίζει νά σηµειώσουµε, πώς στά 1820 ἐπικεφαλῆς τῆς Ἑταιρείας βρισκόταν ὁ ὑπασπιστής τοῦ Τσάρου, ᾽Αλέξανδρος Ὑψηλάντης, καί πώς ἀπό τό 1819 ἀξιόλογος ἀριθμός ἀπό προεστούς καί Φαναριῶτες εἶχαν γίνει µέλη της

Ὁ δύσκολος πόλεμος
Χάρη στή συγκυρία (ἀποστασίες τῶν πασάδων στίς ἐπαρχίες τῆς ᾿Ασίας, ἀποστασία τοῦ ᾽Αλῆ Πασᾶ τῶν Ιωαννίνων, ἄνακάλυψη τῶν ἀνατρεπτικῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑταιρείας ἀπό τίς τούρκικες ἀρχές καί ἀπειλή ἄμεσης κατασταλτικῆς δράσης), ὁ πυρήνας τῶν πιό ἀποφασισμένων Φιλικῶν κατόρθωσε νά ὑπερνικήσει τούς δισταγμούς καί νά κηρύξει τήν Επανάσταση. Δέν πρόκειται νά ἀναφερθοῦμε ἐδῶ σέ γεγονότα γνωστά σέ ὅλους, στά ἀνδραγαθήματα, στόν ἡρωισμό καί τίς θυσίες τῶν ἔπαναστατῶν, τραγουδηµένα ἀπό ἕλληνες καί ξένους ποιητές καί δοξασμένα ἀπό τήν τέχνη ὅλων τῶν λαῶν• δέν ἔχουμε ἄλλωστε ἐδῶ οὔτε τό χρόνο οὔτε καί τήν ἱκανότητα. Φτάνει νά θυµίσουµε µέ λίγα λόγια τά πιό βασικά. Στίς 22 Φεβρουαρίου µέ 16 Μαρτίου 1821, ὁ ᾽Αλέξανδρος Ὑψηλάντης διέσχιζε τόν Προῦθο, ἔμπαινε στό Ἰάσιο καί ἀνακήρυττε τήν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης στή Βλαχία. Αὐτό τό κίνημα, πού ἀπέτυχε νά προσεταιριστεῖ τόν ντόπιο πληθυσμό, καταπνίχτηκε γρήγορα καί δέ χρησίµευσε παρά σάν ἀντιπερισπασμός γιά τήν Ἐπανάσταση πού ξέσπασε τό Μάρτη τοῦ 1821 στήν Ἑλλάδα. Παντοῦ οἱ Φιλικοί ἔπρεπε πρῶτ’ ἀπ᾿ ὅλα νά ὑπερνικήσουν τούς δισταγμούς τῶν προεστῶν, καί μάλιστα σέ ὁρισμένα νησιά οἰ ἐξεγέρσεις ἐναντίον τους προηγήθηκαν ἀπ᾿ τόν ξεσηκὠμό ἐνάντια στούς Τούρκους. ᾿Από τό 1821 ὥς τό 1824 οἱ ἐπαναστατικές δυνάµεις, ἀποτελούμενες ἀπό κλέφτες καί παλιούς ἁρματολούς στήν ξηρά καί νησιώτικα ἐμπορικά πλοῖα, καλά ἐξοπλισμένα, στή θάλασσα, πέτυχαν σπουδαῖες νίκες. Ὁ ἀγώνας, πού ἁπλώθηκε στήν ἀρχή ὥς τόν Ὄλυμπο καί τή Μακεδονία καί στά νησιά τοῦ Αἰγαίου, περιορίστηκε σύντομα στήν Πελοπόννησο, στή Στερεά Ἑλλάδα καί στά πιό κοντινά νησιά τοῦ Αἰγαίου. Μόνο τό 1824, ὅταν μπῆκε στόν πόλεμο ὁ ἀντιβασιλιάς τῆς Αἰγύπτου Μεχμέτ ᾽Αλῆς καί ἔστειλε στήν Ἑλλάδα τό γιό του Ἰμπραήμ (µε τακτικό στρατό καί µέ σηµαντική ναυτική δύναμη, ὀργανώµένο στόλο κατά τά δυτικά πρότυπα), ἡ Ἐπανάσταση πέρασε κρίσιµες στιγμές. Ἡ ἐπανάσταση στήν Κάσσο καί στήν Κρήτη καταπνίχτηκε. Ἡ Πελοπόννησος λεηλατήθηκε δύο χρόνια (1825-1827). Μέ τήν πτώση τοῦ Μεσολογγίου (1826) καί τῆς ᾿Ακρόπολης τῆς ᾿Αθήνας, οἱ Τοῦρκοι ἔγιναν κύριοι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας.

Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά, οἱ ἐπαναστάτες συνεχίζουν ἀκούραστα τόν ἀγώνα. Ὁ Κολοκοτρώνης στήν Πελοπόννησο. Ὅ Καραϊσκάκης στή Στερεά Ἑλλάδα. Ὁ Μιαούλης κι ὁ Σαχτούρης στή θάλασσα ἐμψυχώνουν τήν ἀντίσταση. Ἐπειδή µιά μελλοντική στρατιωτική λύση φαινόταν ἀβέβαιη, ἡ ᾽Αγγλία, ἡ Ρωσία καί ἡ Γαλλία, οἱ δυνάµεις δηλαδή πού εἶχαν ἄμεσο ἐνδιαφέρον γιά το Ανατολικό Ζήτημα, ἀναγκάστηκαν νά παρέµβουν γιά νά βρεθεῖ µιά πολιτική λύση σ᾿ αὐτή τή σύγκρουση πού ἀπειλοῦσε τά οἰκονομικά τους συμφέροντα καί τήν πολιτική ἰσορροπία, τόσο δύσκολο νά ἀποκατασταθεῖ στίς περιοχές τῆς ᾿Ανατολικῆς Μεσογείου.

Πραγματικά, ἡ Ἑλληνική ᾿Ἐπανάσταση δέν ὑπῆρξε ἕνα ἀπομονωμένο φαινόμενο. Στά 1820 εἶχαν ξεσπάσει στήν Εὐρώπη καί στή Νότιο ᾽Αμερική καί ἄλλα ἐπαναστατικά κινήµατα ἐθνικοαπελευθερωτικοῦ χαρακτήρα. Στή Νότιο ᾽Αμερική, οἱ ἀποικίες τῆς Ἱσπανίας ἐξεγέρθηκαν. Οἱ λαοί τοῦ Πεδεµοντίου, τῆς Νάπολης καί τῆς Ἰσπανίας εἶχαν ξεσηκωθεῖ ἐνάντια στόν ἆπολυταρχισµό. Ὅλα αὐτά τά κινήματα κλόνιζαν σοβαρά τίς ἀρχές τῆς νομιμότητας καί τῆς ἰσορροπίας στήν Εὐρώπη ὅπως τίς εἷχε ἐπιβάλει τό συνέδριο τῆς Βιέννης στά 1815 καί ὅπως ἡ Ἱερή Συμμαχία (Αὐστρία, Ρωσία, Πρωσία), ἀκολουθούμενη ἀπό τήν ᾽Αγγλία καί τή Γαλλία, ἐννοοῦσε νά διασφαλίσει. Σύμφωνες μεταξύ τους, σ᾿ αὐτό τό σημεῖο, οἱ δυνάµεις κατάφεραν νά καταπνίξουν πολύ γρήγορα τά φιλελεύθερα ἐπαναστατικά κινήµατα στή Δυτική Εὐρώπη. ᾿Αποδοκίμασαν, ἐννοεῖται, καί τήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, πού τή συνέχεαν μέ τά κινήματα αὗτά. ᾽Αλλά ἡ ἁμοιβαία δυσπιστία τους καί οἱ βαθιές τους ἀσυμφωνίες στό ᾿Ανατολικό Ζήτημα, κυρίως ἀνάμεσα στή Ρωσία καί τή Μεγάλη Βρετανία, δέ διευκόλυναν µιά συνεννόηση γιά τή γραµµή πού ἔπρεπε νά ἀκολουθήσουν στήν ἀντιμετώπιση τῆς ἑλληνικῆς ὑπόθεσης.

