Για λίγα μέτρα γης: Ο συνοριακός πόλεμος Κίνας-ΕΣΣΔ το 1969

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Η σινοσοβιετική συνοριακή σύγκρουση ήταν μία ακήρυχτη στρατιωτική σύγκρουση επτά μηνών μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της Κίνας στην αποκορύφωση της σινοσοβιετικής ρήξης το 1969. Οι πιο σοβαρές από αυτές τις συνοριακές συγκρούσεις -που έφεραν τις δύο κομμουνιστικές χώρες στο χείλος του πολέμου- συνέβησαν τον Μάρτιο του 1969 στην περιοχή της νήσου Τσενπάο (για τους Ρώσους Νταμάνσκι) στον ποταμό Ουσούρι. Ως εκ τούτου, οι Κινέζοι ιστορικοί αναφέρονται συνηθέστερα στη σύγκρουση ως το περιστατικό της νήσου Τσενπάο.

Οταν πέθανε ο Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1953, ο Μάο Τσετούνγκ διοργάνωσε μεγάλο μνημόσυνο στην πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνου στη μνήμη της μεγαλύτερης αυθεντίας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ποτέ ξανά όμως δεν αναγνώρισε ο Μάο αυθεντία υψηλότερη από τον εαυτό του, οδηγώντας έτσι τις σινοσοβιετικές σχέσεις σε ταλανισμούς.

Το πρώτο μεγάλο ρήγμα στις σινοσοβιετικές σχέσεις επήλθε τον Φεβρουάριο του 1956 κατά το 20ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ενωσης, όταν ο νέος ηγέτης της Νικίτα Χρουστσόφ αποκήρυξε τον σταλινισμό. Τα μέλη της κινεζικής αντιπροσωπείας, που δεν συμπεριλάμβανε τον Μάο, εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους, τονίζοντας ότι ο Στάλιν και η εικόνα του δεν ανήκε μόνο στο σοβιετικό κόμμα αλλά σε όλο το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα. Την εποχή εκείνη ο Μάο παρουσιαζόταν ως ο Στάλιν της Κίνας.

Η διαφοροποίηση του Πεκίνου από τη Μόσχα εντάθηκε, όταν ο Χρουστσόφ κινήθηκε στην κατεύθυνση της άμβλυνσης των εντάσεων του Ψυχρού Πολέμου μιλώντας για «ειρηνική συνύπαρξη». Ο Μάο αντιθέτως προκαλούσε εντάσεις. Το 1957 οι ΗΠΑ τοποθέτησαν πυρηνικούς πυραύλους στην Ταϊβάν απειλώντας άμεσα την Κίνα. Για να μη δείξει φόβο έναντι της αμερικανικής απειλής, ο Μάο υιοθέτησε ακραία ρητορική αψηφώντας φαινομενικά τους κινδύνους ενός πυρηνικού πολέμου.

Στην πραγματικότητα ο Μάο ανησυχούσε έντονα για την αμερικανική απειλή και ζητούσε από τη Σοβιετική Ενωση να δώσει στην Κίνα ατομικές βόμβες. Η σκληρή ρητορική του όμως θορύβησε τη σοβιετική ηγεσία, με αποτέλεσμα να μην του παρέχει πυρηνική τεχνογνωσία ιδιαίτερα απλόχερα. Σε αυτό συνέβαλε και η αυξανόμενη ιδεολογική διαφοροποίηση μεταξύ του μετασταλινικού Χρουστσόφ και του Μάο.

Με το «Μεγάλο άλμα προς τα εμπρός» το 1958-1961 ο Μάο εγκατέλειψε το σοβιετικό τεχνοκρατικό μοντέλο ανάπτυξης και υιοθέτησε την ιδεολογική κινητοποίηση των μαζών ως μέθοδο ανάπτυξης, προκαλώντας λιμό που σκότωσε 30 εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια αυτής της καταστροφής ο Χρουστσόφ απέσυρε τους σοβιετικούς συμβούλους από την Κίνα και σταμάτησε να υποστηρίζει το κινεζικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η ιδεολογική ρήξη των δύο χωρών επισημοποιήθηκε στα τέλη του 1960 όταν Μόσχα και Πεκίνο αντάλλαξαν δημοσίως βαριές κατηγορίες για απομάκρυνση από τις αρχές του κομμουνισμού. Επρόκειτο για μια τεράστιας σημασίας εξέλιξη. Ο κομμουνιστικός κόσμος δεν ήταν πλέον μονολιθικός.

