Γραμμική Β: Οι απαρχές της ελληνικής γραφής

Του Χαράλαμπου Ευάγγελου Ανδριανόπουλου, φοιτητή Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Η περίοδος 1600 – 1100 π.Χ. ονομάζεται Ύστερη Ελλαδική, ή αλλιώς Μυκηναϊκή. Αποτελεί την τελευταία φάση της Εποχής του Χαλκού (3200 – 1100 π.Χ.), κατά την οποία εμφανίζονται στον ελλαδικό χώρο σημαντικοί προϊστορικοί πολιτισμοί, όπως ο κυκλαδικός, ο μινωικός και ο μυκηναϊκός. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός, συγκεκριμένα, εμφανίζεται κυρίως στην ηπειρωτική Ελλάδα κατά την Ύστερη Ελλαδική περίοδο ως φυσική συνέχεια του πολιτισμού της Μέσης Ελλαδικής περιόδου (2000 – 1600 π.Χ.), με κύριο χαρακτηριστικό της τα ανακτορικά κέντρα (όπως οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Θήβα, η Πύλος κ.α.) που φαίνεται να αποτελούν έδρες πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας, ακόμη και θρησκευτικής, έχοντας υπό τον έλεγχό τους την ευρύτερη περιοχή τους.[1]

Γύρω στο 1200 π.Χ. τα μυκηναϊκά ανάκτορα κατέρρευσαν και δεν ανασυστάθηκαν ποτέ πλέον. Με την καταστροφή τους ξεχάστηκαν και οι περισσότερες τέχνες που είχαν ανθήσει υπό την κηδεμονία τους, καθώς και η γραφή. Αν και η ζωή συνεχίστηκε σε πολλά μέρη του ελλαδικού χώρου, καθώς έχουν βρεθεί ευμεγεθείς οικισμοί αυτής της περιόδου στην Αττική, στην Κρήτη, στη Ρόδο και αλλού, ο μυκηναϊκός πολιτισμός φαίνεται να σβήνει έως το 1050 π.Χ. περίπου.[2]

  1. Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ

Πολύ πριν την επινόηση του αλφαβήτου, η ελληνική γλώσσα γραφόταν με μια γραφή συλλαβική, στην οποία κάθε σύμβολο αντιπροσωπεύει μια προφερόμενη συλλαβή. Aυτό το σύστημα βασίστηκε σε μια παλιότερη γραφή, γνωστή ως γραμμική A, που τη χρησιμοποιούσαν στη μινωική Kρήτη για την απόδοση κάποιας άλλης γλώσσας. H νεότερη μορφή της, που είναι γνωστή ως γραμμική B, γνωρίζουμε ότι χρησιμοποιούνταν κατά τον 13ο αιώνα π.X. στα μυκηναϊκά ανάκτορα της Πύλου, των Mυκηνών, της Tίρυνθας και των Θηβών, καθώς επίσης και στα Xανιά της Kρήτης. Ήταν ήδη από καιρό γνωστό ότι μια κάπως παρόμοια γραφή βρισκόταν σε χρήση στην Kύπρο μεταξύ 11ου και 3ου αιώνα π.X. για τη γραπτή απόδοση της τοπικής ελληνικής διαλέκτου. H γραμμική B αποκρυπτογραφήθηκε το 1952 από τον άγγλο αρχιτέκτονα Michael Ventris και αποδείχθηκε ότι αποδίδει μια αρχαϊκή μορφή της ελληνικής.[3]

Ο μυκηναϊκός κόσμος, που εκτεινόταν σε όλη τη νότια Ελλάδα, αλλά και σε μερικά νησιά, ήταν οργανωμένος σε μικρά κράτη που διοικούνταν από ανακτορικά κέντρα (παλάτια), όπου είχαν την έδρα τους οι βασιλιάδες και η αριστοκρατία που κυβερνούσαν τα κράτη αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι Μυκήνες με τα «κυκλώπεια» τείχη τους, την Πύλη των Λεόντων και τους θολωτούς τάφους όπου θάβονταν οι βασιλιάδες. Απόηχο αυτού του κόσμου βρίσκουμε στα τραγούδια του Ομήρου, τα ομηρικά έπη.

Στα μυκηναϊκά παλάτια είχε λοιπόν την έδρα της η κρατική διοικητική μηχανή που διαχειριζόταν τον πλούτο που τη συντηρούσε και της έδινε τη δύναμή της: αγαθά, καλλιέργειες, ανταλλαγές, άνθρωποι (αξιωματούχοι, τεχνίτες, δούλοι). Αυτός ο σύνθετος διοικητικός μηχανισμός είχε ανάγκη ενός συστήματος καταγραφής και διατήρησης της πληροφορίας. Η ανάγκη δηλαδή για ένα σύστημα γραφής προέκυψε, γιατί η κοινωνική ζωή ήταν πια αρκετά σύνθετη, ώστε να μην εξυπηρετείται από τον προφορικό (και μόνο) λόγο. Έτσι λοιπόν οι μυκηναίοι άρχοντες αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ένα σύστημα γραφής για τις λογιστικές ανάγκες των βασιλείων τους. Εξυπηρετούν τις λογιστικές ανάγκες ενός σύνθετου διοικητικού μηχανισμού, όπως ακριβώς και στις περιπτώσεις των ανατολικών πολιτισμών που συζητήσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Είναι γραμμένα πάνω σε πινακίδες από πηλό.[4]

 

  1. ΤΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΓΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Τα πρώτα δείγματα της γραμμικής Β βρέθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, στις ανασκαφές που έκανε ο Άγγλος αρχαιολόγος Arthur Evans στην Κρήτη.

