Γρανικός: Ο πρώτος θρίαμβος του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά των Περσών

Την άνοιξη του 334, και μετά από πυρετώδη πολεμική προετοιμασία, το μακεδονικό στράτευμα υπό τον Αλέξανδρο (δύναμης 37.000-38.000 ανδρών) ξεκίνησε για την πολυαναμενόμενη εκστρατεία στην Ασία. Αφού διέσχισε τον ποταμό Στρυμόνα, έφθασε στην Αμφίπολη. Από κει κινήθηκε στα θρακικά παράλια και, αφού πέρασε από τα Άβδηρα και την Μαρώνεια, έφθασε στις εκβολές του ποταμού Έβρου. Στην συνέχεια προχώρησε προς την θρακική χερσόνησο και σε 20 μέρες από την έναρξη της πορείας, έφτασε στην πόλη Σηστό, στην ευρωπαϊκή ακτή του Ελλησπόντου. Από κει με την βοήθεια του στόλου διεκπεραιώθηκε στην Άβυδο, στην απέναντι ασιατική ακτή.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Το γεγονός πως η εκστρατευτική δύναμη δεν παρενοχλήθηκε από τον ισχυρό περσικό στόλο δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει, καθώς το σύνολό του, όπως και ο βασιλικός στρατός, είχε περάσει την προηγούμενη εκστρατευτική περίοδο στην Αίγυπτο, ασχολούμενο με την κατάπνιξη επανάστασης στην χώρα. Ενδεχομένως ο Αλέξανδρος να επέλεξε την συγκεκριμένη περίοδο να εκστρατεύσει έχοντας κι αυτό το δεδομένο υπόψη. Έτσι το μακεδονικό στράτευμα διεκπεραιώθηκε χωρίς προβλήματα στην Ασία, παρά την υπεροπλία των Περσών στο ναυτικό. Από την Άβυδο το σύνολο του ελληνικού στρατεύματος κατευθύνθηκε προς την πόλη Δασκύλειον, όπου βρισκόταν η σατραπική έδρα της Ελλησποντιακής ή Μικρής Φρυγίας, ενώ στην πορεία ενώθηκε και με μονάδες ενός μακεδονικού σώματος δέκα χιλιάδων ανδρών που είχε σταλεί στην Ασία από τον Φίλιππο Β’ και επιχειρούσε από το 336 π.Χ εναντίον των τοπικών σατραπικών δυνάμεων.

Στο μεταξύ ο Αρσίτης, διοικητής της Ελλησποντιακής Φρυγίας, απέστειλε έκκληση για στρατιωτική βοήθεια στους άλλους κυβερνήτες της Μικράς Ασίας. Στην φρυγική πόλη Ζέλεια συναντήθηκε με τους σατράπες της Κιλικίας Αρσάμη, Λυδίας και Ιωνίας Σπιθριδάτη, Μιθροβουζάνη της Καππαδοκίας και τον στρατηγό του βασιλιά Δαρείου Γ’ Μέμνονα τον Ρόδιο με τον δικό του στρατό από Έλληνες μισθοφόρους οπλίτες και Ασιάτες ιππείς, προκειμένου να αποφασίσουν για την καταλληλότερη στρατηγική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Ο Μέμνονας είχε το γενικό πρόσταγμα και τις δάφνες από την επιτυχημένη δράση του τα προηγούμενα χρόνια εναντίον της μακεδονικής εμπροσθοφυλακής, αλλά κατά την εφαρμογή της στρατηγικής του θα έπρεπε να τηρεί τις ισορροπίες με τους υπερήφανους και ευέξαπτους Πέρσες αξιωματούχους.