Το 1963-1964 η Κίνα άρχισε να εγείρει εδαφικά ζητήματα προς τη Σοβιετική Ενωση, με δημόσιους ισχυρισμούς ενάντια στις λεγόμενες «άνισες συνθήκες» που είχε επιβάλει η τσαρική Ρωσία στην αδύναμη δυναστεία Τσινγκ μετά τον πόλεμο του Οπίου, με τις συνθήκες του Αϊγκούν (1858), του Πεκίνου (1860) και του Ταχτσένγκ (1864). Μετά τη νίκη της επανάστασης των μπολσεβίκων, το 1917, ο Βλαντίμιρ Λένιν, στο πλαίσιο του «ανοίγματος» του νεαρού σοβιετικού καθεστώτος προς τους λαούς της Ανατολής, εξήγγειλε μονομερώς την κατάργηση των αποικιοκρατικών, σε βάρος της Κίνας, συμφωνιών του 19ου αιώνα και την παραίτηση της Ε.Σ.Σ.Δ. από τις σφαίρες επιρροής και τις κάθε είδους αποζημιώσεις που απέρρεαν από αυτές. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι Κινέζοι ηγέτες επικαλούνταν αυτές τις λενινιστικές διακηρύξεις για να θέσουν ζήτημα αναθεώρησης των συνόρων, πράγμα που δεν έγινε αποδεκτό από την πλευρά των Σοβιετικών. Η γρήγορη κατάρρευση των συνομιλιών του Πεκίνου (1964) μεταξύ των δύο χωρών, για το εδαφικό, έδωσε τη θέση της στην αλυσίδα των κλιμακούμενων μεθοριακών επεισοδίων.

Κατά την Πολιτιστική Επανάσταση το 1966-1969, που αποτέλεσε το αποκορύφωμα του μαοϊκού ριζοσπαστισμού, ο Μάο κλιμάκωσε την προσπάθειά του να αποσπάσει από τη Σοβιετική Ενωση τα ηνία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Στη Δύση βέβαια ο μαοϊσμός δεν αποτέλεσε ποτέ σημαντικό πολιτικό ρεύμα. Είχε κάποια απήχηση σε άλλες περιφέρειες, όπως στην υποσαχάρια Αφρική, χωρίς όμως να οδηγήσει τους μαοϊκούς στην κατάληψη της εξουσίας. Μεταξύ των κομμουνιστικών καθεστώτων μόνο η Αλβανία του Ενβέρ Χότζα επέλεξε το Πεκίνο έναντι της Μόσχας.

Το 1966 η Σοβιετική Ενωση προέβη σε αμυντική συμφωνία με τη Μογγολία και στη συνέχεια τοποθέτησε μερικές σοβιετικές μεραρχίες στη χώρα αυτή αυξάνοντας τις παραστάσεις απειλής στο Πεκίνο. Οι ανησυχίες της Κίνας εντάθηκαν τον Αύγουστο 1968, όταν τα κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας εισέβαλαν στην Τσεχοσλοβακία για να εξουδετερώσουν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα της «άνοιξης της Πράγας».

Τη νύχτα της 1 προς 2 Μαρτίου του 1969, περίπου 300 Κινέζοι στρατιώτες, με λευκές στολές παραλλαγής, πέρασαν τον παγωμένο Ουσούρι και κρύφτηκαν πάνω στη χιονισμένη μεθοριακή νησίδα Νταμάνσκι-Τσενπάο. Με το πρώτο φως της μέρας, οι Σοβιετικοί μεθοριακοί φρουροί εντόπισαν ένα εχθρικό απόσπασμα και κινήθηκαν προς τη νησίδα, για να δεχτούν απροειδοποίητα τις ομοβροντίες των Κινέζων. Την ίδια ώρα, το κινεζικό πυροβολικό που βρισκόταν στην άλλη πλευρά του ποταμού, έβαλε κατά των θέσεων των Σοβιετικών. Οι τελευταίοι αναγκάστηκαν να καλέσουν ενισχύσεις από γειτονικές μονάδες για να απωθήσουν τελικά τους αντιπάλους τους έπειτα από φονική μάχη δύο ωρών, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν 58 Σοβιετικοί στρατιώτες και αδιευκρίνιστος αριθμός Κινέζων.

