Ελληνικές εξαγωγές: οι εμμονές μιας παρωχημένης νοοτροπίας και το τέλος μιας εποχής

Γράφει ο Δημήτριος Ντόικος

Το 2004 ήταν μια μαγική χρονιά για την Ελλάδα. Μέσα σε μία μόλις χρονιά κατέκτησε το ευρωπαικό τρόπαιο στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, ενώ παράλληλα οργάνωσε τους Ολυμπιακούς αγώνες, ένα εγχείρημα που όμοιο του διστάζαν να αναλάβουν πολλές χώρες μεγαλύτερης εμβέλειας και εκτοπίσματος από την Ελλάδα. Ζώντας στο εξωτερικό, παρατηρούσα μία μόνιμη αναζήτηση στο κοινό του εξωτερικού για ελληνικά προιόντα. Δεν είναι δυνατόν άκουγα, να είναι τόσο γνωστή μία χώρα, να οργανώνει Ολυμπιακούς αγώνες, και να μην πουλάει τίποτε άλλο στην διεθνή αγορά πέρα από τυρί φέτα, γιαούρτι, ούζο, και λάδι. Κατά γενική ομολογία η ερώτηση αυτή μας βασάνισε όλους τους Έλληνες εδώ στην αλλοδαπή. Είναι δυνατόν να μην μπορούμε να φτιάξουμε τίποτε άλλο πέρα από τυρί και λάδι; Τα επόμενα χρόνια πήρα την απόφαση να ασχοληθώ και προσωπικά με το θέμα των εξαγωγών, αλλά και με τις εξαγωγές τις ίδιες. Τα ερωτήματα μου έγιναν ακόμη πιο επιτακτικά μετά την χρεοκοπία του 2010. Τι είναι αυτό που εμποδίζει την χώρα μας να καταστεί μία παραγωγική χώρα; Τι έχουν οι άλλοι που εμείς δεν έχουμε; Τι κάνουν αυτοί καλύτερα από εμάς; Η απάντηση είναι πολύπλοκη, και περιλαμβάνει πολλές επί μέρους κατηγορίες, που λίγο πολύ όλες σχετίζονται με την διαιώνιση μίας παρωχημένης, και γιατί όχι, μίας αρρωστημένης νοοτροπίας, στην οποία παίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες. Είναι όμως πλέον επιτακτική ανάγκη να ληφθούν υπόψιν, και να γίνουν αντικείμενο συζήτησης και έρευνας.

Τα 80s, διάλυση της εγχώριας βιομηχανίας και του παραγωγικού ιστού της χώρας.

Η πρώτη απάντηση επικεντρώνεται φυσικά στην δεκαετία του 80, τότε που η κυβέρνηση Παπανδρέου προσπαθούσε να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την βιομηχανία της χώρας, είτε χρησιμοποιώντας διατάξεις και νομολογίες που της έθεταν διαρκώς εμπόδια, είτε μέσς Δούρειων Ίππων, δηλαδή τις διάφορες συνδικαλιστικές οργανώσεις που έθεταν όρους οι οποίοι ήταν αδύνατον να τηρηθούν. Υπολογίζεται ότι κατά την δεκαετία του 1980, πάνω από 3.500 βιοτεχνίες έβαλαν λουκέτο, ενώ πολλές παραδοσιακές βιομηχανίες έκλεισαν, όπως οι άλλοτε κραταιές ΙΖΟΛΑ, ΠΙΤΣΟΣ, ΤΕΟΚΑΡ, ΠΕΙΡΑΙΚΗ- ΠΑΤΡΑΙΚΗ, ΒΙΑΜΑΞ, ΣΑΡΑΚΑΚΗΣ, ΡΟΚΑ, και πάρα πολλές άλλες. Εκτός αυτού, περισσότερες από 3500 βιομηχανίες έφυγαν για μετεγκατάσταση στην Τουρκία, Βουλγαρία, Ρουμανία, και άλλες ανατολικές χώρες.

Για να είμαστε περισσότερο αντικειμενικοί, η αποβιομηχάνιση της δεκαετίας του 80 δεν οφείλεται μόνον στις λάθος κυβερνητικές επιλογές, μία από τις οποίες ήταν για παράδειγμα η πρόωρη άρση των δασμών σε μεταχειρισμένα οχήματα, η οποία διέλυσε την εγχώρια βιομηχανία οχημάτων, με κυριότερη την ΒΙΑΜΑΞ, εταιρια που απασχολούσε 2000 εργαζομένους, και η οποία έκλεισε το 1986, αλλά και το διεθνές περιβάλλον που άλλαζε άρδην, και για το οποίο σχεδόν ουδείς στην Ελλάδα φάνηκε να λαμβάνει υπόψιν του.

