Ελβετοί μισθοφόροι: Ο φόβος και τρόμος της Αναγεννησιακής Ευρώπης

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Σήμερα η Ελβετία είναι γνωστή για τα τυριά της, τις τράπεζες της και την περίφημη ουδετερότητά της. Ελάχιστοι γνωρίζουν πως από τον 15ο και μέχρι το πρώτο τέταρτο του 16ου αιώνα μ.Χ, οι Ελβετοί μισθοφόροι δημιούργησαν μια τρομερή παράδοση σε ολόκληρη την Ευρώπη ως οι αγριότεροι και αποτελεσματικότεροι επαγγελματίες πολεμιστές.

Βρισκόμενοι επί αιώνες υπό την επιρροή των ισχυρών γειτόνων τους, Αυστριακών, Γάλλων και Βουργουνδών, τον 14ο αιώνα οι κάτοικοι των διαφόρων ορεινών «καντονιών» και πόλεων-κρατών της ευρύτερης περιοχής των Άλπεων ενώθηκαν σε μια χαλαρή συνομοσπονδία με κύριο σκοπό την κοινή άμυνα απέναντι στους εισβολείς. Στις αρχές του 15ου αιώνα πλέον, η Ελβετική Ομοσπονδία αποτελείτο από οκτώ επαρχίες. Κάθε Ελβετός χωρικός ή αστός ηλικίας 18-55 ετών όφειλε να υπηρετήσει στον στρατό της επαρχίας του, εφόσον υπήρχε απόφαση από το τοπικό επαρχιακό συμβούλιο. Πράγματι, η δύναμη που μπορούσε να συγκεντρωθεί και από τα οκτώ καντόνια κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη ήταν, καθώς σε σύντομο χρόνο μπορούσαν να «κατεβάσουν» στο πεδίο της μάχης τουλάχιστον 54.000 σκληροτράχηλους, καλά εκπαιδευμένους άντρες.

Οι Ελβετοί στρατιώτες εξοπλίζονταν με δικά τους έξοδα και αρχικό τους όπλο ήταν η αλεβάρδα (είδος λογχοπέλεκυ). Στις αρχές του 16ου αιώνα όμως, την αντικατέστησαν με την ελβετική εκδοχή της σάρισας και υιοθέτησαν μια διάταξη μάχης μετώπου 56 ανδρών και βάθους 20 σειρών που έμοιαζε σε εμφάνιση και λειτουργία με την αρχαία μακεδονική φάλαγγα, απρόσβλητη κατά μέτωπο τόσο από πεζικό όσο και από το σιδηρόφρακτο βαρύ ιππικό που κυριαρχούσε ως τότε στα ευρωπαϊκά πεδία μαχών της εποχής. Eκτός από σαρισοφόρους, οι Eλβετοί εξακολούθησαν να έχουν στις τάξεις τους και άντρες με λογχοπέλεκεις, καθώς και σταυρωτά τόξα (αργότερα και αρκεβούζια) για να «μαλακώνουν» την αντίπαλη παράταξη και να αντιμετωπίζουν τους εχθρικούς ακροβολιστές, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ίσως χρησιμοποίησαν και τα θηριώδη σπαθιά Zweihander, κυρίως όταν αντιμετώπιζαν άλλες φάλαγγες σαρισοφόρων. Μέχρι τα μέσα του ίδιου αιώνα η φάλαγγα μπορούσε να κινηθεί τροχάδην(!) και να επιτεθεί στον εχθρό ως συμπαγές σώμα.

Μια πρώτη γεύση του ελβετικού «οδοστρωτήρα» πήραν το 1477 οι Βουργουνδοί. Μετά το τέλος του Εκατονταετούς Πολέμου μεταξύ του γαλλικού και του αγγλικού βασιλείου, το δουκάτο της Βουργουνδίας στην σημερινή ανατολική Γαλλία αναδείχθηκε ως ένα από τα ισχυρότερα κράτη της δυτικής Ευρώπης. Ο δούκας της Βουργουνδίας Κάρολος ο Τολμηρός αναδιοργάνωσε τον στρατό του σύμφωνα με τα διδάγματα της μακρόχρονης εκείνης σύγκρουσης και τον εξόπλισε με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας της εποχής. Θέλοντας να ελέγξει τις εμπορικές οδούς προς τις πλούσιες πόλεις του ιταλικού βορρά, εισέβαλε στην ελβετική επικράτεια. Ο βουργουνδικός στρατός όμως ηττήθηκε τρεις φορές με μεγάλες απώλειες από τους σκληροτράχηλους Ελβετούς, ενώ ο ίδιος ο άτυχος δούκας έχασε την ζωή του κατά την μάχη του Νανσύ στη Λωραίνη το 1477, όπου περικυκλώθηκε από ομάδα αλεβαρδιέρων οι οποίοι τον τράβηξαν από το άλογό του και τον κατακρεούργησαν. Το πτώμα του βρέθηκε μέσα στα χιόνια δύο μέρες αργότερα. Το δουκάτο της Βουργουνδίας παρήκμασε και σύντομα απορροφήθηκε από το γαλλικό βασίλειο.

