Διακύβευμα του 1821: Εθνικές γαίες σε αχαρτογράφητη χώρα

του Βαγγέλη Λιβιεράτου

Πηγή: hartismag.gr

H Ιθώμη από τον Άγιο Φλώρο στις υπόγειες καρστικές πηγές του ποταμού Παμίσου στη Μεσσηνία. Λεπτομέρεια λιθογραφίας του Prosper Baccuet με τους επιστήμονες της Expédition να ξεκουράζονται το 1829. Στο: J.-B. Bory de Saint-Vincent. Relation de l'Expédition scientifique de Morée: Section des sciences physiques, Paris, 1836. Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ.
H Ιθώμη από τον Άγιο Φλώρο στις υπόγειες καρστικές πηγές του ποταμού Παμίσου στη Μεσσηνία. Λεπτομέρεια λιθογραφίας του Prosper Baccuet με τους επιστήμονες της Expédition να ξεκουράζονται το 1829. Στο: J.-B. Bory de Saint-Vincent. Relation de l’Expédition scientifique de Morée: Section des sciences physiques, Paris, 1836. Πηγή: Βιβλιοθήκη & Κέντρο Πληροφόρησης ΑΠΘ.


Για­τί όμως ο Κα­πο­δί­στριας έθε­τε, ήδη από το 1827, το θέ­μα της ανύ­παρ­κτης χαρ­το­γρά­φη­σης ως ισό­τι­μο των ομοί­ως ανύ­παρ­κτων θε­μά­των της στρα­τιω­τι­κής εκ­παί­δευ­σης και των τε­χνι­κών υπο­δο­μών του νέ­ου κρά­τους, ζη­τώ­ντας και για τα τρία την υπο­στή­ρι­ξη της Γαλ­λί­ας; Aντα­πό­κρι­ση σε αυ­τό το αί­τη­μα ήταν οι απο­στο­λές των τεσ­σά­ρων στρα­τιω­τι­κών μη­χα­νι­κών που έστει­λε σχε­δόν αμέ­σως ―πα­ρά τω Kυ­βερ­νή­τη― το γαλ­λι­κό υπουρ­γείο Πο­λέ­μου με­τά την άφι­ξη του Κα­πο­δί­στρια στη χώ­ρα. Δεν χρειά­ζο­νται εξη­γή­σεις για να αντι­λη­φθεί κα­νείς τη σπου­δαιό­τη­τα της στρα­τιω­τι­κής εκ­παί­δευ­σης στην άμυ­να της χώ­ρας και τη ση­μα­σία της μόρ­φω­σης μη­χα­νι­κών ―στρα­τιω­τι­κών τό­τε πα­ντού.

Όπως εί­ναι αντι­λη­πτή και η επεί­γου­σα σπου­δαιό­τη­τα των τε­χνι­κών υπο­δο­μών για την οι­κο­δό­μη­ση μιας κα­τε­στραμ­μέ­νης χώ­ρας που ανα­δύ­ε­ται από το μη­δέν. Αλ­λά η χαρ­το­γρά­φη­ση; Ποια ήταν η βα­σι­κή ανά­γκη για αυ­τήν; Για­τί ήθε­λε χάρ­τες ο Κα­πο­δί­στριας; Για τις πο­λε­μι­κές επι­χει­ρή­σεις του νέ­ου κρά­τους; Για τις δι­πλω­μα­τι­κές του προ­σπά­θειες; Για τη χά­ρα­ξη των συ­νό­ρων; Για τη ση­μα­το­δό­τη­ση του ευ­ρω­παϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα του νέ­ου κρά­τους; Μή­πως ήταν μια ανώ­φε­λη ή δευ­τε­ρεύ­ου­σα τυ­χαία ιδέα ή μι­μη­τι­σμός; Η ανά­γκη των χαρ­τών που ζη­τού­σε ο Κα­πο­δί­στριας πε­ρι­γρά­φε­ται από τις συ­γκε­κρι­μέ­νες προ­δια­γρα­φές και τις χρή­σεις που ο ίδιος δια­τύ­πω­σε στην πε­ρί­φη­μη επι­στο­λή του προς τον Λο­βέρ­δο: για να ασκή­σει διοί­κη­ση ανα­πτύσ­σο­ντας τη στα­τι­στι­κή της χώ­ρας. Η χαρ­το­γρά­φη­ση ήταν απο­στο­λή ενός των τεσ­σά­ρων Γάλ­λων αξιω­μα­τι­κών, του Peytier, χαρ­το­γρά­φου του Dépôt, για λί­γους μή­νες πριν την εν­σω­μά­τω­σή του στο εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα του Maison (και των δια­δό­χων του Schneider και Guéhéneuc)· ήταν οι αξιω­μα­τι­κοί του Dépôt που θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν και τις επι­στη­μο­νι­κές ανά­γκες της Expédition. Εν μέ­σω της άγνοιας των Ελ­λή­νων πε­ρί των της χαρ­το­γρά­φη­σης, ο Κα­πο­δί­στριας εί­χε πλή­ρη επί­γνω­ση της ση­μα­σί­ας και της προ­τε­ραιό­τη­τάς της για τα πρώ­τα επεί­γο­ντα έρ­γα του στην «έρη­μη χώ­ρα» που ανέ­λα­βε να οι­κο­δο­μή­σει. Η δια­χεί­ρι­ση των εθνι­κών γαιών ήταν ίσως το σπου­δαιό­τε­ρο από αυ­τά και πη­γή πολ­λών δει­νών για τον ίδιο και τις τύ­χες του νέ­ου κρά­τους. Για να δια­χει­ρι­στεί το θέ­μα των εθνι­κών γαιών, που προ­έ­κυ­ψε πιε­στι­κά από την Επα­νά­στα­ση του 1821, ένας ευ­ρω­παί­ος πο­λι­τι­κός του δια­με­τρή­μα­τός του δεν ήταν δυ­να­τόν να μην γνώ­ρι­ζε ότι έπρε­πε να προη­γη­θεί η χαρ­το­γρά­φη­ση των εδα­φών στα οποία ανα­φέ­ρο­νται οι εθνι­κές γαί­ες. Αυ­τή ήταν άλ­λω­στε και η πρα­κτι­κή που ακο­λου­θού­σαν όλα τα ευ­ρω­παϊ­κά κρά­τη, με πρώ­τη δι­δά­ξα­σα τη Γαλ­λία, από την οποία και ζή­τη­σε τη σχε­τι­κή αρω­γή ο άτυ­χος Κυ­βερ­νή­της.