Στις 3 Μαρτίου, η σοβιετική πρεσβεία στο Πεκίνο πολιορκήθηκε από ένα μαινόμενο πλήθος ερυθροφρουρών που φώναζαν: «Κρεμάστε τον Κοσίγκιν – Τηγανίστε τον Μπρέζνιεφ». Οι διαδηλώσεις κράτησαν τέσσερις μέρες και απλώθηκαν σε όλη την Κίνα ενώ, κατά το επίσημο κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων, συμμετείχαν σ’ αυτές 260.000.000 πολίτες. Ανάλογες διαδηλώσεις ξέσπασαν στις μεθοριακές σοβιετικές πόλεις του Βλαδιβοστόκ και του Χαμπάροφσκ, ενώ οι νεκροί Σοβιετικοί στρατιώτες κηδεύτηκαν σαν ήρωες πολέμου, με τη συμμετοχή ανώτατων στελεχών της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Στις 7 Μαρτίου, 500.000 άτομα διαδήλωσαν στην κινεζική πρεσβεία της Μόσχας, στη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που γνώρισε επί πολλά χρόνια η σοβιετική πρωτεύουσα. Πέτρες, μπουκάλια, μπογιές και κομμάτια πάγου εκτοξεύτηκαν προς τα παράθυρα της πρεσβείας, σπάζοντας πολλά τζάμια.

Νέες ακόμη σφοδρότερες συγκρούσεις, με συμμετοχή ενός συντάγματος 2.000-3.000 ανδρών από κάθε πλευρά, ξέσπασαν στην περιοχή της νησίδας Νταμάνσκι-Τσενπάο στις 15 Μαρτίου. Αν και ούτε οι Σοβιετικοί ούτε οι Κινέζοι έδωσαν λεπτομέρειες των συγκρούσεων, ανταποκριτές του ξένου Τύπου έκαναν λόγο για βαρύτατες εκατέρωθεν απώλειες. Η Λαϊκή Ημερησία του Πεκίνου αποκάλεσε τους ηγέτες του Κρεμλίνου «νέους τσάρους» και «αγέλες γουρουνιών», ενώ ο Ερυθρός Αστέρας της Μόσχας χαρακτήρισε τον Μάο «αιμοσταγή δικτάτορα, στα χνάρια του Χίτλερ».

Η νησίδα Νταμάνσκι-Τσενπάο ανήκει σε μια μεγάλη διαφιλονικούμενη ζώνη, έκτασης εκατοντάδων χιλιάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων, στην ανατολική μεθόριο των δύο χωρών, ανατολικά του ποταμού Ουσούρι και βόρεια του ποταμού Αμούρ. Στην περιοχή αυτή ξέσπασαν και μια σειρά άλλων, μικρότερης κλίμακας, επεισοδίων από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο, με σημαντικότερη την αιματηρή μάχη της 8ης Ιουλίου σε μία άλλη μεθοριακή νησίδα του ποταμού Αμούρ, την οποία οι μεν Σοβιετικοί αποκαλούν Γκολντίσκι, οι δε Κινέζοι Πάχα. Έπειτα από μια σειρά ανάλογων επεισοδίων, οι δύο πλευρές άρχισαν συνομιλίες στο Χαμπάροφσκ οι οποίες, μετά από διακοπές, απειλές και αποχωρήσεις, κατέληξαν, στις 8 Αυγούστου, σε συμφωνία για μορατόριουμ και αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στους δύο μεθοριακούς ποταμούς. Ωστόσο, ένταση δημιουργήθηκε και στα δυτικά σύνορα της Κίνας, που χωρίζουν τη Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Καζακστάν από την αυτόνομη κινεζική περιοχή του Σιντσιάνγκ.

Αν και το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής καλύπτεται από άνυδρη έρημο και άγονες εκτάσεις τούντρας, στο Σιντσιάνγκ εντοπίζεται το 50% των κινεζικών αποθεμάτων πετρελαίου, η εκμετάλλευση των οποίων ανέβηκε από τους 300.000 τόννους το 1951 στους 13.400.000 τόννους το 1967. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν το πεδίο πυρηνικών εγκαταστάσεων του Λοπ Νορ, όπου είχαν γίνει και οι οκτώ πυρηνικές δοκιμές της Κίνας από το 1964.

Μόνιμη εστία συγκρούσεων μεταξύ των τσάρων και της δυναστείας των Μαντσού, το Σιντσιάνγκ κατοικείτο στην πλειονότητά του όχι από Κινέζους αλλά από τουρκικούς πληθυσμούς Ουιγκούρ, Καζάκων, Τατζίκων, Κιργηζίων, Ουζμπέκων, Τούρκων και άλλων μουσουλμάνων.

