Γ. Βαρθαλίτης: Ανθρωπιστική παιδεία και ηλεκτρονική βαβέλ

Γιώργος Βαρθαλίτης

Ο ανθρωπισμός φαινομενικά μοιάζει με τον Ιανό. Έχει δύο όψεις: μια εσωτερική και μια εξωτερική, μια ηθική και μια αισθητική. Ο θεμέλιος λίθος της πρώτης είναι η παραδοχή του ‘αυτόβουλου’ και συνεπώς η πίστη στις απεριόριστες δυνατότητες ‘αυτοπραγμάτωσης’ του ανθρώπου. Η ανθρωπιστική ηθική αντιστρατεύεται τόσο τις μοιρολατρικές δεισιδαιμονίες (που λίγη σχέση έχουν εντούτοις με την αληθινή πίστη) όσο και την επιστημονική μοιρολατρία των καιρών μας, που προσπαθεί να ερμηνεύσει την προσωπικότητα, είτε με γενετικούς είτε με κοινωνιολογικούς όρους. Η θαυμάσια μεταφυσική αλληγορία της πλατωνικής πολιτείας, στην οποία οι αγέννητες ψυχές καλούνται να διαλέξουν τις μελλοντικές ζωές τους κι η κατηγορηματική απόφανση του αρχαίου φιλοσόφου πως η ευθύνη αυτής της επιλογής ανήκει αποκλειστικά σε εκείνες κι όχι στον Θεό (αιτία ελομένου· Θεός αναίτιος) είναι η ωραιότερη έκφραση του αρχαίου ανθρωπισμού. Στην Αναγέννηση ο Pico della Mirandola, με τον περίφημο λόγο του de hominis dignitate, διακηρύττει πως το μεγαλείο -αλλά κι η αθλιότητα- του ανθρώπου εκπορεύεται από την αδέσμευτη θέλησή του. Ο άνθρωπος, κατά τον Mirandola, δεν είναι μήτε θνητός μήτε αθάνατος, μήτε γήινος μήτε ουράνιος· δεν έχει καν πρόσωπο, αλλά επιλέγει και πλάθει ο ίδιος σαν δεύτερος δημιουργός, όπως τη θέλει, τη δική του φύση και μορφή.

Η ανθρωπιστική αισθητική, πάλι, διατρανώνει την πίστη της στην αυταξία του λόγου. Ο λόγος δεν είναι μόνον μέσον επικοινωνίας. Η θεϊκή αυτή δωρεά συνιστά την ίδια τη φύση μας. Η αληθινή καλλιέργεια δεν νοείται δίχως την καλλιέργεια εκείνου του θαυμάσιου και σύμφυτου με τη βαθύτερη ουσία μας οργάνου. Το εξωτερικό κάλλος του λόγου αντανακλά το εσωτερικό κάλλος της ψυχής και του πνεύματος.

Οι δύο αυτές όψεις του ανθρωπισμού δεν είναι τόσο διαφορετικές όσο φαίνεται. Η ανθρώπινη αυτοπραγμάτωση περνά μέσα από τη γλωσσική άσκηση και παιδεία. Η γλώσσα, άλλωστε, είναι ο προνομιακός χώρος εκδίπλωσης και κατακύρωσης της ελευθερίας. Μήπως δεν έχει ειπωθεί ότι το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος; Και μήπως εκείνο δεν είναι ή λυδία λίθος που διαχωρίζει το κίβδηλο από το αυθεντικό ψυχικό μετάλλευμα;

Κοιτίδα του ανθρωπισμού υπήρξε, βέβαια, η ελληνική αρχαιότητα. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι μέχρι και το λυκόφως του εθνικού κόσμου υπερασπίστηκαν σθεναρά την θεμελιώδη ανθρωπιστική αρχή: την ελευθερία της βούλησης. Ο Πλωτίνος αντέκρουσε τις μωρολογίες των αστρολόγων. Ο Βοήθιος προσπάθησε να συγκεράσει επιδέξια τη θεία πρόγνωση με την αυτοδιάθεση. Παράλληλα, κάθε σημαντική έκφανση του αρχαίου πνεύματος (φιλοσοφική, ιστοριογραφική, λυρική, δραματική, ακόμη κι επιστημονική) σφραγίζονταν από μιαν απαράμιλλη τελειότητα λόγου.

