Ελληνική Επανάσταση: Πολιτική και Συγκρότηση κράτους

Στέργιος Π. Ζυγούρας

Στο κεφάλαιο αυτό θα δώσουμε κάποια ενδεικτικά στοιχεία για το πώς ιστορικοί όπως ο John Petropulos αναλύουν το πολιτικό σκηνικό του πρώτου -στην ιστορία- εθνικού ελληνικού κράτους, βασιζόμενοι σε συνιστώσες που δεν ευσταθούν (Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο, 1833-1843ΜΙΕΤ, 1985 ή Politics and Statecraftin the Kingdom of Greece, 1833-1843, Princeton University Press, 1968).

Η Α΄ Εθνοσυνέλευση (Δεκέμβριος 1821) δεν κρίνει τίποτε απολύτως, αφού οι συμμαχίες βρίσκονται ακόμα υπό διαμόρφωση, αφού αβέβαιο είναι ακόμα και το αποτέλεσμα της Επανάστασης. Συγκροτείται μια κεντρική διοίκηση δυο σωμάτων με ισόπαλο αποτέλεσμα (Μαυροκορδάτος στο Εκτελεστικό, Υψηλάντης στο Βουλευτικό). Τα δυο σώματα κατ’ όνομα μόνον έχουν διαφορετικές εξουσίες. Είναι και απόλυτα ισοδύναμα, αφού κάθε απόφαση ή νόμος του ενός πρέπει να επικυρώνεται από το άλλο, σε διαφορετική περίπτωση δεν έχει ισχύ. Οι εξουσίες τους είναι πολύ περιορισμένες, αφού διατηρούνται τα διοικητικά σώματα των τριών περιοχών που εκπροσωπήθηκαν, από όσες έλαβαν τα όπλα: Πελοπόννησος, Δ. Χέρσος Ελλάδα και Αν. Χέρσος Ελλάδα. Συνεπώς, πρόσκαιρα η διοίκηση αποκτά χαρακτηριστικά ομοσπονδίας. Και στην ομοσπονδία προσπαθεί να κυριαρχήσει η νεωτερικότητα. Αν το καταφέρει, θα επικρατήσει με σχέση 2:1. Η νεωτερικότητα είναι αυτή που ευνοεί πρόσκαιρα την πολυδιάσπαση της εξουσίας. Δεν έχει ακόμη εδραιώσει τη δύναμή της, άρα, μέχρι να επικρατήσει στη Ρούμελη (όπου απέκτησε σημαντικά στηρίγματα από το 21), προκρίνει την διαίρεση, για να ακυρώσει την μοναδική εξουσία που, αν υπήρχε, θα κατέληγε στην Φιλική Εταιρεία. Σε πρακτικό αποτέλεσμα, η νεωτερικότητα έχει όντως αποκτήσει προβάδισμα μετά την (μη αντιπροσωπευτική) Επίδαυρο, αφού ελέγχει τα 2/3 των Διοικήσεων και αφού η σημαία και τα σύμβολα του Αλ. Υψηλάντη έχουν καταργηθεί με νόμο. Από την άλλη πλευρά, ούτε η παράδοση επιδιώκει μια κεντρική εξουσία, γιατί ο Δ. Υψηλάντης έχει αποδειχθεί ακατάλληλος πολιτικός χειριστής, γιατί στο ρευστό τοπίο της Στερεάς μόνον η Ανατολική υπό τον Οδυσσέα είχε βιάσει την Επανάσταση, ενώ το θέμα του Αλή πασά -που άμεσα επηρεάζει την Δ. Στερεά- θα κλείσει μετά την Επίδαυρο. Αν μετά την κατάληψη της Τρίπολης η παραδοσιακή πλευρά πίεζε προς μια κεντρική διοίκηση με τον Υψηλάντη σε θέση κομπάρσου, θα φαινόταν ότι υπήρχε ιδεολογική αντίθεση προς την Φιλική Εταιρεία και το θολό τοπίο της Ρούμελης θα κλυδωνιζόταν περαιτέρω. Με αυτά τα δεδομένα, το αποτέλεσμα της Α΄ Εθνοσυνέλευσης ήταν αναμενόμενο.

Ο Petropulos αρχικά θέτει σωστά το πρόβλημα της αρχηγίας της Επανάστασης μετά την φυλάκιση του Αλ. Υψηλάντη στην Αυστρία. Παρά το ότι υποβαθμίζει και δεν εξηγεί σωστά το θέμα του Πατριαρχείου, κρίνει ορθά ότι το τιμόνι της Επανάστασης διεκδικείται από την Φιλική Εταιρεία και τις αντιπροσωπευτικές Συνελεύσεις. Θεωρεί σοβαρό λάθος την αδυναμία σχηματισμού ενιαίας και μοναδικής διοίκησης και την αποδίδει στην πολιτική ήττα του συγκεντρωτικού Δ. Υψηλάντη. Ως εδώ η περιγραφή, αν και γενικόλογη, μπορεί να θεωρηθεί σωστή. Όμως η ερμηνεία χωλαίνει. Ο Υψηλάντης αναφέρεται ως νόμιμος αρχηγός της Επανάστασης με υποβαθμισμένο τρόπο. Έχει προηγηθεί ο αναλυτικός ορισμός του ως “Φαναριώτης”, ένας από τους τέσσερις που φτάνουν το 1821 στην Πελοπόννησο. Άρα, εμφανίζεται ως ισοδύναμος παράγοντας με τους άλλους τρεις Φαναριώτες, τον Νέγρη, τον Μαυροκορδάτο και τον υιό Καρατζά· και άρα, εμφανίζεται ως ισοδύναμος διεκδικητής της εξουσίας. Συνεπώς, ο Petropulos κρίνει την Επανάσταση λογικά και φυσιολογικά ακέφαλη, χωρίς να εξηγεί καθαρά ότι η διαφωνία στην αρχηγία του Δ. Υψηλάντη ισοδυναμεί με μη αναγνώριση της Φιλικής Εταιρείας. Έτσι, φαίνεται μια έμμεση ταύτιση με τον Finlay, ότι, δηλαδή η Φιλική δεν υπήρξε ο αποκλειστικός οργανωτής και εγγυητής της Επανάστασης. Επίσης, ο ιστορικός δεν εξηγεί επαρκώς τον λόγο για τον οποίο θεωρεί πρόβλημα το σχήμα της Επιδαύρου και ποιο κατά τη γνώμη του θα ήταν εκείνο το διοικητικό σχήμα που θα αντιπροσώπευε την βούληση της Φιλικής Εταιρείας.

Άρειος Πάγος – Σημαία της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος

Τα 3 ομοσπονδιακά σώματα εμφανίζονται να ανήκουν σε δυο παρατάξεις, όμως αυτές ορίζονται ως “στρατιωτική” και “πολιτική” παράταξη. Ποιο καίριο στοιχείο παραλείπει και παραλλάσει εδώ ο Petropulos; Ότι οι δυο παρατάξεις δεν είναι άλλες από την υπερεθνική της Πελοποννήσου και την εθνική της Δ. και Α. Ρούμελης. Η πρώτη εκπροσωπεί την Φιλική Εταιρεία, ενώ η δεύτερη (που επιθυμεί εθνικό κράτος) πρωτοστατεί στην εξαφάνισή της. Ο πιο δραστήριος και παραγωγικός από τους δυο νεωτεριστές, ο Νέγρης, έχει εξ αρχής ονομάσει και την “δική του” διοίκηση με τρόπο που παραπέμπει σε μυστική Εταιρεία διαφορετικού στόχου από την Φιλική. “Άρειος Πάγος” δεν είναι μια ονομασία-έμπνευση του Νέγρη, αλλά ένας όρος που προέρχεται και παραπέμπει στην πεφωτισμένη νεωτερικότητα έναντι της σκοταδιστικής παραδοσιακότητας (Perfectibilists-18ος αι., John Milton-17ος αι.). Ο Φιλήμων το 1834 κάνει καλυμμένη και περιορισμένη αναφορά για την παράλληλη Εταιρεία στην οποία (εκτός της Φιλικής) ανήκει ο Νέγρης. Χαρακτηρίζοντας τον Νέγρη, στέκεται στην άκρατη ιδιογνωμία, η οποία μπορούσε να τον οδηγήσει στην εξόντωση του αντιπάλου του. Μεγάλη είναι και η περιγραφή της προσπάθειας του Αναγνωστόπουλου να τιθασεύσει την αντίρροπη τάση του Νέγρη στην περίοδο 1819-20.

