“Δερμάτινοι χιτώνες”: Θεός, άνθρωπος και ύλη

Πρὶν ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ τονισθῆ ὅτι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες, ὅπως τὸ δείχνει καθαρὰ ἡ διήγηση τῆς Γενέσεως, προστέθηκαν στὸν ἄνθρωπο μετὰ τὴν πτώση καὶ ὅτι δὲν ἀποτελοῦν φυσικὸ συστατικὸ στοιχεῖο του. Αὐτὸ ποὺ ἡ ἐμπειρικὴ παρατήρηση ὀνομάζει «φυσικότητα» τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γιὰ τὴ βιβλικοπατερικὴ διδασκαλία μιὰ μεταγενέστερη, ἡ μετὰ τὴν πτώση κατάσταση, ὄχι ἡ ἀρχικὴ καὶ συνεπῶς ἀληθινὴ φύση του. «Ὅτι οἰκεία μὲν καὶ κατὰ φύσιν τοῖς ἀνθρώποις ἐστὶν ἡ ζωὴ ἡ πρὸς τὴν θείαν φύσιν ὡμοιωμένη» (Γρηγόριος Νύσσης). Καλεῖται συνεπῶς ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἂν θέλη νὰ κατανοήση πλήρως τὴν ὕπαρξή του, τὰ καλὰ στοιχεῖα ἀλλὰ καὶ τὰ δεινὰ ποὺ τὸν μαστίζουν, νὰ διευρύνη τὸν ὁρίζοντά του, νὰ διερωτηθῆ μήπως αὐτὸ ποὺ θεωρεῖ «φυσικὸ» δὲν εἶναι τόσο αὐτονόητο. Καὶ πρέπει νὰ σημειώσουμε πὼς εἶναι εὐοίωνο τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐπιστήμονες θέτουν τὰ τελευταῖα χρόνια στὸ χῶρο τῶν ἀνθρωπολογικῶν ἐπιστημῶν αὐτὸ τὸ ἐρώτημα. Πάντως γιὰ ὅποιον θέλει νὰ κινηθῆ στὸ χῶρο τῆς ὀρθόδοξης βιβλικοπατερικῆς ἀνθρωπολογίας ἡ διάκριση αὐτὴ ἔχει ἀποφασιστικὴ σημασία καὶ πρέπει νὰ τὴν ἔχη συνέχεια κατὰ νοῦ.

Τὸ δεύτερο σημεῖο ποὺ χρειάζεται νὰ ἐπισημανθῆ ἀφετηριακὰ εἶναι ὅτι τοὺς δερμάτινους χιτῶνες δὲν ἀποτελεῖ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ πατέρες ἀπὸ νωρὶς βρέθηκαν στὴν ἀνάγκη νὰ τὸ τονίσουν αὐτὸ γιὰ νὰ ἀναιρέσουν τὶς ὑποτιμητικὲς γιὰ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα αἱρέσεις τῶν γνωστικῶν. Δὲν εἶναι παράδοξο ὅτι ὁ Ὠριγένης, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὴ λαθεμένη ἀντίληψή του γιὰ τὴν προΰπαρξη τῶν ψυχῶν, ἀμφέβαλε γιὰ τὸ ἂν κάτω ἀπὸ τὴν ἔκφραση «δερμάτινοι χιτῶνες» τῆς Γραφῆς πρέπει νὰ νοηθοῦν τὰ σώματα ἢ ὄχι. Ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι σ’ αὐτὴ τὴν ἀμφιβολία οἱ πατέρες ἀσκοῦν σκληρὴ κριτική, χαρακτηριστικὴ τῆς προσπαθείας τους ὄχι ἁπλῶς νὰ ὑπογραμμίσουν τὴ θετικὴ ἀξία τοῦ σώματος, ἀλλὰ νὰ τονίσουν τὴν κεντρικὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια ὅτι τὸ σῶμα μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ «συνθέτουν» τὸν «κατὰ φύσιν» ἄνθρωπο. «Ἄνθρωπος δὲ ἀληθέστατα λέγεται κατὰ φύσιν οὔτε ψυχὴ χωρὶς σώματος, οὒτ’ αὖ σῶμα χωρὶς ψυχῆς, ἀλλὰ τὸ ἐκ συστάσεως ψυχῆς καὶ σώματος εἰς μίαν τὴν τοῦ καλοῦ μορφὴν συντεθέν» (Ἐπιφάνιος Κύπρου). Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ εἶναι γιὰ τὴν πατερικὴ παράδοση ὄχι μόνο κεντρικὴ ἀλλὰ καὶ σαφής. Ἔτσι δὲ χρειάζεται νὰ ἐπιμείνουμε ἐδῶ στὴν τεκμηρίωση ἢ ἀνάλυσή της.