Εύλογα, λοιπόν, τα μεγάλα έργα της ελληνορρωμαϊκής γραμματολογίας θεωρήθηκαν, από την Αναγέννηση και εφεξής, η βασιλική οδός για την επίτευξη του ανθρωπιστικού ιδεώδους. Τα κλασσικά γράμματα έγιναν ο αποκλειστικός θεματοφύλακας της παιδείας. Ο Μίλτων φημολογείται πως γνώριζε από στήθους ολόκληρη την Ιλιάδα. Ο Ρακίνας λάτρευε τον Ευριπίδη. Ακόμη κι ο έκφυλος Καζανόβας είχε γερή λατινική αγωγή: σχεδόν παιδί ακόμα στιχουργούσε με αξιοθαύμαστη ευχέρεια ελεγειακά επιγράμματα.

Με τον καιρό η κατάσταση άλλαξε άρδην. Οι κλασσικές σπουδές άρχισαν να οδηγούνται στο περιθώριο της ακαδημαϊκής ζωής αλλά και των ευρύτερων πνευματικών ζυμώσεων και να αναδιπλώνονται σε στείρα φιλολογική επιστημοσύνη. Έπαψαν να αποτελούν φορέα ολόπλευρης καλλιέργειας και εκφυλίστηκαν κι αυτές σε μια μορφή εξειδικευμένης κατάρτισης. Ό,τι ήταν στην Αναγέννηση η συγκλονιστική ανακάλυψη μιας πνευματικής terra incognita (ανακάλυψη συγκρίσιμη αναλογικά μ’ εκείνη της Αμερικής) κατάντησε πλέον μια περιορισμένη γωνιά σχολαστικής μικρολογίας. Το γράμμα, για μια ακόμη φορά, σκότωσε το πνεύμα.

Εξάλλου, οι κοσμογονικές εκρήξεις της ευρωπαϊκής ιδιοφυΐας από την εποχή του διαφωτισμού ώς τις μέρες μας δημιούργησαν μια τόσο πλούσια παρακαταθήκη τέχνης και στοχασμού, ώστε μοιραία η πρωτοκαθεδρία των κλασσικών γραμμάτων υπονομεύθηκε. Οι ίδιοι οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του νεοελληνικού πολιτισμού (ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης, ο Τερζάκης, ο Ελύτης κ.α.), πέρα απ’ την αξιοσημείωτη αρχαιογνωσία τους, ήταν βαθιά εξοικειωμένοι με τα πνευματικά επιτεύγματα της δύσης.

Αν τώρα στρέψουμε το βλέμμα στην παιδευτική περιπέτεια των καιρών μας, θα διαπιστώσουμε έναν περίεργο διχασμό. Από τη μια μεριά βρίσκεται η θεσμοθετημένη εκπαίδευση, η οποία παρουσιάζεται σταθερά προσανατολισμένη αφενός στη διηνεκή εξειδίκευση και αφετέρου στη χρησιμοθηρική εξαργύρωση του γνωστικού αγαθού. Από την άλλη πάλι πλευρά υπάρχει μια άτυπη μορφή ‘παιδείας’, που ασκείται από τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας. Κάθε στιγμή και οπουδήποτε βομβαρδιζόμαστε ανελέητα -μέσω της τηλεόρασης, του ραδιοφώνου, του τύπου, του διαδικτύου- από τα πιο διαφορετικά ερεθίσματα. Αν εικάζαμε πως παράγεται καθημερινά -έντυπα ή ηλεκτρονικά- απειράριθμες φορές ολόκληρη η βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (αυτό το θησαυροφυλάκιο μιας χιλιετίας πολιτισμού), δεν θα απείχαμε πολύ από την αλήθεια.

Πράγματι, η πληθώρα του πληροφοριακού υλικού είναι τόσο τρομακτικά ιλιγγιώδης κι η εισβολή του στη ζωή μας τόσο καταιγιστική, ώστε δεν έχουμε χρόνο μήτε να το εμβαθύνουμε και να το επεξεργαστούμε κριτικά. Ποτέ δεν ήταν πιο επίκαιρη η ρήση του Eliot: χάσαμε τη σοφία στη γνώση, τη γνώση στις πληροφορίες.