Ο Άρθουρ Έβανς (1851 – 1941)

  Κατά τις ανασκαφές στο ανάκτορο της Πύλου, που συνεχίζονται ακόμη, βρέθηκαν 1400 πήλινες πινακίδες με διάφορα σύμβολα και άλλες 100 περίπου στις Μυκήνες. Η γραφή αυτή είναι ίδια με το νεώτερο είδος γραφής που χρησιμοποιούνταν στην Κνωσσό.[5]

Οι πινακίδες της Γραμμικής Β’, που χρονολογούνται στο 1200 το αργότερο, είναι αναμφίβολα γραμμένες σε ένα είδος αρχαϊκής ελληνικής που για ευκολία την ονομάζουμε «μυκηναϊκή». Αυτές είναι το σημείο εκκίνησης της ελληνικής γραφής. Οι λεπτομερείς μελέτες που έγιναν πάνω στη γλώσσα των μυκηναϊκών πινακίδων, σε συνδυασμό με τη φιλολογική εργασία πάνω στην ομηρική διάλεκτο, την αρχαιότερη γνωστή στην ελληνική λογοτεχνία, δείχνουν τώρα ότι πολλές ελληνικές διάλεκτοι που μιλιούνταν στην κλασική ήταν ήδη παρούσες στον μυκηναϊκό κόσμο.[6]

Οι πινακίδες αυτές πλάθονταν από ωμό πηλό, ενισχύονταν εξωτερικά με αχυρένιο πλέγμα και στέγνωναν στον ήλιο. Πινακίδες από πηλό χρησιμοποιούνταν, όπως είδαμε, και στους παλαιότερους ανατολικούς πολιτισμούς. Η διαφορά είναι ότι, ενώ εκεί ψήνονταν, στον μυκηναϊκό κόσμο δεν ψήνονταν αλλά απλά στέγνωναν στον ήλιο και στη συνέχεια αποθηκεύονταν σε ξύλινα κιβώτια ή καλάθια και τοποθετούνταν σε ράφια, όπως γίνεται σήμερα στα αρχεία των δημόσιων υπηρεσιών. Οι πινακίδες αυτές δεν θα είχαν φτάσει ως εμάς, αν δεν είχε μεσολαβήσει ένα γεγονός το οποίο βοήθησε να διατηρηθούν: Στις αρχές του 14 ου αιώνα π.Χ. και στην πορεία του 13ου αιώνα π.Χ. τα μυκηναϊκά παλάτια καταστρέφονται. Δεν ξέρουμε ποιοι ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτές τις καταστροφές. Οι φωτιές όμως στις οποίες παραδόθηκαν τα μυκηναϊκά ανάκτορα έψησαν τις «ωμές» πινακίδες που ήταν αποθηκευμένες στα αρχεία των παλατιών και έτσι βοήθησαν στη διατήρηση και την ανεύρεσή τους στις ανασκαφές. Ο πηλός σίγουρα δεν θα ήταν το μόνο υλικό πάνω στο οποίο γράφονταν τα κείμενα της γραμμικής Β. Είναι πολύ πιθανόν να χρησιμοποιούσαν δέρματα πάνω στα οποία έγραφαν ή και πάπυρο. Τα υλικά αυτά όμως δεν αντέχουν στον χρόνο και έτσι δεν έφτασαν ως εμάς.[7]

 

  1. Η ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΗ

Τον Ιούνιο τού 1952, ένας Άγγλος αρχιτέκτονας, ο Μάικλ Βέντρις (Michael Ventris), ηλικίας τότε 30 ετών, ανακοίνωσε δημόσια ότι μπόρεσε να αποκρυπτογραφήσει την άγνωστη μέχρι τότε γραφή, κι ότι η γλώσσα των ανακτορικών πινακίδων αυτών είναι η Ελληνική. Η σπουδαιότητα τής ανακοίνωσης τού Βέντρις για την επιστήμη γενικότερα (που έλυνε, επιτέλους, το μυστήριο των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’) αλλά ιδίως για τον ελληνικό πολιτισμό, που η γραπτή του παράδοση μεταφερόταν επτά περίπου αιώνες νωρίτερα (από τον 8ο αιώνα π.Χ. στον 15ο), ήταν ανυπολόγιστης σημασίας. Αλλαζαν άρδην τα δεδομένα τής ιστορίας μας, αφού αυτή εξαρτάται και προσδιορίζεται χρονικά κατά κύριο λόγο από τις γραπτές μαρτυρίες.

Ο Μ. Βέντρις (1922-1956) ήταν χαρισματικό πνεύμα. Μπορούσε να μαθαίνει εύκολα ξένες γλώσσες, είχε μια σπάνια συνδυαστική φαντασία, ήταν ικανός να ξεχωρίζει τις κανονικότητες μέσα στην ποικιλία και γενικά, όπως γράφει ο J. Chadwick, ο Μ. Βέντρις «είχε τη δύναμη να διακρίνει την τάξη μέσα στο φαινομενικό χάος, το χάρισμα δηλ. που χαρακτηρίζει το έργο όλων των μεγάλων ανδρών».[8] Δεκατεσσάρων χρονών παιδί ακόμη (το 1936), ακούγοντας τον μεγάλο Άγγλο αρχαιολόγο Σερ Αρθρουρ Εβανς να εξηγεί σε μια διάλεξη στο Βρετανικό Μουσείο τα μυστήρια των αναποκρυπτογράφητων γραφών τής Κρήτης, αυτών που ο ίδιος ο Εβανς ονόμασε «μινωικές γραφές», και τη σημασία τους για τη γνώση τού μινωικού αλλά και τού μυκηναϊκού κόσμου, ο μικρός Βέντρις αποφάσισε να λύσει το μυστήριο τής ανάγνωσης των μινωικών γραφών. Ετσι άρχισε να ασχολείται από νωρίς με το θέμα, διαβάζοντας ό,τι σχετικό υπήρχε. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ασχολήθηκε επίσης με το «σπάσιμο» μυστικών κωδίκων, γεγονός που όξυνε την ικανότητά του στη διερεύνηση τής λειτουργίας διαφόρων κωδικών συστημάτων. Με το θέμα τής αποκρυπτογράφησης τής γραμμικής γραφής Β’ συνέχισε να ασχολείται ερασιτεχνικά, η δε ενασχόλησή του αυτή εντάθηκε μετά την επαγγελματική του αποκατάσταση ως επιτυχημένου αρχιτέκτονα.