Τό ζήτημα περιπλεκόταν ἀκόμα πιό πολύ ἀπό τόν εἰδικό καί πολύπλοκο χαρακτήρα τοῦ ἑλληνικοῦ κινήματος. Βέβαια, ἦταν ἕνα κίνηµα ἐθνικό: ἀλλά καί κίνηµα ἑνός χριστιανικοῦ λαοῦ ἐνάντια στό μουσουλµάνο κατακτητή, τοῦ ὁποίου δέν ἦταν εὔκολο νά ὑποστηριχθεῖ ἡ νομιμότητα. Τέλος, ἦταν κίνηµα ἑνός λαοῦ πού σ᾿ ἐκείνη τή ρομαντική ἐποχή καί µόνο τό ἄκουσμα τοῦ ὀνόματός του εἴχε τόση ὑποβλητική δύναμη πού ξεσήκωσε ὁμόφωνη τήν παγκόσμια κοινή γνώμη, τήν ὁποία οἱ κυβερνήσεις, ἀκόμα καί οἱ πιό ἀπολυταρχικές, ἔπρεπε νά ὑπολογίζουν. Οἱ φιλελεύθεροι ὅλων τῶν χωρῶν, ἐκεῖνοι πού πρῶτοι ξεσήκωσαν αὐτό τό φιλελληνικό ρεῦμα, πρόβαλλαν κυρίως τόν ἐθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος• ὁ ἀγώνας τῶν Ἑλλήνων ἦταν καί δικός τους ἀγώνας καί ἔπαιρνε. χαρακτήρα ἐκδίκησης ἐνάντια στίς ἀντιδραστικές δυνάµεις πού εἶχαν καταστείλει τά εὐρωπαϊκά ἀπελευθερωτικά κινήµατα. Οἱ ἄνθρωποι τῶν γραμμάτων πάλι ὀνειρεύονταν τήν ἀνάσταση τῆς κλασικῆς Ἑλλάδας, ἐνῶ οἱ συντηρητικοί καί οἱ βασιλόφρονες, πού βλέπανε πίσω ἀπ᾿ τήν ἑλληνική ἐξέγερση τίς ραδιουργίες τῶν φιλελεύθερων, ἀπέφευγαν ἀρχικά νά πάρουν θέση ἤ παρέµεναν ἐχθρικοί. Τελικά, ὅμως, ἡ ἑλληνική ὑπόθεση κέρδισε ἕνα µεγάλο τμῆμα τους, προτάσσοντας τό χριστιανικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος, χωρίς ὡστόσο καί νά ἐγκαταλείψουν τήν πολεµική τους ἐνάντια στούς φιλελεύθερους. Ἔτσι, ἡ ἑλληνική ὑπόθεση ἀποτελοῦσε ἕνα θέµα ἐσωτερικῆς πολιτικῆς διαμάχης ἀνάμεσα στίς ἀνταγωνιζόμενες κοινωνικές δυνάμεις τῶν χωρῶν τῆς Εὐρώπης.