Με την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, το καθεστώς προστατευτισμού που διείπε την ελληνική παραγωγή καταργήθηκε. Η χώρα έδειξε εντελώς απροετοίμαστη στις νέες συνθήκες, έδειξε μία παντελή έλλειψη οργάνωσης και συντονισμού σε κινήσεις και αποφάσεις. Το κράτος μετατράπηκε στον μεγαλύτερο χρηματοδότη των ελληνικών βιομηχανιών, χωρίς να υπάρχει μία επιλεκτικότητα στις επιχειρήσεις που έπρεπε να βοηθηθούν, πάντα σύμφωνα με τις πιθανότητες επιβίωσης τους και περαιτέρω βιωσιμότητός τους. Κομματικοί λόγοι επέβαλλαν μία άνευ όρων σπατάλη χρημάτων σε κάθε βιομηχανική μονάδα, αναιξερέτως πλάνου διάσωσης και λειτουργικότητος. Οι έλεγχοι των δανείων ήταν ανύπαρκτοι και χειρίζοταν με πολιτικά κριτήρια. Τα κέρδη από αυτές τις κρατικές ενέσεις δεν επανεπενδύοταν από τις βιομηχανίες, όλοι ζούσαν σε έναν κόσμο δίχως αύριο, λες και κάθε μέρα κάποια κυβέρνηση θα τους μοίραζε χρήματα. Ήταν η εποχή που ο κόσμος άρχισε να λέει το περίφημο όσο και ηλίθιο, “ Η Ελλάδα είναι φτωχή, όχι οι Έλληνες ”. Τότε χάθηκε η επαφή της ελληνικής βιομηχανίας με τις διεθνείς συνθήκες. Η νεοελληνική νοοτροπία του επαναπαύευσθαι στα έτοιμα, νίκησε. Καμμία πρωτοβουλία για καινοτομίες, για επαναπροσδιοροσμό του αντικειμένου, για νεωτερισμό, όλα στην πεπατημένη. Μία συντηρητικη νοοτροπία που αποκτά αυτοκαταστροφικές τάσεις. Η Ελλάδα ψυχή τε και σώματι, παγιδευμένη στον λήθαργο μιας παραπλανητικής τρυφής. Παράλληλα όμως, δεν κινήθηκε καν ο κρατικός μηχανισμός, αυτός ο ίδιος

ο οποίος χρηματοδοτούσε στην διάσωση του βιομηχανικού τομέα, να εκπονήσει πλάνα καινοτομίας της ελληνικής βιομηχανίας, έστω για να πάρει τα λεφτά που είχε τόσο μεγαλόψυχα σκορπίσει, πίσω. Τα πανεπιστήμια αποκόπηκαν από τις απαιτήσεις της αγοράς. Με εξαίρεση τον τομεα των ιχθυοκαλλιεργειών, τίποτε απολύτως δεν έγινε στον τομέα της βιομηχανικής ή παραγωγικής έρευνας. Η Ελλάδα κοιμόταν…ώσπου στο τέλος το κράτος έπρεπε να προχωρήσει σε εσπευσμένες κρατικοποιήσεις βιομηχανιών οι οποίες ειχαν καταχρεωθεί, και ουσιαστικά είχαν χρεοκοπήσει. Ήταν εταιρίες όπως η ΠΥΡΚΑΛ, ΛΑΡΚΟ, Σκαραμαγκας, ΕΣΣΟ Παππας, και άλλες, οι οποίες κρατικοποιήθηκαν κατά απαίτηση του κόσμου, ανεξάρτητα αν οι ίδιες οι εταιρίες ήταν βιώσιμες ή όχι. Μία πυξίδα λογικής έλλειπε παντελώς. Παίρνοντας τον έλεγχο της Εμπορικής Τράπεζας ως ναυαρχίδα, η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ έφτασε να έχει τον έλεγχο 44 προβληματικών επιχειρήσεων. Ουσιαστικά εθνικοποιήθηκε πάνω από το 10% της ελληνικής βιομηχανίας κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης για διάσωση των θέσεων εργασίας, με αποτέλεσμα κατά πρώτον να εγκαταλειφθεί κάθε προσπάθεια αλλαγής πορείας και εύρεσης νέων δρόμων καινοτομίας στην βιομηχανία, κάτι που έκανε η Φινλανδία με την ΝΟΚΙΑ για παράδειγμα, και κατά δεύτερον να χρεωθεί το κράτος με τεράστια ποσά, τα οποία επιβάρυναν τον κρατικό προυπολογισμό, μετατρέποντας τα ιδιωτικά χρέη των επιχειρήσεων σε δημόσια. Κάπως έτσι φτάσαμε στην χρεοκοπία…

