Για το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στις πανελλήνιες

– γράφει ο Κωνσταντίνος Λερούνης

Το πρώτο κείμενο των φετινών εξετάσεων Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας
ως εξώθηση στον πνευματικό εκμαυλισμό της κοινοτοπίας

Κάποτε διαμαρτυρόμουν ως νέος για την κυριαρχία του Παπανούτσου και του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου στη σχολική σκέψη που τροφοδοτούσε τις εκθέσεις αηδιών που γράφαμε. Και οι δύο είχαν κάτι το αφόρητα συμβατικό. Στην Β΄ Λυκείου ανακάλυψα ότι ο Παπανούτσος είχε γράψει έργα όπως η Ηθική και η Αισθητική στα οποία για κάποιο περίεργο λόγο δεν αναφερόμασταν ποτέ. Θεωρούσα τον Τερζάκη και φυσικά τον Κονδύλη σαφώς ανώτερους, ενώ τη μια φορά που μας δόθηκε η δυνατότητα να γράψουμε έκθεση σε δικό μας θέμα έκανα την καθηγήτρια να εκραγεί, επιλέγοντας κάποιον συγγραφέα που δεν είχε καν ακούσει.

Στα φετινά θέματα Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας εντόπισα ένα κείμενο που με έκανε να αναφωνήσω: «Εκατό φορές προτιμότερος ο Παπανούτσος του Δικαίου της Πυγμής!» Συγγραφέας του κειμένου ο κος Ραϋμόνδος Αλβανός και το κείμενο του μια –μάλλον– ανέμπνευστη επανάληψη των προβληματικών ισχυρισμών για την ιστορία και την προσδοκώμενη ωφέλεια από τη μελέτη της.

Μας προτείνει το κείμενο να συνδεθεί η ζωή των μαθητών με το παρελθόν διότι έτσι θα κατανοήσουν την αξία της ιστορίας. Αμφίβολον πράγμα εντελώς. Μα ποιος χρειάζεται την ιστορία για να αποκτήσει ένα υψηλό εισόδημα, προτεραιότητα των περισσοτέρων ανθρώπων του καιρού μας; Αλλά πέρα από αυτό, κάτι τέτοιο αντιφάσκει στις βασικές προκείμενες της νεωτερικότητας την οποία προάγει το σχολείο με κάθε τρόπο. Το νεωτερικό άτομο ως ανθρώπινος τύπος είναι αυτόνομο ον, αποκομμένο από την ιστορία και τη βιολογία και οποιαδήποτε θεωρία περί ανθρώπινης φύσης. Όπως γράφει ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Steven Pinker, η σύγχρονη θεωρία περί ανθρώπινης φύσης που ασπάζονται οι διανοούμενοι είναι «ότι ίσα ίσα που υπάρχει» (Steven Pinker, The Blank Slate. The Modern Denial of Human Nature, Penguin, London, σελ. 2). Είναι ευνόητο ότι αν αυτό που ονομάζουμε «ανθρώπινη φύση» δεν υπάρχει ή αποτελεί ένα εξαιρετικά ασθενή παράγοντα, τότε ένας σημαντικός παράγοντας διαχρονικής ιστορικής προβλεψιμότητας αναιρείται.

Ακόμη σημαντικότερο, όμως, είναι το ζήτημα ότι το υστερο-νεωτερικό άτομο ως αυτόνομη μονάδα δεν είναι συμβατό με την ιστορικότητα στη μορφή με την οποία τη γνωρίζαμε και με την μορφή εκείνη η οποία θα μπορούσε να μας χρησιμεύσει ως οδηγός: «Είναι δικαιολογημένη η προσδοκία ότι η νέα χωροθετική λογική του ομοιώματος θα έχει μια μνημειώδη επίδραση σε αυτό που κάποτε ήταν ιστορικός χρόνος. Με αυτόν τον τρόπο το ίδιο το παρελθόν τροποποιείται: αυτό το στοιχείο που στο κατά Λούκατς ιστορικό μυθιστόρημα ήταν κάποτε η οργανική γενεαλογία του αστικού συλλογικού εγχειρήματος – αυτό το στοιχείο που ακόμη και τώρα στη λυτρωτική ιστοριογραφία του E.P. Thompson ή στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος Αμερικανικής προφορική ιστορίας με σκοπό την ανάσταση των νεκρών που ανήκουν σε γενιές οι οποίες έμειναν ανώνυμες ή υποχρεώθηκαν να σιγήσουν, συνιστά την αναδρομική διάσταση η οποία παραμένει εκ των ων ουκ άνευ για οποιονδήποτε αναπροσανατολισμό του συλλογικού μας μέλλοντος– έχει καταστεί πλέον και το ίδιο μια απέραντη συλλογή εικόνων, ένα πολλαπλό φωτογραφικό ομοίωμα» (Fredric Jameson, Postmodernism or The Cultural Logic of Late Capitalism, Duke University Press, Durham, σελ. 17).