Φτάνοντας στην Πελοπόννησο, Νέγρης και Μαυροκορδάτος συνεργάζονται για να αποσυνδέσουν την Επανάσταση από τον Δ. Υψηλάντη, φροντίζοντας τα κείμενα των διακηρύξεων Αν. και Δ. Στερεάς να περιέχουν τις λιγότερες δυνατές αναφορές στην χριστιανική πίστη ως παράγοντα της Επανάστασης. Βαρνακιώτης και Ανδρούτσος θα γίνουν στόχοι από την αρχή για τον λόγο αυτό. Και οι προσχηματικές μομφές συνοψίζονται στις ετικέτες “στρατιωτικοί, τοπικιστές, τουρκολάτρες”. Τον Οκτώβριο του 21 ο Μαυροκορδάτος φτάνει ως το έσχατο υποκριτικό σημείο να προτείνει στον Δ. Υψηλάντη να παραιτηθεί υπέρ κάποιου ικανότερου όπως ο κόμης Καποδίστριας. Ο τελευταίος λαμβάνει γνώση και ανταποδίδει την πολιτική υπόσκαψη επαινώντας τον Μαυροκορδάτο για τη συμμετοχή του στην Επανάσταση και αποκαλώντας τον “πρίγκιπα”. Όλοι γνωρίζουν, όχι μόνο την επίσημη στάση της Ρωσίας, αλλά και ότι ο Καποδίστριας το 1819 έδινε από την Κέρκυρα την κατευθυντήρια γραμμή της Επανάστασης: την χριστιανική πίστη. Όλοι γνωρίζουν ότι στην Προκήρυξη προς τους Αδελφούς της Εταιρείας των Φιλικών ο Αλ. Υψηλάντης έγραφε Η φιλική εταιρία ήτον ο πρώτος σπόρος της ελευθερίας μας! Η φιλική Εταιρία θέλει διαμείνει και αιωνίως το μόνον ιερόν σύνθημα της ευδαιμονίας μας!. Πόσο χρόνο μετά τον Αλ. Υψηλάντη κράτησε η αιωνιότητα του ιερού συνθήματος; Μηδενικό. Τα χρώματα και τα σήματα στη σημαία της Αν. Χέρσου Ελλάδος (Άρειος Πάγος) είναι επιβεβαιωτικά της απόκλισης από την Φιλική Εταιρεία, η δε απόρριψη της Σημαίας και των συμβόλων του Αλ. Υψηλάντη από την Επίδαυρο είναι το πλέον επιβεβαιωτικό στοιχείο των νεωτερικών προθέσεων. Αυτές οι προθέσεις, δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές (τόσο σήμερα, όσο και τότε) επειδή και η παραδοσιακή πλευρά -για αντίστοιχους λόγους- δεν διατυμπανίζει τους στόχους της και δεν υποστηρίζει με θέρμη τον Δ. Υψηλάντη. Όμως το γνωστό, νεωτερικό επιχείρημα της Επιδαύρου που δήθεν εκτοπίζει τα σύμβολα του Υψηλάντη και τις αναφορές στην Φιλική Εταιρεία για να κερδίσει την συμπάθεια της “συντηρητικής” Δύσης δεν αναλύεται από τον Petropulos. Πώς η Επίδαυρος προσπαθεί να πείσει την Ευρώπη ότι “δεν είναι Καρμποναρική η Επανάσταση”, όταν τα κείμενά της (ως ένα βαθμό) είναι καρμποναρικά και οι συντάκτες τους είναι καρμπονάροι-ιακωβίνοι; Για την ακρίβεια, η Επίδαυρος εμφανίζει την αντίστροφη αμφισημία από εκείνη του Αλ. Υψηλάντη. Αν ο τελευταίος στην κεντρική του προκήρυξη προσπαθούσε να δηλώνει νεωτερικός όσο και χριστιανός, η Επίδαυρος δηλώνει χριστιανική για να αναδείξει πίσω απ’ αυτή την δήλωση όσο το δυνατόν περισσότερη νεωτερικότητα. Παράδοση και νεωτερικότητα όντως δηλώνουν “δεν είμαστε καρμπονάροι”, όμως οι δεύτεροι υποκρίνονται, όπως οι πρώτοι αντίστοιχα, είχαν υποκριθεί (ως ένα βαθμό) τους καρμπονάρους. Άλλωστε, αστείο είναι και το επιχείρημα ότι η Δύση περίμενε να δει τα κείμενα για να καταλάβει ποιος προκαλεί την Επανάσταση και πού την στρέφει, για τον πρόσθετο λόγο ότι όλη η μοναρχία και η αριστοκρατία ανήκε στις μυστικές Εταιρείες που είχαν ως κορμό τον τεκτονισμό, αλλά στην Δύση η επικρατούσα τάση ήταν ο συγκαλυμμένος αντιχριστιανισμός.

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Petropulos διακατέχεται από προκατάληψη, η οποία τον οδηγεί σε μια αντιεπιστημονική προσέγγιση. Έχοντας προκαθορίσει την “τοπικότητα και τον εθνικισμό” στο πρώτο κεφάλαιο, κλείνει τα μάτια (στο 2ο κεφάλαιο) στην διπλή απόρριψη που υφίσταται ο Δ. Υψηλάντης. Έχοντας φροντίσει στις τρεις πρώτες σελίδες να αποδώσει τον διχασμό της Επιδαύρου (που θα εμφανιστεί ύστερα από 70 σελίδες) στα βουνά, στην θάλασσα και στην καχυποψία, δεν χρειάζεται να ερευνήσει ιδιαίτερα το τι συμβαίνει στο διάστημα Ιούλιος-Δεκέμβριος 1821. Συμπληρώνει το ερμηνευτικό κενό αποδεχόμενος ως “πολιτική παράταξη” την νεωτερικότητα και ως “στρατιωτική παράταξη” την παράδοση. Όμως, τον Δ. Υψηλάντη απορρίπτουν τόσο οι νεωτερικοί Μαυροκορδάτος και Νέγρης, όσο και ο παραδοσιακός Κολοκοτρώνης. Η εξήγηση κατά τον Petropulos: οι δυο πρώτοι είναι Φαναριώτες, ο τρίτος είναι κλέφτης και όλοι τους εκπροσωπούν περιοχές δύσβατες, που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους και κατοικούνται από ανθρώπους καχύποπτους ως προς το “νέο”. Η εξήγηση είναι εσφαλμένη επειδή η προκαθορισμένα ποιοτική διάσταση όλων των όρων δεν ισχύει, άρα, αυτό που αρνείται να διαπιστώσει ο ιστορικός είναι η αντιφατικότητά της. [Η “καχυποψία” συνιστά ένα κούφιο επιχείρημα, ένα “επιχείρημα” που προσπαθεί να δικαιολογήσει την άρνηση του ιστορικού να εξετάσει την ουσία ενός σοβαρού θέματος. Εκτός από ιστορική άμυνα, η “καχυποψία” υποκρύπτει κάποιες φορές και επιθετικότητα, καθώς υπονοεί έναν αφορισμό ιδεοληψίας-συνωμοσιολογίας προς όποιον επιμένει να κινείται στον “ξεκαθαρισμένο χώρο”.]

Ο J. Petropulos δεν εξετάζει τον λόγο για τον οποίο οι Νέγρης-Μαυροκορδάτος και ο κύκλος τους κινούνται βάσει μυστικής συνεννόησης για να καταστρέψουν τις παραδοσιακές τοπικές ηγεσίες που πρόσκεινται στην Φιλική. Εξαφανίζοντας την Φιλική και την επιθετικότητα των νεωτεριστών, βλέπει μόνον “Φαναριώτες” και μια σύγκρουση τοπικής και εθνικής διάστασης. Οι δυο “Φαναριώτες” το 1821 οργάνωσαν δυο Διοικήσεις, αντλώντας νομιμοποίηση από τον “Φαναριώτη” Υψηλάντη, γίνονται δηλαδή πληρεξούσιοι του πληρεξουσίου. Τις Διοικήσεις αυτές τις χρησιμοποιούν εναντίον του Υψηλάντη, όμως από τις αρχές του 1822 προσπαθούν με κάθε τρόπο να τις ακυρώσουν στην πράξη. Στη συνέχεια στρέφουν τον Υψηλάντη εναντίον του Ανδρούτσου και διχάζουν τους Ρουμελιώτες στρέφοντας τον έναν εναντίον του άλλου. Γιατί; Γιατί ήδη τότε η Επανάσταση βρίσκεται σε απόλυτο διχασμό; Μήπως επειδή οι νεωτερικοί παράγοντες θέλουν να βάλουν τρικλοποδιές και να εξαφανίσουν πλαγίως όσους αναγκαστικά συμπεριέλαβαν στις πρώτες Διοικήσεις και όσους παραδοσιακούς είναι άκρως “επικίνδυνοι” λόγω της στρατιωτικής και πολιτικής ισχύος τους; Τη στιγμή που ο Δράμαλης εισβάλλει στην Πελοπόννησο, το θέμα του Αλή πασά έχει λήξει. Το ξεκαθάρισμα των αληπασαλήδων της παράδοσης παίρνει μια μικρή αναστολή, γιατί ο Ανδρούτσος αποσπά με συμφωνία το πιο αξιόμαχο τμήμα του Δράμαλη, τους Αλβανούς, όμως οι υπόλοιποι περνούν αμαχητί στην Πελοπόννησο. Οι Νέγρης και Ορλάνδος από τα πλοία όπου κατέφυγαν θα κατηγορήσουν τον Κολοκοτρώνη και όσους πρόκειται να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα, ότι είναι ληστές και αποτελούν κόμμα σκανδαλοποιών. Θα πουν ότι η τίμια κεντρική κυβέρνηση αδυνατεί να δράσει επειδή την αντιπολιτεύονται ληστές που συνωμοτούν εναντίον της. Φυσικά, εκείνοι που συνωμοτούσαν εναντίον των τοπικών Διοικήσεων (στρεφόμενοι κατά των αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης) ήταν εκείνοι που κατηγορούσαν. Αντίστοιχη αντιστροφή θα υπάρξει και μετά την ήττα στο Πέτα. Ενώ ο Μαυροκορδάτος, θέλοντας ν’ αντιμετωπίσει προσωπικά τον Κιουταχή, έχει μεταπηδήσει από την κεντρική κυβέρνηση στην απόλυτη (πολιτικο-στρατιωτική) Διοίκηση της Δ. Στερεάς, η ήττα στο Πέτα για την οποία φέρει ακέραια την ευθύνη, μεταβιβάζεται στον Μπακόλα με τις ευλογίες των ντροπιασμένων εναπομεινάντων Φιλελλήνων που ανήκαν επίσης στις ιακωβινικές-καρμποναρικές Εταιρείες της Δύσης.