Ο Βέντρις χρησιμοποίησε αρχικά το περιορισμένο υλικό που είχε δημοσιεύσει ο Έβανς από την Κνωσό. Το υλικό τής έρευνάς του αυξήθηκε με τις πινακίδες γραμμικής γραφής Β’ από την Πύλο που βρήκε το 1939 ο Αμερικανός αρχαιολόγος Carl Blegen και που δημοσιεύτηκαν το 1951. Η μελέτη τού διευρυμένου υλικού ενίσχυσε την υπόθεση τού Βέντρις ότι η γλώσσα των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’ είναι η Ελληνική αντίθετα προς την άποψη που είχε μέχρι τότε επιβάλει με το κύρος του ο Εβανς, ότι οι μινωικές γραφές (τόσο η γραμμική Α’ – που δεν έχει μέχρι σήμερα αποκρυπτογραφηθεί – όσο και η γραμμική Β’) περιείχαν μια μινωική, μη ελληνική γλώσσα, αφού ο Εβανς πίστευε στη δύναμη τού μινωικού κόσμου και στην κυριαρχία των Μινωιτών και στον χώρο τής ηπειρωτικής Ελλάδας (Μυκήνες κ.α.).[9]

Ο Βέντρις βοηθήθηκε αρχικά στην αποκρυπτογράφηση συγκρίνοντας τα γράμματα τής γραμμικής Β’ με υλικό από τις πινακίδες τής επίσης γραμμικής κυπριακής συλλαβικής γραφής («κυπριακό συλλαβάριο»). Τον βοήθησε ακόμη και το υλικό από τις έρευνες που είχαν πραγματοποιήσει άλλοι ερευνητές (Alice Kober, Emmett Bennett κ.ά.). Ετσι δοκίμασε δειλά και τελείως υποθετικά την ανάγνωση των πινακίδων τής γραμμικής Β’ με βάση την ελληνική γλώσσα. Ο Chadwick αναφέρει: «Ο Ventris ξεκίνησε να δοκιμάσει την υπόθεση ότι η γλώσσα ήταν ελληνική, χωρίς να προσδοκά ότι θα οδηγούσε πουθενά. Αλλά καθώς εφάρμοζε τις αξίες του σε περισσότερες και περισσότερες λέξεις, συνέχιζαν να εμφανίζονται ελληνικές λέξεις».[10]

Ο Βέντρις δεν ήταν φιλόλογος και δεν μπορούσε να συνεχίσει την ανακάλυψή του χωρίς την επικουρία ενός κλασικού φιλολόγου που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ταυτίσει τις αναγνώσεις του με αρχαιοελληνικές λέξεις και μάλιστα αρχαιότατες, ενίοτε και μη παραδεδομένες στη μετέπειτα Ελληνική. Αυτό επετεύχθη στο πρόσωπο τού Τζων Τσάντγουικ (John Chadwick), υφηγητή των κλασικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο τού Καίμπριτζ. Μαζί επεξεργάστηκαν την επίσημη παρουσίαση τής αποκρυπτογράφησης τής γραμμικής γραφής Β’.[11]

Οι σειρές των σημείων στη γραμμική Β χωρίζονται από κάθετες γραμμές. Αυτό δηλώνει ότι οι ομάδες των σημείων που διαχωρίζονται με αυτό τον τρόπο αντιστοιχούν σε λέξεις. Όταν βρίσκουμε την ίδια σειρά σημείων να επαναλαμβάνεται με κάποιες αλλαγές στο τέλος της, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ουσιαστικό σε διαφορετικές πτώσεις.  Ένα τεχνητό παράδειγμα: αν βρίσκουμε να επανέρχεται η ακολουθία σημείων, λ.χ. , αλλά συχνά εμφανίζεται και με τη μορφή , τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι το τελευταίο σημάδι αντιπροσωπεύει μια μορφή κατάληξης, όπως στη λέξη αλεπούαλεπού-δες. Με τέτοιου είδους παρατηρήσεις ο Ventris κατέληξε στην αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β.

Μία από τις πρώτες λέξεις που διαβάστηκε και έπεισε ότι η γλώσσα των πινακίδων ήταν η ελληνική ήταν ακριβώς η λέξη , που διαβάστηκε ως ti-ri-po-de. Το εικονόγραμμα ενός τρίποδα που τη συνόδευε έπεισε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η ανάγνωση ήταν ορθή και ότι πρόκειται για μια μορφή (σε κάποια πτώση και σε κάποιον αριθμό) της αρχαίας ελληνικής λέξης τρίπους «τρίποδο (αγγείο)». Τις λέξεις της συλλαβικής γραμμικής Β τις γράφουμε με λατινικούς χαρακτήρες για να τις ξεχωρίζουμε (για λόγους που θα δούμε αμέσως πιο κάτω) από τις λέξεις της «αλφαβητικής» ελληνικής, της ελληνικής δηλαδή, όπως γράφεται σήμερα, με τα «σημάδια» (τα γράμματα) του αλφαβήτου. Οι παύλες, όπως στη λέξη ti-ri-po-de, μπαίνουν για να δηλώσουν τα συλλαβικά «σημάδια» που «στέκονται» για κάθε συλλαβή: στο ti αντιστοιχεί ένα συλλαβικό σημάδι, στο ri άλλο σημάδι κλπ.

Αλλά γιατί στη γραμμική Β ο πληθυντικός τρίποδες γράφεται ti-ri-po-de; Έτσι προφερόταν εκείνη την εποχή; Η απάντηση είναι όχι. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η γραμμική Β (που, όπως είπαμε, είναι συλλαβικό σύστημα γραφής που αποτυπώνει συλλαβές οι οποίες αποτελούνται από ένα σύμφωνο και ένα φωνήεν) δεν έχει σημάδια για συμφωνικά συμπλέγματα, συμπλέγματα δηλαδή που αποτελούνται από σύμφωνα στη σειρά. Τα συμφωνικά συμπλέγματα (όπως το τρ του τρίπους λ.χ.) αναλύονται. Αυτό που γίνεται είναι ότι το συμφωνικό σύμπλεγμα παριστάνεται με δύο σημάδια, καθένα από τα οποία δηλώνει ένα από τα σύμφωνα μαζί με το φωνήεν που ακολουθεί. Έτσι, η ακολουθία τρι δηλώνεται με δύο συλλαβικά σημάδια: ti-ri. Η ακολουθία πτο, όπως στη λέξη πτόλις «πόλη», αναλύεται (χωρίζεται) και δηλώνεται με δύο συλλαβικά σημάδια, και η πλήρης λέξη είναι po-to-li. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί η λέξη τρίποδες δεν σημαίνεται με τρία σημάδια (συλλαβικά) που αντιστοιχούν στις τρεις συλλαβές που τη συγκροτούν, τρί-πο-δες, αντί γι’ αυτό βρίσκουμε το ti-ri-po-de;