Οικογενειοκρατία και συντηρητισμός.

Ο συνήθης τρόπος μιας ελληνικής επιχείρησης, ελλάχιστα ξεπερνάει τα όρια του τρόπου λειτουργίας της συνήθους ελληνικής οικογένειας. Ο πατέρας εργάζεται όλη την ημέρα, ενδιάμεσα παίρνει το γεύμα του με συνεργάτες ή σε γεύματα εργασίας, η μητέρα οργανώνει τις κοινωνικές επαφές της οικογένειας, και φροντίζει για την ανατροφή των γόνων της οικογένειας σύμφωνα πάντοτε με την “κοινωνική τους θέση”. Οι γόνοι παίρνουν μία σχολική εκπαίδευση ιδιωτικού κολλεγίου, η οποία πρέπει να δικαιολογεί τα χρήματα που διατέθηκαν για αυτήν, και μία κοινωνική αγωγή μικρού σατράπη, όπου η συμπεριφορά προς τον εργαζόμενο πρέπει να ομοιάζει με αυτή ενός ιδιοκτήτη φυτείας στον αμερικανικό νότο του 19ου αιώνα, ενώ οι επιχειρηματικές σχεσεις ανήκουν στο γνωστό οικογνειακό πλαίσιο γνωριμιών. Φυσικά και μιλάω για την πλειοψηφία και όχι για όλους. Η μητέρα μεγαλώνει έναν πρίγκηπα ή πριγκίπισσα, στους οποίους όλα επιτρέπονται και όλα συγχωρουύνται. Η απόκτηση ενός πτυχίου σε κάποιο αγγλικό ή αμερικανικό κολλέγιο θα τους δώσει και το τυπικό διαβατήριο να αναλάβουν τα ηνία της επιχείρησης, με σχεδόν μηδενική εμπειρία, αλλά με πολλές κοινωνικές εμπειρίες από διάφορα πάρτυ και celebrities… Η θητεία ενός γόνου επιχειρηματία ξεκινάει από την θέση του γενικού διευθυντή. Οι γόνοι των Ελλήνων επιχειρηματιών ως επί το πλείστον είναι επαγγελματίες γιοι. Πολλοί από αυτούς είναι γνωστοί συλλέκτες αυτοκινήτων, πρωταγωνιστές σε πάρτυ διασημοτήτων, ή ως εξώφυλλα περιοδικών ποικίλης ύλης. Σε αντίθεση με αυτό, θυμάμαι τι μαρτύρια τραβούσε ο γιος του ιδιοκτήτη του εργοστασίου που εργαζόμουν ως φοιτητής, ο οποίος έπρεπε να κάνει όλες τις βαρειές δουλειές, με την αιτιολογία του πατέρα του, ότι ένα αφεντικό πρέπει να μάθει την ίδια του την επιχείρηση από τα κάτω….

Η δεύτερη γεννιά Ελλήνων επιχειρηματιών, ελλάχιστη επαγγελματική εμπειρία έχουν από τις απαιτήσεις των διεθνών αγορών. Ακόμη βρίσκονται στο σημείο να προαπαθούν να ανοίξουν νέες αγορές με γνώμονα τις προσωπικές γνωριμίες τους, η μέσω της δραστηριότητας πωλητών, οι οποίοι όσο και αν προσπαθήσουν, σε τίποτε δεν μπορούν να αντικαταστήσουν ούτε την επιρροή της διαφημησης, ούτε και να ενισχύσουν απο μόνοι τους το brand name που εκπροσωπούν, χωρίς βοήθεια εκ των άνωθεν.