Δίνουμε παρακάτω δύο κείµενα παρμένα ἀπό τίς φιλοβασιλικές καί συντηρητικές ἐφημερίδες τῆς Γαλλίας, πού μᾶς δίνουν μιά ἰδέα τοῦ κλίματος πού ἐπικρατοῦσε τότε. «Ἔχει, νομίζω, ᾱποδειχτεῖ», καταλήγει ἕνας ἀπ᾿ τούς ἀρθρογράφους,«ὅτι ἡ ἐξέγερση αὐτή ἔχει χαρακτήρα πολύ περισσότερο φιλελεύθερο παρά ἀντιτουρκικό. Εἶμαι κάπως δύσπιστος στούς Νεοέλληνες. Θυμᾶμαι τήν ἀρχαία ἑλληνική ἀπιστία• ἴσως ἐδῶ ταιριάζει πάλι νά ποῦμε: Φοβοῦ τούς Δαναούς καί δῶρα φέροντας». Ἕνα ἄλλο παρόμοιο ἀπόσπασμα εἶναι πιό εὔγλωττο. Χτυπάει κυρίως τούς φιλελεύθερους, πού ἐνῶ εἶναι λυσσαλέοι ἐχθροί τῆς θρησκείας «παρουσιάζονται τώρα ὑποκριτικά, σάν ὑπερασπιστές τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἀγανάκτησή µας πρέπει νά στραφεῖ ἐνάντια στούς φιλελεύθερους, τούς πρωταίτιους τῆς τραγωδίας καί τούς µόνους ὑπεύθυνους γιά τό αἷμα πού χύθηκε». Καί ὁ ἀρθρογράφος συνεχίζει: «Δέ θά ὑποχωρήσουμε. Δέν εὐχόμαστε νά νικήσουν οἱ Ἕλληνες. Στή δικιά τους ἥττα δέ βλέπουμε παρά µόνο τή συρρίκνωση τῆς σφαίρας ἐπιρροῆς τοῦ ἐπαναστατικοῦ πνεύματος καί τῆς διαβολικῆς συνωμοσίας τῶν δικῶν µας ἐπιτροπῶν πού τήν κατευθύνουν, ἐνῶ στό θρίαµβο τοῦ Σουλτάνου βλέπουµε µιά προτροπή γιά ὅλους τούς ἐστεμμένους τῆς Εὐρώπης νά κόψουν ἐπιτέλους τίς κεφαλές τῆς Λερναίας Ὕδρας».

Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση κατέληξε στήν ἀπελευθέρωση ἑνός ἐλάχιστου τμήματος τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί στήν ἑγκαθίδρυση μιᾶς ἀπόλυτης μοναρχίας. Δέν ἦταν ἡ λύση πού εἶχαν ὀνειρευτεῖ οἱ πρωτεργάτες τοῦ ἐθνικοῦ ξεσηκωμοῦ. Οἱ πολιτικές τους προοπτικές διαφαίνονται στά ἀλλεπάλληλα συντάγματα, πού ἦταν διαποτισµένα ὅλα ἀπό δημοκρατικό πνεῦμα

Το Ελληνικό Κράτος
Οἱ κυβερνήσεις ὅμως ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἤξεραν πολύ καλά πώς ἡ Λερναία Ὕδρα τῆς παγκόσμιας κοινῆς γνώμης καί πολλά κεφάλια εἶχε, ἀλλά καί τή δυνατότητα νά τά ἀναπαράγει. Ἔτσι, ὕστερα ἀπό συνεχή διαβούλια, ἡ Ρωσία, ἡ ᾽Αγγλία καί ἡ Γαλλία σύμπηξαν στά 1827 τήν «Τριπλή Συμμαχία», πού ἀνέλαβε νά µεσολαβήσει ἀνάμεσα στούς ἐπαναστατημένους καί στήν Πύλη, μέ σκοπό τήν αὐτονομία τῆς Ελλάδας ὑπό τήν ὑποτέλεια τοῦ Σουλτάνου, καί τή σύναψη ἄμεσης ἀνακωχῆς ᾱνάµεσα στά ἀντίπαλα στρατόπεδα. Ὁ Σουλτάνος ἀπέρριψε τήν πρόταση, κι αὐτό προκάλεσε τήν ἔνοπλη ἐπέμβαση τῶν συµµαχικῶν πλοίων στό Ναυαρίνο (20 ᾿Οκτωβρίου 1827) καί τήν ἓξουδετέρωση τοῦ τουρκο-αιγυπτιακοῦ στόλου. Οἱ στρατιωτικές ἐπιχειρήσεις οὐσιαστικά εἶχαν τελειώσει: ἡ ἑλληνική ὑπόθεση γινόταν πλέον διπλωματικό ζήτημα.