Τι ήταν όμως οι εθνι­κές γαί­ες ή αλ­λιώς η εθνι­κή γη, τα εθνι­κά κτή­μα­τα, τα εθνι­κά χω­ρά­φια ή οι τό­ποι εθνι­κοί, όπως ανα­φέ­ρο­νται στα έγ­γρα­φα και τους κώ­δι­κες νό­μων με­τά το 1821; Ήταν όλες οι οθω­μα­νι­κές ιδιο­κτη­σί­ες (κτί­ρια, καλ­λιερ­γού­με­να εδά­φη, λι­βά­δια, δά­ση) τις οποί­ες ανα­κή­ρυ­ξε ελεύ­θε­ρες η Επα­νά­στα­ση του 1821, σε ανα­μο­νή των απο­φά­σε­ων του κρά­τους για τον προ­σφο­ρό­τε­ρο τρό­πο αξιο­ποί­η­σής τους. Ελ­πί­δα των ακτη­μό­νων αγρο­τών και των μι­κρών ιδιο­κτη­τών γης ήταν να δια­νε­μη­θούν οι εθνι­κές γαί­ες σε αυ­τούς και να μην πω­λη­θούν στους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες ―τους έχο­ντες― που εκ­δή­λω­ναν αγο­ρα­στι­κό εν­δια­φέ­ρον. Κα­τά τις εκτι­μή­σεις του Peytier στην έκ­θε­σή του (1838), με βά­ση τα στοι­χεία της χαρ­το­γρά­φη­σης του Dépôt (1828-1832), o πλη­θυ­σμός του νέ­ου κρά­τους σε χώ­ρα με συ­νο­λι­κή εδα­φι­κή έκτα­ση περ. 48,6 χι­λιά­δων τετρ. χλμ. (περ. το 7.5% της έκτα­σης της Γαλ­λί­ας), ήταν περ. 800 χι­λιά­δες κά­τοι­κοι, κα­τα­νε­μη­μέ­νοι περ. 400 χιλ. στην Πε­λο­πόν­νη­σο και τις πα­ρα­κεί­με­νες νή­σους, περ. 250 χιλ. στη Στε­ρεά και περ. 150 χιλ. στις Κυ­κλά­δες και την Εύ­βοια ―με πλη­θυ­σμια­κή πυ­κνό­τη­τα περ. 16,5 κα­τοί­κων ανά τετρ. χλμ. Σε αυ­τόν τον πλη­θυ­σμό, περ. 480 χιλ. ήταν αγρό­τες (τε­τρα­με­λείς έως πε­ντα­με­λείς οι­κο­γέ­νειες) από τους οποί­ους οι περ. 360 χιλ. πα­ρέ­με­ναν ―και κα­τά την οθω­νι­κή πε­ρί­ο­δο― χω­ρίς κα­μιά ιδιο­κτη­σία, με τους υπό­λοι­πους να δια­θέ­τουν 5 ως 10 στρέμ­μα­τα στις ορει­νές πε­ριο­χές και από 50 ως 200 στρέμ­μα­τα στις πε­δι­νές.

Οι εθνι­κές γαί­ες κά­λυ­πταν σχε­δόν τη μι­σή εδα­φι­κή έκτα­ση που θα απο­τε­λού­σε το ελ­λη­νι­κό κρά­τος (Πε­λο­πόν­νη­σος, Στε­ρεά και Νή­σοι) και το 60% των καλ­λιερ­γού­με­νων εδα­φών, το 73% των λι­βα­δι­κών και το 82% των δα­σι­κών εκτά­σε­ων. Αυ­τά τα με­γά­λα πο­σο­στά εδά­φους, που αντι­προ­σώ­πευαν οι εθνι­κές γαί­ες, γί­νο­νται τό­τε ευ­θέ­ως ανά­λο­γου με­γέ­θους προσ­δο­κί­ες για τους Έλ­λη­νες του 1821 και το μέλ­λον τους. Κα­τά ιστο­ρι­κούς, όπως οι Σβο­ρώ­νος, Hering, Δερ­τι­λής, Δια­μα­ντού­ρος, Θε­με­λή-Κα­τη­φό­ρη, McGraw, οι οι­κο­γέ­νειες των Ελ­λή­νων αγρο­τών εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νται το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των πρώ­ην οθω­μα­νι­κής ιδιο­κτη­σί­ας καλ­λιερ­γή­σι­μων εδα­φών· πε­ρί­με­ναν με αγω­νία ότι η καλ­λιερ­γού­με­νη γη, με τον αντί­στοι­χο κτι­ρια­κό εξο­πλι­σμό, θα γί­νει κά­πο­τε δι­κή τους ή, του­λά­χι­στον, δεν θα αλ­λά­ξει η υφι­στά­με­νη κα­τά­στα­ση. Αλ­λά και οι αμέ­σως με­τά το 1821 υπο­σχέ­σεις προς τους αγω­νι­στές έχουν ως αντι­κεί­με­νο τη χο­ρή­γη­ση γης. Υπο­σχέ­σεις που έμει­ναν ανεκ­πλή­ρω­τες, όπως π.χ. εκεί­νη του 1827 για τη χο­ρή­γη­ση γης στους πο­λιορ­κη­μέ­νους της Ακρό­πο­λης των Αθη­νών και κα­τό­πιν σε όλους τους αγω­νι­στές. Εξαί­ρε­ση απο­τέ­λε­σαν τα λε­γό­με­να φθαρ­τά ακί­νη­τα ―σπί­τια, ερ­γα­στή­ρια, μύ­λοι, λου­τρά, και συ­να­φή― που θα κιν­δύ­νευαν να κα­τα­στρα­φούν αν δεν συ­ντη­ρού­νταν.

