Διχαστικές εμμονές

Οι καλύτερες λύσεις για τις Πρέσπες είναι η καταψήφιση ή το δημοψήφισμα

Από τον
Ιωάννη Σ. Λάμπρου*

Βάσει δημοσκοπήσεων, η Συμφωνία των Πρεσπών δεν γίνεται αποδεκτή από τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Στην πλειοψηφία αυτή συμπεριλαμβάνεται σημαντικό τμήμα ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, η ίδια η κυβέρνηση υπολείπεται της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε ανάλογες μετρήσεις. Η δε αναγκαία κυβερνητική πλειοψηφία για τη συμφωνία -σε ένα εθνικό θέμα με σημαντικές επιπτώσεις σε βάθος δεκαετιών, τόσο για τη χώρα όσο και γενικότερα για την περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης-, αν προκύψει, θα μετράται στα δάχτυλα του ενός χεριού.

Τέτοιες συμφωνίες απαιτούν ευρείες συναινέσεις και σε περίπτωση ψήφισης της συγκεκριμένης η δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό προσωπικό της χώρας θα ενταθεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη στάση των εκλογέων, όχι τόσο με τη μορφή καταψήφισης ή υπερψήφισης του α’ ή του β’ κόμματος, αλλά με τη συνολική αρνητική πρόσληψη του ρόλου της Πολιτείας έπειτα από σχεδόν μία δεκαετία μνημονιακής δουλείας και συνεχών υποχωρήσεων στη διαχείριση εθνικών θεμάτων.

Κυβερνητικοί αξιωματούχοι κάνουν έκκληση για ενότητα, ώστε να υπάρξει στήριξη της συμφωνίας. Η επίκληση ενότητας, όμως, δεν αποτελεί εφήμερο αίτημα που πραγματοποιείται μέσα σε μερικές εβδομάδες. Χτίζεται, σφυρηλατείται επί μακρόν. Σε κάθε περίπτωση, ενότητα σημαίνει πρωτίστως ενότητα λαού. Οταν ο τελευταίος δεν συναινεί, δεν υφίσταται ενότητα. Η προσχώρηση τεσσάρων πέντε βουλευτών στην κυβερνητική γραμμή δεν συνιστά ενότητα. Αν η κυβέρνηση επιθυμεί ενότητα, θα συνταχθεί με την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Υπό τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, δεν μπορεί να υπάρξει άλλου είδους ενότητα.

Η επιφανειακή προσέγγιση της κυβέρνησης και η ιδεοληπτική πρόσληψη της ελληνικής Ιστορίας και ταυτότητας γενικότερα -διαχρονική ασθένεια της ελληνικής Αριστεράς- φανερώνουν ασύγγνωστη έλλειψη κατανόησης σύνθετων εθνοτικών, ιστορικών και γεωπολιτικών προβλημάτων και χρήσης ενός τόσο ευαίσθητου εθνικού θέματος στο πλαίσιο εκλογικών σκοπιμοτήτων, όπως άλλωστε η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης και η κυοφορούμενη συμφωνία για τις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους. Και τα τρία προαναφερόμενα ζητήματα, ενώ απαιτούν ευρείες συναινέσεις πολιτικής ηγεσίας και κοινωνίας, εντούτοις εργαλειοποιούνται για τη σφυρηλάτηση ενός «προοδευτικού μετώπου», υπό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι αυτή η προσπάθεια συγκρότησης που τροφοδοτεί την εμμονική στοχοποίηση όσων συμμετέχουν στα συλλαλητήρια ως «φασιστών» και «ακροδεξιών», ώστε να αναδεικνύεται πιο εμφατικά η διάκριση των τελευταίων από την κυβέρνηση και το νέο σχήμα που επιδιώκει να διαμορφώσει.

Η παρουσία λίγων δεκάδων κουκουλοφόρων διευκολύνει το κυβερνητικό εγχείρημα. Οι αφορισμοί του κ. Τσίπρα για τα συλλαλητήρια προσπαθούν να ακυρώσουν την αυθόρμητη, ακηδεμόνευτη έκφραση της αντίθεσης του ελληνικού λαού. Εκφραση συνειδητή ενός λαού, η διαχρονική ηγεσία του οποίου δεν πρόσφερε την απαραίτητη καθοδήγηση, ώστε να τον παιδεύσει και να τον κάνει κοινωνό της γεωπολιτικής ταυτότητας της πατρίδας του. Ακόμα κι έτσι, όμως, το ένστικτο αυτοσυντήρησης φαίνεται να λειτουργεί.

Δεν αμφισβητούνται η νομιμότητα και η θεμιτή πολιτική πρακτική μιας κυβέρνησης να φέρνει προς επικύρωση στο Κοινοβούλιο νόμους προς το τέλος του βίου της, ακόμα, φυσικά, και στην περίπτωση που βρίσκεται πίσω στις δημοσκοπήσεις. Λαμβάνοντας, όμως, υπόψη τα τρία παραπάνω στοιχεία αθροιστικά (αντίθεση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος, σημαντική μείωση των κυβερνητικών ποσοστών στις δημοσκοπήσεις και φερόμενη ισχνή κοινοβουλευτική πλειοψηφία) και θέτοντας το ζήτημα σε έναν ορίζοντα δεκαετιών, οι βέλτιστες λύσεις συνίστανται είτε στη διεξαγωγή δημοψηφίσματος είτε στην καταψήφιση της συμφωνίας.

* Πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος

dimokratianews.gr

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.