Γιώργος Κόρδης: Η ανεστιότητα ως κατάσταση της ψυχής


Γράφει η Άννα Κάμπα,

Στις 12 Ιουλίου 2022 εγκαινιάστηκε στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη η έκθεση του Γιώργου Κόρδη με τίτλο «Ανέστιοι Προσφεύγοντες». Πρόκειται για ένα έργο μεγάλων διαστάσεων που κοσμεί τον αίθριο χώρο του μουσείου.

Ο καλλιτέχνης επεδίωξε με την έκθεση αυτή να αναφερθεί στην έννοια της «ανεστιότητας», στην έλλειψη της εστίας και όσων αυτή συμβολίζει. Οι μορφές του πέφτουν βαριές πάνω στον καμβά. Με σκούρα χρώματα και σώματα λεπτά ξεκινούν μία προσφυγική πορεία εγκατάλειψης όλων των ανθρωπίνων ποιοτήτων τους. Το άτομο απομένει ψυχικά γυμνό, ενώ μοναδικό μέλημα είναι η επιβίωση και η συνέχιση της άγνωστης αυτής πορείας. Στο πλαίσιο αυτό ο θεατής καλείται να ακολουθήσει την αφήγηση και να γίνει μέρος της πομπής.

Την έκθεση εγκαινίασε η διευθύντρια του μουσείου Νίκη Τσιλιπάκου, ενώ στην εκδήλωση παραβρέθηκε και η Αντιπεριφερειάρχης της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης Βούλα Πατουλίδου. Το δροσερό καλοκαιρινό απόγευμα πλαισίωσε την εικαστική δράση με μια φρέσκια αύρα αναδημιουργίας. Το φως, τα πορφυρά και γήινα χρώματα του χώρου συμπλήρωσαν την καλλιτεχνική εμπειρία του αποδέκτη. Στο τέλος της ατομικής μας πορείας φάνηκε πως μετά από κάθε έλλειψη το μήνυμα παραμένει ελπιδοφόρο, έστω και μόνο σαν υπενθύμιση του τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος.

Ο καλλιτέχνης Γιώργος Κόρδης παραβρέθηκε στην εκδήλωση και μας μίλησε για το έργο του.

Γιώργος Κόρδης – συνέντευξη

Πώς εμπνευστήκατε το συγκεκριμένο εγχείρημα; Ήταν κάτι που με απασχολούσε πολλά χρόνια. Το γεγονός της προσφυγιάς, μέσα από τη δική μας μικρασιατική καταστροφή αλλά και γενικότερα, είναι ένα θέμα που με συγκλόνιζε. Η αφορμή ωστόσο δόθηκε το 2018 όταν ήμουν στην Αμερική και επισκέφτηκα το Μουσείο Ροντέν στη Φιλαδέλφεια. Εκεί ήρθα σε επαφή με το έργο του Ροντέν «Οι αστοί του Καλαί». Πρόκειται για ένα απίστευτο ορειχάλκινο σύμπλεγμα. Το έργο αυτό με συγκλόνισε πάρα πολύ και μου έδωσε την αφορμή να φανταστώ ένα αντίστοιχο έργο που να αφορά τους πρόσφυγες και να αναδεικνύει τη θεματική μέσα από μία μεγάλη πομπή, μία πορεία θανάτου όπως αυτές που υφίστανται οι πρόσφυγες σε όλες τις εποχές. Επιπλέον, εφόσον φέτος ήταν η επέτειος των 100 χρόνων από τη δική μας μικρασιατική καταστροφή, αποφάσισα να το ξεκινήσω.

Ήδη από πέρσι πειραματίστηκα με διάφορα σχέδια και ιδέες, ώσπου τελικά αποφάσισα να το κάνω με ψηφιακό τρόπο. Η αρχική μου ιδέα ήταν ότι η προσφυγιά από μόνη της έχει μια πολύ σκληρή ποιότητα ενώ ταυτόχρονα είναι κάτι φευγαλέο, κάτι που αλλάζει και μεταβάλλεται διαρκώς, έχει μέσα της κάτι το εφήμερο. Για αυτό και η αρχική μου σκέψη ήταν να κάνω μία βίντεο-εγκατάσταση. Να μην είναι δηλαδή ένα απτό έργο. Σκέφτηκα ότι αν το δουλέψω σε ψηφιακή μορφή θα μπορώ να δημιουργήσω έναν χώρο στον οποίο μέσα από ένα σύστημα προβολών ο θεατής θα μπορεί να βλέπει το έργο να εκτυλίσσεται, να μπαίνει μέσα στην πορεία της αφήγησης.