Όσο οι Πέρσες διαβουλεύονταν, ο Αλέξανδρος προχωρούσε προς τα ανατολικά, με τις σκευοφόρους στα μετόπισθεν, το πεζικό να πορεύεται σε δύο φάλαγγες πορείας, τις πτέρυγες προστατευμένες από το ιππικό και με ισχυρό απόσπασμα ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών (πρόδρομοι ιππείς, Παίονες ιππείς, και λίγοι από τους ελαφρά οπλισμένους πεζούς) να προπορεύεται για την αναγνώριση του εδάφους. Όταν λίγο μετά το μεσημέρι της τέταρτης μέρας πορείας οι ανιχνευτές επέστρεψαν και τον πληροφόρησαν πως είχαν δει τον εχθρό παρατεταγμένο στην ανατολική όχθη ενός μικρού ποταμού με το όνομα Γρανικός, κινήθηκε ολοταχώς προς την κατεύθυνσή του. Φτάνοντας μπροστά στον ποταμό διαπίστωσε πως η κατάσταση δεν θα ήταν εύκολη. Αν και ρηχός και όχι φαρδύς, ο Γρανικός είχε ορμητικό ρεύμα, λόγω της ανοιξιάτικης τήξης του χιονιού στα όρη από όπου πήγαζε, και απόκρυμνες όχθες που δεν επέτρεπαν την εύκολη διάβασή του παρά μόνο από κάποια σημεία. Την ίδια ώρα οι Πέρσες είχαν ήδη παρατάξει το ιππικό τους κατά μήκος της απέναντι όχθης ώστε να εμποδίσουν την εχθρική προέλαση. Καθώς δε είχε αρχίσει να βραδιάζει, ο στρατηγός Παρμενίωνας πρότεινε στον βασιλιά να διανυκτερεύσει το στράτευμα κοντά στο ποτάμι και να διεκπεραιωθεί με ασφάλεια από άλλο σημείο την αυγή. Ο Αλέξανδρος όμως δηλώνοντας πως «αυτός που διέσχισε εύκολα τον Ελλήσποντο ντρεπόταν να σταματήσει μπροστά από ένα μικρό ρυάκι», αποφάσισε να επιτεθεί το ίδιο απόγευμα.

Η αγέρωχη αυτή απάντηση του Αλέξανδρου προς τον σεβάσμιο Παρμενίωνα ήταν άραγε δείγμα νεανικής αλαζονείας ή εξέφραζε μια απόφαση στηριγμένη στην ψυχρή λογική;

Πολλά έχουν γραφτεί για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη η μάχη στον Γρανικό ποταμό, η οποία έχει αρκετά σκοτεινά σημεία για τα οποία οι μελετητές εξακολουθούν να διαφωνούν. Εδώ θα αποπειραθούμε να κάνουμε μια ανάλυση στηριγμένοι κατά το δυνατόν στα υπάρχοντα στοιχεία, αλλά και σε προσωπικές εκτιμήσεις του γράφοντα:

α) Γιατί ο Αλέξανδρος επιδίωξε την αποφασιστική μάχη;
Όταν πέθανε ο Φίλιππος Β’, το βασιλικό ταμείο χρωστούσε 500 τάλαντα (τεράστιο ποσό για την εποχή) και οι πληρωμές των στρατιωτών είχαν ήδη καθυστερήσει πολύ, καθώς τα 1.000 και πλέον τάλαντα που αποκόμιζε ο Αλέξανδρος ετησίως από τα ορυχεία του Παγγαίου κάλυπταν μόλις το ένα τρίτο του κόστους συντήρησης του στρατού. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Αλέξανδρος κατά την ανάρρησή του στον θρόνο κατήργησε την άμεση φορολόγηση -μια σαφή προσπάθεια εξασφάλισης της λαϊκής στήριξης- πράγμα που οδηγούσε όμως την χώρα στην χρεοκοπία. Λύση θα μπορούσε να φέρει είτε η διάλυση του στρατού, είτε η άμεση χωρίς καθυστερήσεις χρησιμοποίησή του, ώστε το έλλειμμα στο μακεδονικό ταμείο να καλυφθεί σε βάρος του περσικού. Παράλληλα το στράτευμα χρειαζόταν ζωτικό χώρο, ώστε να μπορεί να συγκεντρώνει προμήθειες και προσόδους για την συντήρησή του. Αυτά θα εξασφαλίζονταν με την όσο το δυνατόν ταχύτερη προέλαση τόσο στις μικρασιατικές ακτές όσο και στην ενδοχώρα.
Ένας άλλος παράγοντας που επέβαλε τον έλεγχο των ελληνικών παραλιακών πόλεων της Μικράς Ασίας ήταν η στέρηση του περσικού στόλου από ασφαλή αγκυροβόλια στο Αιγαίο, από όπου θα μπορούσε να ανεφοδιαστεί και να δράσει εναντίον των μακεδονικών μετόπισθεν. Ο ταχύτερος τρόπος να επιτευχθεί αυτό θα ήταν με μια γρήγορη κατακτητική πορεία προς νότο. Η συγκέντρωση όμως του περσικού στρατεύματος στα ανατολικά καθιστούσε απαγορευτική την παραπάνω κατεύθυνση δράσης, καθώς θα εξέθετε επικίνδυνα τα μετόπισθεν του ελληνικού στρατεύματος. Με το ναυτικό του να υστερεί έναντι του περσικού τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, ο μόνη ασφαλής οδός επικοινωνίας με την πατρίδα ήταν η χερσαία μέσω των στενών του Ελλησπόντου. Μια αιφνιδιαστική κατάληψη της Αβύδου από τον Μέμνονα, θα άφηνε το μακεδονικό στράτευμα παγιδευμένο σε εχθρική χώρα και την πατρίδα εκτεθειμένη στην εχθρική δράση του περσικού στόλου και των πάντα ανήσυχων ελληνικών πόλεων. Επομένως η μόνη ενδεδειγμένη οδός δράσης ήταν η αναζήτηση της αποφασιστική μάχης με τον εχθρό και η καταστροφή του.

β)Γιατί ο Αλέξανδρος βιαζόταν για την άμεση διεξαγωγή της μάχης;
Η απάντηση εδώ βρίσκεται στο περίφημο συμβούλιο των Περσών στρατηγών όπως διασώζεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Σύμφωνα λοιπόν με τις αρχαίες πηγές, ο Μέμνονας γνωρίζοντας τις ικανότητες του μακεδονικού στρατού, αλλά και του ίδιου του Αλέξανδρου ως διοικητή, πρότεινε την αποφυγή διεξαγωγής μάχης, με στρατηγική υποχώρηση και εφαρμογή τακτικής καμμένης γης. Σύμφωνα με το σχέδιό αυτό, ο Αλέξανδρος χωρίς εφόδια για την συντήρηση του στρατού του, αλλά και χωρίς επαρκείς οικονομικούς πόρους για τις πληρωμές των στρατιωτών του, θα αναγκαζόταν είτε να συνθηκολογήσει, είτε πιεζόμενος από τις συνθήκες να παρασυρθεί σε λάθος και να καταστραφεί. Οι Πέρσες σατράπες όμως, που δεν ήθελαν να δουν τις περιουσίες τους να καταστρέφονται, έφεραν αντιρρήσεις και τελικά το συμβούλιο αποφασισε την διεξαγωγή αποφασιστικής μάχης στον Γρανικό.
Αν και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την γνησιότητα του παραπάνω επεισοδίου, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως ο Αλέξανδρος επιδίωκε την άμεση διεξαγωγή μαχης σκεφτόμενος αντίστροφα: Η καθυστέρηση ακόμα και μίας νύχτας, θα μπορούσε να δώσει στον πανούργο Μέμνονα την ευκαιρία να διαφύγει με τον στρατό του και να τον παρασύρει έτσι στα βάθη της Μικράς Ασίας, μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού του, σε κατεστραμμένη από τον περσικό στρατό γη και εν τέλει να τον εξαναγκάσει να πολεμήσει υπό δυσμενείς για τον ίδιο συνθήκες. Στον Γρανικό αντίθετα είχε τον εχθρό μπροστά του, παρατεταγμένο για μάχη και ενδεχομένως και αιφνιδιασμένο από την δική του ταχύτητα προέλασης.

