Δολοπλοκία και Αίμα: Ο Μέγας Αλέξανδρος ισοπεδώνει την Θήβα

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά την συντριπτική νίκη του στην Ιλλυρία, πρώτο μέλημα του Αλέξανδρου ήταν η αποκατάσταση της επικοινωνίας με τον σύμμαχο ηγεμόνα των Αγριάνων, τον Λάγγαρο, ο οποίος είχε αναλάβει να καλύψει το μακεδονικό μέτωπο αντιμετωπίζοντας τους Αυταριάτες στον Βορρά. Σύντομα οι δύο ηγεμόνες συναντήθηκαν κάπου στην ενδοχώρα, πιθανότατα στην διάβαση του ποταμού Τσέρνα. Την θριαμβευτική επανασύνδεση όμως διαδέχθηκαν σύντομα ανησυχητικά μηνύματα από την Ελλάδα στον νότο.

Η δυσαρέσκεια στην χώρα ήταν οπωσδήποτε μεγάλη. Αθήνα και Θήβα, παλαιές ηγεμονικές δυνάμεις και οι δύο, δεν ήταν διατεθειμένες να αφήσουν αμαχητί τα πρωτεία, ενώ και σε πολλές πόλεις της Πελοποννήσου είχαν επιβληθεί φιλομακεδονικές τυραννίδες προκειμένου να περιοριστούν σταθερά αντιμακεδονικές εστίες όπως το Αρκαδικό Κοινό και η Σπάρτη. Μεσω ενός κατάφορα νομικίστικου τεχνάσματος, αυτοί οι διορισμοί έγιναν πριν την ανανέωση της συνθήκης συμμαχίας στο όνομα του Αλεξάνδρου στην Κόρινθο, διότι παραβίαζαν τον όρο που απαγόρευε την οποιαδήποτε βίαιη παρέμβαση στις υφιστάμενες κυβερνήσεις, προκαλώντας δικαίως την αγανάκτηση αυτών που θίγονταν. Έτσι, θα ήταν αξιοσημείωτο αν οι νότιοι Έλληνες δεν προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την απουσία του Αλέξανδρου στον Βορρά.

Το κατά πόσο η δράση των διαφόρων πόλεων και ειδικότερα της Αθήνας και της Θήβας ήταν συντονισμένη ή όχι και με ένα σχέδιο για την αντικατάσταση του Αλέξανδρου στον θρόνο της Μακεδονίας από τον γιο του Περδίκα Γ’ Αμύντα, που είχε παραγκωνιστεί μετά τον θάνατο του πατέρα του από τον θείο του και πεθερό του Φίλιππο Β’, δεν μπορεί παρά να είναι αντικείμενο υποθέσεων. Ο ιστορικός Πίτερ Γκριν υποστηρίζει την παραπάνω υπόθεση, ενώ και οι μετέπειτα ενέργειες του Αλέξανδρου υποδηλώνουν πολύ έντονα πως, εκείνος τουλάχιστον, έτσι ακριβώς ερμήνευσε την πορεία των γεγονότων.

Πρώτο έργο των επαναστατών ήταν να φέρουν μέσω της προπαγάνδας με το μέρος τους όσο το δυνατό περισσότερους αμφιταλαντευόμενους. Ο αντιμακεδόνας πολιτευτής και ρήτορας Δημοσθένης στην Αθήνα ξεκίνησε αυτό το έργο με ενθουσιασμό. Διέδωσε την φήμη πως ο Αλέξανδρος και ολόκληρο το εκστρατευτικό του σώμα είχαν εξοντωθεί από τους Τριβαλλούς στον Δούναβη,ενώ για να καταστήσει αυτό το ψέμα πιο αληθοφανές παρουσίασε «αγγελιαφόρο» στην Εκκλησία του Δήμου, με επιδέσμους και τραυματισμένο, για να αναγγείλει την υποτιθέμενη καταστροφή. Όπως αναφέρει κι ο Αρριανός «λόγω ελλείψεως σαφών πληροφοριών, οι άνθρωποι δεν γνώριζαν με ακρίβεια τα πράγματα και ο καθένας πίστευε ο,τι τον ευχαριστούσε».