Με αυτή την προοπτική το σχεδίασα και βιντεοσκόπησα όλη τη διαδικασία. Ωστόσο πρακτικά ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί χωρίς κάποια επιπλέον χρηματοδότηση. Έτσι καταλήξαμε στη σημερινή τυπωμένη μορφή του και στο αντίστοιχο video art που συνοδεύει την έκθεση.

Επιτάφιος

Σίγουρα το θέμα της ανεστιότητας μπορεί να έχει ποικίλους αντικατοπτρισμούς στη σημερινή κοινωνία και στην επικαιρότητα. Πώς αλληλεπιδρά το έργο με την πραγματικότητα;
Ο λόγος που βάφτισα το έργο «Ανέστιοι Προσφεύγοντες» ήταν ακριβώς γιατί ήθελα να εστιάσω στην ανεστιότητα και όχι στην προσφυγιά. Την προσφυγιά την ταυτίζουμε συνήθως με κάποια μετακίνηση πληθυσμών λόγω πολέμου. Αντιθέτως το κεντρικό θέμα δεν είναι απλώς ο διωγμός από τον εκάστοτε τόπο, αλλά πολύ περισσότερο η στέρηση της εστίας.

Η έννοια της ανεστιότητας μπορεί να λειτουργήσει συμβολικά. Μπορεί κάποιος να νιώθει ανέστιος για πολλούς λόγους, ακόμη και αν βρίσκεται στον τόπο του, στην πατρίδα του. Εγώ ήθελα να επιμείνω πρωτίστως σε αυτή την έλλειψη της εστίας και πιστεύω ότι αυτή είναι και η μεγαλύτερη συμφορά μιας τέτοιας κατάστασης. Δεν είναι τόσο σημαντικό το ότι αλλάζει κανείς τόπο διαμονής, όσο το ότι χάνει την εστία του. Χάνει κανείς με τη βία τον τόπο όπου μπορούσε να σταθεί, να αγαπήσει, να νιώσει ασφάλεια και να αναπτύξει τα όνειρά του.

Η ανεστιότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια πληθυσμιακή μετακίνηση. Είναι στην πραγματικότητα μια κατάσταση της ψυχής. Δεν ήθελα λοιπόν να επιμείνω στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της προσφυγιάς, που βεβαίως υπάρχουν και είναι σημαντικά. Αυτό όμως που θεωρώ θεμελιώδες είναι η απώλεια της εστίας. Είναι αυτή που καταστρέφει τελικά τον άνθρωπο, που του στερεί την ικανότητα να ζει με ηρεμία, με χαρά και να ονειρεύεται. Επιπλέον, αυτό είναι επίκαιρο παντού και πάντα.

Υπάρχει μια αφήγηση στο έργο, μια εικαστική πορεία με αρχή και τέλος;
Ναι. Πρόκειται για μία αφήγηση που αποτελείται από πολλές μικρές λεπτομέρειες. Ξεκινά από μια ομάδα ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους δεσμούς. Οι δεσμοί αυτοί εκφράζονται καταρχάς σε σωματικό επίπεδο, ο ένας στηρίζει τον άλλον, αγκαλιάζονται, πορεύονται όλοι μαζί κουβαλώντας τα πράγματα που αγαπάνε. Ένα μικρό κοριτσάκι κουβαλάει την κούκλα του, κάποιος άλλος κρατάει τη φωτογραφία του πατέρα του κ.τ.λ. Όλα αυτά συμβολίζουν τους δεσμούς που διατηρούν. Αν και χάνουν το σπίτι τους, έχουν ωστόσο ψυχικό πλούτο και διατηρούν την ικανότητα να συνδέονται συναισθηματικά μεταξύ τους.

Το δεύτερο στάδιο της αφήγησης επιφορτίζεται από τις δυσκολίες της προσφυγιάς. Ξεκινά λοιπόν μια σειρά επιταφίων. Στον πρώτο θάνατο βλέπουμε πως συμμετέχει όλη η κοινότητα, η μητέρα πέφτει πάνω στο νεκρό σώμα, οι υπόλοιπες γυναίκες παραστέκονται σαν μυροφόρες ενώ οι άντρες ρίχνουν κρασί στον νεκρό. Πρόκειται για μια κοσμική τελετή με τη συμμετοχή όλης της κοινότητας. Ο θάνατος αυτού του ανθρώπου αναδεικνύει τους δεσμούς που έχουν μεταξύ τους.