γ)Υπήρχε κάποιο λάθος στην περσική παράταξη, όπως ευρέως υποστηρίζεται;
Πολλοί δυτικοί συγγραφείς έχουν κατακρίνει την περσική παράταξη στην μάχη του Γρανικού.
Συγκεκριμένα οι Πέρσες παρέταξαν το ιππικό τους (πιθανότατα περί τους 20.000 στο σύνολο) κατά μήκος της όχθης και το πεζικό τους, αποτελούμενο από Έλληνες μισθοφόρους και Ασιάτες επίστρατους (πιθανότατα περί τους 20.000 ακόμα άνδρες συνολικά) σε έναν λόφο στα μετόπισθεν.
Οι σκεπτικιστές θεωρούν πως μια τέτοια παράταξη αποτελούσε λάθος, καθώς καταδίκαζε σε στατικό ρόλο το έξοχο περσικό ιππικό και απέτρεπε τους εμπειροπόλεμους Έλληνες μισθοφόρους από το να συμβάλλουν στην μάχη. Αντίθετα, κατά την άποψή τους, μια πιο ενδεδειγμένη παράταξη δυνάμεων θα ήταν με το πεζικό μπροστά κατά μήκος της όχθης και το ιππικό στις πτέρυγες.
Μια τέτοια παράταξη δυνάμεων όμως θα ήταν στην πραγματικότητα δυσκίνητη και στατική και με δεδομένο πως το ελληνικό στράτευμα υπερείχε κατά πολύ σε βαρύ πεζικό (περίπου 30.000 οπλίτες και σαρισοφόροι έναντι πιθανότατα 5.000 μισθοφόρων οπλιτών του Μέμνονα) και διέθετε την πρωτοβουλία των κινήσεων, ο περσικός στρατός παρατεταγμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε εύκολα να υπερκεραστεί ή να παρακαμφθεί από τον μακεδονικό. Αντίθετα το ιππικό ως κινητικότερο και πιο ευέλικτο όπλο από το πεζικό (και έχοντας υπόψη πως η ανατολική όχθη του Γρανικού ήταν δύσβατη πλην ελαχίστων προσβάσιμων σημείων) θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σπεύσει μαζικά στους υπό απειλή πόρους του ποταμου και να προσβάλει τον μακεδονικό στρατό κατά την δύσκολη φάση της διάβασης, όπου το συνδυασμένο βάρος ιππέα-αλόγου θα έδινε σαφές πλεονέκτημα έναντι των ασύντακτων ακόμα Μακεδόνων πεζών.
Ένα άλλο δεδομένο το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη είναι ο οπλισμός του περσικού ιππικού. Ο εξοπλισμός του Πέρση ιππέα περιελάμβανε ελαφριά δόρατα, τα παλτά, τα οποία ήταν δυνατόν να εξακοντιστούν και ως ακόντια, και φυσικά τόξα και βέλη. Συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια βίαιης διάβασης του ποταμού θα είχε ως απάντηση μια βροχή βλημάτων παντός είδους που θα προκαλούσαν τραυματισμούς και θανάτους, όπως και έγινε άλλωστε.
Τέλος η χρήση του πεζικού ως εφεδρεία, παρείχε ένα ισχυρό σημείο στήριξης για το ιππικό, καθώς αν τα πράγματα στράβωναν, αυτό θα μπορούσε να καταφύγει πίσω από τις γραμμές των πεζών και να ανασυνταχτεί εκεί. Το γιατί δεν έγινε τελικά αυτό θα εξηγηθεί στην συνέχεια.