Ἡ ἥττα τῶν Τούρκων ἀπό τούς Ῥώσους, στόν πόλεμο τοῦ 1828. ἐπέβαλε τή συνθήκη τῆς ᾿Ανδριανούπολης (1829). µέ τήν ὁποία ἡ Τουρκία ἀναγνώρισε τήν αὐτονομία τῆς Ἑλλάδας. Στήν πρώτη αὐτή ρώσικη νίκη, ἀπάντησε ἡ βρετανική διπλῶµατία µέ τό πρωτόκολλο τοῦ Λονδίνου τό 1830, πού πρότεινε τή δημιουργία ἑνός ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους, µέ κληρονομική μοναρχία, προστατευόμενο ἀπό τήν ᾽Αγγλία, τή Γαλλία καί τή Ρωσία. Μέ τή συνθήκη τοῦ Μαΐου τοῦ 1832, ἡ Πύλη ἀναγνώριζε κι αὐτή τήν ἀνεξαρτησία τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, πού τά ὅριά του θά καθορίζονταν ἀπό τίς προστάτιδες δυνάµεις καί πού θά εἶχε μονάρχη ἕναν χριστιανό πρίγκιπα τῆς ἐκλογῆς τους.

Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση κατέληξε στήν ἀπελευθέρωση ἑνός ἐλάχιστου τμήματος τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφῶν καί στήν ἑγκαθίδρυση μιᾶς ἀπόλυτης μοναρχίας.

Δέν ἦταν ἡ λύση πού εἶχαν ὀνειρευτεῖ οἱ πρωτεργάτες τοῦ ἐθνικοῦ ξεσηκωμοῦ. Οἱ πολιτικές τους προοπτικές διαφαίνονται στά ἀλλεπάλληλα συντάγματα, πού ἦταν διαποτισµένα ὅλα ἀπό δημοκρατικό πνεῦμα. Εἶναι εὔκολο νά ἐπικρίνουμε τά τεχνικά ἐλαττώματα αὐτῶν τῶν συνταγµάτων, ἀτέλειες πού ἀναγνωρίζουν ὅλοι οἵ εἰδικοί. Ἡ σηµασία τῶν κειμένων αὐτῶν, πού ἄλλωστε οὐδέποτε ἐφαρμόστηκαν, βρίσκεται ἀλλοῦ• εἶναι ὅτι ἐκφράζουν τό ἰδανικό τῆς τεράστιας πλειοψηφίας τοῦ ἕλληνικοῦ λαοῦ, πού ὀνειρευόταν, ἔστω καί ἀκαθόριστα, νά ἐγκαταστήσει ἕνα πολίτευμα πού ἐξασφάλιζε τά δικαιώµατα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ πολίτη, ἕνα κράτος δικαίου, πράγµα πού ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τίς πολυάριθµες μαρτυρίες τῶν ἁπλῶν ἀρχηγῶν τοῦ ἄτακτου στρατοῦ, τῶν κλεφτῶν, καθώς καί τῶν µορφωμένων, ὅπως τοῦ Κοραῆ.

Αλλά ἀπό τήν ἀρχή τῆς ᾿Ἐπανάστασης, οἱ ἐσωτερικές διαμάχες γιά τήν διεύθυνση τοῦ ἀγώνα καί γιά τήν πολιτική ὀργάνωση τοῦ νέου κράτους πού θά δηµιουργόταν, διαμάχες πού κατέληξαν σέ πραγματικούς ἐμφύλιους πολέμους, ἔδειχναν πώς ἦταν δύσκολο νά ἐπιβληθεῖ ἕνα φιλελεύθερο πολίτευμα. Οἱ ἐπαναστάτες, οἱ φιλελεύθεροι τῆς Φιλικῆς Ἑταιρείας ἀπωθήθηκαν σύντομα ἀπό τίς μετριοπαθεῖς καί συντηρητικές ὁμάδες, πού τό πρῶτο τους μέλημα ἦταν νά καταδείξουν τόν ἐθνικό καί χριστιανικό χαρακτήρα τοῦ κινήματος, ἀντίθετα µέ τά «δηµαγωγικά» καί «στασιαστικά» κινήματα τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἕλληνική ἀστική τάξη πού εἶχε πρωτοστατήσει στήν ἐξέγερση ἦταν ἀδύνατη ἀκόμα, καί ὑποχρεώθηκε νά συμβιβαστεῖ µέ τούς πρόκριτους. Ὅλες οἱ κοινωνικές ὁμάδες ἀναζητοῦσαν στηρίγματα στίς ξένες δυνάµεις µέ τίς ὁποῖες εἶχαν κοινά συμφέροντα. Ἡ ἀπό τά ἔξω λύση γινόταν, ὑπό τίς συνθῆκες αὐτές, ἀναπόφευκτη.