Ού­τε ο Κα­πο­δί­στριας μπό­ρε­σε να λύ­σει το καί­ριο πρό­βλη­μα των εθνι­κών γαιών, στο πλαί­σιο μιας πο­λι­τι­κής υπέρ των απλών αγρο­τών όπως ο ίδιος επι­θυ­μού­σε, πα­ρό­λες τις προσ­δο­κί­ες του ότι η ανα­δια­νο­μή της γαιο­κτη­σί­ας θα εί­χε ευ­νοϊ­κές πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες στη σχε­δια­ζό­με­νη διοί­κη­σή του. Απο­τέ­λε­σμα ήταν ισχυ­ροί πρό­κρι­τοι να απο­κτή­σουν το μι­σό πε­ρί­που των καλ­λιερ­γή­σι­μων εδα­φών της χώ­ρας, ενώ η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των αγρο­τών έμε­ναν ακτή­μο­νες, όπως και στην οθω­μα­νι­κή πε­ρί­ο­δο, εξαρ­τη­μέ­νοι από τους πλού­σιους γαιο­κτή­μο­νες και τους εκ­μι­σθω­τές των φό­ρων. Άλ­λω­στε δεν εί­χε τε­λι­κά τύ­χη η πο­λύ έγκαι­ρη πρό­νοια του Κυ­βερ­νή­τη από τον Νο­έμ­βριο του 1827, πριν ακό­μη φτά­σει στην Ελ­λά­δα, να ζη­τή­σει από τους Γάλ­λους έναν χάρ­τη-ερ­γα­λείο με­γά­λης κλί­μα­κας. Ένα άλ­λο πο­λύ σο­βα­ρό πρό­βλη­μα που ου­σια­στι­κά υπο­θή­κευ­σε τις εθνι­κές γαί­ες ―δη­λα­δή το μι­σό του εδά­φους του κρά­τους― και τις έκα­νε επι­κίν­δυ­νο και ανα­σταλ­τι­κό αντι­κεί­με­νο άσκη­σης πο­λι­τι­κής, εί­ναι τα εξω­τε­ρι­κά δά­νεια που ει­σπρά­χτη­καν αγ­χω­τι­κά, λό­γω των συν­θη­κών, με δυ­σμε­νείς όρους εξό­φλη­σης. Από τα διά­φο­ρα δά­νεια που ει­σπρά­χθη­καν κα­τά τη διάρ­κεια της Επα­νά­στα­σης και από εκεί­νο των τριών εγ­γυ­η­τριών δυ­νά­με­ων του 1832 ―τα πε­ρι­βό­η­τα εξή­ντα εκα­τομ­μύ­ρια φρά­γκα― θα έπρε­πε πρώ­τα να εξο­φλού­νται τα το­κο­χρε­ο­λύ­σια από τα δη­μό­σια έσο­δα.

Έτσι, κά­θε φο­ρά που ενέ­κυ­πτε οποιο­δή­πο­τε θέ­μα σχε­τι­κό με τις εθνι­κές γαί­ες, οι τρεις προ­στά­τι­δες δυ­νά­μεις υπεν­θύ­μι­ζαν στην ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση τις δα­νεια­κές υπο­χρε­ώ­σεις της. Πα­ρό­τι ανα­γνω­ρί­στη­κε το δι­καί­ω­μα της κυ­βέρ­νη­σης να κά­νει πα­ρα­γω­γι­κές τις υπο­θη­κευ­μέ­νες εθνι­κές γαί­ες, η διά­τα­ξη των όρων του δα­νεί­ου ότι τα έσο­δα των γαιών θα έπρε­πε πρώ­τα να εξυ­πη­ρε­τούν το χρέ­ος, απο­τε­λού­σε σο­βα­ρό πρα­κτι­κό εμπό­διο για οποια­δή­πο­τε αγρο­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση με βά­ση τις εθνι­κές γαί­ες. Δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι για σχε­τι­κές απο­φά­σεις, οι τρεις δυ­νά­μεις ―εκ­πρό­σω­ποι των πι­στω­τών― πρό­βα­λαν εν­στά­σεις σε σχέ­δια δια­νο­μής τους ή εμπό­δι­ζαν μο­νο­με­ρώς την εφαρ­μο­γή σχε­δί­ων αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης του Κα­πο­δί­στρια (Εʹ Εθνο­συ­νέ­λευ­ση).

Όλα αυ­τά επι­βά­ρυ­νε και το γε­γο­νός ότι οι κυ­βερ­νή­σεις του νέ­ου κρά­τους από το 1821 και έπει­τα, δεν φαί­νε­ται να γνώ­ρι­ζαν το οθω­μα­νι­κό δί­καιο και τις το­πι­κές συν­θή­κες, εφό­σον εί­τε εί­χε χα­θεί εί­τε δεν ήταν προ­σβά­σι­μο το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των οθω­μα­νι­κών κα­τα­στί­χων για το ιδιο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς της γης ―χω­ρίς το­πο­γρα­φι­κά σχέ­δια άλ­λω­στε, κα­τά την οθω­μα­νι­κή πρα­κτι­κή. Επι­πλέ­ον, οι κυ­βερ­νή­σεις της επο­χής δεν επι­δεί­κνυαν ζή­λο για τη δια­νο­μή των γαιών από τον φό­βο ότι, με­τά τη με­τα­βί­βα­ση των κλή­ρων, θα έχα­ναν τον φό­ρο χρή­σης που ενοι­κί­α­ζαν ―απα­ραί­τη­το για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του πο­λέ­μου. Ακό­μη και στην οθω­νι­κή πε­ρί­ο­δο της από­λυ­της μο­ναρ­χί­ας (1833-1843) το φο­ρο­λο­γι­κό σύ­στη­μα δεν διέ­φε­ρε κα­θό­λου από εκεί­νο της οθω­μα­νι­κής πε­ριό­δου και μά­λι­στα, κα­τά τους ιστο­ρι­κούς, φαί­νε­ται να εί­ναι μάλ­λον χει­ρό­τε­ρο σε συ­γκε­κρι­μέ­να ση­μεία του. Ίσχυαν ακό­μη η δε­κά­τη στην αγρο­τι­κή πα­ρα­γω­γή και η με­γά­λη επι­καρ­πία στις εθνι­κές γαί­ες.