Μετά το Πέτα και τον Δράμαλη η καταρρακωμένη κεντρική Διοίκηση υπογράφει έγγραφο που απευθύνεται στο συνέδριο της Βερόνα. Το έγγραφο με πρώτη ματιά δείχνει να έχει συνταχθεί από τον Καποδίστρια ή, μάλλον, από κάποιον που διατυμπάνιζε περισσότερο απ’ αυτόν την χριστιανική πίστη του. Έχει πολλαπλές αναφορές στον Θεό, στον Χριστό, στον ζωοποιό Σταυρό. Τονίζει την χριστιανικότητα του επαναστατημένου ελληνικού έθνους και αποκλείει τελείως κάθε νεωτερική αναφορά που περιέλαβε ο Υψηλάντης στο “Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος”. Πώς εξηγείται αυτή η στροφή των Μαυροκορδάτου και Νέγρη;

Δεν αποτελεί στροφή. Έχοντας γνώση της συμφωνίας Ρωσίας-Αυστρίας (καλοκαίρι 1822) που επικύρωσε την αποσυσχέτιση της Ρωσίας από την Επανάσταση και απομάκρυνε τον άμεσο κίνδυνο ενός ρωσοτουρκικού πολέμου, η νεωτερικότητα προσβλέπει σε ευρύτερη επιβεβαίωση αυτής της αποσυσχέτισης. Όλοι υποκρίνονταν, αλλά στη Βερόνα η μαζική υποκρισία έφτασε στο αποκορύφωμα. Ο Μέτερνιχ που εργαζόταν συστηματικά από χρόνια για την καταστροφή των ρωσικών σχεδίων στις ηγεμονίες της Βλαχομπογδανίας, αυτός που πρώτος είχε στα χέρια του τις αναφορές από την τελετή ύψωσης της Υψηλαντικής σημαίας με τον Αγ. Κων/νο και το “Εν Τούτω Νίκα”, παρουσίαζε την Ελληνική Επανάσταση ως δράση των “Καλών Εξαδέλφων” και εμφάνιζε τον Καποδίστρια ως αρχηγό της ευρωπαϊκής καρμποναρίας. Γιατί άραγε ο Καποδίστριας κρίθηκε “ένοχος” μιας νεωτερικής Επανάστασης; Τι θέση έπαιρναν οι υπόλοιποι δυτικοί στις αυστριακές καταγγελίες; Η Βρετανία από το 1800 ενδιαφερόταν έμπρακτα για την ένταξη της Πελοποννήσου στο σύστημα των Επαναστάσεων υπό την κυριαρχία της. Από το 1813 εμφανίζεται ως συνδιοργανώτρια της Ελληνικής Επανάστασης μαζί με την Ρωσία σε επίπεδο μυστικών Εταιρειών. Με δεδομένο ότι είναι η μόνη πολιτική δύναμη που δεν ανήκει στο πρωτόκολλο ηθικής δέσμευσης με τίτλο “Ιερά Συμμαχία”, το 1822 χρησιμοποιεί την αλλαγή του υπουργού εξωτερικών της για να δικαιολογήσει εσωτερικά και εξωτερικά την “αλλαγή” της στάσης της. Η Γαλλία μετά την ήττα του Ναπολέοντα εμφανίζεται να έχει μειωμένη πολιτική δύναμη. Ως το 1818 τυπικά κινδυνεύει με πτώχευση και διάλυση. Όμως ήδη από την Βιέννη του 1814 φαίνεται πως ο πολιτικός της ρόλος δεν μπορεί να μειωθεί. Βρετανία και Ρωσία προσπαθούν να την προσεταιριστούν ως άτυπη σύμμαχο στο συνέδριο της Βιέννης. Η πρώτη το καταφέρνει και οι χριστιανοί ηγεμόνες εμφανίζουν όχι μόνο απροθυμία, αλλά και άρνηση προς μια Ελληνική επανάσταση την οποία επιδιώκει ο χριστιανικός παράγοντας που εδράζεται στην Ρωσία. Συνεπώς, το 1822 οι Νέγρης-Μαυροκορδάτος εμφανίζουν ένα φιλοχριστιανικό κείμενο που είναι δεδομένο ότι θα απορριφθεί, έτσι ώστε η Επανάσταση να διεκδικήσει μια εθνική ταυτότητα και έναν διεθνή εγγυητή αυτής της ταυτότητας.

Το 1822 η Γαλλία καιροφυλακτεί πίσω από την Βρετανία. Ως εθνική, η Επανάσταση του 1821 (το νότιο σκέλος της) αναγνωρίζεται άμεσα αλλά ανεπίσημα τόσο από την Βρετανία όσο και την Γαλλία. Ως καθαρός “εχθρός” της Επανάστασης εμφανίζεται μόνον η Αυστρία, ώστε να συρθεί η Επανάσταση προς την Βρετανία και την Γαλλία και να χρεωθεί η αντίθεση προς την Επανάσταση στην “Ιερά Συμμαχία”. Γι αυτό το λόγο ταυτίζουν την Ιερά Συμμαχία με τον Μέττερνιχ, ενώ η Συμμαχία αυτή στην πράξη έχει ένα μόνον μέλος: αυτόν που την δημιούργησε, δηλαδή την Ρωσία. Άρα το παιχνίδι που παίζεται, είναι πώς -μετά τον Αλ. Υψηλάντη- η Επανάσταση θα εμφανιστεί ως κάτι αντίθετο από αυτό που πραγματικά ξεκίνησε. Ως χριστιανική (υπερεθνική) η Επανάσταση δεν αναγνωρίζεται επίσημα από την Ευρώπη, άρα η Βρετανία που πρόκειται πρώτη να την αναγνωρίσει φανερά, θέλει να επιβάλλει de facto (και σταδιακά de jure) τον νεωτερικό (εθνικό) της χαρακτήρα. Αυτό, βεβαίως, θα το κάνει υπό το ένδυμα της φιλο-χριστιανικής παρέμβασης, το οποίο θα φορέσει αρχικά η Φιλογραικική Επιτροπή του Λονδίνου (London Greek Committee). Έτσι θα εξουδετερωθεί και η προσπάθεια που γίνεται να δανειοδοτηθεί η Επανάσταση μέσω της Γαλλίας και του Τάγματος των Ιπποτών της Ιερουσαλήμ. Όπως οι περισσότεροι ιστορικοί, έτσι και ο Petropulos δεν αναρωτιέται γιατί η “συντηρητική” Βρετανία από το 1821 στέλνει στην Πελοπόννησο τον Gordon τον οποίο θα χρησιμοποιήσει μέσα στον επόμενο χρόνο για να στήσει την Επιτροπή του Λονδίνου. Γιατί από το 1823 η Βρετανία στέλνει στην Επανάσταση όλο το καρμποναρικό δίκτυο Άγγλων και Ιταλών, γιατί η Γαλλία με την Αυστρία δεν αντιδρούν σ’ αυτό, γιατί η βουρβονική Γαλλία ήδη από το 21 αναγνωρίζει ανεπίσημα την Επανάσταση (ως καρμποναρική) και επιτρέπει την τροφοδοσία της από την Μασσαλία, γιατί η Ρωσία και το Πατριαρχείο που οργανώνουν την Επανάσταση αρνούνται κάθε σχέση μαζί της; Θα μπορούσε να αναρωτηθεί γι’ όλα αυτά, έχοντας προσδιορίσει την Φιλική Εταιρεία ως νεωτερική και τα βουνά μαζί με τους Φαναριώτες, τους ληστές και τους τοπικιστές ως τους κύριους πολιτικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τον διχασμό; Προφανώς όχι. Εκείνος που θα παραδεχθεί την αλήθεια, είναι ο Μπάυρον, που απεχθανόμενος την προσωπική, ιδιοτελή υποκρισία και μη αντέχοντας ψυχικά να εκπληρώσει την αποστολή του, θα πει χαριτολογώντας στο Μεσολόγγι ότι μακάρι να ήταν καρμποναρική η Επανάσταση, για να έπαιρνε κι εκείνος (ως καρμπονάρος) λίγη δόξα.

Το 1823, ως προς την Πελοπόννησο, τμήμα της Στερεάς, την Κρήτη και την Σάμο η Επανάσταση φαίνεται να έχει λήξει. Οι Τούρκοι δεν έχουν απομακρυνθεί τελείως, όμως η Επανάσταση δεν απειλείται. Ενώ ξεκινάει η διεθνής πολιτική διευθέτηση του θέματος με πρωτοβουλία του τσάρου Αλέξανδρου, σε εξέλιξη βρίσκεται η προετοιμασία του Ιμπραήμ, η δανειοδότηση από το Λονδίνο και το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών εντός της Επανάστασης. Όλα αυτά συνδέονται άμεσα μεταξύ τους. Η καθυστερημένη Β΄ Εθνοσυνέλευση ξεκινά στο Άστρος. Εκεί θα εκπροσωπηθούν πολύ περισσότερες περιοχές, όμως η παρουσία όλων δεν προμηνύει πολιτική διευθέτηση· δείχνει παράταξη μάχης. Αγιαννίτικα και Μελιγγίτικα καλύβια θα φιλοξενήσουν αντίστοιχα τους νεωτερικούς και τους παραδοσιακούς αντιπάλους. Η εξουσία -εκ των πραγμάτων- θα μοιραστεί στις δυο τάσεις. Η διοίκηση θα γίνει πολύ πιο συγκεντρωτική. Οι τρεις τοπικές διοικήσεις θα καταργηθούν και το Βουλευτικό θα ενισχυθεί έναντι του Εκτελεστικού. Τότε ο διχασμός θα μεταφερθεί στα δυο σώματα της μοναδικής διοίκησης και τον λόγο του διαιτητή θα έχει το α΄ δάνειο του Λονδίνου. Η νεωτερική πλευρά έχει το πάνω χέρι, αφού φρόντισε να καταλάβει το ενισχυμένο Βουλευτικό, κάτι που της δίνει νομικό πλεονέκτημα έναντι του Εκτελεστικού. Όταν όμως κάνει την κίνησή της (αντικατάσταση του Πετρόμπεη), αυτή δεν θα είναι νομότυπη. Αν η Β΄ Εθνοσυνέλευση γίνεται με φανερά τα δυο αντικριστά στρατόπεδα, η τελευταία φάση της Γ΄ Συνέλευσης (1827) δεν θα γίνει καν στο ίδιο μέρος. Η παραδοσιακή πλευρά θα συνεδριάσει στην Ερμιόνη και η νεωτερική στην Αίγινα.