H πιθανότερη πηγή από την οποία δανείστηκαν οι Μυκηναίοι το σύστημα γραφής τους, τη γραμμική Β, ήταν το σύστημα που χρησιμοποιούσε ο μινωικός πολιτισμός, ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στην Κρήτη στη διάρκεια της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., με κέντρα την Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλλια, τη Ζάκρο και άλλες θέσεις όπου βρέθηκαν τα ανάκτορα και τα διοικητικά κέντρα της μινωικής Κρήτης. Οι Μινωίτες ανέπτυξαν πριν από τους Μυκηναίους ένα σύστημα γραφής (συλλαβικό και αυτό) για να εξυπηρετήσουν τις λογιστικές ανάγκες των διοικητικών μηχανισμών τους. Το σύστημα αυτό ονομάστηκε από τους ειδικούς γραμμική Α. Γι’ αυτό και το (χρονικά μεταγενέστερο) σύστημα των Μυκηναίων ονομάστηκε γραμμική Β. Η γραμμική Α ήταν ο «πρόγονος» της γραμμικής Β. Αλλά ενώ η γραμμική Β αποκρυπτογραφήθηκε, η γραμμική Α δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Από τα λίγα που μπορούμε να ξέρουμε είναι ότι η γλώσσα αυτή, η γλώσσα του μινωικού κόσμου, δεν ήταν ελληνική.

Το συλλαβικό σύστημα, λοιπόν, για την καταγραφή της άγνωστης μινωικής γλώσσας που είναι γραμμένη με τη γραμμική Α, το δανείστηκαν οι Μυκηναίοι για να καταγράψουν τη δική τους γλώσσα, την ελληνική. Φαίνεται όμως ότι κράτησαν από αυτό το παλιότερο σύστημα κάποια χαρακτηριστικά που ανήκαν στη γλώσσα που κατέγραφε, παρόλο που δεν «ταίριαζαν» με τη δική τους γλώσσα, την ελληνική. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό ήταν ίσως η αποφυγή συμφωνικών συμπλεγμάτων που δίνει την παράξενη, για τα ελληνικά, καταγραφή της λέξης τρίποδες ως ti-ri-po-de. Φαίνεται δηλαδή ότι η γλώσσα των Μινωιτών απέφευγε τα συμφωνικά συμπλέγματα, «δούλευε» δηλαδή με συλλαβές που αποτελούνταν από φωνήεν + σύμφωνο και όχι σύμφωνο + σύμφωνο + φωνήεν. Αυτό το χαρακτηριστικό (που δεν «ταιριάζει» στα ελληνικά) φαίνεται ότι το κράτησαν οι Μυκηναίοι και η γραμμική Β. Δεν προσάρμοσαν δηλαδή το σύστημα που δανείστηκαν στις ιδιαιτερότητες της ελληνικής. Γι’ αυτό και εμφανίζεται αυτή η περίεργη «ορθογραφία».[12]

Οπωσδήποτε, οφείλουμε στη μεγαλοφυΐα τού Βέντρις το γεγονός ότι η ιστορία τής ελληνικής γλώσσας δεν αρχίζει πλέον όπως γνωρίζαμε μέχρι το 1952 τον 8ο αιώνα με την αλφαβητική γραφή τής οινοχόης τού Διπύλου (ή, κατ’ άλλους, τού «ποτηρίου τού Νέστορος» που ανήκει στην ίδια περίοδο) αλλά από τα μέσα τού 15ου αιώνα με την ανάγνωση των πινακίδων τής γραμμικής γραφής Β’ (Κνωσός, Φαιστός, Πύλος, Μυκήνες, Θήβα).

Michael Ventris (1922 – 1956)

Ας σημειωθεί ότι μόνο η Μ. Βρετανία ετίμησε εν ζωή τον Βέντρις με το παράσημο τής Βρετανικής Αυτοκρατορίας, το Πανεπιστήμιο τού Λονδίνου τον ανακήρυξε επίτιμο ερευνητή και το Πανεπιστήμιο τής Ουψάλα τον ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα, προφταίνοντας να τον τιμήσουν, προτού χαθεί πρόωρα από τη ζωή (το 1956) σε ηλικία 34 ετών.[13]

Michael Ventris (1922 – 1956)

  1. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β

Ως προς την υφή τής γραμμικής γραφής Β’, πρόκειται για «συλλαβογραφική γραφή», κάθε σημείο (γράμμα) δηλαδή δηλώνει συλλαβή και όχι μεμονωμένο φθόγγο. Αν λάβει κανείς υπ’ όψιν ότι ο αριθμός των συλλαβών σε μια γλώσσα είναι τεράστιος, καταλαβαίνει ότι μια συλλαβογραφική γραφή – για λόγους οικονομίας – χρησιμοποιεί έναν μικρό μόνο αριθμό συλλαβογραμμάτων (γύρω στα 90), για να δηλώσει όλες τις συλλαβές. Ετσι λ.χ. το συλλαβόγραμμα πε δηλώνει επίσης και το βε και το φε. Δηλώνει ακόμη τις μακρόφωνες συλλαβές: πη, βη, φη. Και δηλώνει και τις συλλαβές με ­ει και ­ηι: πει-πηι, βει-βηι, φει-φηι. Το ίδιο συλλαβόγραμμα δηλαδή έχει 12 δυνατές αναγνώσεις. Πρόκειται δηλαδή για ένα ατελές σύστημα γραφής, το οποίο οι Ελληνες αντικατέστησαν με μια καθαρώς αλφαβητική γραφή, το γνωστό και μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμενο ελληνικό αλφάβητο, το οποίο οι ίδιοι οι Ελληνες εδημιούργησαν, επινοήσαντες χωριστά γράμματα να δηλώνουν τα φωνήεντα και χωριστά γράμματα να δηλώνουν τα σύμφωνα.