Μια επι­πλέ­ον δυ­σκο­λία πο­λι­τι­κών δια­στά­σε­ων, σχε­τι­κά με τις εθνι­κές γαί­ες, εί­ναι η με­τά το 1821 διελ­κυ­στίν­δα για την εξου­σία με­τα­ξύ πο­λι­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών. Η πώ­λη­ση των εθνι­κών γαιών πα­ρα­κάμ­πτε­ται με πρω­το­βου­λία κυ­ρί­ως των στρα­τιω­τι­κών που δεν ήθε­λαν τη με­γέ­θυν­ση πλου­τι­σμού των πρου­χό­ντων απο­φεύ­γο­ντας συ­ζη­τή­σεις για το ζή­τη­μα ―με αρ­κε­τές πά­ντως ηχη­ρές πα­ρεκ­κλί­σεις προς ίδιον όφε­λος. Οι εθνι­κές γαί­ες γί­νο­νται στις Εθνο­συ­νε­λεύ­σεις δια­κύ­βευ­μα ατο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων των ισχυ­ρό­τε­ρων: βου­λευ­τές ακύ­ρω­ναν πω­λή­σεις, συ­γκρουό­με­νοι με εν­δια­φε­ρό­με­νους πρού­χο­ντες, για να επω­φε­λη­θούν αγο­ρά­ζο­ντάς τες με­τά· άλ­λο­τε, στρα­τιω­τι­κοί και πο­λι­τι­κοί, αντί­πα­λοι στον εμ­φύ­λιο, συμ­μα­χού­σαν στο θέ­μα αυ­τό προς ίδιον όφε­λος. Οι εθνι­κές γαί­ες προ­βάλ­λο­νται και στις δι­καιο­λο­γή­σεις της δο­λο­φο­νί­ας του Κα­πο­δί­στρια, ως δια­μαρ­τυ­ρία κα­θυ­στέ­ρη­σης της δια­νο­μής τους· ανά­λο­γες δια­μαρ­τυ­ρί­ες φθά­νουν στο Ναύ­πλιο από διά­φο­ρες πε­ριο­χές της χώ­ρας.

Αλ­λά και με­τά τη δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια και μέ­χρι την άφι­ξη του Όθω­να, δεν προ­χώ­ρη­σε η αγρο­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση με βά­ση τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών, για­τί θα έπρε­πε να ενη­λι­κιω­θεί ο βα­σι­λιάς για την άσκη­ση πο­λι­τι­κής, ως επι­κε­φα­λής της εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας. Η προ­σμο­νή για τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών από την οθω­νι­κή αντι­βα­σι­λεία εί­ναι διά­χυ­τη στον πλη­θυ­σμό. Όμως η προ­σπά­θεια χο­ρή­γη­σης γης στους από­μα­χους του πο­λέ­μου, τους ακτή­μο­νες και φτω­χούς αγρό­τες ―εξα­σφα­λί­ζο­ντας έσο­δα για το κρά­τος― προ­σκρού­ει σε προ­βλή­μα­τα λε­πτο­με­ρειών στους νό­μους και τα δια­τάγ­μα­τα του 1834 και του 1838 για τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών στους πο­λε­μι­στές του 1821 και τώ­ρα στους στρα­τιώ­τες. Πολ­λοί πα­λαί­μα­χοι της Επα­νά­στα­σης εί­τε δεν εί­χαν αγρο­τι­κή πεί­ρα, εί­τε ―κυ­ρί­ως― θε­ω­ρού­σαν την αγρο­τι­κή ζωή ως απα­ξί­ω­ση της παλ­λη­κα­ριάς και πε­ρη­φά­νιας τους, με απο­τέ­λε­σμα να επω­φε­λού­νται κερ­δο­σκό­ποι σε βά­ρος τους. Μέ­χρι το τέ­λος του 1836 απο­κτούν γη περ. 13 οι­κο­γέ­νειες ανά χι­λιά­δα που άσκη­σε το σχε­τι­κό δι­καί­ω­μα· οκτώ εκα­το­ντά­δες οι­κο­γέ­νειες σε σύ­νο­λο 66,5 χι­λιά­δων, πε­ρί τους 4.200 Έλ­λη­νες δη­λα­δή, σύμ­φω­να με τον αριθ­μό με­λών των τό­τε αγρο­τι­κών οι­κο­γε­νειών.