Σε ένα επόμενο στάδιο οι δεσμοί χαλαρώνουν. Οι άνθρωποι παρότι κινούνται ακόμη ομαδικά δεν κρατιούνται μεταξύ τους, τα βλέμματά τους δεν αλληλεπιδρούν και είναι φανερό πως ξεκινάει για τον καθένα μια μοναχική διαδρομή. Στον επόμενο επιτάφιο δίπλα στον νεκρό στέκεται μόνο η μητέρα ενώ η υπόλοιπη ομάδα πορεύεται χωρίς να συμμετέχει ουσιαστικά στο γεγονός. Η πορεία συνεχίζει σε φάλαγγα κατά άτομα. Οι δεσμοί έχουν σπάσει πλήρως.

Δεσμοί – Bonds

Στο έβδομο έργο οι άνθρωποι σκυμμένοι προχωρούν κάτω από τη σκιά μιας πολύ μεγάλης φιγούρας. Η φιγούρα αυτή λειτουργεί σαν μια προσωποποίηση του θανάτου. Επικρατεί ο φόβος, ενώ ο νεκρός αιωρείται πλέον χωρίς καμιά φροντίδα, χωρίς θρήνο και ταφή. Πρόκειται για μια πράξη απόλυτα ανίερη για όλους τους πολιτισμούς. Ήδη από την Αρχαία Ελλάδα και την Αντιγόνη ανακαλούμε το πόσο σημαντικό ήταν να αποδίδονται τιμές στον νεκρό και τελικά να γίνεται η ταφή. Οι άνθρωποι ωστόσο, υπό το φόβο του θανάτου και την ανάγκη της επιβίωσης, φτάνουν σε αυτή την απόλυτη ύβρη.

Στο τέλος της αφήγησης η στάση των μορφών είναι πλέον μετωπική, τα σώματα σχεδόν διάφανα με ψυχρά χρώματα, τα χέρια τους και τα μάτια τους είναι άδεια. Το έργο κλείνει με ένα παιδί που κρατάει στα χέρια του μια κόκκινη βάρκα ως σύμβολο του ταξιδιού της ζωής και ένα Κυπαρίσσι ως φόρο τιμής στους νεκρούς που έφυγαν. Ταυτόχρονα δηλώνεται η πίστη στην αιωνιότητα της ζωής. Το έργο είναι ουσιαστικά η αφήγηση της πορείας από την ανθρωπιά προς την απώλειά της και ξανά από την αρχή.

Τι προσφέρει η τόσο μεγάλη επιφάνεια στο έργο; Γιατί την επιλέξατε;
Ήθελα και θέλω να μπορέσει να δημιουργηθεί ένας χώρος γύρω από τον θεατή. Το έργο, αν και δεν έχει το φυσικό μέγεθος, εντούτοις είναι πολύ μεγάλο. Σκοπός είναι ο θεατής να μπει μέσα σε αυτό τον χώρο και να αισθανθεί την αφήγηση σαν ένα πραγματικό γεγονός, να δει τις φιγούρες σαν ζωντανές παρουσίες. Να μην είναι ένα έργο μικρών διαστάσεων που θα το διαβάζει κανείς ως τρίτος αλλά να μπαίνει για λίγο μέσα σε αυτό, να συμμετέχει στον χωροχρόνο που δημιουργείται. Έτσι θα μπορεί ο κάθε αποδέκτης να συμμετέχει τρόπον τινά στη ζωή αυτού του εικαστικού παραγώγου. Αυτό είναι και η έννοια της εικαστικής εγκατάστασης.

Μπορείτε να μας μιλήσετε για την ψηφιακή ζωγραφική και τη μέθοδο που ακολουθήσατε για να φτάσετε σε αυτό το αποτέλεσμα και σε αυτό το έργο μνημειακών διαστάσεων;
Ασχολούμαι με την ψηφιακή ζωγραφική εδώ και αρκετά χρόνια. Από το 2013 δουλεύω σε ένα iPad το οποίο μπορώ να κουβαλάω παντού, πράγμα που αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα. Χρησιμοποιώ ένα συγκεκριμένο software όμως υιοθετώ έναν εντελώς παραδοσιακό τρόπο στη ζωγραφική μου.