Mερικά συλλαβογράμματα χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια και η σημασία τους δεν έχει ακόμη καθοριστεί με βεβαιότητα. Tα συνηθέστερα έχουν ταυτιστεί με βεβαιότητα, αλλά πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η γνώση μας για την αρχαϊκή αυτή μορφή της γλώσσας είναι πολύ ατελής· για αυτό και αμφισβητείται ακόμη η ακριβής φωνητική αξία μερικών συμβόλων. Eπειδή οι φθόγγοι που χρησιμοποιούνται αυτή την περίοδο διαφέρουν από τους φθόγγους της αλφαβητικής περιόδου, είναι αδύνατο να τους αποδώσουμε επακριβώς με το ελληνικό αλφάβητο. Σήμερα επικρατεί διεθνώς η σύμβαση να μεταγράφονται τα σύμβολα με λατινικούς χαρακτήρες. H ίδια αρχή χρησιμοποιείται κατά κανόνα και για τους φωνητικούς τύπους που ανασυγκροτούνται με βάση τα σύμβολα. Tα σύμβολα του γραφικού συστήματος, στην απλή μεταγραφή τους, χωρίζονται με παύλες (π.χ. ti-ri-po-de), ενώ οι τύποι που αποκαθίστανται μπαίνουν ανάμεσα σε δύο πλάγιες καθέτους (π.χ. /tripode/). O αντίστοιχος τύπος της αλφαβητικής ελληνικής δίνεται με το ελληνικό αλφάβητο (π.χ. τρίποδε, δυϊκός του τρίπους). Tο σύμβολο » σημαίνει ότι ο αντίστοιχος κλασικός τύπος δεν αποτελεί ακριβή συνέχεια του μυκηναϊκού.[14]

Υπάρχουν επίσης και εκατό περίπου εικονογράμματα ή ιδεογράμματα. Τα εικονογράμματα αυτά μαζί με σημεία που δηλώνουν αριθμούς χρησιμοποιούνται για να σημάνουν τα πράγματα (κρασί, λάδι, άνθρωποι, τόποι κλπ.) που καταγράφονται και απαριθμούνται στα κείμενα. Τα κείμενα δηλαδή έχουν, όπως είπαμε, λογιστικό χαρακτήρα.

Αλλά η γραμμική Β εμφανίζει και άλλες ιδιαιτερότητες (ίσως για τον ίδιο λόγο) που την κάνουν ένα δύσκολο και ελλειπτικό σύστημα γραφής. Έτσι, δεν σημειώνονται τα τελικά σύμφωνα. Η λέξη θυγάτηρ,π.χ., που σημαίνει στα αρχαία ελληνικά ό,τι και στα νέα, τη θυγατέρα, γράφεται στη γραμμική Β tu-ka-te, χωρίς σημάδι για το τελικό ρ. Εδώ θα προσέξετε ότι γίνεται και κάτι άλλο. Στη λέξη το θ (που στα αρχαία ελληνικά, όπως θα δούμε, προφερόταν ως [th]) δεν διακρίνεται από το τ, όπως το βρίσκουμε στη λέξη ti-ri-po-de. Έτσι, λοιπόν, τα σύμβολα tatetitotu μπορούν να διαβαστούν είτε ως θαθεθιθο θυ = [tha], [the], [thi], [tho], [thu] (θυμηθείτε ότι το υ παριστάνει το φωνήεν [u]), είτε ως τατετιτοτυ = [ta], [te], [ti], [to], [tu]. Για να καταλάβετε τί σημαίνει αυτό σκεφτείτε τις δύο λέξεις της νέας ελληνικής τάμα και θάμα (π.χ. πράγματα και θάματα‘θαύματα’).

Το βασικό συλλαβάριο της γραμμικής Β (Χριστίδης 2005, 65)

Οι δυο αυτές λέξεις διαφέρουν ως προς τα αρχικά τους σύμφωνα, και αυτή η διαφορά είναι που δημιουργεί τις διαφορετικές σημασίες τους […]. Οι δυο αυτές λέξεις, αν τις γράφαμε με το σύστημα της γραμμικής Β, δεν θα διέφεραν καθόλου -θα γράφονταν με τον ίδιο τρόπο: ta-ma.[15]

Το  πρόβλημα που δημιουργεί μια τέτοια ασάφεια είναι πασιφανές. Δεν μπορεί κανείς να είναι βέβαιος για ποια λέξη πρόκειται, εκτός αν βοηθά το υπόλοιπο κείμενο (αυτό που ονομάζουμε συμφραζόμενα). Και αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, καθώς προσπαθούμε να καταλάβουμε τα κείμενα αυτά. Για τους ίδιους τους Μυκηναίους αυτό δεν θα πρέπει να ήταν πρόβλημα. Η γραφή δεν είχε πλατιά διάδοση, όπως θα γίνει αργότερα με την αλφαβητική γραφή και έως τις μέρες μας. Ήταν κτήμα μιας περιορισμένης ομάδας ειδικών, των γραφέων, που κατέγραφαν ένα περιορισμένο φάσμα πληροφοριών (λογιστικούς καταλόγους προϊόντων, προσώπων κλπ). Οι κατάλογοι αυτοί, με το περιορισμένο περιεχόμενο, δεν απευθύνονταν σε ένα ευρύ κοινόαλλά στη «γραφειοκρατία» των ανακτόρων. Έτσι, δεν υπήρχε πρόβλημα συνεννόησης και κατανόησης, παρά τις ασάφειες του συστήματος γραφής, όπως δεν υπάρχει σήμερα πρόβλημα κατανόησης για ένα επιχειρηματία που διαβάζει τα λογιστικά έγγραφα που του δίνει το λογιστήριό του. Ξέρει για ποιο πράγμα γίνεται λόγος και δεν τον εμποδίζει ο συντομογραφικός ή και ελλειπτικός τρόπος γραφής ενός λογιστικού εγγράφου. Για κάποιον όμως «απ’ έξω», τα λογιστικά αυτά έγγραφα είναι «σκοτεινά» με ένα τρόπο που δεν διαφέρει πολύ από τα αντίστοιχα προβλήματα με τα κείμενα της γραμμικής Β.

Αυτό λοιπόν που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής χωρίς υπερβολική  ασάφεια και ελλειπτικότητα γεννιέται όταν διευρύνεται το είδος της πληροφορίας που καταγράφεται. Η διεύρυνση αυτή σημαίνει ότι οι αποδέκτες, αλλά και οι κάτοχοι της γνώσης της γραφής (του γραμματισμού, όπως λέμε), δεν περιορίζονται σε μια μικρή, προνομιούχα ομάδα ειδικών αλλά επεκτείνεται σε ευρύτατες ομάδες ανθρώπων. Η διεύρυνση στο είδος της πληροφορίας που καταγράφεται συμβαδίζει λοιπόν με τη διεύρυνση του κοινού που διαβάζει. Έτσι γεννιέται η ανάγκη για ένα σύστημα γραφής που απεικονίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον λόγο.[16]