Όλα τα βήματα δείχνουν ότι οι δυο τάσεις έρχονται σχηματοποιημένες προ του 1821. Δεν δημιουργούνται επί τόπου, δεν οφείλονται σε τοπικούς παράγοντες και πρόσωπα, αλλά εδράζονται σ’ αυτούς ή δικαιολογούνται μ’ αυτούς εκ των υστέρων (συνειδητά ή ασυνείδητα). Η νεωτερική τάση έχει σαφή στόχο μια Επανάσταση που ορίζεται εκτός της Φιλικής. Τι είναι αυτό που ενώνει τους Νέγρη-Μαυροκορδάτο-Πραΐδη-Κωλέττη-Φαρμακίδη-Πολυζωίδη και τους διαχωρίζει από τους Υψηλάντη-Κολοκοτρώνη-Μεταξά-Βαρνακιώτη-Ανδρούτσο-Καραϊσκάκη; Γιατί η δεύτερη ομάδα δεν εμφανίζεται ενιαία;

Ένα βασικό κλειδί που ρίχνει κάποιο φως στο τελευταίο ερώτημα, είναι η συσχέτιση της υπερεθνικής παράταξης με τους Δ. Υψηλάντη-Κολοκοτρώνη. Η σχέση των δυο δεν έχει επαρκώς αναλυθεί. Ενώ διακρίνεται με σαφήνεια ότι ο Κολοκοτρώνης υποκαθιστά τον Δ. Υψηλάντη -όχι από θέση αντιπαλότητας- και γίνεται άτυπα ο απών “Αλέξανδρος Υψηλάντης” της Επανάστασης, οι λόγοι για τους οποίους ο γέρος του Μωρηά κρίνει ανήμπορο τον Δημήτριο να εκπροσωπήσει την Φιλική Εταιρεία δεν μελετώνται. Κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι σύμφωνα με την απόφαση της Πετρούπολης (1820) για ίδρυση Γραικικής Εταιρείας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε Εταιρείαρχος αυτής, που άμεσα, στο σχετικό έγγραφο ονομάζεται “Ελληνική Εταιρεία”. Αυτός είναι ο μόνος τίτλος για τον οποίο έχουμε γραπτά ντοκουμέντα. Αυτός είναι ο τίτλος που από τους περισσότερους θεωρείται ισοδύναμος με τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας, πράγμα λανθασμένο, τουλάχιστον τυπικά. Ο γνωστός τίτλος του αρχηγού της Επανάστασης είναι Γενικός Επίτροπος της Αρχής ή Γενικός Έφορος της Ελληνικής Εταιρείας. Υπογράφει όμως και ως του Γενικός Επίτροπος Ελληνικού έθνους και αναφέρεται ως Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Άρα, ο στερούμενος ηγετικού προφίλ “πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής” (Δ. Υψηλάντης) περιθωριοποιείται εκ των πραγμάτων μόλις γίνουν γνωστά η κατάληξη του αδελφού του, η στάση της Ρωσίας και του Πατριαρχείου, ο δε Θεόδωρος, που ταυτίζεται στρατηγικά με τον Δημήτριο, τον παραμερίζει, λέγοντας (πολύ αργότερα) ότι “το μυαλό του δεν έσωνε αναλόγως με τας περιστάσεις όπου ευρέθηκε” και εξηγώντας ότι “αν ήθελε έλθει ο Αλέξανδρος ο αδελφός του ηθέλαμεν κάμει δουλειά, διατί ήθελα τον υποστηρίξει· εγώ δεν εγύρευα παρά έναν ν’ ακουμβήσω ταις πλάταις μου, εγώ δεν έκαμνα καπούλι τους Άρχοντας, εκείνοι εμένα, και έτζι κανένας τρίτος· Δεν εγίνοντο διχόνοιαις”.

Η δήλωση αυτή απλώς επιβεβαιώνει την δράση του Κολοκοτρώνη και την βασική ιδιότητά του στην Επανάσταση. Ο -κυρίως- πολιτικός Κολοκοτρώνης βαφτίστηκε “στρατιωτικός” προκειμένου να δικαιολογηθεί ο διχασμός και ο εμφύλιος του 1824 με τρόπο διαφορετικό από τον πραγματικό. Βέβαια, ως ένα σημείο ευθύνεται και ο ίδιος που επίσης χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους. Όμως η πλευρά του Κολοκοτρώνη δεν συνηθίζει να δυσφημεί τους πολιτικούς της αντιπάλους. Από την άλλη πλευρά, είναι απόλυτα σαφές ότι ουδέποτε ο Κολοκοτρώνης αποκαλύπτει το βάθος της πολιτικής διεργασίας που ξεκινούσε από τις μυστικές εταιρείες και δια μέσου του αφανούς παρασκηνίου κατέληγε στο θέατρο της δράσης, έχοντας περάσει από τα ανακτοβούλια, τις τράπεζες και τα χρηματιστήρια· και ο Κολοκοτρώνης σχετίζεται περισσότερο από κάθε άλλο πρόσωπο με το θέμα αυτό, και λόγω ηλικίας. Πριν καταφύγει στην Ζάκυνθο μετέχει στην ομάδα του Ζαχαριά. Η ιστορία που θέλει να εξηγήσει με άλλο τρόπο τον διχασμό και προσπαθεί πλαγίως να ταυτοποιήσει την Επανάσταση (αφού ευθέως αδυνατεί) ενοχοποιεί την “παράδοση”. Σπεύδει να αποσυνδέσει την δράση των Κλεφτών από το πολιτικό-πολιτισμικό στοιχείο και να τη συνδέσει αποκλειστικά -ως άλλος Σουλτάνος- με το ποινικό αδίκημα της ληστείας. Μετατρέπει δηλαδή τους “Κλέφτες” και τους “Αρματολούς” σε “κλέφτες” (ληστές) ή χρησιμοποιεί απλώς τον όρο “κάποι” θέλοντας -στρουθοκαμηλικά- να αποφύγει το ερώτημα “πώς κατάφεραν κάποιοι κάποι και ληστές να αποτελούν τον πολιτικό αντίπαλο των “γραμματιζούμενων-μορφωμένων” Νέγρη και Μαυροκορδάτου, τον συνομιλητή των Canning και Adam;”

Έτσι μένει μερικώς ανεξήγητη και η δράση του Κολοκοτρώνη στα Βέρβαινα έναντι του Δ. Υψηλάντη με τον πρώτο να εμφανίζεται ως “τοπικιστής” και “κοτζαμπασιδιστής” έναντι του δευτέρου που ζητά “εθνική διοίκηση”. Είναι ίσως η καίρια αιτία απόκλισης του Κολοκοτρώνη από τον Υψηλάντη, που για να ξεφύγει από τις πρόωρες τρικλοποδιές, να σώσει την ενότητα και -μέσω αυτής- την ταυτότητα της Επανάστασης, αποφεύγει τη νεωτερική παγίδα να κινηθεί ο λαός ενάντια στους κοτζαμπάσηδες, ώστε να εμφανιστεί η Επανάσταση ως παράλληλη της Γαλλικής. Πρόκειται για μια καίρια θέση της Φιλικής Εταιρείας που επαναλαμβάνεται κατά κόρον στην υπόμνηση για ενότητα κάτω από την χριστιανική πίστη.

Δεν αποκλείεται, ο Κολοκοτρώνης να έκρινε ως πρόβλημα και τον χειρισμό του Δ. Υψηλάντη προς τους Νέγρη και Μαυροκορδάτο, δεδομένου ότι οι τελευταίοι άντλησαν εξουσία πρώτα από τον Υψηλάντη· εμφανίστηκαν δηλαδή ως θεσμικοί παράγοντες της Επανάστασης μετά την συνάντηση των τριών στη Βυτίνα (Αύγουστος 1821). Από την άλλη πλευρά, η διάσταση Υψηλάντη-προκρίτων έδινε προοπτική στους Νέγρη και Μαυροκορδάτο να προσεταιριστούν τους προκρίτους άμεσα, οπότε ο Κολοκοτρώνης είχε έναν ισχυρό λόγο να διαφυλάξει την συμμαχία μαζί τους. Ας μην ξεχνούμε ότι από τον Ιανουάριο κάποιοι πρόκριτοι αμφισβήτησαν τον Παπαφλέσσα ως εκπρόσωπο μιας ρωσοκινούμενης Επανάστασης υπό τον Αλ. Υψηλάντη. Η ουσία πάντως είναι ότι ο Κολοκοτρώνης αναλαμβάνει να υποκαταστήσει τον Υψηλάντη, ώστε να διασφαλίσει την ταυτότητα της Επανάστασης και τον συνεπαγόμενο στόχο της. Η αποστασιοποίηση του Κολοκοτρώνη από τον Δ. Υψηλάντη, που τον κρίνει ανελαστικό, ευαπάτητο, άρα και παράγοντα κινδύνου εκτροπής της Επανάστασης από τον στόχο της Φιλικής, δεν είναι το μοναδικό, αλλά ένα βασικό αίτιο που μετατρέπει τον Δ. Υψηλάντη σε βασιλιά χωρίς βασίλειο.