Ζωγραφίζω όπως ακριβώς θα το έκανα και με παραδοσιακά υλικά. Δεν μεταχειρίζομαι δηλαδή πάρα πολλά από τα εφέ που μου προσφέρει το πρόγραμμα αυτό. Επιδιώκω να χρησιμοποιήσω την ψηφιακή ζωγραφική αλλά με έναν πολύ παραδοσιακό τρόπο, ώστε το αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατόν πιο εικαστικό, πιο ζωντανό. Επιπλέον μπορώ να επιλέξω πώς θα τυπώσω το εκάστοτε έργο, σε χαρτί, σε καμβά, σε ποιες διαστάσεις κ.τ.λ.

Το συγκεκριμένο έργο έχει ύψος 1,40 μ. και είναι τυπωμένο στον καμβά. Πιστεύω ότι το αποτέλεσμα είναι πολύ ζωντανό. Και φυσικά είναι εγγυημένο από την άποψη της αντοχής καθώς τα υλικά, οι καμβάδες και τα χρώματα είναι αρχειακής ποιότητας.

Πείτε μας άλλη μια φορά για τη ρίζα της τέχνης σας, τη βυζαντινή τέχνη. Πώς αλληλεπιδρά με το σύγχρονο έργο σας; Τι προσφέρουν οι μορφές στο περιεχόμενό σας;
Η Βυζαντινή ζωγραφική είναι ένα εικαστικό σύστημα. Ξεκινάει ήδη από την Αρχαία Ελλάδα και συνεχίζει στη ρωμαϊκή εποχή, για να φτάσει σε αυτό που εμείς ονομάζουμε Βυζαντινή ζωγραφική. Αν και ο όρος δεν είναι ιδιαίτερα δόκιμος, πρόκειται για ένα ζωγραφικό σύστημα με τη δική του εικαστική φιλοσοφία. Οι φιγούρες αναπτύσσονται στο φως και απευθύνονται στον θεατή. Προσωπικά με εξυπηρετεί πάρα πολύ, μου αρέσει σαν εικαστικός τρόπος σκέψης. Δημιουργεί μια πολύ έντονη αμεσότητα ανάμεσα στο εικαστικό έργο και στον θεατή. Αυτό ήταν άλλωστε ανέκαθεν και σκοπός της ελληνικής ζωγραφικής.

Πρόκειται για μία εκκλησιαστική ζωγραφική, όχι με την έννοια που δίνεται από την θρησκεία, αλλά υπό τον όρο της εκκλησίας του δήμου. Δεν είναι αυτοαναφορική τέχνη αλλά στρέφεται προς τον αποδέκτη. Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα σύστημα πάρα πολύ φιλάνθρωπο, εργάζεται για τον θεατή και όχι ερήμην του. Για αυτό και το χρησιμοποιώ δανειζόμενος βέβαια στοιχεία από όλο το εύρος της ελληνικής ζωγραφικής.

Στην πραγματικότητα όλο το σώμα της ελληνικής ζωγραφικής έχει την ίδια φιλοσοφία, ενώ αλλάζουν απλώς τα στιλιστικά χαρακτηριστικά. Αυτόν τον τρόπο επέλεξα από την αρχή της εικαστικής μου διαδρομής, και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του ‘80 που άρχισα να χρησιμοποιώ τη βυζαντινή ζωγραφική σε κοσμικά θέματα. Πιστεύω ότι το κάνω πολύ συστηματικά εδώ στην Ελλάδα μετά από τον Φώτη Κόντογλου, μετά από λίγα έργα του Εγγονόπουλο και ορισμένων καλλιτεχνών της γενιάς του ’30. Οι παλαιότερες γενιές ήταν πιο προσκολλημένες στιλιστικά στη βυζαντινή περίοδο. Με τον καιρό αυτό άρχισε να αλλάζει με αποτέλεσμα να προχωρούμε πια σε πολύ σύγχρονους διαλόγους.

Το έργο θα παραμείνει μόνιμα τοποθετημένο κάπου;
Για την ώρα δεν υπάρχει κάποια τέτοια πρόταση. Στα σχέδιά μας είναι να παρουσιαστεί τον Σεπτέμβρη στην Αθήνα και πιθανότατα τον Νοέμβριο στην Κρήτη, στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο. Ακόμη, κάνουμε μερικές προσπάθειες να παρουσιαστεί στην Αμερική. Γενικά τα τελευταία χρόνια έχει υπάρξει μεγάλο ενδιαφέρον από το εξωτερικό για τα βυζαντινά πράγματα. Οπότε έχουμε στρέψει τις ενέργειές μας και προς αυτή την κατεύθυνση.

Πηγή: Cityportal

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.