Συνεχίζοντας την περιγραφή του συστήματος της γραμμικής Β και των κανόνων του, το αρχικό σ (το σ στην αρχή της λέξης) δεν δηλώνεται όταν ακολουθεί σύμφωνο. Έτσι, η λέξη σπέρμαγράφεται pe-ma. Αλλά, όπως δείχνει το παράδειγμα αυτό, δεν δηλώνεται το σύμφωνο ρ. Το σύμφωνο αυτό, καθώς και τα σύμφωνα ν και λ συνήθως δεν δηλώνονται, όταν βρίσκονται στο τέλος συλλαβής, δηλαδή μπροστά από ένα άλλο σύμφωνο ή στην αρχή συλλαβής όταν ακολουθεί σύμφωνο, όπως στην περίπτωση του σpe-ma. Ας δούμε ένα ακόμη παράδειγμα. Η λέξη pa-ka-na συνήθως συνοδεύεται στις πινακίδες από το εικονόγραμμα ενός σπαθιού. Σημαίνει λοιπόν ‘σπαθιά’ και είναι λέξη που είναι γνωστή από τα υστερότερα ελληνικά κείμενα ως φάσγανον, πληθ. φάσγανα. Όπως βλέπετε, δεν δηλώνεται το σ: pa-ka-na. Επιπλέον, όπως δείχνει το παράδειγμα αυτό, η γραμμική Βδεν ξεχωρίζει το π, το φ και το β. Έτσι, το φ της λέξης pa-ka-na = φάσγανα γράφεται με τον ίδιο τρόπο όπως το π της λέξης pe-ma = σπέρμα. Φαντάζεστε λοιπόν τις δυσκολίες που έχουμε να καταλάβουμε τί σημαίνει μια λέξη της γραμμικής Β, όταν δεν βοηθούν τα συμφραζόμενα. Για να δώσουμε και πάλι ένα τεχνητό παράδειγμα, οι δυο λέξεις της νέας ελληνικής φαγάνα και παγάνα ‘ενέδρα’ στη γραμμική Β θα γράφονταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: pa-ka-na. Αλλά η λέξη pa-ka-na = φάσγανα δείχνει και κάτι άλλο. Η γραμμική Β δεν κάνει τη διάκριση κγχ. Έτσι η λέξη pa-ka-na = φάσγανα γράφεται με τον ίδιο τρόπο όπως η λέξη ko-to-naκτοίνα ‘περιουσία σε γη’, παρόλο που στη μια περίπτωση έχουμε να κάνουμε με γ και στην άλλη με κ.[17]

Μια ακόμη ιδιομορφία της γραμμικής Β είναι ότι δεν διαφοροποιούνται τα «υγρά» σύμφωνα ρ και λ.Έτσι, για να χρησιμοποιήσουμε και πάλι ένα τεχνητό παράδειγμα με βάση τα νέα ελληνικά, η λέξη re-oμπορεί να αντιστοιχεί είτε στη λέξη ρέω είτε στη λέξη λέω. Πώς αποφασίζει κανείς για ποια από τις δυο λέξεις πρόκειται; Για μας που προσπαθούμε να διαβάσουμε τα μυκηναϊκά κείμενα, αυτό είναι πολύ δύσκολο, εκτός αν βοηθούν τα συμφραζόμενα. Για τους ίδιους του Μυκηναίους της ανακτορικής γραφειοκρατίας αυτό δεν θα ήταν δύσκολο, για τους λόγους που εξηγήσαμε λίγο πριν.

Το σύστημα της γραμμικής Β δηλώνει τις διφθόγγους. Έτσι η λέξη ου που σήμαινε ‘δεν’ στα αρχαία ελληνικά γράφεται με δύο συλλαβογράμματα, το ένα για το ο και το άλλο για το υ: o-u· το ίδιο συμβαίνει και με τις διφθόγγους αυ και ευ, π.χ. e-u-me-de, δηλαδή το κύριο όνομα Ευμήδης.Θυμηθείτε τί λέγαμε στο δεύτερο κεφάλαιο για το η στα αρχαία ελληνικά: δήλωνε ένα μακρό [e] = [ee]. Η γραμμική Β δεν είχε ειδικό σύμβολο για το μακρό [e], όπως και για τα άλλα μακρά φωνήεντα. Οι δίφθογγοι που είχαν ως δεύτερο στοιχείο τους το ι γράφονταν χωρίς το ι. Έτσι η λέξη έλαιον ‘λάδι’ γράφεται ως e-ra-wo, χωρίς το ι της διφθόγγου αι. Το τελευταίο συλλαβόγραμμα που αντιστοιχεί στη συλλαβή wo εμφανίζει ένα φθόγγο, το [w], τον οποίο έχουμε ήδη συζητήσει στο δεύτερο κεφάλαιο. Ο φθόγγος αυτός χάθηκε σε πολλές διαλέκτους της αρχαίας ελληνικής της επόμενης χιλιετίας, αλλά στα μυκηναϊκά διατηρείται.

Στα μυκηναϊκά διατηρείται επίσης μια κατηγορία φθόγγων που δεν εμφανίζονται (έχουν χαθεί) στα ελληνικά της επόμενης χιλιετίας. Οι φθόγγοι αυτοί λέγονται χειλοϋπερωικοί, γιατί σχηματίζονται από τα χείλη και το στρογγύλεμά τους, και το ανέβασμα της γλώσσας προς τον ουρανίσκο (υπερώα): qaqeqiqo = [kwa], [kwe], [kwi], [kwo].[18]

Η ελλειπτικότητα και οι ατέλειες του συστήματος αυτού εξηγούνται τόσο από τον περιορισμένο στόχο του (κείμενα λογιστικού χαρακτήρα για τις εσωτερικές ανάγκες της μυκηναϊκής ανακτορικής γραφειοκρατίας) όσο και από την ατελή προσαρμογή του συστήματος αυτού (που επινοήθηκε για μια άλλη γλώσσα) στην ελληνική γλώσσα και στα χαρακτηριστικά της.