Ὅμως τί εἶναι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες; Μιλήσαμε παραπάνω γιὰ βαρυσήμαντη διδασκαλία τῶν πατέρων σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἡ πατερικὴ διδασκαλία εἶναι ὄντως βαρυσήμαντη, δὲν εἶναι ὅμως συστηματική. Οἱ πατέρες, ὅπως χρησιμοποίησαν τὸ «κατ’ εἰκόνα» γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὴν πραγματικότητα τοῦ κατὰ φύσιν ἀνθρώπου, χωρὶς νὰ κάνουν γύρω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ἕνα σύστημα, ἔτσι συχνὰ βοηθήθηκαν ἀπὸ τὴν ἔννοια τῶν «δερματίνων χιτώνων» γιὰ νὰ περιγράψουν καὶ ἑρμηνεύσουν τὴν μετὰ τὴν πτώση κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Διατύπωσαν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ πολλὲς ἀλήθειες σχετικὰ μὲ τοὺς δερμάτινους χιτῶνες καὶ ἔκαναν ποικίλες ἐφαρμογὲς τοῦ ὅρου.

Ἕνας πρῶτος κοινὸς τόπος ὅλων τῶν ἐφαρμογῶν εἶναι ὅτι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ἐκφράζουν τὴ νεκρότητα τὴν ὁποία περιβλήθηκε ὡς δεύτερη φύση του μετὰ τὴν πτώση ὁ ἄνθρωπος. «Τοὺς δερματίνους χιτῶνας διὰ τοῦτο κατεσκεύασεν (ὁ Θεός) οἱονεὶ νεκρότητι περιβαλὼν αὐτόν (τὸν ἄνθρωπο)» (Μεθόδιος Ὀλύμπου). Ἐνῷ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση ὁ ἄνθρωπος ἦταν «γυμνὸς τῆς τῶν νεκρῶν δερμάτων ἐπιβολῆς», κατόπιν «δέρμασι νεκροῖς περικαλύπτεται» (Γρηγόριος Νύσσης). «Οὐκοῦν ἐκ τῆς τῶν ἀλόγων φύσεως ἡ νεκρότης οἰκονομικῶς περιετέθη τῇ εἰς ἀθανασίαν κτισθείσῃ φύσει» (Γρηγόριος Νύσσης).

Στὰ χωρία αὐτά, καὶ σὲ ἄλλα ποὺ δὲν παραθέτουμε, εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι δὲ γίνεται λόγος γιὰ θάνατο ἀλλὰ γιὰ νεκρότητα, γιὰ μιὰ νέα κατάσταση στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, γιὰ μιὰ ἐν θανάτῳ ζωή (Γρηγόριος Νύσσης). Ἡ ἀλλαγὴ εἶναι μεγάλη, ἀποτελεῖ πλήρη ἀντιστροφὴ τῶν πραγμάτων. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει πιά, ὅπως πρίν, ὡς συστατικὸ χαρακτηριστικό του τὴ ζωή, δὲν ὑπάρχει χάρη στὴ ζωὴ ποὺ ἀναβλύζει φυσικὰ ἀπὸ μέσα του, ὑπάρχει ὅσο ἀναβάλλει τὸ θάνατο. Αὐτὸ ποὺ κυρίως ὑπάρχει τώρα εἶναι ὁ θάνατος, ἡ ζωὴ ἔχει μετατραπῆ σὲ ἐπιβίωση.

Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς σὲ μιὰ ἐμπνευσμένη «θεωρία τοῦ τρόπου καθ’ ὃν γέγονε τοῦ Ἀδὰμ ἡ παράβασις» βλέπει τὸν πρωτόπλαστο νὰ ἐπείγεται νὰ δημιουργήση στὸν ἑαυτό του μὲ τρόπο τεχνητὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, νὰ δημιουργήση μέσα του αὐτόνομα, «δίχα Θεοῦ καὶ πρὸ Θεοῦ καὶ οὐ κατὰ Θεόν», ὅ,τι εἶναι ἀποκλειστικὸ χαρακτηριστικό του Θεοῦ, τὴν αὐτοζωή. Ἐγκατέλειψε ἔτσι τὴν ἁρμόζουσα στὴ φύση του θεία τροφὴ καὶ διάλεξε γιὰ νὰ φτιάξη τὴν ξεχωριστὴ δική του ζωὴ ὡς τροφὴ τὸν καρπὸ τοῦ ἀπαγορευμένου δένδρου, ποὺ ὡστόσο εἶχε διδαχθῆ ἀπὸ πρὶν ὅτι ἦταν καρπὸς θανάτου, δηλαδὴ καρπὸς τῆς διαρκοῦς ροῆς, ἀλλαγῆς καὶ ἀλλοιώσεως. Ἔτσι ἔκανε ἀνάλογη μὲ τὸν καρπό, φθαρτή, καὶ τὴ ζωή του, δημιούργησε ζωντανὸ μέσα του τὸ θάνατο. Γιατί, ἀφοῦ ὁ θάνατος ὑπάρχει, ἐξηγεῖ ὁ θεοφόρος πατήρ, ὡς ἡ φθορὰ αὐτοῦ ποὺ κάθε φορὰ δημιουργεῖται, διαρκῶς δὲ τὸ δημιουργούμενο μὲ τὴν εἰσροὴ καὶ ἀπορροὴ τῶν τροφῶν σῶμα φθείρεται κατὰ τρόπο φυσικό, εἶναι φανερὸ πὼς ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα πίστεψε ὁ Ἀδὰμ ὅτι δημιουργεῖται ἡ ζωή, αὐτὰ δημιούργησαν μέσα του καὶ μέσα μας καὶ συντηροῦν ἔκτοτε ἀκμαῖο τὸ θάνατο. Ἔτσι ὁ Ἀδὰμ παρέδωσε τροφὴ στὸ θάνατο ὁλόκληρη τὴ φύση. Καὶ «ὁ μὲν θάνατος ζῇ δι’ ὅλου τοῦ χρονικοῦ τούτου διαστήματος, ἡμᾶς βρῶσιν ποιούμενος, ἡμεῖς δὲ ζῶμεν οὐδέποτε, ἀεὶ διὰ φθορᾶς ὑπ’ αὐτοῦ κατεσθιόμενοι» (Μάξιμος Ὁμολογητής). Γι’ αὐτό, λίγο πιὸ κάτω, ὀνομάζει «τὸ πέρας τῆς παρούσης ταύτης ζωῆς οὐ θάνατον, ἀλλὰ θανάτου ἀπαλλαγήν».

Ἡ νεκρότητα λοιπόν, ἡ ἀπουσία τῆς ζωῆς, ποὺ βιώνεται ἀπὸ τὶς εὐαίσθητες ψυχὲς κάθε ἐποχῆς ὡς ἀπουσία νοήματος, ὁ «ὑγρὸς καὶ διαλελυμένος» (Ἰωάννης Χρυσόστομος) ἢ «κατεψυγμένος» (Γρηγόριος Νύσσης) βίος, εἶναι ἡ πρώτη διάσταση τῶν δερματίνων χιτώνων.