Η προσ­δο­κία για δω­ρε­άν δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών πα­ρέ­με­νε πά­ντα ζω­ντα­νή στους Έλ­λη­νες με­τά το 1821, χω­ρίς όμως να υπάρ­χουν αι­τή­μα­τα απαλ­λο­τριώ­σε­ων της με­γά­λης ιδιω­τι­κής ή εκ­κλη­σια­στι­κής έγ­γειας ιδιο­κτη­σί­ας. Εντω­με­τα­ξύ, πα­ρα­δείγ­μα­τα γρή­γο­ρου πλου­τι­σμού πρου­χό­ντων, οπλαρ­χη­γών, κομ­μα­τι­κών στε­λε­χών, δη­μό­σιων λει­τουρ­γών αλ­λά και κο­λί­γων συν­δέ­θη­καν με υπε­ξαι­ρέ­σεις με­γά­λων εκτά­σε­ων εθνι­κών γαιών. Αυ­τό έγι­νε κα­τά πα­ρά­βα­ση σχε­τι­κών δια­ταγ­μά­των των Εθνο­συ­νε­λεύ­σε­ων της επα­να­στα­τι­κής πε­ριό­δου και των διοι­κή­σε­ων μέ­χρι την εν­θρό­νι­ση του Όθω­να, με τα οποία επι­χει­ρή­θη­κε η προ­στα­σία των εθνι­κών γαιών από ανε­ξέ­λεγ­κτη ιδιο­ποί­η­ση ―επι­τυ­χής τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές. Στην Ελ­λά­δα του 1830, συμ­βα­τι­κοί όροι προ­στα­σί­ας δια­τη­ρού­σαν, κα­τά κα­νό­να, υπάρ­χο­ντα με­γά­λα αγρο­κτή­μα­τα στην Ατ­τι­κή, Βοιω­τία, Εύ­βοια και Φθιώ­τι­δα-Φω­κί­δα, αλ­λά απέ­τρε­παν, σε με­γά­λο βαθ­μό, τη δη­μιουρ­γία νέ­ων. Η προ­σπά­θεια των ισχυ­ρών για με­γέ­θυν­ση της ιδιο­κτη­σί­ας τους δεν έγι­νε όμως τε­λι­κά κα­θε­στώς και για αυ­τό άλ­λω­στε, όπως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε, δεν υπήρ­ξαν στην Ελ­λά­δα νο­μο­θε­τή­μα­τα του τύ­που των αγ­γλι­κών enclosures (πε­ρι­φρά­ξεις), εκ­διώ­ξεις αγρο­τών από κτή­μα­τα ή μα­ζι­κή στρο­φή τους προς τις πό­λεις, λό­γω απαλ­λο­τριώ­σε­ων. Κα­τά την τρί­τη δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να, η κα­τά­στα­ση στη γη πα­ρέ­με­νε απροσ­διό­ρι­στη. Ο Δερ­τι­λής ση­μειώ­νει ότι ο κα­θο­ρι­σμός όλης της πο­λι­τι­κής, κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής εξέ­λι­ξης της χώ­ρας με δια­κύ­βευ­μα το ζή­τη­μα των γαιών και της κτή­σης τους, από το 1830 και με­τά, «εγέρ­θη­κε ως παί­γνιο με τρεις παί­κτες»: το κρά­τος, τους άρ­χο­ντες και τους αγρό­τες ―από­η­χοι εί­ναι ευ­κρι­νείς μέ­χρι σή­με­ρα. Σε αυ­τό το «παί­γνιο» γύ­ρω από τα ζη­τή­μα­τα της γης και οι με­τα­βαλ­λό­με­νοι ρό­λοι, με τους συ­σχε­τι­σμούς κά­θε φο­ρά των τριών παι­κτών, διαιώ­νι­ζαν, με­τέ­φε­ραν και πα­ρα­μόρ­φω­ναν το πρό­βλη­μα, πά­ντα εκτός των ευ­ρω­παϊ­κά κα­θιε­ρω­μέ­νων: το κρά­τος υπο­δυό­με­νο τους ρό­λους του, επέ­δει­ξε όλες τις μορ­φές και τις συ­μπε­ρι­φο­ρές του, οι άρ­χο­ντες με την πολ­λα­πλό­τη­τα των ταυ­τί­σε­ών τους ―εδώ ή/και εκεί― και οι αγρό­τες με την πρω­τα­γω­νι­στι­κή δύ­να­μη που τε­λι­κά απέ­κτη­σαν στο πε­λα­τεια­κό κρά­τος· έτσι αυ­τό οι­κο­δο­μή­θη­κε και πα­γιώ­θη­κε με­θο­δι­κά.

Από το 1821 και την αρ­χή της δη­μιουρ­γί­ας ελ­λη­νι­κού κρά­τους, οι συν­θή­κες πε­ρί την ιδιο­κτη­σία της γης ήταν επι­σφα­λείς, διό­τι εξα­κο­λου­θού­σε να πα­ρα­μέ­νει πά­ντα σε ανα­μο­νή λύ­σης ―αδιευ­κρί­νι­στο και ασα­φές― το ζή­τη­μα του πό­τε και με ποιους όρους θα δια­νε­μη­θούν οι εθνι­κές γαί­ες. Μα­ζί με τις κλη­ρο­νο­μι­κές διαι­ρέ­σεις έγ­γειων πε­ριου­σιών, τις ιδιω­τι­κές πω­λή­σεις για εξό­φλη­ση μι­κρών χρε­ών και άλ­λες δευ­τε­ρεύ­ου­σες αι­τί­ες που οδη­γού­σαν στη διαρ­κή σμί­κρυν­ση των έγ­γειων ιδιο­κτη­σιών. Η ελ­λη­νι­κή ιδιαι­τε­ρό­τη­τα γύ­ρω από τα ζη­τή­μα­τα της γης με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χώς φορ­τί­ζο­ντας αρ­νη­τι­κά ―ανά­με­σα στα άλ­λα― και το συλ­λο­γι­κό θυ­μι­κό και νοη­τι­κό των Ελ­λή­νων σχε­τι­κά με τα ζη­τή­μα­τα της γης και της ιδιο­κτη­σί­ας της, χω­ρίς πο­τέ να επι­βάλ­λε­ται η χρη­στι­κή απο­τύ­πω­ση και απει­κό­νι­σή της. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και η πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή αδυ­να­μία τε­χνο­λο­γι­κού εξο­πλι­σμού της χώ­ρας, η υπο­τί­μη­ση ή η άγνοια του ρό­λο του.