Οι γνωριμίες και οι δημόσιες σχέσεις δεν ανοίγουν αγορές, τις αγορές τις ανοίγουν οι έρευνες αγοράς, οι διαφημίσεις, οι δημοσκοπήσεις, οι αναλύσεις. Μία διαφήμηση στην πρώτη ζώνη τηλεθέασης στην γερμανική τηλεόραση κοστίζει για 18 δευτερόλεπτα μεταξύ 20 και 30.000€. Σε τελικό παγκοσμίου κυπέλου φτάνει στα 100.000€. Είναι μεν πολλά λεφτά, αλλά οπωσδήποτε λιγότερα από αυτά που κοστίζει μία καινουργια Πόρσε που θα αγοράσει ενισχυμένη ο κανακάρης νεότευκτος διευθυντής. Το αγοραστικο κοινό δεν κερδίζεται με εμφανίσεις στο jet set, αλλά με επενδυσεις γνωριμίας, δηλαδή με διαφημίσεις. Ο καιρός των επαγγελματικών δείπνων πέρασε

ανεπιστρεπτί. Καιρός για τις ελληνίδες μανάδες να μάθουν στα παιδιά τους πως να ενηληκιώνονται, και ειδικά στους γιους τους να αναλαμβάνουν ευθύνες.

Ένα άλλο δεινό που επιφέρει η οικογενειοκρατία, είναι ο αποκλεισμός ικανών στελεχών απο τις επιχειρήσεις, τα οποία βλέποντας ότι δεν υπάρχει άλλη δυνατότητα ανέλιξης, φεύγουν και ψάχνουν αλλού την τύχη τους.

Η έλλειψη εμπερίας των νεότερων γεννεών, αλλά και η εμμονή των παλαιότερων γεννεών στα γνωστά μονοπάτια, παγιώνει μια κατάσταση συντηρητισμού, που οδηγει σε αρτηριοσκλήρωση του τρόπου διαχείρησης της επιχείρησης. Ολόκληρη η φιλοσοφία της εξαγωγικής τους δραστηριότητας περιορίζεται στην λογική του ρητού, “ άλογο που κερδίζει μην το αλλάζεις”. Τα κυριότερα προιόντα που κυριαρχούν στις ελληνικές εξαγωγές, είναι τα πάλαι ποτέ φέτα, λάδι, νωπά φρούτα και λαχανικά, ενίοτε μέλι, ιχθιηρή, βαμβάκι, επεξεργασμένα πετρελαιοειδή, και ορυκτές ύλες, μάρμαρο, και αλουμίνιο, ίσως το μόνο προιόν που προέρχεται από βιομηχανική δραστηριότητα. Ένας νέος δρόμος δείχνει να ανοίγει στον τομέα των γεννοσήμων, μένει να δούμε πόσο καλά θα τον εκμεταλευτεί ο συγκεκριμένος κλάδος.

Από την απαρίθμηση των άνωθι προιόντων παρατηρούμε μία στασιμότητα και έλλειψη καινοτομίας. Σχεδόν κανένα άλλο τυρί δεν είναι γνωστό στο εξωτερικό πέραν της φέτας, καμμία προσπάθεια γνωριμίας του καταναλωτικού κοινού με άλλα είδη τυριών στο εξωτερικό δεν έγινε για την προώθησή τους. Κανένα άλλο ποτό εκτός από το ούζο και κάποια πανάκριβα για την αξία τους κρασιά δεν παρουσιάστηκαν σε κάποια διαφημηστική εκστρατεία. Καμμία προσπάθεια ανάδειξης του πλούτου που διαθέτουμε στα μέλια δεν οργανώθηκε, για προιόντα υψηλά προστιθέμενης αξίας η τεχνολογικής αιχμής να μην μιλήσουμε καν. Παντού κυριαρχεί έλλειψη συντονισμού, οργάνωσης, αλλά και αυτοπεποίθησης. Συχνά άκουσα από εμπόρους στο εξωτερικό την απαξίωση για διάφορα είδη, την στιγμή που στην κατηγορία τους δεν υστερούσαν καθόλου από αντίστοιχα της αλλοδαπής.

Έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας κράτους-επιχειρηματιών.