Ἡ νεκρότητα αὐτὴ εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἀλόγου φύσεως. Τὸ ὅτι ντύθηκε λοιπὸν μ’ αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος, συμπίπτει μὲ τὸ ὅτι ντύθηκε τὴν ἄλογη φύση, μὲ τὸ ὅτι ζῆ στὸ ἑξῆς μὲ τὴ ζωή της καὶ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὶς ἰδιότητές της. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης μιλάει γιὰ «τὸν νεκρὸν ἐκεῖνον καὶ εἰδεχθῆ χιτῶνα, τὸν ἐκ τῶν ἀλόγων δερμάτων ἡμῖν ἐπιβληθέντα». Καὶ ἐξηγεῖ: «δέρμα δὲ ἀκούων τὸ σχῆμα τῆς ἀλόγου φύσεως νοεῖν μοι δοκῶ, ᾧ πρὸς τὸ πάθος οἰκειωθέντες περιεβλήθημεν». Προσδιορίζει δὲ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη σαφήνεια: «Ἔστι δὲ ἃ προσέλαβεν (ὁ ἄνθρωπος) ἀπὸ τοῦ ἀλόγου δέρματος· ἡ μίξις, ἡ σύλληψις, ὁ τόκος, ὁ ρύπος, ἡ θηλή, ἡ τροφή, ἡ ἐκποίησις, ἡ κατ’ ὀλίγον ἐπὶ τὸ τέλειον αὔξησις, ἡ ἀκμή, τὸ γῆρας, ἡ νόσος, ὁ θάνατος» (Γρηγόριος Νύσσης), δηλαδὴ ὅ,τι σήμερα ὀνομάζουμε βιολογικὴ ζωή.

Θὰ ἦταν λάθος νὰ θεωρήσουμε πὼς στὸ κείμενο αὐτὸ γίνεται λόγος ἀποκλειστικὰ γιὰ τὸ σῶμα, ὅτι οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ἐξαντλοῦνται στὸ σῶμα. Ἡ «μίξις», ὁ «τόκος», ἡ «θηλή» καὶ τὰ ἑπόμενα στάδια ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαντλοῦνται στὶς σωματικὲς ἐνέργειες, ἐμπεριέχουν καὶ τὶς ἐνέργειες ἢ λειτουργίες τῆς ψυχῆς, ποὺ κι αὐτὲς ντύνονται τὸ «ἄλογο σχῆμα» —εἶναι ἐνδεικτικὸ τὸ ὅτι δὲ λέει ἄλογο σώμα—, χάνουν τὴν ἐλευθερία καὶ λογικότητά τους καὶ ξεπέφτουν σὲ ἔνστικτα. Ὁλόκληρος ὁ ψυχοσωματικὸς ὀργανισμὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔπαθε μὲ τὴν πτώση ἕνα εἶδος ἐμπλοκῆς, ἐγκλωβίστηκε στὰ δεδομένα τοῦ «ἀλόγου σχήματος».

Ἀποτέλεσμα τοῦ ἐγκλωβισμοῦ αὐτοῦ εἶναι ἡ ἄλογη ἢ παρ–άλογη ζωή. Τὰ θεοειδῆ χαρακτηριστικὰ καὶ οἱ θεοειδεῖς τάσεις τοῦ «κατ’ εἰκόνα» ξέφυγαν ἀπὸ τὴ φυσική τους, τὴ σύμφωνη πρὸς τὸ σύμφυτο λόγο τους, κατεύθυνση καὶ λειτουργικότητα, διαστράφηκαν, ὑποτάχθηκαν στὴν ἄλογη φύση καὶ τὰ ἰδιώματα τῆς τελευταίας ἔντυσαν, σὰ χιτῶνες ἄλογοι, τὸν ἄνθρωπο. Τὰ σαρκοβόρα ζῶα συντηροῦνται μὲ τὸ θυμό, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος, τὰ πολυγονοῦντα μὲ τὴ φιληδονία· ἡ δειλία σώζει τὰ ἀδύναμα καὶ ὁ φόβος τὰ εὐάλωτα. Αὐτὰ ὅλα καὶ τὰ παρόμοια «διὰ τῆς κτηνώδους γενέσεως συνεισῆλθε τῇ τοῦ ἀνθρώπου κατασκευῇ». Ἔτσι «τῆς ἀλόγου φύσεως ἐπεμίχθη τῷ ἀνθρώπῳ τὰ ἰδιώματα» (Γρηγόριος Νύσσης). Θὰ δοῦμε πιὸ κάτω μὲ περισσότερες λεπτομέρειες πῶς ἔγινε αὐτὴ ἡ σύζευξη τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὰ ἰδιώματα τῆς ἀλόγου φύσεως, ποὺ στὸν ἄνθρωπο ἐμφανίζονται καὶ λειτουργοῦν ὡς πάθη. Ἐδῶ ἀρκεῖ νὰ σημειώσουμε ὅτι ἀποτελεῖ στοιχεῖο τῶν δερματίνων χιτώνων.