Ο Hering ση­μειώ­νει ότι η κα­κο­διοί­κη­ση, η έλ­λει­ψη οδι­κού δι­κτύ­ου (η ακτο­πλο­ΐα ήταν σε πο­λύ κα­λύ­τε­ρο επί­πε­δο), η δυ­σκο­λία με­τα­φο­ρών και το κυ­ρί­αρ­χο κα­θε­στώς της λη­στεί­ας, κρα­τού­σαν σε ομη­ρία την ανά­πτυ­ξη της αγρο­τι­κής γης, ακό­μη και κο­ντά στην Αθή­να. Εκεί όπου με­γά­λες ιδιο­κτη­σί­ες ενοι­κιά­ζο­νται σε μι­κρούς αγρό­τες και οι γαιο­κτή­μο­νες δη­μιουρ­γώ­ντας μια κα­θα­ρά ελ­λη­νι­κή νέα τά­ξη, των αρ­γό­σχο­λων ει­σο­δη­μα­τιών, θα απο­κτή­σουν σύ­ντο­μα δύ­να­μη επιρ­ρο­ής στο σύ­στη­μα. Ο αρ­γό­σχο­λος ει­σο­δη­μα­τί­ας και η κά­θε εί­δους εξέ­λι­ξη του τύ­που αυ­τού, της προ­σο­δο­φό­ρου αρ­γο­σχο­λί­ας, απο­τε­λούν μέ­χρι σή­με­ρα μια ιδιαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία με επιρ­ροή στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, προ­βάλ­λο­ντας και ενί­ο­τε επι­βάλ­λο­ντας οπι­σθο­δρο­μι­κό­τη­τα και την ανέ­ξο­δη άγνοια που την προσ­διο­ρί­ζει. Το πο­λι­τι­σμι­κό χά­σμα με­τα­ξύ ορι­σμέ­νων αστι­κών πό­λων και της υπαί­θρου ήταν με­γά­λο. Πολ­λές πό­λεις απο­τε­λού­σαν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αγρο­τι­κούς οι­κι­σμούς, η εσω­τε­ρι­κή αγο­ρά πα­ρέ­με­νε υπο­τυ­πώ­δης, οι υπο­δο­μές από ανύ­παρ­κτες έως πο­λύ ελ­λι­πείς, η συμ­βί­ω­ση με την εσω­τε­ρι­κή ανα­σφά­λεια ήταν ο κα­νό­νας. Έλει­παν τα κε­φά­λαια και οι δυ­να­τό­τη­τες δα­νει­σμού ήταν πε­ριο­ρι­σμέ­νες. Τους αλ­λο­δα­πούς επεν­δυ­τές απω­θού­σαν, εκτός από τη λη­στεία, και οι ασά­φειες γύ­ρω από την έγ­γεια ιδιο­κτη­σία, ή έλ­λει­ψη χαρ­τών και κτη­μα­το­λο­γί­ου (κα­τά το ευ­ρω­παϊ­κό πρό­τυ­πο) ενώ οι στρα­τιω­τι­κές δα­πά­νες ήταν δυ­σα­νά­λο­γες των δυ­να­το­τή­των της χώ­ρας. Ήδη το 1834, το 30% των δη­μο­σί­ων δα­πα­νών δια­τί­θε­ται για ανά­γκες του στρα­τεύ­μα­τος και το 60% για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του εξω­τε­ρι­κού χρέ­ους.

Σε αυ­τό το χα­ο­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον σχε­τι­κά με τη γνώ­ση, τεκ­μη­ρί­ω­ση και δια­χεί­ρι­ση του εδα­φι­κού χώ­ρου του νέ­ου κρά­τους και των δι­καιω­μά­των σε αυ­τό, το όρα­μα του Κα­πο­δί­στρια για τη χαρ­το­γρα­φι­κή υπο­δο­μή της χώ­ρας ―προ­ϋ­πό­θε­ση και για την τα­κτο­ποί­η­ση των γαιών, κα­τά τα ευ­ρω­παϊ­κά πρό­τυ­πα― φα­ντά­ζει να δια­χέ­ε­ται σε πα­ράλ­λη­λο σύ­μπαν. Την κα­τά­στα­ση επι­δεί­νω­νε η άγνοια των Ελ­λή­νων του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος της επο­χής, σπου­δα­σμέ­νων και μη, για τα τε­χνι­κά θέ­μα­τα της απο­τύ­πω­σης και απει­κό­νι­σης της γης. Τα το­πο­γρα­φι­κά μα­θή­μα­τα στη Σχο­λή Ευ­ελ­πί­δων που ει­σά­γα­γε ο Pauzier ―ένας από τους τέσ­σε­ρις Γάλ­λους αξιω­μα­τι­κούς της τε­τρα­με­λούς ομά­δας που στάλ­θη­κε στον Κα­πο­δί­στρια το 1828, με τον Peytier― δεν αρ­κού­σαν και δεν πρό­φται­ναν να δια­μορ­φώ­σουν μια ελ­λη­νι­κή τε­χνι­κή κουλ­τού­ρα κα­τάλ­λη­λη για τα σχε­τι­ζό­με­να με την απο­τύ­πω­ση και απει­κό­νι­ση του χώ­ρου, ως ανα­πτυ­ξια­κή προ­ϋ­πό­θε­ση.

Έτσι, οι Γάλ­λοι το­πο­γρά­φοι του Dépôt και ο Peytier, ενταγ­μέ­νοι στο γαλ­λι­κό εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα (1828-1833) και εξυ­πη­ρε­τώ­ντας το αρ­χαιο­γνω­στι­κό και φυ­σιο­γνω­στι­κό έρ­γο της Expédition, επέ­στρε­ψαν στο Πα­ρί­σι, με όλο το υλι­κό της ερ­γα­σί­ας πε­δί­ου (και τους πρώ­τους υπο­λο­γι­σμούς), λί­γους μή­νες πριν τη δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια. Εί­χαν ολο­κλη­ρώ­σει σε εξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λες συν­θή­κες τη χαρ­το­γρά­φη­ση των 21,4 χι­λιά­δων τετρ. χλμ. της Πε­λο­πον­νή­σου (με τη ζώ­νη του Ισθμού της Κο­ρίν­θου) προσ­διο­ρί­ζο­ντας τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες πε­ρί­που μιας χι­λιά­δας ση­μεί­ων, δη­λα­δή ένα ση­μείο ανα­φο­ράς για κά­θε εδα­φι­κή επι­φά­νεια δια­στά­σε­ων περ. 4,5 χλμ. Χ 4,5 χλμ. Η πα­ρα­γω­γή του εξά­φυλ­λου χάρ­τη της Πε­λο­πον­νή­σου και των δύο φύλ­λων-προ­σαρ­τη­μά­των έγι­νε στο Dépôt το 1832· δεν τον ανα­ζή­τη­σε κα­νείς προς χρή­ση στην Ελ­λά­δα, με­τά την πα­ρα­γω­γή του. Ίσως δεν τον χρειά­στη­κε, ίσως αγνο­ού­σε τις δυ­να­τό­τη­τες χρή­σης του. Ο χάρ­της κα­τα­χω­νιά­στη­κε, ως συ­νο­δός, στο φυ­σιο­γνω­στι­κό εκ­δο­τι­κό απο­τέ­λε­σμα του έρ­γου της Expédition, προς με­λαγ­χο­λία του κύ­ριου χαρ­το­γρά­φου του Peytier. Όμως, σύμ­φω­να με τα κα­θιε­ρω­μέ­να των χαρ­το­γρα­φή­σε­ων της επο­χής, η το­πο­γρα­φι­κή ερ­γα­σία απο­τυ­πώ­σε­ων των έμπει­ρων Γάλ­λων έδι­νε την πρα­κτι­κή δυ­να­τό­τη­τα να εξαρ­τη­θεί στο πλαί­σιό της και η κτη­μα­το­γρά­φη­ση ―υπήρ­χε μα­κρά σχε­τι­κή πα­ρά­δο­ση στο Dépôt. Ήταν δυ­να­τόν να συμ­βεί εάν εί­χε προη­γη­θεί σχε­τι­κή συ­νεν­νό­η­ση και συμ­φω­νία των Γάλ­λων με τον Κα­πο­δί­στρια για μια πι­θα­νή κτη­μα­το­γρά­φη­ση (όταν οι συν­θή­κες ήταν πρό­σφο­ρες, π.χ. στα τέ­λη του 1827) και υπήρ­χαν αρ­γό­τε­ρα οι κα­τάλ­λη­λες συν­θή­κες ερ­γα­σιών στο ελ­λη­νι­κό αν­θρω­πο­γε­νές πε­ρι­βάλ­λον. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να ισχύ­σει για του­λά­χι­στον με­γά­λα και οι­κο­νο­μι­κά απο­δο­τι­κά κτή­μα­τα, τα οποία ήταν συ­νή­θως σε χω­ρι­κή επα­φή με τις δύ­σβα­τες αγρο­τι­κές δια­δρο­μές ―κυ­ρί­ως μο­νο­πά­τια ή κά­πως έτσι― που ακο­λου­θού­σαν οι το­πο­γρά­φοι του Dépôt για τις απο­τυ­πώ­σεις που εί­χαν κά­νει.