Ήδη πριν την άλωση της Τρίπολης ο Υψηλάντης εκπροσωπεί μια Επανάσταση που επίσημα έχει διαψευστεί ως υπερεθνική. Ο Τσάρος (είναι ταυτόχρονα πολιτικός ηγέτης και ηγέτης της Ρωσικής Εκκλησίας) έχει δηλώσει άσχετος και έχει καταδικάσει την πράξη του αξιωματικού του ρωσικού στρατού Αλ. Υψηλάντη. Ο Πατριάρχης το ίδιο. Ο Γρηγόριος Ε΄, στα μάτια των περισσοτέρων είναι ο μάρτυρας και σωτήρας των χριστιανικών πληθυσμών, όμως στα μάτια των ολίγων που θα επιχειρήσουν να εκτροχιάσουν την Επανάσταση από τις ράγες της Φιλικής, ο Πατριάρχης είναι αυτός που ειλικρινώς αρνήθηκε την πατρότητα μιας υπερεθνικής Επανάστασης· αυτής που τώρα -“εύλογα”- αναζητά ένα εθνικό υπόστεγο. [Ο Petropulos θα παραδεχθεί ως αναγκαία την αποκήρυξη της Επανάστασης από τον Πατριάρχη, αλλά θα παραλείψει να αναφέρει την σχέση του Πατριάρχη με την Φιλική Εταιρεία και θα αποδώσει σε άλλη αιτία την εκτέλεσή τόσο αυτού, όσο και των ογδόντα μητροπολιτών]. Μετά την “αποτυχία” του Αλ. Υψηλάντη και την διάψευση του πολυδιαφημιζόμενου ρωσοτουρκικού πολέμου η “Αόρατος Αρχή” πιστοποιείται ως “ανύπαρκτη” και ο Δημήτριος Υψηλάντης φαντάζει Πληρεξούσιος του τίποτα. Και γι’ αυτό το “τίποτα”, η μεν νεωτερικότητα εργάζεται συστηματικά, η δε παράδοση αναλαμβάνει πρωτοβουλίες υποκατάστασης του Υψηλάντη, συνεννοημένη (όπως εκ του αποτελέσματος συνάγεται) με την υπαρκτή “Αόρατο Αρχή” της Φιλικής.

Όταν το 1825 η διεθνής διάσταση της Επανάστασης θα περάσει από το παρασκήνιο στο προσκήνιο, η απόκλιση στρατηγικής μεταξύ Υψηλάντη-Κολοκοτρώνη θα επιβεβαιωθεί. Αυτή είναι μια πιθανή ερμηνεία. Ο πρώτος θα βρεθεί στην “γαλλική” παράταξη, ο δεύτερος στην “αγγλική”. Ο πρώτος θα χάσει τα πολιτικά του δικαιώματα το 1826 διαμαρτυρόμενος για την αίτηση της αγγλικής προστασίας που υπογράφει -μεταξύ άλλων- ο δεύτερος. Ο δεύτερος θα φροντίσει τον επόμενο χρόνο για την αποκατάσταση του πρώτου, εφαρμόζοντας το ρωσο-βρετανικό Πρωτόκολλο της Αγ. Πετρούπολης (1826) που το 1827 στην Τροιζήνα συνοψίζεται στους Καποδίστρια-Τσώρτς-Κόχραν. Από το 1821 ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να κερδίσει την υποστήριξη του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού προκρίτων του Μωρηά. Δεληγιάννης, Πετρόμπεης, Σισίνης, Κρεββατάς, Περρούκας, Παπαδιαμαντόπουλος, Χαραλάμπης, Κοπανίτσας, Φωτήλας θα είναι μαζί του, χωρίς να ταυτίζονται απόλυτα μεταξύ τους, ή με τον Κολοκοτρώνη. Λόντοι, Ζαΐμηδες, Νοταράδες θα βρεθούν απέναντί του και απέναντι στην Φιλική, κατά περίσταση και σε διαφορετικές δοσολογίες. Η ταξικότητα που παλιότερα ήταν το ψωμοτύρι της νεωτερικής ερμηνείας έχει εγκαταλειφθεί ως βασική παράμετρος της Επανάστασης και χρησιμοποιείται σήμερα μόνο ως δευτερεύουσα παράμετρος, χωρίς όμως να μεταβάλλεται ριζικά η ουσία της νεωτερικής ερμηνείας.

Με βάση όλο το σκεπτικό που αναπτύξαμε, δίνεται μια ακόμη δυνατότητα να διαπιστωθεί ότι οι προύχοντες της Πελοποννήσου είναι η πλέον ανομοιογενής ομάδα (ουσιαστικά δεν αποτελούν ομάδα). Είναι αυτή που ισοπεδωτικά της έχει αποδοθεί ομοιογένεια, ώστε να χρησιμοποιηθεί ως βάση βολικών ερμηνειών των επαναστατικών γεγονότων. Αντίθετα, οι κοτζαμπάσηδες και μπέηδες που εξ ορισμού διαφοροποιούνται μεταξύ τους με βάση τον χαρακτήρα και τις προσωπικές τους επιδιώξεις, αποτελούν και ένα κρίσιμο πεδίο ελέγχου του κατά πόσον ισχύει το μόνο βασικό αίτιο του διχασμού· η χριστιανική παράδοση και η κοσμική νεωτερικότητα. Ποια είναι η στάση του καθενός, προ και μετά την Επανάσταση; Πόσο επηρεάζει την προσωπική στάση του καθενός η απουσία της οθωμανικής διοίκησης; Ποια στάση είχε ο καθείς και η οικογένειά του στις προηγούμενες φάσεις της Επανάστασης;

Αντίστοιχα με τους προκρίτους (όχι μόνον της Πελοποννήσου), τι συμβαίνει με τις άλλες ομάδες των πρωταγωνιστών; Μήπως η ισοπεδωτικού τύπου ομαδοποίηση εξυπηρετούσε και την απόκρυψη των δυο τάσεων; Μήπως οι “Φαναριώτες”, οι “Κλεφταρματολοί”, οι “Φιλέλληνες”, οι “τοπικιστές” και οι “εθνικιστές” λειτούργησαν στην ιστορική διαπραγμάτευση όπως στην πράξη λειτούργησαν οι κάθε λογής μικρές φατρίες, οι τρεις παρατάξεις του 1825, τα τρία κόμματα του 1830 και του 1840; Μήπως όλοι αυτοί οι όροι έρχονται σκόπιμα ή αυθόρμητα, εσκεμμένα ή μη, να καλύψουν το πραγματικό και μοναδικό διακύβευμα / αίτιο του διχασμού που δεν ήταν θέμα αποκλειστικά των Ελλήνων (ως προς την γλώσσα), αλλά θέμα με διεθνή διάσταση; Η Επανάσταση θα οδηγούσε -άμεσα ή έμμεσα- σε κράτος με πολυεθνικό ή εθνικό ελληνισμό; Σε κράτος που θα οριζόταν από το υπερεθνικό στοιχείο του χριστιανισμού ή σε κράτος όπου ο χριστιανισμός θα μαντρωνόταν στα εθνικά όρια, όπως έγινε μερικώς στη Δύση την περίοδο της “Μεταρρύθμισης”; Στην πράξη ο διχασμός εμφανίζεται με τον εξής τρόπο: Ενώ η παραδοσιακή πλευρά διακηρύσσει ότι το δίκαιο πηγάζει από τις εντολές του Θεού, η νεωτερική πλευρά κάνοντας μια γενική επίκληση στο “Θείο”, διακηρύσσει ότι το δίκαιο πηγάζει αποκλειστικά από την ανθρώπινη βούληση.

Ο Petropulos αποτυγχάνει απόλυτα να θέσει το ζήτημα των προκρίτων με όρους υπηρέτησης είτε της χριστιανικής παράδοσης είτε της κοσμικής νεωτερικότητας. Αρκείται στην αντιγραφή του Finlay ο οποίος αφού περιγράψει την “επηρμένη συμπεριφορά του Σισίνη” καταλήγει στο “επιστημονικό” συμπέρασμα ότι “οι προεστοί δεν είχαν αντίρρηση για τους θεσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας”. Η πηγή της εμπάθειας του Σκώτου δεν ερευνάται. Δεν εξηγείται, για παράδειγμα, ότι ο Σισίνης είναι από τους λίγους Πελοποννήσιους κοτζαμπάσηδες που μπαίνει στην Επανάσταση με σημαία της Φιλικής Εταιρείας την οποία έχει σχεδιάσει ο μητροπολίτης Γερμανός. O Petropulos δεν ερμηνεύει ούτε την αναφορά του Κολοκοτρώνη μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, όπου λέει “υψώσαμεν τας νικητικάς του Σταυρού σημαίας με τρόπον ανήκοντα εις την δόξαν του Χριστού” και αποδίδει την κατάληψη σε άμεση θεϊκή παρέμβαση (θαύμα). Δεν τη συγκρίνει με τις δηλώσεις του Γ. Κουντουριώτη μόλις αυτός αναλάβει πρόεδρος. Ο Κουντουριώτης θα ξεκινήσει με μια αμφίσημη φράση. Αποτείνει τιμή στην “Ουράνιον αντίληψιν του Πατρός των Φώτων” η οποία οδηγεί το έθνος από δόξα σε δόξα. Λίγο μετά λέει ότι πέρα από την απόκρουση του εχθρού θα πρέπει “ν’ αρχίσωμεν να προοδεύωμεν κατά μίμησιν των φωτισμένων εθνών της σοφής Ευρώπης”· και βέβαια, η δήλωση αυτή επί μέρους και φαινομενική μόνον ομοιότητα έχει με τα λόγια του Αλέξανδρου Υψηλάντη, κάτι που θα αποδειχθεί στην πράξη. Ο Petropulos δεν ασχολείται με την απάντηση-δήλωση του Νικηταρά στην διοίκηση Κουντουριώτη που ξεκινά “Είδον εις τα έγγραφα ότι ζητούμαι ως Αντάρτης … εστάθην πάντοτε Αντάρτης της μισαράς ιδιοτελείας, … επείνασα και εδίψασα δια να μην ειδώ επί της κεφαλής μου τον άσπονδον εχθρόν του χριστιανισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων” προσθέτοντας λίγο πιο κάτω “ο Θεός υπερασπιστής του δικαίου ευλόγησε τα επιχειρήματά μου και κατόρθωσα όσα είναι γνωστά εις όλους, κατεφρόνησα τα πλούτη και τας υπεροχάς…”. Δεν προσέχει και πώς η νεωτερική πλευρά ιεραρχεί το ζήτημα χριστιανική πίστη-πολιτειακή συγκρότηση. Στην περίοδο που ο εμφύλιος βρίσκεται στην κορύφωσή του το Βουλευτικό διακηρύσσει προς το Πανελλήνιον ότι οι Έλληνες α) κατά νόμον εξέλεξαν παραστάτας και Βουλευτικό-Εκτελεστικό στην Επίδαυρο και στο Άστρος, β) οι βουλευταί και εκτελεσταί των νόμων υπεσχέθησαν έμπροσθεν Θεού και ανθρώπων να εκπληρώσωσι τα οποία ανέλαβον χρέη και εβεβαίωσαν την υπόσχεσίν των με τους πλέον ιερούς και πιστούς όρκους, ότι θέλουν έχουν βάσιν τον νόμον τον οποίον σεις με το αίμα σας καθιερώσατε. Καθαρότατα πιστοποιείται ότι η πίστη και ο Θεός εμπεριέχονται στον νόμο του οποίου η ισχύς απορρέει από το αίμα που χύθηκε. Το αίμα είναι ανθρώπινο και δεν υπόκειται σε άλλη, υπέρτερη έννοια, συνεπώς για την νεωτερικότητα η ανθρώπινη βούληση που περιστασιακά και παρεμπιπτόντως περιέχει την πίστη στο Θεό, είναι αυτή που ξεκινά την Επανάσταση. Αυτή παρίσταται στην Επίδαυρο και στο Άστρος.