Από το όλο πολιτικό παίγνιο δεν θα μπορούσε να λείπει και ο Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας. Παράλληλα με την αντεπίθεση στην Μικρά Ασία εναντίον του εκστρατευτικού σώματος του Παρμενίωνα με ένα σώμα Ελλήνων μισθοφόρων και Ιρανών ιππέων υπό τον Ρόδιο στρατηγό Μέμνονα, ο Δαρείος ο Γ’ προσπάθησε μέσω πρακτόρων του να προσφέρει στην αθηναϊκή κυβέρνηση 300 τάλαντα χρυσού ως δέλεαρ για να υποστηρίξει την εξέγερση. Η προσφορά επισήμως απορρίφθηκε, όμως δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς σε ποιόν ανήκαν τα χρήματα που ο Δημοσθένης είχε αρχίσει να μοιράζει αφειδώς σε Θηβαίους εξορίστους που είχαν καταφύγει στην Αθήνα.

Μια ομάδα από αυτούς μία νύχτα μπήκε κρυφά στην βοιωτική πόλη. Στην Θήβα υπήρχαν πολλοί φιλομακεδόνες και ισχυρή μακεδονική φρουρά εγκατεστημένη στην ακρόπολή της, την Καδμεία, οπότε τα σχέδια των επαναστατών είχαν εκπονηθεί εκ των προτέρων και εκτελέστηκαν με ακρίβεια. Αρχικά συνέλαβαν και δολοφόνησαν τους δύο ανώτερους αξιωματικούς της φρουράς και στην συνέχεια κάλεσαν την Εκκλησία του Δήμου και ζήτησαν από όλους τους Θηβαίους να αποτινάξουν τον μακεδονικό ζυγό, «παίζοντας επιδέξια», όπως αναφέρει ο Αρριανός, «με τις σπουδαίες λέξεις «ελευθερία» και «ελευθερία του λόγου»». Δεν δυσκολεύτηκαν να τους πείσουν και έτσι σύντομα η πόλη ξεσηκώθηκε σύσσωμη και οι Μακεδόνες στην Καδμεία, ακέφαλοι και με μικρά περιθώρια άμεσης αντίδρασης, βρέθηκαν σε κατάσταση πολιορκίας.

Όταν έφτασαν στην Αθήνα τα νέα για την επιτυχία της εξέγερσης στην Θήβα, η Εκκλησία του Δήμου αποφάσισε να στείλει στρατιωτική ενίσχυση- και πάλι κατόπιν προτροπής του ρήτορα Δημοσθένη. Ωστόσο οι αθηναϊκές αρχές, ενεργώντας καιροσκοπικά, απέφυγαν να δεσμεύσουν δυνάμεις στην άμυνα της Θήβας, προτού γείρει αποφασιστικά η πλάστιγγα του πολέμου.

Ο Μεγάλος Βασιλιάς από την άλλη, πέρα από την αποστολή χρυσού στους εξεγερμένους δεν δεσμεύτηκε για τίποτα παραπάνω. Παρόλο που είχε αναγνωρίσει το γεγονός πως ο Αλέξανδρος σκόπευε να εισβάλλει στην Ασία, για τον ίδιο τα νέα από την Ελλάδα δεν αποτελούσαν παρά έναν κόκκο στο τεράστιο καλειδοσκοπικό μοντέλο της αυτοκρατορικής διοίκησης, καθώς στρατός και στόλος είχαν συγκεντρωθεί στην Αίγυπτο προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον τελευταίο γηγενή Φαραώ και να επανεντάξουν την χώρα στην αυτοκρατορία ως περσική σατραπεία. Έτσι την κρίσιμη στιγμή οι Θηβαίοι θα αναγκάζονταν να αντιμετωπίσουν τον Αλέξανδρο και τους στρατιώτες του μόνοι τους.

