Δημήτρης Χατζόπουλος, «Καφενείον και Ποίησις»

Δημήτρης Χατζόπουλος, «Καφενείον και Ποίησις», εφημερίδα Εμπρός, 25 Φεβρουαρίου 1920

«Κάθε άνθρωπος, με και χωρίς τάλαντον, πρέπει, απαραιτήτως οφείλει κάτι να είναι. Καφενόβιος, ζαχαροπλαστειόβιος, κουρειόβιος, πατσόβιος (εκ του πατσάς και βίος, παρακαλώ), κολοκυνθόβιος κλπ.  Βεβαίως όλαι αι μικραί και μεγάλαι λεπτομέρειαι της ζωής ενός ατόμου έχουν μίαν άλφα και μίαν βήτα επίδρασιν επί της διαμορφώσεως της σκέψεως του.  Τελεσιδίκως όμως ο πυρήν απομένει ο ίδιος: είτε καφενόβιος, είτε αιθουσόβιος, είτε σταυλόβιος είναι τις.  Η ουσία του θα μείνει η αυτή.  Και αν πρόκειται να είναι μποέμ, θα απομείνει τοιούτος και ως νοικοκύρης και τανάπαλιν.

Πτωχόν καφενείον όμως! Μία αδικία είναι η κάθε φορά εκφραζόμενη εναντίον σου μομφή.  Ότι αδικείς, μειώνεις, φονεύεις τάλαντα.  Είσαι τόσον ανίσχυρον, όσον και αθώον, δια τοιαύτην δεινήν κατηγορίαν.  Θέλω να κάμω την απολογίαν σου, να σου αποδώσω δικαιοσύνην. Και πιθανόν, αν γνωρίζω κάτι από το ελεύθερον ύπαιθρον, γνωρίζω επίσης κάτι και από τον κλειστόν και καπνισμένον χώρον σου.  Σε γνώρισα και σε έζησα από το χωρίον, όπου μου αρέσει να ξεφεύγω εκ της πόλεως, και από την μεγαλόπολιν εις την οποίαν ελκύομαι για να αφήνω το χωρίον μου.  Σχεδόν μου είναι αδύνατον να θυμηθώ αυτήν την στιγμήν, εις πόσα καφενεία ανεπαύθην κατά την ζωήν μου, εις όλας τας χώρας, εις όλας τας πόλεις, εις τας συνοικίας και τα προάστεια τούτων, που έτυχε  να βρεθώ!  Όχι μόνο ανεπαύθην εις αυτά, αλλά και ειργάσθην, εσκέφθην, εμελέτησα.  Εχάρην και εβασανίσθην.  Πιθανόν όσον και εις όσαν βιβλιοθήκας, εις όσα σεμινάρια, εις όσα ιδιωτικά δωμάτια.  Εις τας Αθήνας λέγομεν, ότι είμεθα καφενόβιοι!  Αστειότης!  Αφού δεν έχομεν καφενεία.  Είναι μεγαλοπόλεις, αι οποίοι έχουν καφενεία, το ένα κολλητά εις το άλλο, εις όλα τα μεγάλα και τα μικρά μπουλβάρ των.  Περίπου αι μεγαλοπόλεις δεν είναι τίποτε άλλο από καφενείον, χωρίς υπερβολήν.  Και προ του πολέμου η καθημερινή περίπου ατραξιόν του βίου μίας μεγαλουπόλεως ήτο το άνοιγμα και ενός νέου καφενείου:  σήμερον έναρξις του καφενείου “Ροζ”, κολοσσιαία επιτυχία, διακόσμησις, επίπλωσις τέλειαι.  Δύο ορχήστραι, δέκα μπιλιάρδα, ιδιαίτερα αναγνωστήρια, ιδιαίτερα δωμάτια παιχνιδιού, ιδιαίτερα δωμάτια δι’ οικογενείας.  Τα πολυτελέστερα παρισινά καφενεία, τα εις τα κεντρικά μπουλβάρ, ήσαν απέναντι των νεωτεριστικών αυτών καφενείων ορισμένων μεγαλοπόλεων, ό,τι μία δουλίτσα απέναντι μιας κυράς.  Το Παρίσι δεν έχει ένα καν καφενείον από τα μεγαλοπρεπή λόγου χάρη, του Οκταγώνου, της αρχοντικής Βουδαπέστης.   Τουλάχιστον προ της μπολσεβικής εποχής.  Και το καφενείον “Κοραή” είναι ανετότερον από το καφενείον “Βασέτ”, όπου ο κατηγορούμενος, ως καφενόβιος, υπό του Αλμπαλά Ζαν Μορεάς κατέστρεψε την μποέμικην ζωή του.  Λαοί ολόκληροι περνούν την ζωή των εις το καφενείον και δεν την καταστρέφουν.  Οικογένεια ζουν καφενοβιακώς τα απογεύματα των, τας εσπέρας των.  Δεν φθείρουν διόλου την ζωήν των εκεί, αλλά την αναπαύουν.  Κυρίαι, δεσποινίδες κεντούν εργόχειρα, διαβάζουν, συζητούν.  Αλλά ολόκληρος σοφία λαών ζει εις το καφενείον.  Διάσημοι καθηγηταί, λόγιοι, καλλιτέχναι, ποιηταί, συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί, επιστήμονες είναι καφενόβιοι.