Ενώ σχεδόν όλα τα κράτη προσπαθούν μέσω κοινών προσπαθειών να στηρίξουν τους εξαγωγείς τους, στην Ελλάδα παρατηρείται μία αδράνεια, η οποία αιτία έχει και την αδυναμία των ίδιων των εξαγωγέων κατά την γνώμη μου να θέσουν στόχους και πλαίσια δραστηριότητας. Πολλές φορές το όλο τοπίο θυμίζει την βιβλική φράση, δεν γνωρίξει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά. Οι αρμόδιες υπηρεσίες και θεσμοί οργανώνουν μία σειρά εκθέσεων και παρουσίασης ελληνικών προιόντων, όπου συμμετέχουν σχεδόν μόνον Έλληνες, και τις επισκέπτονται ως επί το πλείστον μόνον Έλληνες. Αυτό επιτείνει την γενική άγνοια που επικρατεί στους Έλληνες παραγωγούς σχετικά με τις απαιτήσεις των αγορών, τις νέες τάσεις, και τις δυνατότητες που ανοίγονται. Η παρουσία ελληνικών εταιριών στις μεγαλύτερες θεσμικές εκθέσεις των κλάδων τους στο εξωτερικό είναι δυστυχώς ασήμαντη. Από την άλλη πλευρά, οι κεντρικές υπηρεσίες δεν φαίνεται να έχουν οργανώσει ένα συγκεκριμένο δίκτυο στήριξης των Ελλήνων εξαγωγέων με συνδυασμό των εμπορικών αντιπροσώπων μας που στεγάζονται στις διπλοματικές μας αποστολές.

Εσωστρέφεια και άγνοια του διεθνούς τοπίου.

Κατά τις δεκαετίες 90 και 00, η εσωτερική αγορά στην Ελλάδα γνώρισε μια πρωτοφανή ανάπτυξη, κυρίως εξαιτίας των πακέτων στήριξης που αφειδώς μοίραζε η ΕΟΚ, και τα οποία οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου πιστωτική επέκταση, η οποία τίναξε την καταναλωτική πίστη στα ύψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον προσανατολισμό της ελληνικής μεταποίησης στην εσωτερική αγορά σχεδόν αποκλειστικά, και κατά συνέπεια στην απομόνωση από τις εξελίξεις στο διεθνές τοπίο. Φτάσαμε έτσι στο σημείο να προσφέρουμε προιόντα σχετικά μέτριας ποιότητας σε τιμές δυσανάλογα υψηλές σε σχέση με αντίστοιχα προιόντα άλλων χωρών. Φτάσαμε στο σημείο ελληνικά κρασιά αρκετά μέτριας ποιότητας να προσφέρονται σε τιμές μεγαλύτερες σαφώς ανώτερων γαλλικών η ιταλικών. Ελληνικά ΠΟΠ τυριά να κοστολογούνται ακριβότερα από εγνωσμένης διεθνούς αξίας ελβετικα η γαλλικα τυριά. Κάπου χάθηκε η επαφή με την

πραγματικότητα. Πολλοί είχαν την εντύπωση, ότι μόνο και μόνο επειδή παράγεται στην Ελλάδα το προιόν τους, έπρεπε και να κοστολογηθεί παραπάνω από τα αντίστοιχα της αλλοδαπής. Παραλληλα, δεν έγινε ούτε μία προσπάθεια να μάθουνε τις τάσεις στο εξωτερικό, τις προτιμήσεις, η τις μόδες που διαμορφώνονται. Το χειρότερο ομως ήταν ότι εγκαταλείφθηκε κάθε ιδέα να δημιουργηθεί κάποιο διεθνές δίκτυο πωλήσεων ε’ιτε σε συνεργασία διαφόρων παραγωγών μαζι, είτε με κρατική στήριξη. Το brand name Ελλάδα χάθηκε.

Προτάσεις για την ενίσχυση των ελληνικων εξαγωγών, και στήριξη των Ελλήνων παραγωγών.