 

  1. ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

Οι γνώμες διίστανται για το θέμα της διαίρεσης σε γλωσσολογικές περιοχές, επειδή οι επιγραφές δείχνουν την ύπαρξη μιας μονάχα γλώσσας, από την Κρήτη ως τις Μυκήνες, περνώντας από τη Θήβα και την Πύλο, μια γλώσσα που για ευκολία ονομάστηκε «αχαϊκή» στα ομηρικά έπη. Οι ειδικοί διστάζουν ανάμεσα σε δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη, η μυκηναϊκή γλώσσα θα ήταν η αποκλειστική μορφή της «πρωτο-αχαϊκής», απ’ όπου προήλθαν στη συνέχεια δύο μόνο διάλεκτοι της πρώτης χιλιετίας, η αρκαδική και η κυπριακή. Κατά τη δεύτερη άποψη, οι φιλόλογοι θεωρούν ότι η μυκηναϊκή θα ήταν ο πρόγονος, τόσο της αρκαδο-κυπριακής, όσο και της πρωτο-ιωνικής. Έτσι, βλέπουν μάλλον δύο μεγάλες οικογένειες, τη νότια ή ανατολική ελληνική (αχαϊκή, αρκαδο-κυπριακή, πρωτο-ιωνική) και τη βορειο-δυτική. Από τις διαλέκτους που μιλιούνταν στην ιστορική εποχή, η ιωνική απ’ όπου προέρχεται η αττική, θα καταγόταν ενδεχομένως από την αχαϊκή, κατά μεγάλο μέρος, και θα είχε δεχτεί ορισμένες βορειο-δυτικές επιδράσεις. Η αιολική θα είχε κάνει την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή: βορειο-δυτική που αναμείχθηκε με τη νότια. Τέλος, η δωρική θα αποτελούσε την καθαρή μορφή της βορειο-δυτικής ελληνικής. Εντούτοις, όποια άποψη κι αν ακολουθήσουμε, φαίνεται σήμερα πια ότι οι διαφορές από οικογένεια σε οικογένεια δεν ήταν ακόμα πολύ μεγάλες στην εποχή που γράφονταν οι πινακίδες. «Ένας Δωριέας», σημείωσε ο μεγάλος ειδικός της μυκηναϊκής J.Chadwik, «θα γινόταν ευκολότερα κατανοητός στις Μυκήνες του 13ου αιώνα απ’ ότι ένας Σπαρτιάτης στην Αθήνα του 5ου». Δεν θα ήταν λοιπόν παράλογο να δεχτούμε ότι:

α. Η ουσιαστική διαφοροποίηση σε απομακρυνόμενες διαλέκτους συμβαίνει, κατά κύριο λόγο, ύστερα από το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου και τη διακοπή της επικοινωνίας που επακολούθησε.

β. Η άφιξη των Ελλήνων, ως ομάδας που μιλούσε μια γλώσσα, ως επί το πλείστον, ομοιόμορφη, δεν είναι χρονολογικά πάρα πολύ μακρινή. Πάντως δεν είναι δυνατόν, με τις σημερινές γλωσσολογικές μας γνώσεις, να προσδιορίσουμε τη χρονική διάρκεια ολόκληρης της διαδικασίας. Αλλά μπορούμε εύλογα να αποκλείσουμε την εγκατάστασή τους πριν από τις αρχές της εποχής του χαλκού.[19]

Δεχόμαστε γενικά, ότι αυτές οι ελληνικές διάλεκτοι επιτίθενται και ενσωματώνονται σε μια ή περισσότερες προηγούμενες γλώσσες, πιθανότατα όχι ινδοευρωπαϊκές, που τα χνάρια τους διαφαίνονται, στα ονόματα με -νθ- (Κόρινθος, Τίρυνθα, Υάκινθος) ή με -σσ- (Λάρισσα, Κνωσσός, Αλικαρνασσός), σε ορισμένες λέξεις που ορίζουν φυτά της μεσογειακής ζώνης (άμπελος, ελιά, σύκο, κυπαρίσσι, δάφνη κτλ), ζώα (π.χ. όνος, που σημαίνει άλογο), ή ακόμα πιο απλά, η λέξη θάλασσα. Προελληνικοί είναι επίσης οι όροι που χρησιμοποιούνται για το χαλκό ή τον κασσίτερο, το φούρνο του κεραμέα, το σπαθί, το ακόντιο, το λουτρό, το θάλαμο, καθώς και έννοιες κοινωνικοπολιτικές όπως ο βασιλιάς (wanax και βασιλεύς) ή ο δούλος. Λέξεις όπως χρυσός ή χιτών ανήκουν στην περιοχή των σημιτικών γλωσσών.[20]

Εξαιρετικά σημαντική ήταν η διαπίστωση που έγινε πρώτα από την Αμερικανίδα Alice E. Kober, ότι η Γραμμική Β’ σε αντίθεση προς την Γραμμική Α’ έχει κλιτικούς τύπους και επομένως πρόκειται για δύο διαφορετικές γλώσσες. Έτσι πρέπει να θεωρηθεί απίθανο ότι η Γραμμική Β’ είναι δημιούργημα των Κρητών για την απόδοση της γλώσσας τους.[21]

Ο Αμερικανός αρχαιολόγος C. W. Blegen, γνωστός από τις επιτυχείς ανασκαφές του στην Πύλο, σε άρθρο του με τον τίτλο «A chronological Problem» (στον τιμητικό τόμο του Sundwall «Minoica», σ. 86) υποστηρίζει ότι γύρω στο 1400 π.Χ. οι Έλληνες κατέλαβαν την Κρήτη, κι επειδή δεν είχαν ως τότε γραφή, τροποποίησαν κατά τον 13ο αιώνα, χρησιμοποιώντας ίσως Κρήτες γραφείς, την Γραμμική Α για την απόδοση της γλώσσας τους και η νέα μορφή (Γραμμική Β) διαδόθηκε κατόπιν στην μητροπολιτική Ελλάδα. Κύριος υποστηρικτής της απόψεως του Blegen είναι ο L. R. Palmer (Myceneans and Minoans, Λονδίνο 1961) [22]

Το συλλαβικό σύστημα της γραμμικής Β δεν εμφανίζεται ιδιαίτερα πολύπλοκο. Περιλαμβάνοντας έναν αρκετά περιορισμένο αριθμό συμβάσεων και ανήκοντας στην κατηγορία των απλών συλλαβικών συστημάτων. [23]

 

Η θέση της μυκηναϊκής μεταξύ της πρωτοελληνικής και της ιστορικής ελληνικής

Στην εποχή των πινακίδων (14ος – 13ος αιώνες) η μυκηναϊκή διατηρεί στοιχεία με πρωτοϊνδοευρωπαϊκή προέλευση, τα οποία δε διασώθηκαν στην ελληνική της 1ης χιλιετίας. Έτσι, στον τύπο qe-to-ro-po-pi (τετράποδο) παρατηρείται διατήρηση των χειλοϋπερωικών φθόγγων, σε σχέση με τον ιωνικό-αττικό και δωρικό τετρα-, θεσσαλικό πετρο-. Με την κατάληξη -φι δηλώνεται επίσης η διατήρηση της οργανικής, που διακρίνεται από τη δοτική-τοπική, τουλάχιστον στον πληθυντικό των πρωτόκλιτων και των δευτερόκλιτων.[24]