Είναι φανερό πως πλέον ζούμε εγκλωβισμένοι σε μια χαοτική Βαβέλ. Ο μικρόκοσμος της οθόνης συχνά υποκαθιστά τον κόσμο και τη ζωή. Τα τεχνολογικά επιτεύγματα λειτουργούν ως εξαρτησιογόνες ουσίες. Ο άνθρωπος χάνεται μέσα σε οπτικούς και πληροφοριακούς λαβυρίνθους, των οποίων η διάταξη συνεχώς μεταβάλλεται και οι οποίοι δεν έχουν μήτε κέντρο μήτε διεξόδους, αφού οι διέξοδοι οδηγούν με τη σειρά τους σε άλλους λαβυρίνθους. Η ανθρώπινη εμπειρία, βέβαια, ήταν πάντα περίπλοκη. Σ’ όλους όμως τους πολιτισμούς τα μεγάλα έργα της παράδοσης (φιλοσοφικής, θεολογικής ή καλλιτεχνικής) υπήρξαν οδηγοί πορείας και ταξινόμησης αυτής της εμπειρίας. Ας θυμηθούμε τη θαυμαστή δομή της ‘Θείας Κωμωδίας’. Στην εποχή του χάους τέτοιες καθολικές αναφορές δεν υπάρχουν. Αντιθέτως, αναρίθμητα ιδιώματα -και τούτο είναι το παράδοξο- απαρτίζουν μια ομοιογενή έρημο. Τα ετερογενή μηνύματα που μας κατακλύζουν αυτοαναιρούνται αφήνοντας μέσα μας όχι την ευφορία της ανακάλυψης αλλά σύγχυση και κόπωση.

Αδιαμφισβήτητα κάθε λόγος έχει και τον αντίλογό του. Έτσι θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως, σε σχέση με την εποχή της τηλεοπτικής μονοκρατορίας, η επανάσταση των υπολογιστών κι η αλματώδης ανάπτυξη του διαδικτύου εγκαινίασε μια περίοδο φιλικότερη στις παιδευτικές αξίες. Καταρχήν, ο γραπτός λόγος διεκδικεί πάλι τα δικαιώματά του από την εικόνα. Έπειτα, αντίθετα με την αποβλακωτική παθητικότητα, στην οποία καθηλώνει η τηλεόραση τον θεατή της, η σχέση του χρήστη με την υπολογιστική μηχανή του και τους πληροφοριακούς διαύλους που του ανοίγει είναι πιο ενεργητική. Την οχλοκρατική απολυταρχία της τηλεοπτικής αισθητικής έχει -τουλάχιστον φαινομενικά- αντικαταστήσει μια οικουμενική ηλεκτρονική δημοκρατία. Τώρα μπορεί να ταξιδέψει κανείς ελεύθερα στις ψηφιακές οδούς, να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους σ’ όλα τα μέρη της υφηλίου και να παρέμβει δημιουργικά καταθέτοντας τη γνώμη του ή τοποθετώντας τη δική του ψηφίδα στο παγκόσμιο πληροφοριακό μωσαϊκό. Τέλος, ακόμη κι η ίδια η μεγάλη γραπτή κληρονομιά της παράδοσης βρίσκει καταφύγιο σ’ αυτή τη μπορχική βιβλιοθήκη της τεχνολογικής Βαβέλ.

Νομίζω πως και η συλλήβδην απόρριψη και δαιμονοποίηση των νέων τεχνολογιών αλλά και η ανομολόγητη θεοποίησή τους ως παιδευτικής πεμπτουσίας και πανάκειας θα αποτελούσε υπεκφυγή του προβλήματος. Δυστυχώς στον τόπο μας συμβαίνει το δεύτερο. Συγχέουμε το μέσο με την αξία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως η ανάπτυξη τεχνικών δεξιοτήτων λίγη σχέση έχει με την αληθινή παιδεία. Η αληθινή παιδεία σχετίζεται με την ομορφιά σε όλες τις εκφάνσεις της- από τις πιο επιδερμικές -από την καλλιγραφία λ.χ., που ο σινικός κι ο αραβικός πολιτισμός είχαν εξυψώσει σε σπουδαία τέχνη- ώς τις βαθύτερες. Και ακριβώς κάθε έννοια ομορφιάς ευτελίζεται πλέον ακόμα κι απ’ την ίδια την τέχνη.