Ο Petropulos ξεφεύγει και στο Άστρος. Δέχεται ότι τα στρατόπεδα είναι δυο, υιοθετεί όμως και πάλι το σχήμα “πολιτικοί-στρατιωτικοί” που εμφανίζεται στα κείμενα του 1822 για να ονοματίσει τις (σχηματισμένες πλέον) αντίπαλες παρατάξεις. Δεν θα επιμείνει στο ταξικό στοιχείο, αφού θα αδυνατεί να ερμηνεύσει την ομάδα Κολοκοτρώνη-Νικηταρά-Δεληγιάννη-Σισίνη, όμως κάποια εξήγηση θα πρέπει να πάρει τη θέση της έκνομης αντικατάστασης του Μαυρομιχάλη, προέδρου της Κυβέρνησης. Το Βουλετικό έχει κοπεί στα δυο. Το ένα τμήμα του αποφασίζει την έκπτωση του Πετρόμπεη και εκλέγει τον Κουντουριώτη στη θέση του. Οι συνέπειες της πράξης αυτής καθιστούν αναγκαστική την ένοπλη σύγκρουση. Ο ιστορικός όχι μόνον δεν ελέγχει την νομιμότητα της πράξης, αλλά αποσιωπά τελείως τις πράξεις της μειοψηφίας του Βουλευτικού τις οποίες εγκρίνει ο Κοραής. Έτσι, έμμεσα, λογικοποιεί τις κατηγορίες που ως καθαρές συκοφαντίες θα εκτοξευτούν εναντίον του Πετρόμπεη, στη συνέχεια σε όλη την ομάδα των “ανταρτών-αντιπατριωτών-απατεώνων-εξουσιομανών”. Πράγματι, ο Petropulos χρεώνει την ύπαρξη δυο κυβερνήσεων το 1823 στον Πετρόμπεη, επειδή αυτός “στέλνει” τους αντιπάλους του στο Κρανίδι, όπου εκείνοι “υποχρεώνονται” να εξαρτώνται από τους νησιώτες. Ο Ρήγας οριοθέτησε την υπερεθνική Επανάσταση, αποτυπώνοντάς την στην Χάρτα. Η γεωγραφία αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα του πολιτισμού· όταν όμως αυτή λαμβάνει θέση ενεργητικού υποκειμένου και καθίσταται αποκλειστικός παράγοντας λήψης κρίσιμων αποφάσεων, τότε ο ιστορικός κάτι σημαντικό έχει παραλείψει. Όταν μάλιστα ο ιστορικός είναι πολιτικός επιστήμων και γράφει ένα βιβλίο για την πολιτική ιστορία του ελληνικού κράτους, η αδυναμία του λαμβάνει διαστάσεις μεγάλες και σοβαρές.

Μετά το Άστρος η διαμάχη εμφανίζεται στο προσκήνιο υπό την μορφή της νομιμότητας· ποιος τηρεί και ποιος καταπατά τους νόμους. Άρα, η θέση του Petropulos έπρεπε να είναι αναλυτική και διάφανη. Αυτό δεν συμβαίνει. Ο Petropulos λέει ότι “Η κυβέρνηση που εγκαταστάθηκε στο Κρανίδι είχε στοιχεία δύναμης, … είχε το κύρος της νομιμότητας”. Αν και παρακάμπτει την ουσία, ο Petropulos πρακτικά ταυτίζεται με τον Κολοκοτρώνη που για το ίδιο θέμα λέει “Τα δάνεια εδυνάμωσαν την Κυβέρνηση του Κουντουριώτη και η δύναμη την έκαμε νόμιμη”. Δεν είναι μόνον η αποσυσχέτιση της εκλογής Κουντουριώτη από το βρετανικό δάνειο, είναι και άλλες σημαντικές ελλείψεις ή λάθη όπως η προβληματική αναφορά του Δ. Υψηλάντη ως “αποκλεισμένου” από την διακυβέρνηση της Επιδαύρου, η λανθασμένη αναφορά του Μαυροκορδάτου ως προέδρου του Βουλευτικού και αποδέκτη του δανείου (το δεύτερο είναι τυπικά σωστό, αλλά ο Μαυροκορδάτος έμεινε πρόεδρος μόνον τρεις μέρες) και η απόδοση της ίδρυσης του “γαλλικού” κόμματος στον Κωλέττη. Όλα αυτά κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτιέται αν ο ιστορικός έχει όντως προσωπική πρόσβαση στις πηγές. Το ερώτημα είναι πραγματικό, όχι σχηματικό. Ο Petropulos σε άλλο σημείο αναφέρει σωστά ως μεσολαβητή-ιδρυτή του γαλλικού κόμματος τον Μαυροκορδάτο, ανεξάρτητα αν δεν το ερμηνεύει ή δεν θέτει τα κατάλληλα ερωτήματα. Φευγαλέα, ατελώς και αποκομμένα θα παραδεχθεί και την σχέση της εκλογής του Κουντουριώτη με το βρετανικό δάνειο. Ούτε θα το αναλύσει, ούτε θα συσχετίσει την εξέλιξη αυτή με τους εμφύλιους. Αντίστοιχες διορθώσεις που συνιστούν ακατανόητες αντιφάσεις, αντίστοιχες τρανταχτές ελλείψεις ή παρερμηνείες που αφήνουν λανθασμένες εντυπώσεις εμφανίζονται και σε άλλα θέματα. Ειδικότερα, για την περίφημη κατάταξη των αντιμαχόμενων σε “πολιτικούς” και “στρατιωτικούς”, ακόμα και ο Petropulos αναγκάζεται τελικά να την απορρίψει. Πρώτα διαπιστώνει ότι στους πολιτικούς περιλαμβάνονταν οπλαρχηγοί και αντίστροφα. Στη συνέχεια, επανεισάγοντας το ταξικό στοιχείο, επιχειρεί μια χλωμή υποκατάσταση του σχήματος “πολιτικοί-στρατιωτικοί”. Προσπαθεί να εξηγήσει γιατί συμβαίνει αυτό, λέγοντας ότι οι οπλαρχηγοί συμπεριφέρονται ως υποψήφιοι προεστοί, ενώ οι προεστοί αναζητούν υποστήριξη στο λαϊκό στοιχείο. Χωρίς να καταλήξει σε κάποιο στέρεο συμπέρασμα, αφήνει σε θολό τοπίο τον α΄ εμφύλιο (με πηγές τους Finlay, Bartholdy, Σταματόπουλο) για να δηλώσει ότι στον β΄ εμφύλιο τα πράγματα είναι πολύ ξεκάθαρα: “το αίσθημα του τοπικισμού αποδείχθηκε δυνατότερο από τον ταξικό ανταγωνισμό, όπως απέδειξε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος”.

Greece under the Romans

Μεταξύ 330-717 η Ελλάδα βρίσκεται υπό Ρωμαϊκή κατοχή (Finlay)

Τι συμβαίνει λοιπόν με τον συγκεκριμένο ιστορικό; Αντιγράφοντας κατά γράμμα τον Finlay και τον Bartholdy, ο Petropulos μετέχει ετεροχρονισμένα του εμφυλίου με την πλευρά της νεωτερικότητας και είναι τόσο αντικειμενικός, όσο και η πλευρά του Μαυροκορδάτου. Για την ακρίβεια είναι λιγότερο αντικειμενικός κι απ’ αυτόν, αφού η κυβέρνηση Κουντουριώτη ανέφερε τουλάχιστον τις πολιτικές κατηγορίες εναντίον του Μαυρομιχάλη. Ο “εμφύλιος” ακολουθεί την διεθνή διάσταση της Επανάστασης, οπότε, ας μη ξαφνιάζονται όσοι έχουν συνηθίσει να θεωρούν το 1821 ως θέμα που αφορά αποκλειστικά εις τους ελληνόφωνους. Οι Finlay, Raybaud, Thiersch, Bartholdy και άλλοι συγγραφείς, παρόντες ή μη στην Επανάσταση, ανήκουν στην νεωτερική πλευρά, δηλαδή την “φιλογραικική”. Είναι αυτή που -σύμφωνα και με τον Κοραή- υποστηρίζει την Επανάσταση των Γραικών και αυτή που εκ των υστέρων υποστηρίζει ότι τέτοια Επανάσταση επιδίωξε και η Φιλική Εταιρεία. Για να το αποδείξει, συσκοτίζει ή παραλλάσσει την Εταιρεία. Δεν είναι ουδέτεροι ή “ξένοι” οι ξενόγλωσσοι. Δεν είναι καν φιλέλληνες, σύμφωνα με τον ορισμό των Ελλήνων που δίνει ο Αλ. Υψηλάντης. Μόνο που ούτε οι ίδιοι το γνωρίζουν, πλην κάποιων, τρανταχτών περιπτώσεων όπως ο Finlay, o Raybaud, o Cochrane. Οι περισσότεροι αδυνατούν να κρίνουν όσα μαθαίνουν μέσω των μυστικών Εταιρειών για την ιστορία των Ελλήνων. Όλοι τους μετέχουν σε παράλληλες Εταιρείες, αντίπαλες της Φιλικής ως προς τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους (διεθνείς) στόχους. Και στις Εταιρείες αυτές, οι επί τόπου ερχόμενοι εντάσσουν και πολλούς από τους Έλληνες που σε λίγο θα βρεθούν αναμεμιγμένοι σε ό,τι ονομάζουμε “εμφύλιο”.