Ἡ μισοτελειωμένη ἐπανάσταση
Ὡστόσο, ἡ ᾿Επανάσταση, πού ἔβαλε τά πρῶτα θεμέλια γιά ἕνα ἑλληνικό κράτος, ἀποτελεῖ ἀκόμα καί σήµερα µία ἀπό τίς σηµαντικότερες στιγμές τῆς ἱστορίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Γιατί ἡ σημασία της ξεπερνάει κατά πολύ τά ἑλληνικά πλαίσια. Στάθηκε τό πρῶτο σηµαντικό πλῆγμα στίς ὀπισθοδρομικές δυνάµεις τῆς Ἱερῆς Συμμαχίας καί πέτυχε τήν πρώτη νίκη τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἄν ὄχι καί τῶν φιλελεύθερων ἰδανικῶν. Γιά τούς Ἕλληνες ἔθεσε, ὅπως εἴπαμε κιόλας, ὅλα τά οὐσιαστικά προβλήµατα πού θά προσδιορίσουν τό μέλλον τους:

α) Τό πρόβληµα τῆς ἐθνικῆς ἀπελευθέρωσης. Χρειάστηκε ἕνας αἰώνας τεράστιων θυσιῶν γιά νά ἐπιτύχει ἡ Ἑλλάδα τά σηµερινά της σύνορα, ἐνῶ βασανίζεται ἀκόμα ἀπό τό πρόβληµα τῆς Κύπρου.

β) Στό κοινωνικό ἐπίπεδο, τό οὐσιαστικό πρόβληµα πού ἔθεσε ἡ ᾿Επανάσταση, τό πρόβληµα τῶν χωρικῶν, βρῆκε τή λύση του, µερική καί ἀμφισβητούμενη, στόν 20ό αἰώνα μονάχα.