Σε ολόκληρη την χερσόνησο πάντως οι πόλεις εξεγείρονταν και ήταν φανερό πως ο Αλέξανδρος έπρεπε να δράσει άμεσα και αποφασιστικά τόσο έναντι της εξεγερμένης Θήβας, όσο και στην σκακιέρα της μακεδονικής εκδοχής του «παιχνιδιού του στέμματος», καθώς, όπως φαίνεται από την πορεία των πραγμάτων, οι φήμες ενός σχεδιαζόμενου πραξικοπήματος από τον Αμύντα πρέπει να είχαν φτάσει σε αυτόν.

Πρώτη του κίνηση ήταν να στείλει έναν γρήγορο αγγελιαφόρο στην Πέλλα, για να διαδώσει το μήνυμα της επικείμενης επιστροφής του. Εκτός από τις συνηθισμένες οδηγίες για τον στρατηγό Αντίπατρο, που εκτελούσε χρέη αντιβασιλιά, αυτός ο αγγελιαφόρος μετέφερε και μια προσωπική επιστολή για την Ολυμπιάδα. Αυτό που της ζητούσε να ρυθμίσει ήταν η άμεση εξόντωση των δύο δυναστικών αντιπάλων του: του Αμύντα, γιου του Περδίκκα Γ΄,και του Κάρανου, του μωρού της Κλεοπάτρας, της νεαρής χήρας του Φιλίππου Β’ και ανιψιάς του δολοπλόκου στρατηγού Άτταλου που δολοφονήθηκε μερικούς μήνες πριν στην Ασία ως ύποπτος για διενέργεια πραξικοπήματος κατά του Αλεξάνδρου. Η Ολυμπιάδα ακολούθησε τις οδηγίες του γιου της πιστά, όπως αναμενόταν.

Αφού ρυθμίστηκε έτσι αυτή η υπόθεση, ο Αλέξανδρος διέλυσε το στρατοπεδό του και ξεκίνησε πορεία με τόσο εξοντωτικό ρυθμό που λύγισαν ακόμα και οι βετεράνοι του Φιλίππου. Μέσα σε επτά μέρες έφερε τον στρατό του με ασφάλεια κάτω από την Πελίννα στην Θεσσαλία, μερικά χιλιόμετρα ανατολικά των Τρικάλων. Από εκεί συνέχισε γρήγορα προς τη Λαμία, πέρασε τις αφύλακτες Θερμοπύλες πριν φτάσει στον νότο η φήμη για την έλευσή του και σε λιγότερο από δεκαπέντε μέρες συνολικά στρατοπέδευσε στην Ογχηστό, στη Βοιωτία. Γύρω στα τριάντα χιλιόμετρα πέρα από την Ογχηστό βρισκόταν η Θήβα.

Εκεί οι αρχηγοί της εξέγερσης, έχοντας αιφνιδιαστεί, αρχικά αρνούνταν να αποδεχθούν ότι ο Αλέξανδρος ήταν αυτός που έπρεπε να αντιμετωπίσουν καθώς, έχοντας πεισθεί από την προπαγάνδα του Δημοσθένη, πίστευαν πως ο Αλέξανδρος ήταν νεκρός. Αρχικά επέμεναν πως αυτή ήταν δύναμη υπό τον αντιβασιλιά Αντίπατρο. Όταν έφτασαν περαιτέρω αναφορές, που όλες υποστήριζαν το ίδιο, και πάλι αρνήθηκαν να τις θεωρήσουν αξιόπιστες υποστηρίζοντας πως αν όντως ηγείτο κάποιος Αλέξανδρος, αυτός ήταν ο Αλέξανδρος της Λυγκηστίδος, γόνος του πρώην βασιλικού οίκου των Λυγκηστών (βορειοελλαδικό φύλο που επί Φιλίππου Β’ είχε ενσωματωθεί οριστικά πλέον στο μακεδονικό βασίλειο) και γαμπρός του Αντίπατρου. Ο Αλέξανδρος όμως ζούσε και βασίλευε και μία μέρα αργότερα τα μακεδονικά στρατεύματα βρίσκονταν οχυρωμένα έξω από τα τείχη της πόλης. Η μόνη απόφαση ζωτικής σημασίας που είχε μείνει στους επαναστάτες ήταν το αν θα αμύνονταν ή θα ζητούσαν συνθηκολόγηση.