Αν και στα πλαίσια της πολιτικής βίαιης ενσωμάτωσης των πληθυσμών αυτών, από την πλευρά της κινεζικής ηγεσίας, το ποσοστό των Κινέζων έφτασε το 44% το 1969, οι Κινέζοι αποτελούσαν μειονότητα στην ευαίσθητη αυτή περιοχή. Έπειτα από μία αλυσίδα μεθοριακών επεισοδίων, από τα μέσα του Απριλίου, πολύνεκρες συγκρούσεις ξέσπασαν ση μεθόριο του Σιντσιάνγκ στις 13 Αυγούστου. Σύμφωνα με τους Κινέζους, εκατοντάδες Σοβιετικοί στρατιώτες, δεκάδες τανκς και δύο ελικόπτερα εισέβαλαν στην περιοχή Τιεχλεκτί, προχώρησαν σε βάθος δύο χιλιομέτρων στο κινεζικό έδαφος και άνοιξαν απροειδοποίητα πυρ εναντίον μεθοριακών φρουρών, περικυκλώνοντας κινεζικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Αντίθετα, η σοβιετική κυβέρνηση, με διπλωματική νότα της, υποστήριξε ότι κινεζικές δυνάμεις παραβίασαν τα σοβιετικά σύνορα και απωθήθηκαν, στη συνέχεια, από τους αμυνόμενους μεθοριακούς φρουρούς. Σύμφωνα με ρεπορτάζ εφημερίδων, οι Κινέζοι είχαν προσπαθήσει να δημιουργήσουν προγεφυρώματα, καταλαμβάνοντας υψώματα στο σοβιετικό έδαφος, αλλά περικυκλώθηκαν με διπλή επίθεση, μετωπικά και από τα μετόπισθεν, από σοβιετικά στρατεύματα και τράπηκαν σε φυγή, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης και δύο κινηματογραφικές κάμερες, με τις οποίες φιλοδοξούσαν να γυρίσουν προπαγανδιστική ταινία για την αναμενόμενη συντριβή του εχθρού. Το νέο, σοβαρό επεισόδιο προκάλεσε πολεμικό παροξυσμό τόσο στη Μόσχα όσο και στο Πεκίνο.

Η μαοϊκή ηγεσία οργάνωσε συγκεντρώσεις πολιτών και στρατιωτών σε όλη τη χώρα, ενώ οι Σοβιετικοί κατήγγειλαν το Πεκίνο για γενοκτονία των Ουιγκούρ -η Λιτερατούρναγια Γκοαζέτα μίλησε για 25.000.000 εκτελεσμένους την περίοδο 1955-1965- τους οποίους Ουιγκούρ η Μόσχα κάλεσε σε εξέγερση, με ραδιοφωνικές εκπομπές στην τοπική τους γλώσσα. Ένα χρόνο μετά την εισβολή του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, οι ενέργειες αυτές εκλήφθησαν από τους Κινέζους ως προετοιμασία για γενικευμένο σινοσοβιετικό πόλεμο.

Καθώς συνεχιζόταν η συγκέντρωση σοβιετικών δυνάμεων στα βόρεια σύνορα της Κίνας, Σοβιετικοί αξιωματούχοι άρχισαν να ρωτούν Αμερικανούς αξιωματούχους αν οι ΗΠΑ θα δέχονταν μια σοβιετική επίθεση ενάντια στο κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο. Παρόμοιες διερευνητικές κινήσεις έκανε η Σοβιετική Ενωση και προς τους συμμάχους της στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας, μάλλον για να το διαρρεύσει στην Κίνα και να αυξήσει τις πιέσεις στον Μάο. Η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον ανησυχούσε τόσο πολύ για το ενδεχόμενο μαζικής σοβιετικής εισβολής στην Κίνα, που στις 5 Σεπτεμβρίου 1969 εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία ξεκαθάριζε ότι οι ΗΠΑ δεν θα παρέμεναν αδρανείς σε περίπτωση σινοσοβιετικού πολέμου. Από την πλευρά τους, οι Κινέζοι μετέφεραν άμεσα τα πυρηνικά τους από το ευάλωτο Σιντσιάνγκ στο απρόσβλητο Θιβέτ, απομάκρυναν μία σειρά στρατηγικής σημασίας βιομηχανίες στα ενδότερα και έστειλαν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στα σύνορα με τη Μογγολία, απ’ όπου περίμεναν την εισβολή. Στις 23 Αυγούστου μεγάφωνα που είχαν στηθεί στην πλατεία της «Ουράνιας Γαλήνης» του Πεκίνου κάλεσαν τον πληθυσμό να ετοιμάζεται για πόλεμο με τους Σοβιετικούς.