Ο Petropulos δεν θα αναφέρει ότι ο Μαυροκορδάτος τον Οκτώβριο του 1823 μεταπηδά για δεύτερη φορά από την κεντρική εξουσία στην τοπική. Φροντίζοντας να διοριστεί και πάλι Διοικητής της Δ. Χέρσου Ελλάδος (Διευθυντής θα ονομαστεί αυτή τη φορά, επειδή έχουν καταργηθεί πλέον οι τρεις τοπικές διοικήσεις), θα επιδιώξει να διασφαλίσει την κατάληξη των χρημάτων του δανείου, δεδομένου ότι ο διαχειριστής Μπάυρον έχει δείξει από την Κεφαλονιά σημάδια δισταγμού και μη πλήρους συμμόρφωσης με την αποστολή που του ανατέθηκε. Η μεταπήδηση στην τοπική Διοίκηση είναι μια πολιτική κίνηση και δεν αποτελεί σημείο ελέγχου για τον Μαυροκορδάτο. Αν όμως το μνημόνευε ο Petropulos θα έπρεπε να το εξηγήσει και να εγκαταλείψει την θέση της παραδοσιακής στενότητας (τοπικότητας) έναντι της νεωτερικής ευρύτητας (“προοδευτικής” αντίληψης του κράτους με ισχυρή κεντρική διοίκηση). Δεν θα ασχοληθεί ούτε με την ακρίβεια των αιτιάσεων της Ύδρας που, ουσιαστικά, από τα τέλη του 1823 αντιπροσωπεύει το Βουλευτικό του Κρανιδίου και αποτελεί το φανερό κέντρο της νεωτερικής πλευράς. Η δήλωση-μομφή “ημείς εδαπανήσαμεν όλην την περιουσίαν μας και εφθείραμεν τα πλοία μας … άλλοι με άνομους καταχρήσεις διαρπάζουσι τα εθνικά άπαντα” όχι μόνον έρχεται να κρύψει την απροθυμία των Κουντουριωτών για συμμετοχή στην Επανάσταση, αλλά και να ορίσει την ιδιοτέλεια. Την δήλωση αυτή θα επαναλαμβάνουν όσοι προσχωρήσουν στην αγγλογαλλικήπαράταξη Μαυροκορδάτου-Κωλέττη-Κουντουριώτη. Και η προσχώρηση αυτή αποτελεί εκμίσθωση και ιδιοτελή στάση όχι των ηγετών της παράταξης, αλλά όσων θα σπεύσουν να προσχωρήσουν. Οι Μαυροκορδάτος-Κωλέττης θα αναδείξουν -μέσω ενός μέρους του Βουλευτικού- τον Κουντουριώτη πρόεδρο της Κυβέρνησης, ώστε αυτός να είναι ο “νόμιμος” παραλήπτης του δανείου, ώστε όλη η διοίκηση να ανήκει στην νεωτερικότητα, ώστε όλοι οι άλλοι (της παράδοσης) να είναι “εκτός νόμου, αντάρτες με αντεθνική δράση”. Με τη βοήθεια των χρημάτων (που υποδουλώνουν το κράτος) και του Τύπου (που ίδρυσε η Γραικική Επιτροπή του Λονδίνου) ο Κολοκοτρώνης στιγματίζεται ως ιδιοτελής, τοπικιστής, αγράμματος, αισχροκερδής. Αντίστοιχα, όλοι όσοι δεν υποτάσσονται στην νεωτερικότητα.

Αν οι μομφές εναντίον του Κολοκοτρώνη ίσχυαν, τότε γιατί η νεωτερική ιστορία δεν σπεύδει να τις αναδείξει αναλυτικά; Γιατί τις επαναλαμβάνει από τότε ως σήμερα, με τον ίδιο ακριβώς γενικόλογο τρόπο; Από τα μέσα του 1823 και ιδιαίτερα από τα τέλη του ίδιου χρόνου το “έθνος” είναι εκείνη η παράταξη που το Λονδίνο έχει ορίσει ως παραλήπτη του δανείου. Οι δυο χρονολογίες ορίζονται από την άφιξη του Byron στην Κεφαλονιά και από την αποβίβασή του στο Μεσολόγγι. Το δάνειο δεν δίνεται στην (νόμιμη) ελληνική διοίκηση, αλλά χρησιμοποιείται για να αναδείξει νέα διοίκηση. Το δάνειο δεν είναι χρήματα κάποιας Τράπεζας, αλλά χρήματα που θα αντληθούν από το Χρηματιστήριο. Το γιατί θα φανεί σύντομα, αλλά για όποιους μπορούσαν τότε να το αντιληφθούν. Και δεν είναι μόνον οι Κουντουριώτες και ο Ορλάνδος που αγνοούσαν το άγριο παιχνίδι στο οποίο επρόκειτο να μπλέξουν. Όλοι είχαν “μεσάνυχτα”, ανάλογα με την θέση στην οποία βρίσκονταν. Το “ευρύ κοινό” πίστευε στις διαδόσεις που έλεγαν ότι τα χρήματα αποτελούσαν ευγενική δωρεά της προσωπικής περιουσίας του Byron και των Βρετανών φιλελλήνων που κινήθηκαν στο πλαίσιο της χριστιανικής αλληλεγγύης.

Το δάνειο (που υπολόγιζαν να δοθεί το 1823) δίνεται παράλληλα με το σχέδιο του πολιτεύματος, την πρόταση για Γερμανό ή Άγγλο βασιλιά και χρησιμοποιείται για να διχάσει, να περιορίσει τις επιτυχίες της Επανάστασης, να υποδουλώσει τον αγώνα και να τον σύρει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Αυτό λοιπόν που λείπει τελείως στον J. Petropulos είναι κάθε αναφορά στην δράση της Επιτροπής του Λονδίνου. Μέσω του πρώτου δανείου ανατρέπει τις ισορροπίες και την κυβέρνηση του Μαυρομιχάλη, διχάζοντας φανερά την Επανάσταση και θέτοντας το δίλημμα στην “φιλορωσική” πλευρά του Κολοκοτρώνη ή να πειθαρχήσει, ή να εξοντωθεί. Σε δεύτερη φάση, το Λονδίνο δεν αρκείται στην υποχώρηση του Κολοκοτρώνη που παραδίδει την Τρίπολη και το Ναύπλιο. Χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την παράδοση του Ναυπλίου όχι στην “κυβέρνηση”, αλλά στους Μωραήτες (Ζαήμη και Λόντο) κηρύσσει τους τελευταίους ως “αντάρτες” που “συμβιβάστηκαν” με τον Κολοκοτρώνη, “αγόρασαν” το Ναύπλιο με χρήματα του έθνους (δανείου) και δεν παρέδωσαν τον Κολοκοτρώνη στο “κριτήριο”. Ενώ το Παρίσι το 1824 έχει φροντίσει -μέσω του Μαυροκορδάτου- να δημιουργήσει ανάλογο δανειακό-πολιτειακό-επικοινωνιακό προγεφύρωμα, το Λονδίνο, μέσω του Ορλάνδου “ειδοποιεί” τους αγαθούςΝησιώτες ότι οι κακούργοι Μωραήτες μπορούν να παταχθούν με την βοήθεια των γενναίων Ρουμελιωτών. Έτσι θα επανέλθει η τιμή της Επανάστασης στο Λονδρέζικο χρηματιστήριο και το κύρος της κυβέρνησης Κουντουριώτη στο εξωτερικό.