Ο Αλέξανδρος από την πλευρά του, με το ενδιαφέρον του επικεντρωμένο στην επικείμενη ασιατική εκστρατεία, ήταν έτοιμος να φανεί διαλλακτικός. Αφού μετακίνησε τις δυνάμεις του στην νότια πλευρά της πόλης, αποκλείοντας τις οδεύσεις προς την Αθήνα, κρατιόταν σε απόσταση ελπίζοντας να τους εξαναγκάσει σε συμβιβασμό.

Στην πόλη, αν και πολλοί ήταν υπέρ μιας δήλωσης μετανοίας και της συνθηκολόγησης με τους Μακεδόνες, εκείνοι που ευθύνονταν πιο άμεσα για την εξέγερση, ειδικά οι επαναπατρισθέντες εξόριστοι, απέκλειαν κάθε συμβιβασμό, καθώς δεν εμπιστεύονταν καθόλου τις εγγυήσεις του Αλέξανδρου. Οι αρχηγοί τους είχαν σκοτώσει δύο Μακεδόνες αξιωματικούς, ενώ πολλοί από αυτούς ήταν επίσης ενεργά αναμεμειγμένοι στο ανασυσταθέν Κοινό των Βοιωτών και στην επικοινωνία με τους Πέρσες. Αυτοί οι άνδρες δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε οίκτο από την στιγμή που ο Αλέξανδρος θα άπλωνε τα χέρι του πάνω τους.

Επιπλέον η Θήβα είχε αρκετές προμήθειες, τα τείχη της ήταν επισκευασμένα και ο στρατός της, αν και με το γόητρό του τσαλακωμένο από την ήττα στην Χαιρώνεια, συγκαταλεγόταν στους καλύτερους στην Ελλάδα. Η Καδμεία και η μακεδονική φρουρά σε αυτήν είχαν αποκλειστεί με διπλό χαράκωμα και η επικοινωνία με τους Μακεδόνες έξω από την πόλη είχε καταστεί σχεδόν αδύνατη. Έτσι η Εκκλησία της πόλης αποφάσισε να εμμείνει στο προηγούμενο ψήφισμά της για αντίσταση.

Σε αυτό το σημείο ο Αλέξανδρος, μας λέει ο Διόδωρος, ήταν που «αποφάσισε να καταστρέψει την πόλη ολοσχερώς και με αυτή την πράξη τρομοκρατίας να ξεριζώσει την καρδιά οποιουδήποτε άλλου θα τολμούσε ενδεχομένως να εξεγερθεί εναντίον του». Όμως, πρώτα, για να ξεκαθαρίσει την θέση του, και με την ελπίδα να σπείρει διχόνοια μεταξύ των Θηβαίων, εξέδωσε μια τελευταία ανακοίνωση. Όποιος ήθελε, μπορούσε ακόμη να περάσει στην δική του πλευρά και να συμμετάσχει στην «κοινή ειρήνη» των Ελλήνων. Αν παραδίδονταν στους Έλληνες οι δύο βασικοί αρχηγοί της εξέγερσης, θα πρόσφερε γενική αμνηστία στους υπολοίπους. Κατά αυτόν τρόπο ο Αλέξανδρος ενεργούσε όχι ως αυθαίρετος δυνάστης, αλλά ως ο νόμιμα εκλεγμένος αρχιστράτηγος του Συνεδρίου της Κορίνθου που εκτελούσε τις διαταγές του. Εξάλλου δεν ήταν λίγες οι πόλεις που είχαν παλιούς λογαριασμούς με την Θήβα.