Το καφενείον εις τας σημερινάς μεγάλας πόλεις είναι ό,τι ήτο η Αγορά εις τας αρχαίας ελληνικάς πόλεις.  Σχολαί ποιητικαί, αισθητικαί, καλλιτεχνικαί, εδημιουργήθησαν εις το καφενείον, αριστουργήματα της σκέψεως και της εμπνεύσεως συνελήφθησαν εις τα καφενεία των μεγάλων πόλεων.  Οικονομικά ζητήματα ελύθησαν εκεί, ομοίως χρηματιστικαί επιχειρήσεις, εκεί ανεπτύχθησαν και εθαυματούργησαν.  Ό,τι καλούμεν ζωή κοσμοπόλεως, από τον έρωτα έως την σκέψιν, έχει τον παλμό τους εις το καφενείον.  Τι το εκπληκτικό λοιπόν, αν επάλετο η καρδιά του ποιητού Ζαν Μορεάς εις το καφενείον, εις το πενιχρόν καφενείον του Καρτιέ Λατέν.

Ότι εις το καφενείον εκπίπτουν και οι στιχουργοί και οι αερολόγοι συγγραφείς, αισθητικοί, κριτικοί, οι “ρατέ”, τέλος άνθρωποι τω ν γραμμάτων, είναι γνωστόν.  Οι κύκλοι των εις πολλά καφενεία μεγαλοπόλεων είναι γνωστοί και γνωστότεροι είναι αυτοί, που τους αποτελούν ως τύποι και η φιλολογία, το γελοιογραφικόν περιοδικόν, απασχολούνται τακτικά με τούτους, διότι πάντως είναι ένα ενδιαφέρον θέμα του βίου, όπως τόσα άλλα.  Έπειτα τι με αυτό;  Μήπως εις τας βιβλιοθήκας παντός είδους δε συχνάζουν τύποι τοιούτων λογίων;  Αισθητικών, καλλιτεχνών, οι οποίοι έχουν άρνησιν και όχι θετικισμόν, οίτινες έχουν φλυαρίαν και όχι ικανότηταν;  Ή μήπως δεν μπορεί να αφυής, καθήμενος εις την τραπεζαρίαν ή την βιβλιοθήκην της οικίας του;  Ποιαν σημασίαν έχουν πάντα ταύτα και ποία επίδραση μπορούν να ασκήσουν εις την δυναμικήν ποιότητα και ποσότητα την οποία διαθέτει ένα άτομον;  Ασκητεύων τις μπορεί να είναι ανόητος, όπως μπορεί να είναι και συχνάζων εις τον κόσμον και το ενάντιον να μην είναι.  Εις το καφενείον μπορεί να γράψει με την αυτήν ευκολίαν τον Άμλετ, όπως και στην ερημίαν του δάσους, αρκεί να είναι ικανός να τον γράφει.  Πρέπει να καταλήξομεν εις συμπέρασμα;  Ο Ζαν Μορεάς δεν εφθείρει ούτε ένα μόριον της ζωής του εις το καφενείον.  Πιθανόν θα το έφθειρε, αν δεν εσύχναζε σε αυτό.  Π..χ αν ηναγκάζετο να ζήσει εις ένα μοναστήριον.  Ό,τι αισθάνεται κανείς την ανάγκη του προσπαθεί να το έχει.  Κι ίσως ο ποιητής της Ιφιγένειας να έπληττε εις την ερημίαν την οποία θα ένιωθε ικανοποιητικοτέραν δι αυτόν μέσα εις την βοήν του καφενείου.  Αυτό κι έκαμνε.  Είναι άνθρωποι που ζουν ολόκληρον των βίον των εις σιδηρουργείον και όμως δε φθείρονται περισσότερον εάν ζούσαν εις μονήν τραππιστών, διότι απλούστατα εδόθησαν ή έγιναν σιδηρουργοί.»

Από το βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα, Φιλολογικά Σαλόνια και Καφενεία της Αθήνας, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004.

Ανθολόγηση -Αντιγραφή: Μάριος Νοβακόπουλος

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.