Μπροστά σε αυτές τις βαθύτατες αλλοιώσεις του ιστορικού ορίζοντα όλα τα υπόλοιπα είναι ωραιολογίες που παράγονται ακριβώς για να γράφουμε εκθέσεις. Το πρόβλημα σε σχέση με τον 16ο αι., λόγου χάριν, είναι ότι η δεοντολογία της σκέψης δεν αντιδιαστέλλεται ριζικά με την οντολογία, εννοούμενη ως η πραγματική κατάσταση των κοινωνιών, με αποτέλεσμα, την κατά Παναγιώτη Κονδύλη, ριζική σύγχυση μεταξύ τους.

Δεύτερον, υπονοείται ότι μια έμφαση στην νεώτερη ιστορία θα διορθώσει το πρόβλημα. Αυτό επιχειρήθηκε και στη Γερμανία και στη Βρετανία και τα αποτελέσματα ήταν, εν πολλοίς, ακριβώς τα αντίθετα. Για το σύντομο διάστημα που δίδαξα στην Αγγλία έβλεπα μέσω συναδέλφων ότι τα παιδιά ενδιαφέρονταν περισσότερα για την αρχαία Ελλάδα και τη μεσαιωνική Αγγλία παρά για τον Β’ Παγκόσμιο. Αναμφίβολα, αυτό διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία και από διδασκόμενο σε διδασκόμενο. Η κοινωνική και διδακτική μου όμως εμπειρία με αποτρέπει από το να πιστέψω ότι τα Ελληνόπουλα θα ενδιαφέρονταν απαραίτητα περισσότερο για την ιστορία του 20ού αι. από ότι για την Αρχαία Ελλάδα ή ακόμη και το Βυζάντιο, με την προϋπόθεση φυσικά ότι η διδασκαλία δεν θα περιορίζεται σε μια στεγνή απαρίθμηση γεγονότων και χρονολογιών.

Τρίτον, αποδίδεται η έλλειψη ενδιαφέροντος για την Ιστορία στη μελέτη προσωπικοτήτων και όχι κοινωνιών. Δεν έχω δει ποτέ μαθητή κάτω των 15-16 να ενδιαφέρεται για μια κοινωνική και αφηρημένη προσέγγιση στην ιστορία. Και με τις γνώσεις εξελικτικής ψυχολογίας που έχω, κάτι τέτοιο θα ήταν αντι-παιδαγωγικό. Ελάχιστοι έφηβοι ενδιαφέρονται για αφηρημένες έννοιες όπως «κοινωνική εξέλιξη» και «κοινωνία». Αντίθετα επικεντρώνονται στο «ιστορικό δράμα» που συχνά έχει σαφείς προσωπικές και γεωγραφικές διαστάσεις. Προφανώς και προς το τέλος του Λυκείου είναι δυνατό να εισαχθούν αφηρημένες έννοιες, αλλά αυτό δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη διδασκαλία μιας ιστορίας των κοινωνιών. Δεν θα μπορούσα να εκφράσω τις ιδιομορφίες της διδασκαλίας στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση καλύτερα από τον Fernand Braudel, ο οποίος αναφέρει τα εξής χαρακτηριστικά σχετικά με τις προτεραιότητες της διδακτικής τη ιστορίας: «Το πρόβλημα είναι πώς θα κατανεμηθούν οι ενότητες της διδακτέας ύλης σε διαδοχικά σχολικά έτη, που, όμως, διαφέρουν μεταξύ τους. Στην αρχή παιδιά, στο τέλος ενήλικοι. […] Αυτό που θεωρώ απαράδεκτο είναι να μη μπορεί ένας μέσος μαθητής να τοποθετήσει τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ σε σχέση με τον Ναπολέοντα, ή τον Δάντη σε σχέση με τον Μακιαβέλλι […] Παράλληλα με την εκμάθηση του χρόνου, χρειάζεται και η εκμάθηση του λεξιλογίου: να χειρίζονται τα παιδιά με απόλυτη ακρίβεια τις λέξεις, αφηρημένες και συγκριμένες. Τις πιο στοιχειώδεις έννοιες: κοινωνία, κράτος, οικονομία, πολιτισμός… Και όλα αυτά, όσο πιο απλά γίνεται. Να ξέρουν τις πιο σημαντικές ημερομηνίες, να μπορούν να τοποθετούν στον χρόνο τα πιο σημαντικά πρόσωπα (σημαντικά για το μεγαλείο τους ή για τη φρίκη που προκαλούν), να τα βάζουν στη θέση τους» (Fernand Braudel, Γραμματική των Πολιτισμών, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2020, σσ. 38, 39). Είναι τόσο εμφανής η έμφαση στη συνοχή του ιστορικού χρόνου και τα πρόσωπα, που δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός.