Αφού παρατήρησε για λίγο την εχθρική παράταξη, ο Αλέξανδρος διέταξε την ενίσχυση των δυνάμεων της εμπροσθοφυλακής (πρόδρομοι ιππείς, Παίονες ιππείς και λίγοι ψιλοί) με την ίλη εταιρικού ιππικού του ίλαρχου Σωκράτη και μία τάξη Υπασπιστών. Αφού έθεσε αυτό το τακτικό συγκρότημα υπό την διοίκηση του σωματοφύλακα Πτολεμαίου, διέταξε την άμεση επίθεσή του στο περσικό άκρο αριστερό.

Στο μεταξύ άρχισε να παρατάσσει τις δικές του δυνάμεις. Το εταιρικό ιππικό στο άκρο δεξιό, μαζί με τους Αγριάνες ακοντιστές και τους τοξότες και τις άλλες δύο τάξεις των Υπασπιστων που έπονταν στα αριστερά, συγκρότησαν την δεξιά μακεδονική πτέρυγα και τέθηκαν υπό την ηγεσία του ίδιου του Αλέξανδρου.
Στο κέντρο τάχθηκαν οι έξι τάξεις της φάλαγγας, υπό τους Περδίκα, Κοίνο, Αμύντα του Ανδρομένους, Φίλιππο του Αμύντα, Μελέαγρο και Κρατερό.
Οι Θεσσαλοί ιππείς, οι Θράκες ιππείς και Έλληνες σύμμαχοι ιππείς τάχθηκαν στο αριστερό υπό την διοίκηση του Παρμενίωνα. Οι Έλληνες σύμμαχοι πεζοί της Συμμαχίας και οι μισθοφόροι τάχθηκαν πίσω από το σύνολο ως εφεδρεία.

Στο μεταξύ οι Πέρσες δέχονταν στο άκρο αριστερό τους την επίθεση του τακτικού συγκροτήματος του Πτολεμαίου. Θεωρώντας πως η κύρια επίθεση του μακεδονικού στρατού θα γινόταν στο ίδιο σημείο, ενίσχυσαν το αριστερό τους με μονάδες ιππικού από το κέντρο της παράταξής τους.
Ο Αλέξανδρος παρατηρώντας την κίνηση αυτή και αντιλαμβανόμενος την εξασθένηση του εχθρικού κέντρου, όρμησε με το ιππικό των εταίρων, τους ελαφρά οπλισμένους και τους Υπασπιστές και κινούμενος λοξά προς τα αριστερά, επιτέθηκε σε έναν πόρο στο κέντρο της περσικής παράταξης, απειλώντας το με διάρρηξη.

Οι Πέρσες σατράπες έχοντας αντιληφθεί τι συνέβη και καθως όλες οι πτέρυγες του περσικού στρατού ήταν απασχολημένες από τον μακεδονικό στρατό που προέλαυνε προς το ποτάμι και δεν μπορούσαν να απαγκιστρωθούν, έσπευσαν με τις προσωπικές τους ακολουθίες στο σημείο όπου επιτέθηκε ο Αλέξανδρος.Θεωρώντας ορθά πως αν ο Αλέξανδρος φονευόταν θα κατέρρεε και η ελληνική εκστρατεία στην Ασία, οι Πέρσες επίλεκτοι στοχοποίησαν τον Μακεδόνα βασιλιά, που ως συνηθως πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, και οι συγκρούσεις που έλαβαν χώρα γύρω του ήταν άγριες. Οι εταίροι χάρη στις μακριές τους λόγχες και την υποστήριξη των ελαφρά οπλισμένων πεζών, επικρατούσαν σταδιακά έναντι των απέναντί τους Περσών. Σε μια κρίσιμη στιγμή όμως, όπου ο γαμπρός του Δαρείου Μιθριδάτης εφορμούσε κατά του σημείου όπου βρισκόταν ο Αλέξανδρος, η λόγχη του βασιλιά έσπασε. Τότε τον πλησίασε ο Δημάρατος ο Κορίνθιος και του έδωσε την δική του λόγχη. Αμέσως ο Αλέξανδρος όρμησε εναντίον του Μιθριδάτη και του διαπέρασε το πρόσωπο. Την ίδια ώρα ο σατράπης Λυδίας Σπιθριδάτης μαζί με τον αδερφό του Ροισάκη κατάφεραν να περικυκλώσουν τον βασιλιά. Ο Ροισάκης, που είχε πλησιάσει τον Αλέξανδρο από μπροστά, τον χτύπησε με το σπαθί του στο κράνος. Αυτό όμως δεν έσπασε και έτσι ο Αλέξανδρος σώθηκε. Ενώ ο Αλέξανδρος διαπέρνούσε τον Πέρση αξιωματούχο πέρα ως πέρα με την λόγχη του, ο Σπιθριδάτης που βρέθηκε πίσω του, σήκωσε το οπλισμένο χέρι του για να του πάρει το κεφάλι. Τότε ο εταίρος Κλείτος ο Μέλας (=Μαύρος) έσωσε τον Αλέξανδρο κόβοντας με μια σπαθιά το χέρι του σατράπη.