Το έρ­γο ήταν τε­χνι­κά εφι­κτό, δε­δο­μέ­νης της με­θό­δου απο­τύ­πω­σης που ακο­λού­θη­σαν επί τριε­τία οι έμπει­ροι Γάλ­λοι χαρ­το­γρά­φοι, από το φθι­νό­πω­ρο του 1828, αλ­λά και λό­γω της μι­κρής τε­λι­κά έκτα­σης της Πε­λο­πον­νή­σου, σε σύ­γκρι­ση με τα με­γά­λης τά­ξης με­γέ­θη των αντί­στοι­χων ευ­ρω­παϊ­κών εκτά­σε­ων. Οι Γάλ­λοι απο­τύ­πω­ναν σε πι­να­κί­δες το έδα­φος κα­τά τις αγρο­τι­κές δια­δρο­μές με­τα­ξύ κα­τοι­κη­μέ­νων τό­πων, για τη σύ­ντα­ξη το­πο­γρα­φι­κών σχε­δί­ων σε κλί­μα­κες στις οποί­ες το 1 εκ. στο σχέ­διο απο­τύ­πω­σης αντι­στοι­χού­σε σε 100, 200 και 500 μέ­τρα εδά­φους. Oι πι­να­κί­δες αυ­τές θα απο­τε­λού­σαν τη βά­ση κτη­μα­το­γρα­φι­κών ερ­γα­σιών, εάν υπήρ­χε πρό­νοια και οι κα­τάλ­λη­λες συν­θή­κες για αυ­τό, οι οποί­ες προ­φα­νώς δεν υπήρ­ξαν. Συ­μπιε­σμέ­νες στην ασφυ­κτι­κή στε­νό­τη­τα του φυ­σι­κού και πο­λι­τι­κού χρό­νου της πε­ριό­δου, οι αγ­χω­τι­κές συν­θή­κες και η άγνοια, μα­ζί με το ασυ­ναί­σθη­το για αυ­τά τα θέ­μα­τα και τον τε­χνο­λο­γι­κό φό­βο, οδη­γού­σαν συ­χνά σε αί­ο­λες λύ­σεις «στο πό­δι». Σε ψευ­δαι­σθή­σεις λύ­σε­ων, κα­θυ­στε­ρή­σεις, αλ­λά και σε εύ­κο­λες πα­ρα­πλα­νή­σεις για το τι ήταν και τί δεν ήταν τε­χνι­κά εφι­κτό, πα­ρά τα δε­δο­μέ­να της ευ­ρω­παϊ­κής τε­χνο­λο­γί­ας της επο­χής. Όλα αυ­τά επι­σκί­α­ζαν τα ηρω­ι­κά επι­τεύγ­μα­τα των Ελ­λή­νων και επέ­τρε­παν την εκ­με­τάλ­λευ­ση και τον απο­προ­σα­να­το­λι­σμό λύ­σε­ων από ημε­δα­πούς και αλ­λο­δα­πούς, που έβρι­σκαν ευ­και­ρί­ες επιρ­ρο­ής ξέ­νες προς τα συμ­φέ­ρο­ντα της χώ­ρας, μα­κριά από τα ευ­ρω­παϊ­κά κα­θιε­ρω­μέ­να. Αυ­τή ήταν και η πε­ρί­πτω­ση των αναι­ρέ­σε­ων της απο­τύ­πω­σης και απει­κό­νι­σης της γης και της φύ­σης των συ­να­φών προ­βλη­μά­των που προ­κλή­θη­καν πριν 200 χρό­νια, συ­νε­χί­στη­καν από τό­τε και υπάρ­χουν με­τα­σχη­μα­τι­σμέ­να μέ­χρι σή­με­ρα στη χώ­ρα ―πά­ντα μα­κράν των ευ­ρω­παϊ­κών προ­τύ­πων.