γ) Στό πολιτικό ἐπίπεδο, καυτό καί ἐπίκαιρο πρόβληµα, µιά γρήγορη ἐπισκόπηση στήν ἐξέλιξη τῆς χώρας μᾶς ἐπιτρέπει νά ἐπισημάνουμε ἕνα θεμελιῶδες δεδομένο, πού ἀποτελεῖ ἴσως τή βάση καί τῆς σημερινῆς κατάστασης. Εἶναι κάποια δυσπιστία ἀπέναντι στό λαό, φόβος, θά ᾿λεγα, τῶν ὁμάδων πού κάθε φορά καλοῦνται νά πάρουν τήν πρωτοβουλία γιά νά ἐγκαταστήσουν ἕνα φιλελεύθερο καθεστώς στήν Ἑλλάδα. Ὅλα τά φιλελεύθερα κινήµατα στήν Ελλάδα, ἀρχίζοντας ἀπό τήν Ἐπανάσταση τοῦ 1821, περνώντας ἀπό τίς ἐξεγέρσεις τοῦ 1843 καί τοῦ 1862 (πού ἔγιναν γιά νά ἐπιβάλουν τό σύνταγμα καί τό κοινοβουλευτικό σύστημα), ἀπό τό κίνηµα τοῦ 1909 (πού ἀποτελεῖ τή νίκη τοῦ φιλελευθερισμοῦ στήν Ἑλλάδα), ὅλα αὐτά τά κινήματα, µέ τά ὁποῖα ἐπιβλήθηκε ἡ ἑλληνική ἀστική τάξη, πραγµατοποιήθηκαν ἀπό τό στρατό• οἱ λαϊκές δυνάµεις παραµερίστηκαν προσεκτικά, συχνά καί µέ καταπιεστικά µέτρα. Ἔτσι, ὁ ἑλληνικός πολιτικός κόσμος χρησιμοποιοῦσε τό στρατό σάν δύναμη κρούσης γιά νά ἐπιβάλει τίς ἰδέες του. ᾿Από αὐτή τήν ἄποψη, ὁ στρατός ἀποτελοῦσε ἀκόμα ἐθνική δύναμη καί παρέμενε ἐνσωματωμένος στό ἔθνος. ᾽Αλλά ἀπό τή δικτατορία τοῦ Γεῶργίου Β΄ καί τοῦ Μεταξᾶ στά 1936, µέ τήν ἀπομάκρυνση τῶν δημοκρατικῶν ἀξιωματικῶν, διαδικασία πού ἔγινε πιό ἔντονη τήν ἐποχή τῆς γερμανικῆς κατοχῆς καί τῶν ἐμφύλιῶν πολέμων πού ἀκολούθησαν, ὁ στρατός αὐτός, ἤ καλύτερα, ἡ ὁμάδα πού διεύθυνε αὐτόν τό στρατό, μεταμορφώθηκε σέ σῶμα πραιτωριανῶν πού δέν εἶχε πιά δεσμούς µέ τό ἔθνος. Γιά µιά ἀκόμα φορά οἱ δισταγµοί τῶν φιλελεύθερων δυνάμεων τοῦ ἐπέτρεψαν νά δράσει γιά λογαριασμό του καί µέ τήν ξένη βοήθεια νά ἐπιβάλει τή δική του δικτατορία. Ἡ ᾿Ελλάδα διανύει αὐτή τή στιγµή τήν ἐποχή ἑνός ἐγκληματικοῦ παραλογισμοῦ.\

᾿Άν τά ἱστορικά γεγονότα μᾶς βοηθοῦν νά δοῦμε κάπως καλύτερα τό παρόν, τό δίδαγµα πού μᾶς δίνουν εἶναι ἁπλό καί κοινότυπο. Ἡ δυσπιστία, οἱ κοντόφθαλµοι ὑπολογισμοί, ἡ πολιτικολογία δέ χρησιμεύουν πιά σέ τίποτα. Μονάχα µιά συνολική καί εἰλικρινής συμφωνία ὅλων τῶν δημοκρατικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, στηριγµένη σ᾿ ἕνα στόχο ξεκάθαρο καί ὑπεύθυνα καθορισμένο, πού νά ἐκφράζει τούς βαθύτατους πόθους τοῦ ἕλληνικοῦ λαοῦ, μπορεῖ νά ξαναφέρει τήν ἐλευθερία σ᾿ αὐτόν τόν τόπο• γιατί ἔχει δίκιο ὁ ποιητής:

Θέλει ἀρετήν καί τόλµην ἡ ἐλευθερία.

  • Τό κείµενο αὐτό πρωτοδημοσιεύθηκε στά γαλλικά στό περιοδικό L’ autre Grèce, 10, ᾽Απρίλιος 1973, µέ τόν τίτλο «La guerre d’ Indépendance». ᾿Αναδημοσιεύθηκε στά ἑλληνικά, στό φυλλάδιο τοῦ Μορφωτικοῦ Κέντρου Παρισιοῦ µέ τόν τίτλο «Ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821», στίς 25 Μαρτίου 1975, καί στήν ἐφημερίδα Αὐγή, στίς 25 Μαρτίου 1976. Ἡ μετάφραση πού δημοσιεύεται στόν παρόντα τόμο (᾿Ανάλεκτα Νεοελληνικής ἱστορίας καί ἱστοριογραφίας) ἔγινε ἀπό τό γαλλικό πρωτότυπο (Ξ. Γιαταγάνας). Σ.τ.Σ.:Στο κείμενο διατηρήθηκε η αρχική ορθρογραφία του.
, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.