Τέταρτον, ο συγγραφέας θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι τα λάθη τους παρελθόντος δεν θα επαναληφθούν αν δημιουργήσουμε ένα ενεργό απόθεμα ιστορικής γνώσης. Ας αποκριθώ με ένα παράδειγμα. Η οικογένεια Kagan, Donald, Robert και Frederick, πατέρας και υιοί αντίστοιχα, παρείχαν συμβουλές στο αμερικανικό Πεντάγωνο, το Υπουργείο Εξωτερικών και τον Πρόεδρο των ΗΠΑ. Ο πατήρ, ο Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Γιέηλ Donald Kagan, έχει γράψει την κλασική τετράτομη ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Robert Kagan, ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, υπήρξε φανατικός ζηλωτής της εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο του Αφγανιστάν, ο οποίος, αν και δεν αποδείχθηκε τόσο καταστροφικός όσο ο Πελοποννησιακός, αναμφίβολα είχε πολλά κοινά χαρακτηριστικά, αφού βάσιμα θεωρείται μια πλήρως αποτυχημένη υπερπόντια επέμβαση. Ο άλλος γιος του Donald Kagan, o Frederick, κυβερνητικός σύμβουλος και αυτός, προέβλεπε, ακόμη και το 2017-8, τη δημιουργία μίας κυβέρνησης ικανής να ασκεί κρατική κυριαρχία σε ολόκληρο το έδαφος του Αφγανιστάν με μειούμενη ενίσχυση από τις ΗΠΑ και οι προτροπές του ευθυγραμμίζονταν με αυτή την κατεύθυνση. Μάλιστα, όλη η οικογένεια Kagan συνέβαλε με ποικίλους τρόπους στη θεμελίωση μιας παρεμβατικής πολιτικής σε ολόκληρη την υφήλιο, σε αντίθεση με το ιστορικό «μάθημα» της Σικελικής Εκστρατείας –αν φυσικά υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοια μαθήματα, πράγμα για το οποίο δεν είμαι καθόλου βέβαιος. Κατά έναν περίεργο τρόπο, μια ολόκληρη οικογένεια διακεκριμένων ιστορικών δεν μπόρεσε να εκταμιεύσει τον θησαυρό των «μαθημάτων της Ιστορίας». Πώς μπορούμε να το ελπίζουμε λοιπόν εμείς, οι κοινοί θνητοί;

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη παράμετρος. Η διδασκαλία της Ελληνικής ιστορίας είναι εξ ορισμού δυσχερής και όχι μόνο εξαιτίας της έκτασής της. Τα υλικά κατάλοιπα εντός του αστικού ιστού που θα καθιστούσαν το ιστορικό παρελθόν αισθητό και αναγνωρίσιμο είναι λίγα και απογυμνωμένα από κάθε λειτουργικότητα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναφοράς. Το Θησείο, η Ακρόπολη, κάποιες σκόρπιες βυζαντινές εκκλησίες δεν είναι στοιχεία επιδεκτικά μιας συνολικότερης νοηματοδότησης που θα μπορούσε έστω και μερικώς να αποκαταστήσει την επαφή με το παρελθόν. Τα πράγματα είναι βέβαια λίγο καλύτερα σε πόλεις όπως τα Χανιά, η Ερμούπολη και η Θεσσαλονίκη, χωρίς αυτό να αναιρεί τα ανωτέρω.

Είναι άραγε οι ωραιολογίες το πεπρωμένο μας; Και αν ναι, πώς δικαιολογείται η υποχρεωτική παρακολούθηση σε ένα σχολείο που στομώνει την ευφυΐα του μαθητή με κοινοτοπίες, φαλκιδεύοντας την κριτική του σκέψη;

Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.

frear.gr

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.