Σύμ­φω­να με τα πο­σο­στά εδα­φι­κών κα­λύ­ψε­ων των καλ­λιερ­γού­με­νων εθνι­κών γαιών της Πε­λο­πον­νή­σου, μια εν­δε­χό­με­νη τό­τε κτη­μα­το­γρά­φη­ση θα αντι­στοι­χού­σε σε έκτα­ση μι­κρό­τε­ρη του 4% της Γαλ­λί­ας και θα μπο­ρού­σε ―κα­τά ανα­λο­γία― η απαι­τού­με­νη κτη­μα­το­γρά­φη­ση να εί­χε ολο­κλη­ρω­θεί σε διά­στη­μα με­τα­ξύ δύο και τριών ετών. Οι συν­θή­κες όμως δεν το επέ­τρε­ψαν· οι πα­γιω­μέ­νες νο­ο­τρο­πί­ες για τη γη, η δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια αλ­λά και η άγνοια των μορ­φω­μέ­νων Ελ­λή­νων της διοί­κη­σης ―για τα τε­χνι­κά αυ­τά θέ­μα­τα― δεν επέ­τρε­ψαν έναν κα­τάλ­λη­λο σχε­δια­σμό για την τεκ­μη­ρί­ω­ση-τα­κτο­ποί­η­ση της γης, τη δια­νο­μή της και τη δί­καιη φο­ρο­λό­γη­ση των σχε­τι­κών ει­σο­δη­μά­των. Ει­δι­κά για την άγνοια των μορ­φω­μέ­νων, που συμ­με­τεί­χαν στο πο­λι­τι­κό γί­γνε­σθαι της πε­ριό­δου, αξί­ζει να ση­μειω­θεί η εντύ­πω­ση του ευ­φυούς και έμπει­ρου χαρ­το­γρά­φου Peytier, που διέ­τρε­ξε τη χώ­ρα επί έξι χρό­νια με­τρώ­ντας και απο­τυ­πώ­νο­ντας, κα­τά το γε­ω­γρα­φι­κό μή­κος και πλά­τος της. Τη δια­τυ­πώ­νει στη χει­ρό­γρα­φη έκ­θε­σή του, του 1838, για την τά­ξη των μορ­φω­μέ­νων Ελ­λή­νων (Les Grecs instruits): «… σπού­δα­σαν στη Γαλ­λία, τη Γερ­μα­νία ή στην Ιτα­λία… συ­νή­θως γνω­ρί­ζουν αρ­κε­τές γλώσ­σες, αλ­λά χω­ρίς να έχουν μια στέ­ρεη μόρ­φω­ση πι­στεύ­ουν ότι εί­ναι κα­τάλ­λη­λοι για τα πά­ντα. Δεν υπάρ­χει νέ­ος Έλ­λη­νας που να μην πι­στεύ­ει ότι εί­ναι ικα­νός να γί­νει κα­λός υπουρ­γός Δι­καιο­σύ­νης με­τά μό­λις τρία χρό­νια που πέ­ρα­σε στο Πα­ρί­σι, όπου θα έπρε­πε να κά­νει τις νο­μι­κές του σπου­δές. Εί­ναι γε­νι­κά πρό­θυ­μοι για ίντρι­γκα και προ­σκόλ­λη­ση γύ­ρω από κά­ποιον που προ­σβλέ­πει σε υπουρ­γείο».
Μή­πως όμως η διοί­κη­ση των Βαυα­ρών που ακο­λού­θη­σε, με­τά το 1832, θα άλ­λα­ζε τις τύ­χες της χαρ­το­γρά­φη­σης και των χαρ­τών στο νέο κρά­τος, εφό­σον αυ­τοί «θα γνώ­ρι­ζαν και δεν θα αγνο­ού­σαν»;

Η Ιθώμη από τα πεδινά της Μεσσήνης σε σχέδιο του C. R. Cockerell, 1811. Στο: P. Moret, A. Zambon. ‘Les premiers voyageurs à Messène: de Cyriaque d’Ancône àl’expédition de Morée’. Revue archéologique, 2016/1 (no 61), 3-60. Πηγή: The British Library / Βρετανικό Μουσείο.
Η Ιθώμη από τα πεδινά της Μεσσήνης σε σχέδιο του C. R. Cockerell, 1811. Στο: P. Moret, A. Zambon. ‘Les premiers voyageurs à Messène: de Cyriaque d’Ancône àl’expédition de Morée’. Revue archéologique, 2016/1 (no 61), 3-60. Πηγή: The British Library / Βρετανικό Μουσείο.

Χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν ως βι­βλιο­γρα­φία:

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. Χαρ­το­γρα­φι­κές Πε­ρι­πέ­τειες της Ελ­λά­δας 1821-1919, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ 2009. ISBN 978-960-201-194-2.
Ν. Δια­μα­ντού­ρος 2006, Οι Απαρ­χές της Συ­γκρό­τη­σης Σύγ­χρο­νου Κρά­τους στην Ελ­λά­δα 1821-1828, ΜΙΕΤ 2006.
Γ. Β. Δερ­τι­λής. Ιστο­ρία του Ελ­λη­νι­κού Κρά­τους 1830-1920, Εστία 2005.
G. Hering. Τα Πο­λι­τι­κά Κόμ­μα­τα στην Ελ­λά­δα 1821-1936, ΜΙΕΤ 2004.
W. W. McGraw. Land and Revolution 1800-1881. The transition in the tenure and exploitation of land from ottoman rule to independence. Kent, State University Press, 1985.
Δ. Θε­με­λή-Κα­τη­φό­ρη. Το Γαλ­λι­κό Εν­δια­φέ­ρον για την Ελ­λά­δα στην Πε­ρί­ο­δο του Κα­πο­δί­στρια 1828-1831, Επι­και­ρό­τη­τα 1985.
Ν. Σβο­ρώ­νος. Επι­σκό­πη­ση της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ιστο­ρί­ας, Θε­μέ­λιο 1978.
N. Κο­λυ­βάς. ‘Ιστο­ρι­κόν Ση­μεί­ω­μα επί της Νο­μο­θε­σί­ας των Εθνι­κών Κτη­μά­των κα­τά την Ελ­λη­νι­κήν Επα­νά­στα­σιν (από­σπα­σμα εκ του κώ­δι­κος της νο­μο­θε­σί­ας των κτη­μά­των του Κρά­τους)’. Αθή­να, Εθνι­κόν Τυ­πο­γρα­φεί­ον, 1917.
S. A. Papadopoulos. ‘Capitaine Peytier: Mémoire sur la Grèce’. Ερα­νι­στής, 51[-52], Ιούν.-Αύγ. 1971, σσ. 121-164.

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.