Έχοντας δημιουργήσει μύθο γύρω από το όνομά τους, οι Ελβετοί έγιναν περιζήτητοι ως μισθοφόροι σε όλη την Ευρώπη. Συχνά πουλούσαν τις υπηρεσίες τους ως ανεξάρτητες κομπανίες και κολεκτίβες, ακόμη συχνότερα όμως τους «νοίκιαζαν» σε κάθε ενδιαφερόμενο οι τοπικές κυβερνήσεις των καντονίων στα οποία διέμεναν, έναντι φυσικά αδράς αμοιβής. Ο βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΑ’ της Γαλλίας προσέλαβε 6.000 από αυτούς, η δε προσωπική του φρουρά αποτελείτο από 100 Ελβετούς φρουρούς. Ελβετούς μισθοφόρους προσέλαβαν και οι πλούσιες πόλεις-κράτη του ιταλικού βορρά, ενώ ο Γερμανός αυτοκράτορας Μαξιμιλιανός οργάνωσε τα δικά του σώματα Γερμανών σαρισοφόρων κατά το ελβετικό πρότυπο, τους διαβόητους Landsknechts. Ελβετοί σαρισοφόροι υπό γαλλική υπηρεσία και Landsknechts θα είχαν πολλές ευκαιρίες να συναντηθούν κατά την διάρκεια των Ιταλικών Πολέμων (1494-1559), με τα δύο σώματα να αναπτύσσουν παροιμιώδη αντιπαλότητα. Oι Eλβετοί έφθασαν στο απόγειο της φήμης τους ακριβώς την εποχή του ανταγωνισμού με τους Γερμανούς, από το 1480 έως το 1525.

Η σταδιακή εισαγωγή των πυροβόλων όπλων χειρός στους ευρωπαϊκούς στρατούς κατά τον 16ο αιώνα και η στροφή των ευρωπαϊκών βασιλείων προς την δημιουργία οργανωμένων εθνικών στρατών λόγω της αναξιοπιστίας των μισθοφορικών στρατευμάτων, έφερε την παρακμή των Ελβετών σαρισοφόρων. Στις 29 Δεκεμβρίου 1503 ο οργανωμένος σε τέρθιος (μικτά συντάγματα σαρισοφόρων, αρκεβουζιοφόρων και ξιφομάχων) στρατός του ενωμένου πλέον ισπανικού βασιλείου υπό τον Γκονζάλο ντε Κόρντομπα συνέτριψε τον γαλλικό στρατό και τους Ελβετούς μισθοφόρους του (40% της γαλλικής δύναμης) στην πολυαίμακτη μάχη του ποταμού Γκαριλιάνο. Είχε προηγηθεί η ήττα στην Σερινιόλα, βόρεια της Νεάπολης, όπου οι Ελβετοί απέτυχαν να εκπορθήσουν οχυρωμένη με τάφρο θέση που υπεράσπιζαν ισάριθμοι Ισπανοί αρκεβουζιοφόροι. Θα ακολουθούσε η απογοητευτική απόδοσή τους στην αποφασιστική μάχη της Παβίας το 1525 απέναντι στον αψβουργικό στρατό, που κόστισε στην Γαλλία τις ιταλικες της κτήσεις. Στις 6 Μαϊου 1527 οι Ελβετοί σαρισοφόροι πρσέφεραν την τελευταία τους υπηρεσία κατά τους Ιταλικούς Πολέμους υπερασπίζοντας με το αίμα τους την Αγία Έδρα, όταν 20.000 Landsknechts κατέλαβαν την Ρώμη, επιδιδόμενοι σε ένα όργιο λεηλασίας, βιασμών και φόνων. Η φρουρα του Βατικανού, αποτελούμενη από Ελβετούς μισθοφόρους, αμύνθηκε μέχρις ενός.

Σήμερα η παπική φρουρά αποτελείται από Ελβετούς που προέρχονται από τα γερμανοφωνα καντόνια. Μια ελάχιστη αναγνώριση της Αγίας ‘Εδρας προς τους γενναίους άνδρες που θυσίασαν την ζωή τους 500 χρόνια πριν…

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.