Οι Θηβαίοι όμως φρόντισαν να καταρρεύσει κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Από τον ψηλότερο πύργο της πόλης, ο κήρυκάς τους εξέφρασε μια ανταπαίτηση και μια αντιπροσφορά. Θα ήταν, όπως ανακοίνωσε, πρόθυμοι να διαπραγματευτούν με τον Αλέξανδρο, αν οι Μακεδόνες παρέδιδαν πρώτα τον Αντίπατρο και τον Φιλώτα (γιο του στρατηγού Παρμενίωνα). Έπειτα διεμήνυσε πως «όποιος ήθελε να συνταχθεί με το Μεγάλο Βασιλιά και τη Θήβα για την απελευθέρωση των Ελλήνων και την καταστροφή του τυράννου της Ελλάδας θα έπρεπε να προσχωρήσει σε αυτούς». Με την παραπάνω πράξη οι Θηβαίοι σφράγισαν την μοίρα τους, καθώς ο Αλέξανδρος οργίστηκε και ορκίστηκε πως «θα επέβαλλε στους Θηβαίους την έσχατη τιμωρία».

Οι πολεμικές μηχανές μεταφέρθηκαν και άνοιξαν ρήγματα στα τείχη. Ο θηβαϊκός στρατός πολέμησε θαυμάσια έξω στα χαρακώματα έξω από τα τείχη, και παραλίγο να αναγκάσει τους στρατιώτες του Αλέξανδρου σε φυγή, ακόμα κι όταν ο βασιλιάς κάλεσε τις εφεδρείες του. Όμως την κρίσιμη στιγμή, ο Αλέξανδρος διέκρινε μία αφύλακτη πύλη και έστειλε αμέσως τμήμα υπό τον εταίρο Περδίκκα να μπει στην πόλη και να ενωθεί με την πολιορκημένη φρουρά. Ο Περδίκκας πέτυχε στην αποστολή του, αν και τραυματίστηκε σοβαρά κατά την μάχη.

Την στιγμή που οι Θηβαίοι έμαθαν ότι παραβιάστηκαν τα τείχη της πόλης τους, που φυλάσσονταν από απελεύθερους δούλους, μέτοικους και φυγάδες από άλλες πόλεις, αποθαρρύνθηκαν. Ο Αλέξανδρος αντεπιτέθηκε, αποδιοργανώθηκαν και τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή. Στην πύλη της Ηλέκτρας όπου οι φυγάδες συνωστίζονταν έγινε πραγματική σφαγή, η οποία συνεχιστηκε και μέσα στους στενούς δρόμους της πόλης. Η μακεδονική φρουρά στην Καδμεία βγήκε από την ακρόπολη και επιδόθηκε σε άγρια σφαγή μαζί με το υπόλοιπο στράτευμα, τους Φωκείς, τους Πλαταιείς και τους άλλους Βοιωτούς, των άτακτων πλέον φυγάδων, εξολοθρεύοντας μαζί ικέτες και γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στα ιερά. Όλα τα σπίτια λεηλατήθηκαν, όπως και όλοι οι ναοί. Η πόλη, με απόφαση των συμμάχων του Συνεδρίου, ισοπεδώθηκε, ενώ πάνω από 6.000 Θηβαίοι χάθηκαν και περισσότεροι από 30.000 εξανδραποδίστηκαν. Ο P. Green θεωρεί ότι από την πώληση των αιχμαλώτων το μακεδονικό θησαυροφυλάκιο αποκόμισε περίπου 440 τάλαντα. Μεγάλο τμήμα της Θηβαϊδας, της υπαίθρου δηλαδή γύρω από τη Θήβα, κάηκε και λεηλατήθηκε. Οι Σύμμαχοι αποφάσισαν να εκδιωχθούν όλοι οι Θηβαίοι εξόριστοι από την Ελλάδα και να μην επιτραπεί σε κανέναν Έλληνα να προσφέρει καταφύγιο σε Θηβαίο. Η μακεδονική φρουρά παρέμεινε στην Καδμεία και τα εδάφη της Θήβας μοιράστηκαν μεταξύ των βοιωτικών πόλεων που συνέβαλλαν στην πτώση της.