Ἀλλὰ ἡ ζωὴ ποὺ ἐπιβάλλουν στὸν ἄνθρωπο οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι νεκρὴ ἢ βιολογικὴ ἢ ἄλογη ἐπειδή, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι ὑλική. Οἱ δερμάτινοι χιτῶνες ταυτίζονται ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης μὲ τὰ «πρόσκαιρα φύλλα τῆς ὑλικῆς ταύτης ζωῆς, ἅπερ τῶν ἰδίων καὶ λαμπρῶν ἐνδυμάτων γυμνωθέντες, κακῶς ἑαυτοῖς συνερράψαμεν». Ἡ ὑλικότητα αὐτὴ ἀγκαλιάζει ὁλόκληρο τὸν ψυχοσωματικὸ ὀργανισμὸ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἀναφέρεται —ἀξίζει νὰ σημειωθῆ καὶ πάλι— ἀποκλειστικὰ στὸ σῶμα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, συνεχίζοντας τὸ παραπάνω χωρίο, προσδιορίζει τὰ «φύλλα τῆς ὑλικῆς ζωῆς» ὡς τὰς «τρυφὰς καὶ δόξας καὶ τὰς ἐφημέρους τιμὰς καὶ τὰς ὠκυμόρους τῆς σαρκὸς πληροφορίας» καὶ ἀλλοῦ ὡς «ἡδονήν τε καὶ θυμὸν καὶ γαστριμαργίαν καὶ ἀπληστίαν καὶ τὰ ὅμοια». Ἡ δόξα, ἡ τιμή, ὁ θυμός, δὲν εἶναι χαρακτηριστικὰ τοῦ σώματος.

Τὸ σῶμα ἔχει ἀσφαλῶς ντυθῆ τοὺς δερμάτινους χιτῶνες, ἔγινε «παχὺ καὶ στερέμνιον», χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν «παχυμερῆ ταύτην καὶ βαρείαν κατασκευήν», ἐνῷ στὴν ἀνάσταση, ὁπότε θὰ ξαναβρῆ τελειοποιημένη τὴν προπτωτικὴ φύση του, θὰ «μετακλωσθῆ» «ἐπὶ τὸ λεπτότερόν τε καὶ ἀερῶδες», θὰ ἀποκατασταθῆ «ἐν ἀμείνονι καὶ ἐρασμιωτέρω κάλλει» (Γρηγόριος Νύσσης).

Ἀλλὰ καὶ οἱ ψυχικὲς λειτουργίες ἔχουν γίνει κι αὐτὲς μαζὶ μὲ τὶς σωματικὲς «σωματώδεις», ἀποτελοῦν κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Νύσσης μαζὶ μὲ τὸ σῶμα «τῆς καρδίας τὸ κάλυμμα… τὴν σαρκώδη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου περιβολήν». «Σάρκα δὲ εἰπών, προσδιορίζει μὲ μεγαλύτερη ἀκρίβεια, τὸν παλαιὸν λέγω ἄνθρωπον, ὃν ἐκδύσασθαι καὶ ἀποθέσθαι κελεύει ὁ θεῖος Ἀπόστολος», δηλαδὴ τὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνο ποὺ ὁ Ἀπόστολος ὀνομάζει «σαρκικὸ» ἢ «ψυχικὸ» σὲ ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸν «πνευματικό». Σύμφωνα μὲ μιὰ περιεκτικὴ διατύπωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, οἱ δερμάτινοι χιτῶνες εἶναι «τὸ φρόνημα τῆς σαρκός».

Πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ γενικὴ σύζευξη τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ὑλικότητα, τὴν ἀέναη ροὴ τῶν στοιχείων ποὺ ἀπαρτίζουν τὸν ὑλικὸ κόσμο, τὴ διαρκῆ κίνηση καὶ ἀλλοίωση, ποὺ τὸν κάνει ἐμπαθῆ καὶ στὸ σύνολό του «σαρκικό». Καταλαβαίνουμε ἔτσι γιατί γιὰ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο Νύσσης σ’ αὐτὴ τὴ νεκρή, βιολογική, ἄλογη, ὑλικὴ σαρκικότητα οἱ «τιμὲς» ποὺ βρίσκει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀναπόφευκτα «ἐφήμερες» καὶ γιατί οἱ «πληροφορίες», δηλαδὴ τὰ στηρίγματα, οἱ βεβαιότητες τῆς «σαρκὸς» εἶναι «ὠκύμορες», δηλαδὴ θνητὲς καὶ γι’ αὐτὸ θανατηφόρες.

Πρὶν ντυθῆ τοὺς δερμάτινους χιτῶνες ὁ ἄνθρωπος φοροῦσε στολὴ «θεοΰφαντη», τὸ ψυχοσωματικὸ ἔνδυμά του ἦταν ὑφασμένο μὲ τὴ χάρη, μὲ τὸ φῶς καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Οἱ πρωτόπλαστοι «τῇ ἄνωθεν ἦσαν δόξῃ ἠμφιεσμένοι… ἡ ἄνωθεν δόξα παντὸς ἱματίου μᾶλλον αὐτοὺς περιέσκεπε» (Ἰωάννης Χρυσόστομος). Πρόκειται γιὰ τὸ ἔνδυμα τοῦ «κατ’ εἰκόνα», τὴν μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ συγκροτημένη καὶ θεοειδῶς δομημένη προπτωτικὴ ἀνθρώπινη φύση. Στὸ ἔνδυμα ἐκεῖνο ἔλαμπε «ἡ πρὸς τὸ θεῖον ὁμοίωσις», ποὺ τὴ συνιστοῦσαν ὄχι ἕνα «σχῆμα» ἢ ἕνα «χρῶμα», ἀλλὰ ἡ «ἀπάθεια», ἡ «μακαριότητα» καὶ ἡ «ἀφθαρσία», τὰ χαρακτηριστικὰ μὲ τὰ ὁποῖα «τὸ θεῖον θεωρεῖται κάλλος» (Γρηγόριος Νύσσης).

Ὁ πρωτόπλαστος ἦταν, σύμφωνα μὲ μιὰ περιεκτικώτατη διατύπωση τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, «γυμνὸς τῇ ἁπλότητι». Αὐτὸ σημαίνει, καθὼς ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Μάξιμος, πὼς τὸ σῶμα του δὲν ἔκλεινε μέσα του τὶς ἐνάντιες μεταξύ τους «ποιότητες», ποὺ τραβώντας το τώρα πρὸς διαφορετικὲς κατευθύνσεις τὸ μαστιγώνουν μὲ τὴ φθορὰ καὶ τὸ διαφθείρουν, ἀλλὰ «ἑτέραν, πρέπουσαν αὐτῷ κρᾶσιν… ἀμάχοις καὶ ἁπλαῖς ποιότησιν συνεχομένην». Ἦταν «δίχα ροῆς καὶ ἀπορροῆς», ἐλεύθερο ἀπὸ «τῆς ἐφ’ ἑκάτερα τούτων κατὰ τὴν τῶν ποιοτήτων ἐπικράτειαν συνεχοῦς ἀλλοιώσεως» καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἦταν ἄμοιρο «τῆς κατὰ χάριν ἀθανασίας». Ἂν κατανοήσουμε τὴ «γυμνότητα» ὡς διαφάνεια, μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς τὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ ἦταν τόσο ἁπλό, ὥστε ἦταν στὴν πραγματικότητα διαφανές, ἀνοιχτὸ στὴν ὑλικὴ κτίση, δὲν τῆς ἔφερνε καμμιὰ ἀντίσταση, κι ὁ κόσμος δὲν ἔφερνε σ’ αὐτὸ καμμιὰ ἀντίσταση, τοῦ ἦταν παραδομένος. Κρατώντας τὴν ἰδιοσυστασία καὶ ἑτερότητά του ὡς πρὸς τὸν κόσμο, τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν εἶχε ὡστόσο καμμιὰ ἀπόσταση ἀπὸ αὐτόν.

Καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ἀνοιχτὴ στὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις καὶ τὸ Θεό, δὲν ἔφερνε ἀντίσταση, ἐπικοινωνοῦσε ἄνετα τόσο μὲ τὸν ἀγγελικὸ πνευματικὸ κόσμο, ὅσο καὶ μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ὑπῆρχε τότε, γράφει ὁ θεηγόρος ἐπίσκοπος Νύσσης, μιὰ ἑνιαία χοροστασία τῆς λογικῆς φύσεως, ἀγγελικῆς καὶ ἀνθρώπινης, «πρὸς ἕνα βλέπουσα τὸν τοῦ χοροῦ Κορυφαῖον καὶ πρὸς τὴν ἐκεῖθεν ἐνδιδομένην… ἁρμονίαν τὸν χορὸν ἀνελίσσουσα». Ἀλλὰ «τὴν ἔνθεον ἐκείνην διέλυσε τοῦ χοροῦ συνωδίαν» ἡ ἁμαρτία, ποὺ ἅπλωσε κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τῶν πρώτων ἀνθρώπων, «τῶν ἐν ταῖς ἀγγελικαῖς δυνάμεσι συγχορευόντων», τὴ γλίστρα τῆς ἀπάτης, κι ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε, ἀναμίχθηκε μὲ τὴ λάσπη, αὐτομόλησε πρὸς τὸν ὄφι, ντύθηκε τὰ νεκρὰ δέρματα κι ἔγινε «πτῶμα». Ἔτσι «διεσπάσθη τῆς πρὸς τοὺς ἀγγέλους συνάφειας ὁ ἄνθρωπος». Μὲ παραπλήσιο τρόπο διασπάστηκε καὶ ἡ συνάφεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὴν ὑλικὴ κτίση.

Φθάνουμε ἔτσι σ’ ἕνα δεύτερο σημεῖο τῆς μελέτης μας. Νὰ δοῦμε ἀναλυτικώτερα πῶς ἔγινε ἡ παραπάνω διάσπαση καὶ ἡ ἀντίστοιχη σύζευξη μὲ τὸ «ἄλογο σχῆμα», νὰ ἐρευνήσουμε δηλαδὴ κατὰ τρόπο πιὸ συγκεκριμένο πῶς τὸ προπτωτικὸ θεοειδὲς καὶ θεοΰφαντο ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου μετατράπηκε σὲ δερμάτινους χιτῶνες. Κι ἔτσι, ἴσως φωτισθοῦν μερικὰ ἀκόμη σημεῖα τοῦ ἀρχικοῦ ἐρωτήματος, τοῦ ποιό δηλαδὴ εἶναι τὸ πραγματικὸ ἀνθρωπολογικὸ περιεχόμενο τῶν δερματίνων χιτώνων.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ζῶον Θεούμενον”, ἐκδ. Ἁρμός. Αναδημοσιευμένο στο τεύχος 254 (Δεκέμβριος 2013) του περιοδικού “Πειραϊκή Εκκλησία”.

ΑΝΤΙΦΩΝΟ

, , , , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.