1: Ενίσχυση του συντονισμού κράτους και εξαγωγέων

Πρέπει να δημιουργηθεί ένα κοινό συντονιστικό όργανο, απαρτιζόμενο από μέλη της Ένωσης εξαγωγέων και των υπουργείων Οικονομικών, Ανάπτυξης, και Έρευνας και Τεχνολογίας, ώστε από κοινού να επεξεργαστούν λύσεις και στρατηγικές διείσδυσης σε επιμέρους περιοχές του κόσμου. Κάθε περιοχή έχει τις ιδιαιτερότητες της, χρειάζεται ειδική γνωριμία, διαφορετική προσέγγιση μέσω διαφήμησης ή παρουσίασης. Άλλα επιζητεί ένας καταναλωτής στην Ευρώπη, άλλα στην Κίνα, άλλα στην Αμερική για παράδειγμα. Οι εξαγωγείς πρέπει να καταστήσουν σαφές στις αρμόδιες υπηρεσίες τι είδους στήριξης χρειάζονται. Συμμετοχή στα έξοδα εκθέσεων πχ, εκθεσιακές πρωτοβουλίες από τις πρσβείες και τα προξενεία του εξωτερικού, επιδοτήσεις προιόντων σε μορφή δώρου στα ελληνικά ρεστοράν, κλπ. Ενδεικτικά να αναφέρω πως οι Ιταλοί επιδοτούσαν διάφορα ποτά και τυριά που ήθελαν να γνωρίσουν με το κοινό διαφόρων χωρών μέσω των ιταλικών ρεστοράν, όπου τους τα έδιναν για κάποιους μήνες δωρεάν, και οι Ιταλοί εστιάτορες αξιολογούσαν ανάλογα την πιθανότητα επιτυχίας του προιόντος ή όχι, προσφέροντάς τα στους πελάτες τους στην αρχή δωρεάν. Ετσι παγιώθηκε στην δυτική Ευρώπη η θέση του Αμαρέτο και της Γκράππα για παράδειγμα. Ανάλογη κίνηση δεν έγινε ποτέ από ελληνικής πλευράς, ενώ ακόμη και το ούζο που έχει γίνει γνωστό, οφείλεται στο ότι τα ελληνικά μαγαζιά το προσφέρουν στον πελάτη ως δωρο μετά το γεύμα. Για τον λόγο αυτόν μάλλιστα, εφοδιάζονται με ούζα κατώτερης ποιότητας.

Μία ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία επίσης για την διαφύλαξη του πλούτου των ελληνικών διατροφικών προιόντων, είναι αυτή της Ταυλάνδης, όπου διανέμει μία ταμπέλλα/σφραγίδα από την πρεσβεία της σε όποιο ταυλανδικό ρεστοράν χρησιμοποιεί αμμιγώς ταυλανδική κουζίνα και προιόντα. Η ταμπέλλα αυτή κρέμεται στην είσοδο του ρεστοράν. Έτσι πολλά ελληνικά ρεστοράν θα αναγκάζοταν να χρησιμοποιήσουν ελληνική φέτα και όχι κάποιο πρόβειο τυρί της αλλοδαπής, όπως και διάφορα άλλα ελληνικά προιόντα.

Η συνεργσία αυτή θα μπορούσε να επεκταθεί και στην επιδότηση τηλεοπτικών διαφημήσεων στο εξωτερικό μέσω κάποιου εγχώριου fund, ή στην έρευνα αγοράς μέσω διαφημιστών, ψυχολόγων αγοράς, κοινωνιολόγων, και άλλων παρεμφερών ειδικεύσεων. Παράδειγμα τα ζωηρά χρώματα έλκουν περισσότερο την προσοχή των ανδρών καταναλωτών, ενώ τα παλ χρώματα – μωβ, μπορντώ, πορτοκαλί – των γυναικών.

Μία άλλη παράμετρος που θα έπρεπε να τύχει προσοχής, είναι η ειδικευμέμνη προσέγγιση στις διάφορες αγορές, βάσει της νοοτροπίας και των πολιτισμικών διαφορών που υπάρχουν σε κάθε περιοχή. Είναι εμφανής η αδυναμία όχι μόνο των ελληνικών, αλλά και άλλων ευρωπαικών επιχειρήσεων να μπούνε στην αγορά της Κινας, Ινδίας, Ιαπωνίας, αραβικές χώρες, και αλλού. Για την καλύτερη κατυανόηση της καταναλωτικής νοοτροπίας των χωρών αυτών, θα ‘ηταν καλ’υτερα, εκτός από την δράση των εκεί διπλοματικών μας ακολούθων, να δημιουργηθούν πανεπιστημιακά τμήματα που θα ασχολούνται με τον πολιτισμό και την ιστορία των χωρών αυτών, όπως υπάρχουν στις άλλες ευρωπαικές χώρες. Σχεδόν καμμία επιχείρηση πχ δεν πάει στην Κίνα χωρίς την συνοδεία ειδικευμένου Σινολόγου. Τμηματα Σινολογίας, Ιαπωμνιστικής, Αραβικων σπουδών, Ινδολογίας, η Λατινοαμερικανικών Σπουδων, με κατευθυνση στον πολιτισμό και στις καταναλωτικές τάσεις, θα έπρεπε να είναι αντικείμενο σχεδιασμού εδώ και πολλά χρόνια ήδη. Η Ελλάδα δείχνει παντού τα αργά αντανακλαστικά της.