Από τις διαταγές αυτές εξαιρέθηκαν, με παρέμβαση του Αλέξανδρου που πλέον είχε την πολυτέλεια να φανεί μεγαλόψυχος, μόνο οι ιερείς, όσοι πολίτες μπορούσαν να αποδείξουν πως είχαν ψηφίσει κατά της εξέγερσης ή ήταν μακεδονόφιλοι και τέλος οι απόγονοι του Πινδάρου, του λυρικού ποιητή. Όμως η Θήβα, μια από τις αρχαιότερες και πιο επιφανείς πόλεις-κράτη σε ολόκληρη την Ελλάδα, είχε καταστραφεί ολοσχερώς και ο πληθυσμός της είχε υποστεί μαζική εκτόπιση και υποδούλωση.

Το άμεσο αποτέλεσμα της πράξης του ήταν αυτο που επιθυμούσε ο Αλέξανδρος. Τα απείθαρχα κράτη διαπίστωσαν με τρόμο ότι τα πολιτικά πράγματα στην Ελλάδα δεν λειτουργούσαν πλέον με τις συνήθεις πολιτικές συναλλαγές και προέβησαν σε σπασμωδικές, σχεδόν κωμικές, ενέργειες.
Οι Αρκάδες ανακάλεσαν τα στρατεύματα, που είχαν στείλει σε ενίσχυση των Θηβαίων και καταδίκασαν σε θάνατο αυτούς, που τους υποκίνησαν. Οι Ηλείοι δέχθηκαν πίσω όσους διέκειντο φιλικά προς τον Αλέξανδρο, και τους οποίους είχαν εξορίσει νωρίτερα. Οι Αιτωλοί έστειλαν πρέσβεις κατά έθνη ζητώντας άφεση αμαρτιών, που παρασύρθηκαν. Οι Αθηναίοι διέκοψαν τις τελετές των Μυστηρίων και άρχισαν να συγκεντρώνουν τις περιουσίες τους από την ύπαιθρο εντός των τειχών φοβούμενοι τα χειρότερα. Θυμήθηκαν πως είχαν παραλείψει την απαραίτητη διπλωματική αβρότητα να συγχαρούν τον Αλέξανδρο, που γύρισε σώος και νικητής από τις επιχειρήσεις στη Θράκη και την Ιλλυρία, και του έστειλαν πρέσβεις να τον συγχαρούν για τις νίκες του επί των βαρβάρων και για την τιμωρία της Θήβας.

Με τους ίδιους πρέσβεις ο Αλέξανδρος έστειλε στους Αθηναίους επιστολή, στην οποία ανέφερε, ότι για τις κακές σχέσεις Αθήνας και Μακεδονίας, τα δεινά που επέβαλαν οι Μακεδόνες στους Αθηναίους μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, αλλά και την καταστροφή της Θήβας, ήταν υπεύθυνη η αντιμακεδονική παράταξη της πόλης. Ζητούσε ακόμη να του εκδώσουν τους σημαντικότερους αντιμακεδόνες ηγέτες μεταξύ αυτών και τους Δημοσθένη, Λυκούργο, Υπερείδη, Πολύευκτο, Χάρητα, Χαρίδημο, Εφιάλτη, Δήμωνα, Καλλισθένη, Διότιμο και Μοιροκλή.