Έτσι, εφτά περίπου δεκαετίες αργότερα, η αισθητική ουτοπία που ευαγγελίστηκε ο Βαλερύ, γοητευμένος από την ικανότητα του γραμμοφώνου να μεταφέρει ολόκληρες ορχήστρες στα διαμερίσματά μας και να παρέχει έτσι αισθητική τέρψιν κατ’ οίκον, διαψεύσθηκε οικτρά. Σήμερα πνιγόμαστε στην κυριολεξία από τα κάθε λογής σκύβαλα και απόβλητα που διοχετεύονται αστραπιαία απ’ όλα τα σημεία της γης στο σπίτι μας. Ειδικότερα η γλώσσα καταρρακώνεται από τη χρησιμοθηρική της αφαίμαξη και την τραγική συρρίκνωση των έντεχνων μορφών της. Τόσο ο λόγος της πληροφόρησης όσο κι εκείνος των ακαδημαϊκών μελετών και των μυθοπλασιών χαρακτηρίζονται, ως επί το πλείστον, από ακαμψία, στειρότητα και ανιαρή ομοιογένεια. Στην πραγματικότητα έχουμε μια βιομηχανία μαζικής παραγωγής τυποποιημένου λόγου. Βέβαια, πάντα μπορεί να ανακαλύψει κανείς οάσεις γλωσσικής αναψυχής, αλλά κι αυτές δεν κάνουν το ταξίδι στην έντυπη κι ηλεκτρονική έρημο λιγότερο άγονο και κοπιώδες.

Αλλά αν το κάλλος εξοστρακίζεται από κάθε πτυχή της ζωής μας -από τις πόλεις που κατοικούμε μέχρι τη ρητορεία των πολιτικών μας-, η μια ρίζα του κακού πρέπει να βρίσκεται αλλού: στην ασχήμια της εσωτερικής Βαβέλ, που αντικατοπτρίζεται και αναπαράγεται στην ηλεκτρονική.

Η άλλη ρίζα του έγκειται σ’ εκείνους τους μηχανισμούς που, χρησιμοποιώντας τα ηλεκτρονικά μέσα, χειραγωγούν εν αγνοία μας τη ζωή μας. Είναι μηχανισμοί πολύ πιο αφανείς και λεπτοί από αυτούς που γνωρίσαμε μέχρι τώρα (δεσποτείες του δόγματος, τυραννίες), γιατί υποθάλπουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας μετατρέποντας σε δικές μας ανάγκες κι επιλογές αλλότρια συμφέροντα.

Προφανώς η έλευση ενός γενικευμένου τρίτου ανθρωπιστικού κινήματος (για να θυμηθούμε τον Jaeger) δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα. Ωστόσο δεν έχει νόημα να προσχωρήσουμε στις Κασσάνδρες και να διακινδυνεύσουμε ζοφερές προβλέψεις για ένα ζοφερό μέλλον. Τον γνήσιο ανθρωπισμό δεν τον ενδιαφέρουν τα συλλογικά ρεύματα αλλά ο μεμονωμένος άνθρωπος. Και περισσότερο από τους επίσημους και ανεπίσημους εκπαιδευτικούς θεσμούς τον απασχολεί η ίδια η αυτοπαιδευτική ικανότητά μας. Και ο άνθρωπος, ακόμα και μέσα στη σύγχρονη ηλεκτρονική Βαβέλ, παρακάμπτοντας και τη Σκύλλα του αποστειρωμένου ακαδημαϊσμού και τη Χάρυβδη της ψευδοψυχαγωγικής βιομηχανίας, αξιοποιώντας με σύνεση και περίσκεψη τη σύγχρονη τεχνολογία και επιλέγοντας, τέλος, μέσα από έναν δημιουργικό διάλογο με την παράδοση, στο πείσμα των πάντων, την παίδευση που του αρμόζει, διατηρεί τη δυνατότητα να σπάσει τις εσωτερικές και εξωτερικές αλυσίδες του και να σμιλέψει το δικό του αυθεντικό πρόσωπο.

* Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ευθύνη» (2006)
ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.