Παρά την σφοδρή περσική αντίσταση και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι επιτιθέμενοι λόγω της λάσπης και του δύσκολου για το ιππικό εδάφους, σύντομα η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει υπέρ των Μακεδόνων που μάχονταν στο κέντρο, όπου διεξαγόταν και η αποφασιστική μάχη. Καθώς όλο και περισσότερα τμήματα του ελληνικού στρατού διεκπεραιώνονταν απέναντι και πίεζαν τους Πέρσες, άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα ρήγματα στην περσική παράταξη. Οι Πέρσες στρατηγοί έπεσαν ο ένας μετά τον άλλον νεκροί στο πεδίο της μάχης μαζί με άλλους χίλιους Πέρσες ιππείς. Οι υπόλοιποι, χωρίς αρχηγούς να τους οδηγούν, άρχισαν να υποχωρούν άτακτα αφήνοντας εκτεθειμένο το πεζικό, το οποίο ο μακεδονικός στρατός περικύκλωσε. Παρά την προσπάθεια των Ελλήνων μισθοφόρων να έρθουν σε διαπραγματεύσεις, ο Αλέξανδρος επιτέθηκε και όλο το περσικό πεζικό πλην 2.000 μισθοφόρων που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, εξοντώθηκε.

Η απόφαση του Αλέξανδρου να εξοντώσει το εχθρικό πεζικό και ειδικά τους Έλληνες μισθοφόρους ήταν καλά υπολογισμένη, καθώς στερούσε τους Πέρσες από μια αξιόμαχη δύναμη την οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την οχύρωση της χώρας και για την πολιορκία ή υπεράσπιση πόλεων.

Μετά την περιφανή αυτή νίκη, ολόκληρη η βορειοδυτική Μικρά Ασία περιήλθε στην κυριαρχία του Αλέξανδρου. Ο Μέμνονας με τα υπολείμματα του περσικού στρατού διέφυγε προς νότο για να συνεχίσει τον αγώνα, ενώ ο σατράπης της Ελλησποντιακής Φρυγίας Αρσίτης, αν και δεν έπεσε στην μάχη, αυτοκτόνησε από ντροπή για την ήττα του. Ο Αλέξανδρος απέδωσε μεγάλες τιμές στους νεκρούς του, καθώς και ηθικές και υλικές αμοιβές στους συγγενείς τους. Από τα λάφυρα της μά­χης έστειλε στην Αθήνα 300 πανοπλίες ως αφιέρωμα στην πολιούχο Αθηνά – στην Ακρόπολη, με την επιγραφή: «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλλη­νες πλην Λακεδαιμονίων, από των βαρβάρων των εις Ασίαν οικούντων». Η περσικη στρατιά της Μικράς Ασίας είχε εξοντωθεί και ο δρόμος για προέλαση στις μικρασιατικές πόλεις στην ακτή και στην ενδοχώρα είχε πλέον ανοίξει.

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.