Σε απάντηση του αιτήματος έκδοσης οι Αθηναίοι πολιτικοί επικαλέσθηκαν τις βασικές αρχές του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων, που προέβλεπαν την αυτονομία των κρατών μελών. Με ενέργειες του Δημάδη, ο οποίος φέρεται να ανταμείφθηκε από τον Δημοσθένη με 5 αργυρά τάλαντα για αυτήν την εξυπηρέτηση, ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσε στον Αλέξανδρο ο ίδιος ο Δημάδης ως πρέσβης. Σ’ αυτό το ψήφισμα οι Αθηναίοι πρακτικά τόνιζαν ότι η πολιτική δράση των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας εντός της επικρατείας της και μέσα από τα θεσμοθετημένα όργανά της δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο έκδοσής τους σε άλλα κράτη, όσο ενοχλητική ή επιζήμια κι αν ήταν για τα κράτη αυτά. Οποιαδήποτε δίωξη Αθηναίου πολίτη μπορούσε να ασκηθεί μόνο από Αθηναϊκό δικαστήριο με βάση την Αθηναϊκή νομοθεσία. Επιπλέον ζήτησαν να τους επιτραπεί να δέχονται Θηβαίους φυγάδες αντίθετα προς την καταδικαστική απόφαση. Ο Αλέξανδρος, επειδή χρειαζόταν αλώβητο και ισχυρό το Κοινό Συνέδριο, αναγνώρισε ότι η άρνηση των Αθηναίων να του εκδώσουν τους ενοχλητικούς πολιτικούς ήταν νομικώς ορθή και παραιτήθηκε από την απαίτησή του. Η εξαίρεση των Αθηναίων από την υποχρέωση έκδοσης των Θηβαίων φυγάδων ήταν επιβεβλημένη πολιτική πράξη.

Η Αθήνα είχε ήδη δεχθεί πολλούς Θηβαίους φυγάδες και αν αρνούνταν να τους εκδώσει, ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να θέσει την τύχη της Αθήνας στην κρίση των συμμάχων του, όπου οι εχθροί των Αθηναίων αναμφίβολα θα πετύχαιναν μία απόφαση παρόμοια με εκείνη της Θήβας. Το ενδεχόμενο αυτό ήταν εφιαλτικό κι έτσι προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα προνόμιά του και να τους απαλλάξει, διέταξε ωστόσο τον Χαρίδημο να εγκαταλείψει την Αθήνα. Φαίνεται πως αυτός ήταν ο πιο επικίνδυνος και όχι ο Δημοσθένης, ο οποίος ήταν εξαιρετικά προβεβλημένος λόγω της ρητορικής του δεινότητας. Ο Χαρίδημος ακολουθώντας την παράδοση των απόβλητων και έκπτωτων Ελλήνων πολιτικών και στρατιωτικών ηγετών κατέφυγε – στην Αυλή του Πέρση βασιλέα και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συμβούλους του.

Όταν ρυθμίσθηκαν αυτά τα θέματα, ήταν ήδη Οκτώβριος του 335 π.Χ και ο Αλέξανδρος επέστρεψε στη Μακεδονία. Έπρεπε να ξεκουράσει τη στρατιά και να ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για την εισβολή στην Ασία. Στο διάστημα αυτό έκανε τις τελετές, που είχε καθιερώσει ο προκάτοχός του και μεγάλος μεταρρυθμιστής του Μακεδονικού κράτους, ο βασιλέας Αρχέλαος. Τέλεσε στο Δίον μεγαλοπρεπείς θυσίες αφιερωμένες στον Ολύμπιο Δία και στις Μούσες και οι τελετές διάρκεσαν εννέα ημέρες, μία για κάθε Μούσα. Τίμησε ακόμη τους τοπικούς Ολυμπιακούς Αγώνες στις Αιγές (Βεργίνα), δεξιώθηκε τους πρέσβεις των διαφόρων ελληνικών κρατών σε ειδική σκηνή χωρητικότητας 100 ανακλίντρων και τέλος συσκέφθηκε με τους επιτελείς του για την πολυαναμενόμενη εισβολή στην Ασία.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.