Το μυκηναϊκό λεξιλόγιο συνδέεται πολύ περισσότερο με το ελληνικό λεξιλόγιο της 1ης χιλιετίας απ’ όσο με εκείνο της ινδοευρωπαϊκής. Στην ινδοευρωπαϊκή, ο τύπος του ονόματος da-mo σήμαινε «διαιρώ, διανέμω». Ήδη όμως στις μυκηναϊκές πινακίδες αποκτά την έννοια του «χώρου μιας κοινότητας». Το ελληνικό λεξιλόγιο περιέχει επίσης πολλά στοιχεία από άλλες γλώσσες του αιγαιακού κόσμου, γλώσσες που δεν μας είναι γνωστές, εκτός από το «αιγαιακό υπόστρωμα» της ελληνικής. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί από τις επαφές μεταξύ Ινδοευρωπαίων Πρωτοελλήνων, η άφιξη των οποίων στην Ελλάδα τοποθετείται από τους περισσότερους γλωσσολόγους γύρω στις αρχές τις 2ης χιλιετίας, και των άλλων λαών της περιοχής, η γλώσσα των οποίων μάλλον δεν ήταν ινδοευρωπαϊκή. Βάσει αυτού, ο Chadwick έχει απόλυτο δίκιο: η ελληνική γλώσσα γεννήθηκε στην Ελλάδα.[25]

 

  1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΛΛΑΒΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

Η συλλαβική γραφή χάθηκε με την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτόρων. Στην 1η χιλιετία π.Χ. οι Έλληνες δανείστηκαν την αλφαβητική γραφή από τους Φοίνικες, προσαρμόζοντάς την στις ανάγκες της δικής τους γλώσσας. Το ελληνικό αυτό αλφάβητο παρέμεινε σε χρήση μέχρι σήμερα, και θεμελίωσε τη γραφή όλων των υπόλοιπων ευρωπαϊκών λαών.

Οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της μυκηναϊκής και της ελληνικής των ιστορικών χρόνων οφείλονται απλώς στη φυσική εξέλιξη της γλώσσας. Η ελληνική γλώσσα, η οποία στην Μυκηναϊκή εποχή αντιπροσωπεύεται από τη διάλεκτο των κειμένων σε γραμμική Β, διατηρήθηκε στην Ελλάδα ως σήμερα. Χάρη στην αποκρυπτογράφηση της γραμμικής Β, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας μέσα από το πέρασμα 34 αιώνων, περίπτωση μοναδική για τους γλωσσολόγους που μελετούν τη διαχρονική εξέλιξη των γλωσσών.

 

  1. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Rene Treuil – Pascal Darcque – Jean-Claude Poursat – Gilles Touchais, «Οι Πολιτισμοί του Αιγαίου κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού», εκδ. Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2015
  2. John Chadwick, «Ο Μυκηναϊκός Κόσμος», εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1999
  3. Ulrich Wilcken, “Αρχαία Ελληνική Ιστορία», εκδ. Δέσποινα Κυριακίδη, 2015
  4. John Chadwick, «Ιστορία της Ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα», επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, Θεσσαλονίκη
  5. Α.-Φ. Χριστίδης, «Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας», Θεσσαλονίκη 2005
  6. Claude Mosse – Annie Schnapp-Gourbeillon, “Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2000 – 31 π.Χ.), εκδ. Δημ. Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 2013
  7. Δημήτρης Πλάντζος, «Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1100 – 30 π.Χ.)», εκδ. Κάπον, Αθήνα 2013
  8. Δημήτρης Ι. Κυρτάτας – Σπύρος Ι. Ράγκος, «Η Ελληνική Αρχαιότητα, Πόλεμος-Πολιτική-Πολιτισμός», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2010
  1. Άρθρο αφιερωμένο στον Michael Ventris, εφημερίδα «Το Βήμα», 23 Ιουνίου 2002

 

[1] Δ. Πλάντζος, Ελληνική τέχνη και η ακτινοβολία της, σελ. 37

[2] Δ. Πλάντζος, σελ. 38

[3] J. Chadwick, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, σελ. 201

[4] Α.-Φ. Χριστίδης Β. Χρηστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 64

[5] U. Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, σελ. 89

[6] C. Mosse – A. Schnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, σελ. 45

[7] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 64

[8] J. Chadwick, Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, σελ. 19

[9]  Άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/6/2002

[10] J. Chadwick, Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, σελ. 21

[11] Σε άρθρο τους που δημοσιεύθηκε στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Hellenic Studies» το 1953 με τίτλο «Μαρτυρίες για ελληνική διάλεκτο στα μυκηναϊκά αρχεία» (Evidence for Greek Dialect in Mycenaean Archives). Αντίγραφο του άρθρου αυτού, προτού δημοσιευθεί, δόθηκε στον αρχαιολόγο Carl Blegen, ο οποίος μπόρεσε να διαβάσει την περίφημη «οιονεί δίγλωσση» πινακίδα τής Πύλου, την «πινακίδα των τριπόδων», εφαρμόζοντας τις αξίες των συλλαβογραμμάτων που είχαν επισημάνει οι Βέντρις – Τσάντγουικ. Αυτό έπεισε τους περισσότερους επιστήμονες να δεχθούν ότι η ανάγνωση ήταν ορθή και ότι έχρηζε περαιτέρω βελτιώσεων.

[12] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 66

[13] Άρθρο στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 23/6/2002

[14] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 67

[15] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 67

[16] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 68

[17] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 70

[18] Α.-Φ. Χριστίδης, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, σελ. 73

[19] C. Mosse – A. Schnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, σελ. 46

[20] C. Mosse – A. Schnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, σελ. 47

[21] U. Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, σελ. 89

[22] U. Wilcken, Αρχαία Ελληνική Ιστορία, σελ. 90

[23] R. Treuil – P. Darcque – J. Cl. Poursat – G. Touchais, Oι Πολιτισμοί του Αιγαίου, σελ. 428

[24] R. Treuil – P. Darcque – J. Cl. Poursat – G. Touchais, Oι Πολιτισμοί του Αιγαίου, σ.430

[25] J. Chadwick, Ο Μυκηναϊκός Κόσμος, σελ. 116

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.