2: Συντονισμός των Ελλήνων εξαγωγέων στο εξωτερικό

Οι Έλληνες εξαγωγείς, εκτός του ότι τα προιόντα τους είναι ελλάχιστα γνωστά στο εξωτερικό,

πάσχουν και από έλλειψη συντονισμού μεταξύ τους. Πολλές φορές συμβαίνει να αλληλοχτυπιούνται στο εξωτερικό μειώνοντας συνεχώς την τιμή του προιόντος τους, με αποτέλεσμα αυτό να χάνει σε τελική αξία, όπως έγινε τα τελευταία χρόνια με την φέτα και το λάδι. Στο τέλος αποδέχονται όλοι μία αρκετά χαμηλότερη τιμή, και προσπαθούνε να επιβιώσουν ψάχνοντας να μειώσουν την τιμή παραγωγού, όπου εκεί οι διεθνείς τιμές πρώτων υλών είναι στάνταρντ. Οι εξαγωγείς θα έπρεπε εδώ και πολλά χρόνια να έχουν δημιουργήσει δικό τους συντονιστικό όργανο στο εξωτερικό, όπου θα τοποθετούσαν με δικά τους έξοδα κάποιοι μάνατυερ, οι οποίοι θα συντονίζανε την συνολική τους δράση σε όλους τους τομέις. Στον τομέα των τροφίμων, των φαρμάκων, των ρούχων, της τεχνολογίας. Με συνεισφορές τους, θα μπορουσαν να δημιουργήσουν ένα fund, το οποίο θα έθετε σε εκκίνηση έρευνες, εκθέσεις, και αναλύσεις, όπως και μαζική προώθηση προιόντων συγκεκριμένων τομέων στο σύνολό τους. Δεν μπορούμε να τα περιμένουμε όλα από το κράτος στο κάτω της γραφής, ιδιαίτερα όταν αυτό το κράτος είναι πρωταθλητής κωλλυσιεργείας και αδράνειας. Πρέπει οι Έλληνες εξαγωγείς να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους, και να μάθουν ότι αν δεν δώσεις δεν παίρνεις.

Επίσης, αυτό το συντονιστικό όργανο θα έπρεπε να έχει επιμέρους τμήματα σε διάφορες γεωγραφικές περιοχές του κόσμου, ανάλογα με την βαρύτητά τους. Κίνα, Ινδία, ΗΠΑ, Ρωσία, Αραβικές χώρες, Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, κλπ. Τα τμήματα αυτά θα φιλτράρουν κάθε πληροφορία και θα την μεταφέρουν σε μία κεντρική πηγή πληροφοριών, όπου ο κάθε ενδιαφερόμενος θα έχει άμμεση πρόσβαση. Από το κέντρο, θα οργανώνονται πολυμερείς επιχειρηματικές αποστολές γνωριμίας των αγορών αυτών με τα προιόντα τους.

3: Προώθηση νέων εξαγωγικών τομέων και ενίσχυσή τους.

Είναι καιρός η ελληνική οικονομία που ασφυκτιά να βρει νέους δρόμους ανάπτυξης, όπως και ο Έλληνας επιχειρηματίας να αρχίσει να σκέφτεται πιο σφαιρικά και να ρισκάρει, παράλληλα όμως, να βρει και μία νέα αυτοπεποίθηση. Σε αυτό το σημείο το ελληνικό κράτος πρέπει να συνδράμει, και ευτυχώς που εδώ θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε μεγάλο βαθμό τα κονδύλια από την ΕΕ.