Σ’ αυτό το κλίμα ένα θλιβερό γεγονός, ο θάνατος του κομμουνιστή ηγέτη του Βόρειου Βιετνάμ Χο Τσι Μιν, έφερε στο Ανόι τους πρωθυπουργούς της Ε.Σ.Σ.Δ. και της Κίνας, Αλεξέι Κοσίγκιν και Τσου Εν Λάι. Ο Κινέζος πρωθυπουργός έφυγε από τη βορειοβιετναμική πρωτεύουσα στις 4 Σεπτεμβρίου, πριν από την κηδεία του Χο Τσι Μιν, για να συζητήσει εκτάκτως με τον Κοσίγκιν με στόχο την εκτόνωση της έντασης.

Είχε προηγηθεί μεσολαβητική πρωτοβουλία του Κ.Κ. του Βιετνάμ, σύμφωνα με την πολιτική διαθήκη του νεκρού ηγέτη του, που διαβάστηκε στην κηδεία του, στις 8 Σεπτεμβρίου. Σε αυτήν πρωτεύουσα θέση κατείχε μία έκκληση για την αποκατάσταση της ενότητας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Η συνάντηση όντως πραγματοποιήθηκε και εγκαινίασε ένα μορατόριουμ στις σχέσεις των δύο χωρών, το οποίο έδωσε τη θέση του σε μια περίοδο ύφεσης, καθώς στις 7 Οκτωβρίου άρχισαν στο Παρίσι επίσημες συνομιλίες για το εδαφικό.

Κατά τα επόμενα δύο χρόνια ωστόσο αυξάνονταν οι σοβιετικές δυνάμεις στα βόρεια της Κίνας, φτάνοντας τις 44 μεραρχίες. Παράλληλα οι ΗΠΑ άρχισαν να μειώνουν τις δυνάμεις τους στο Νότιο Βιετνάμ στο πλαίσιο της πολιτικής της «βιετναμοποίησης», δηλαδή της σταδιακής αντικατάστασης των αμερικανικών δυνάμεων από δυνάμεις του Νοτίου Βιετνάμ. Η αύξηση των σοβιετικών και η μείωση των αμερικανικών δυνάμεων στην άμεση περιφέρεια της Κίνας έπεισε τον Μάο να προσεγγίσει τις ΗΠΑ για να εξισορροπήσει τη σοβιετική ισχύ.

Η προσέγγιση της ΛΔΚ με τις ΗΠΑ χρειάστηκε χρόνο. Από τον Οκτώβριο του 1970 άρχισε να λειτουργεί το Πακιστάν ως δίαυλος επικοινωνίας, καθώς το εμπιστεύονταν τόσο το Πεκίνο όσο και η Ουάσιγκτον. Κρίσιμη πάντως ήταν η πρωτοβουλία του Μάο τον Απρίλιο 1971 να καλέσει στην Κίνα την εθνική ομάδα πινγκ πονγκ των ΗΠΑ, που βρισκόταν στην Ιαπωνία. Αυτή ήταν η πρώτη ευκαιρία για τις δύο πλευρές να αρχίσουν να ανασκευάζουν στην εκατέρωθεν κοινή γνώμη τις αρνητικές εικόνες που είχε η κάθε πλευρά για την άλλη. Η κίνηση αυτή άνοιξε τον δρόμο για τη μυστική επίσκεψη του Αμερικανού συμβούλου εθνικής ασφάλειας, Χένρι Κίσινγκερ, στο Πεκίνο τον Ιούλιο 1971, κατά την οποία συμφωνήθηκε να επισκεφθεί ο ίδιος ο Νίξον την Κίνα τους πρώτους μήνες του 1972.

Η επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα τον Φεβρουάριο 1972 κράτησε μία εβδομάδα, ώστε να μεγιστοποιηθεί η δημοσιότητά της και ο αντίκτυπός της στη διεθνή πολιτική.
Το άνοιγμα του Μάο προς τις ΗΠΑ έβγαλε την Κίνα από την απομόνωση και δρομολόγησε μακροπρόθεσμα την ένταξή της στο ανοικτό διεθνές οικονομικό σύστημα. Πιο άμεσα λειτούργησε ως εργαλείο για την εξισορρόπηση της σοβιετικής ισχύος, που συνέχιζε να ανησυχεί τους Κινέζους.
Παρόλο που οι στρατιωτικές συγκρούσεις σταμάτησαν το 1969, τα βασικά ζητήματα δεν επιλύθηκαν παρά με το σινοσοβιετικό σύμφωνο για τα σύνορα του 1991.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.