Κατά πρώτον το κράτος πρέπει να μειώσει την γραφειοκρατία, η οποία εκτός από θεσμική τροχοπέδη στην ανάπτυξη, δημιουργεί και κενά τα οποία επιτρέπουν την διαφθορά. Η έγκριση για τις αιτήσεις ευρεσιτεχνίας πρέπει να αρχίσουν να τρέχουν ταχυτερα, περιορίζοντας τον ρόλο διαφόρων ενδιάμεσων συμβούλων, στους οποίους δαπανώνται μεγάλα ποσά για την επιδότησή τους, φτάνει κάποτε αυτο το κόστος έως και 70% του ολικού κονδυλίου. Νεοτευκτες εταιρίες στον τομέα της τεχνολογίας πρέπει να επιδοτούνται, και για τον σκοπό αυτό θα έπρεπε να δημιουργηθει ειδικό όργανο που να μελετάει και αξιολογεί τις εταιρίες αυτές και τα προγράμματά τους. Σε αυτό το όργανο θα έπρεπε να τοποθετούνται και μέλη της ένωσης εξαγωγέων, όπως και του ΣΕΒ, ώστε οι πληροφορίες και η αξιολόγηση να φιλτράρονται γρηγορότερα και αποτελεσματικότερα.

Η στροφή προς νέους τομείς είναι αναγκαιότητα. Ρομποτική, Βιονική, Τηλεματική, Τεχνητή νοημοσύνη, Κυβερνητική, Βιοτεχνολογία, Νανοτεχνολογία, είναι οι τομείς πάνω στους οποίους χτίζεται ο κόσμος του αύριο. Μικρές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα αυτόν, έχουν ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντι στους ανταγωνιστές του εξωτερικού. Διαθέτουν ένα πολύ καλό επιστημονικό δυναμικό, το οποίο σε σύγκριση με το αντίστοιχο του εξωτερικού αμοίβεται αρκετά χαμηλότερα. Η διαφορά κόστους παραγωγής στην τελική τιμή προιόντος είναι εμφανής. Κράτος και επιχειρήσεις θα έπρεπε τάχιστα να συντονιστούν στην δημιουργια κοινού πλάνου δράσης, προκειμένου τα προιόντα αυτών των επιχειρήσεων να βρίσκουν γρήγορο δρόμο στις αγορές του εξωτερικού, προκειμένου να μπορέσουν να ανασάνουν οικονομικά, αλλά και να επεκταθούν πριν καταλάβουν αυτές τις θέσεις άλλοι ανταγωνιστές. Αν μείνουν κολλημένοι στην μικρή ελληνική αγορά, είναι καταδικασμένοι στην εξαφάνιση.

Δύο τομείς που αξίζουν επίσης ιδιαίτερης προσοχής, είναι αυτοί των ρούχων και των γεννοσήμων. Στα μεν γεννόσημα οι Έλληνες παραγωγοί έχουν βρει έναν δρόμο που οδηγεί έξω από την απομόνωση, έχουν όμως πολλά να γίνουν ακόμη στον τομέα αυτόν, στα δε ρούχα, υπάρχουν αρκετοί Έλληνες δημιουργοι οι οποίοι έχουν δείξει σημεία της δημιουργικότητάς τους, παραμένουν όμως εγκλωβισμένοι στα στενά όρια της ελληνικής αγοράς, μην βρίσκοντας την αναγνώριση που θα επρεπε. Και εδώ οι ίδιες εγγενείς παθογένειες. Έλλειψη συντονισμού μεταξύ των δημιουργών,

έλλειψη συνεργασίας με κρατικούς φορείς, έλλειψη τόλμης και πρωτοβουλιων από πλευράς δημιουργών για κοινή συνεργασία και δημιουργία πλατφόρμας παρουσίασης των προιόντων τους, έλλειψη συνεργασίας στην κοινή προώθηση στο εξωτερικό, αλλά και παρουσίασης των προβλημάτων τους σε αρμόδιους κρατικούς φορείς, οδηγούν σε μία γενική απαξίωση και παραίτηση τον κλάδο, έναν κλάδο που θα μπορουσε να είναι αρκετά δυναμικός στον εξαγωγικό τομέα, αλλά και να απασχολήσει ένα μεγάλο ποσοστό του νεαρού κυρίως δυναμικού της χώρας.

Τα μέτρα αυτά που προτείνω, περικλείουν ουσιαστικά μία βασική έννοια, η οποία σχεδόν πάντοτε έλλειπε από την ελλαδική πραγματικότητα. Αυτήν του συντονισμόυ μεταξύ των Ελλήνων παραγωγών και εξαγωγέων, και αυτήν μεταξύ κράτους και εξαγωγέων. Μία ελληνική παθογένεια, η οποία οφείλει να ξεπεραστεί το γρηγορότερο δυνατόν, αν δεν θέλουμε να μείνουμε εσαεί στην φέτα και στο λάδι.

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.