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η “εγγενής-τοπικιστική” διαίρεση της φύσης που θα αντιστοιχηθεί πολιτικά με τα πολιτικά κόμματα Αγγλίας-Ρωσίας-Γαλλίας (νησιά, Μωρηάς, Ρούμελη). Ας δούμε πόσες πολιτικές εκφράζουν τα τρία κόμματα. Ο Κωλέττης που δεν είναι φιλοάγγλος υλοποιεί το σχέδιο του β΄ εμφυλίου που δεν είναι αγγλικό, αλλά διατραπεζικό-διεθνικό. Λίγο πριν ο “φιλοάγγλος” Μαυροκορδάτος δρα υπέρ της φανερής γαλλικής διείσδυσης που περιλαμβάνει Γάλλο βασιλιά και γαλλικό δάνειο και τελικά δεν πραγματοποιείται. Ο Κοραής εξαίρει τους Γάλλους που δρουν στο ίδιο μήκος κύματος με τους Άγγλους. Ο Κωλέττης είναι ο “παραλήπτης” της γαλλικής διείσδυσης, βασικό μέλος της οποίας είναι ο πολιτικός-στρατιωτικός Fabvier. Ο Γάλλος βοναπαρτιστής Φαβιέρος έρχεται το 1825 για δεύτερη φορά, αλλά … μέσω Αγγλίας. Η κυβέρνηση Κουντουριώτη του αναθέτει την διοίκηση του τακτικού στρατού. Ο Φαβιέρος συνεννοείται και χρηματοδοτείται από την Φιλογραικική Επιτροπή του Παρισιού που συγκροτείται σε βάση χριστιανικής αλληλεγγύης, όπως η αντίστοιχη Αγγλική. Ηγέτης της τελευταίας ήταν ένας Άγγλος που είχε λάβει τιμητικά την Γαλλική υπηκοότητα για την υποστήριξή του στην Γαλλική Επανάσταση. Την πρώτη φορά που ο Φαβιέρος είχε έρθει στην Επανάσταση, κυκλοφορούσε με ψευδώνυμο και βρισκόταν σε συνεννόηση με τον Byron. Με την άφιξη του Ιμπραήμ, σύσσωμη η αγγλογαλλική νεωτερικότητα ανταγωνίζεται στο ποιος βασιλιάς θα αναδειχθεί στο υπό ίδρυση “ανεξάρτητο” κράτος, κατηγορώντας την ρωσική παραδοσιακότητα ότι επιθυμεί την διαίρεση του “ανεξάρτητου” κράτους σύμφωνα με το ρωσικό σχέδιο των τριών αυτόνομων ηγεμονιών. Είναι έτσι; Όχι. Το ρωσικό σχέδιο του 1824 έχει ήδη καταρρεύσει. Ενώ το 1825 ο τσάρος Αλέξανδρος ταλαντεύεται ακόμη αν πρέπει να δράσει εναντίον των Τούρκων, ενώ ο Καποδίστριας στην Ελβετία γίνεται δέκτης ποικίλων επισκέψεων και προτάσεων, τα πράγματα λαμβάνουν νέα τροπή, όταν ο αποφυλακισμένος (ρωσόφιλος) Κολοκοτρώνης υπογράφει υπέρ της αγγλικής προστασίας, όταν ο Μαυροκορδάτος -εναντίον του οποίου υπογράφουν όλοι οι οπλαρχηγοί- δεν υπογράφει την αίτηση της αγγλικής προστασίας του 1825. Ακόμα και την εποχή της αποφυλάκισης οι “οδηγίες” από το Λονδίνο μιλούν για εσπευσμένη (άνευ δίκης) εκτέλεση του Κολοκοτρώνη. Ενώ οι πιέσεις ξεκινούν πριν την παραλαβή της α΄ δόσης (καλοκαίρι 1824), το 1825 οι εκβιασμοί προς τον Κουντουριώτη ξεπερνούν κάθε όριο. Ενώ στα τέλη του 24 ο Κουντουριώτης αίρει την εμπιστοσύνη του προς τον “γαλλόφιλο” Μαυροκορδάτο, το 25, βλέποντας ότι ο Κωλέττης έχει αυξήσει την ισχύ του, τον δέχεται και πάλι ως “αγγλικό αντίβαρο” προς τον Κωλέττη. Την ίδια περίοδο, ο Δ. Υψηλάντης, αδελφός του αρχηγού της “ρωσοκινούμενης” Επανάστασης, υποστηρίζει την Γαλλική πρόταση.

Πώς εξηγούνται όλα αυτά και άλλα, πολύ-πολύ περισσότερα που συμβαίνουν στο διάστημα 1824-25; Εξηγούνται ως ένα σημείο μέσω της υπερεθνικής διάστασης των μυστικών Εταιρειών και του υπόγειου πολέμου που διεξάγεται προ πολλού σε διεθνές επίπεδο μεταξύ χριστιανών και αντιχριστιανών. Δεν εξηγούνται από την νεωτερικότητα, επειδή δεν τίθενται. Δεν τίθεται ούτε θέμα εκβιασμών από το Λονδίνο του άτολμου και πολιτικά ανίκανου Κουντουριώτη, που φαίνεται ότι ως τέτοιος προτιμήθηκε από το “Βουλευτικό” του 1823. Δεν τίθεται θέμα παραβίασης όλων των νομικών διατάξεων από εκείνους που εμφανίζονται ως προστάτες των νόμων και της ισονομίας. Τίθεται μόνον θέμα Φαναριωτών, Κοτζαμπάσηδων και Κλεφταρματολών. Νησιωτών, Πελοποννήσιων και Ρουμελιωτών. Ιδιοτελών, τοπικιστών και εθνικιστών. Ποιος πρωτοθέτει τέτοια θέματα; Η Δύση. Ενώ ο Κολοκοτρώνης και οι λοιποί έγκλειστοι της Ύδρας έχουν ήδη αποφυλακιστεί, φτάνει γράμμα στον Κουντουριώτη από το Λονδίνο που απηχεί τις απόψεις των δανειστών, της Επιτροπής και της Βρετανικής κυβέρνησης. Στο γράμμα προτρέπεται η κυβέρνηση να παρακάμψει το ανεξάρτητο “κριτήριο” και να εκτελέσει με συνοπτικές διαδικασίες τους “μουρτάτες” (αποστάτες). Εκτός από τους αποστάτες, υπεύθυνοι για την άσχημη διεθνή εικόνα της χώρας και την κακή εξέλιξη της Επανάστασης είναι -σύμφωνα πάντα με το Λονδίνο- οι κοτζαμπασήδες, οι Μωραΐτες και οι Φαναριώτες. Λίγο νωρίτερα, την εποχή υπογραφής του β΄ δανείου άλλο γράμμα από το Λονδίνο υπενθυμίζει στην κυβέρνηση του Κουντουριώτη ότι τα μόνα χρήσιμα χρήματα για την Επανάσταση είναι τα αγγλικά. Όχι τα ρωσικά, τα οποία ο Βαρβάκης είχε την “αυθάδεια” να ζητήσει να προτιμηθούν από την κυβέρνηση του Κουντουριώτη. Ο αποστολέας, που επαναλαμβάνει και τις διαιρετικές γραμμές μεταξύ Πελοποννησίων, Νησιωτών και Ρουμελιωτών, παραδέχεται ότι πηγή των απόψεων αυτών είναι ο Canning και οι μυστικές εταιρείες, όπως αυτή που συνάντησε στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Εκείνο που δεν παραδέχεται βέβαια, είναι ότι τα χρήματα του Βαρβάκη είναι χρήματα της Φιλικής Εταιρείας.

Θα μπορούσε να γίνει ο ίδιος εκβιασμός χωρίς την πίεση του χρηματιστηρίου; Προφανώς, αλλά θα είχε την ίδια αποτελεσματικότητα; Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η πτώση των τιμών της Επανάστασης στο χρηματιστήριο δεν πίεζε απ’ ευθείας την προσωρινή Ελληνική κυβέρνηση. Πίεζε πρώτα τα μέλη της Γραικικής Επιτροπής του Λονδίνου που είχαν παίξει τα ρέστα τους, επειδή οι ίδιοι, εκτός από “προοδευτικοί-κοινωνικοί ωφελιμιστές” ήταν και αχαλίνωτοι κερδοσκόποι, δηλαδή ατομικοί ωφελιμιστές ή “καπιταλιστές”, όπως θα λέγαμε σήμερα. Η πίεση διαχεόταν αποτελεσματικότερα, όταν τα μέλη της Επιτροπής πίεζαν τα μέλη της ελληνικής αποστολής που είχαν λόγους να δέχονται την πίεση· οι τελευταίοι είχαν σπαταλήσει και καταχραστεί χρήματα του δανείου.

Πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι η δύναμη που αυτοορίζεται ως νεωτερική “γενικότητα” έναντι της παραδοσιακής “μερικότητας” είναι αυτή που κατά σύστημα διαιρεί. Αυτή που δημιουργούσε τις φατρίες και τα κόμματα, κατηγορούσε στη συνέχεια τους αντιπάλους της ως τοπικιστές και φατριαζόμενους. Την θέση αυτή βλέπουμε και στο γράμμα που μόλις αναφέραμε. Οι ανώτεροι εκπρόσωποι της δύναμης που δίχαζε την Επανάσταση στη βάση της, καλούσαν διαρκώς και τελείως υποκριτικά τους Έλληνες σε ομόνοια και ενότητα. Το κάνει ο Γραμματέας της Επιτροπής του Λονδίνου το 1824, το κάνει -με πολύ περισσότερο θράσος- τρία χρόνια αργότερα και ο ναύαρχος Κόχραν, το λαμπρότερο παράδειγμα επιτόπιας διχαστικής δράσης μέσω της εξαγοράς συνειδήσεων. Όταν λοιπόν ο νεωτερικός ναύαρχος και εκπρόσωπος των δανειστών διαλύει με πλάγια μέσα τον στρατό του Καραϊσκάκη για να σμικρυνθεί το υπό ίδρυση κράτος, τότε ο στρατός αυτός είναι “τοπικός”; Δεν είναι “εθνικός”; Δεν υπάρχει απόλυτη πειθαρχία όλων των “τοπικών οπλαρχηγών” στον αρχιστράτηγο του έθνους το 1827; Μήπως είναι “τοπικιστικό” το σχέδιο για ανάκτηση της Στερεάς από τον Κιουταχή; Μήπως ήταν αξιοκρατική η άποψη του Μαυροκορδάτου που το 1826 προωθούσε τον Κ. Μπότσαρη στη θέση του Καραϊσκάκη; Ή μήπως ήταν τοπικιστική η προτίμηση του Α. Ζαΐμη στον Καραϊσκάκη, που, σημειωτέον, ήταν αυτός που είχε διαγουμίσει το αρχοντικό του στον β΄ εμφύλιο; Ποια πλευρά προκρίνει ενότητα και ποια διχασμό; Και ποια από τις δυο εκφράζει πολιτισμικά το “ευρύτερο”; Η πλευρά της διαίρεσης και της αφαίρεσης δυνάμεων ή η πλευρά της πρόσθεσης και του πολλαπλασιασμού των δυνάμεων;

Ο Κολοκοτρώνης κατηγορείται ότι θησαυρίζει ως φυσικό πρόσωπο από την Επανάσταση, καταθέτοντας τον πλούτο στις Τράπεζες των βρετανοκρατούμενων Επτανήσων. Κατηγορείται ότι έχει ιδιοτελή και όχι εθνική στάση, απόδειξη ότι διαπραγματεύεται την πώληση του Ναυπλίου στους Οθωμανούς. Τέτοιες ή παρόμοιες μομφές δεν αναλύουμε εδώ. Τις παρακάμπτουμε ως εύλογα συκοφαντικές, υποκρύπτουσες την πολιτική αντίθεση όσων τις εκστομίζουν. Δεν εξετάζουμε εδώ το βάθος της εχθρότητας στην πράξη, όπου η βαριά σπίλωση αποτελεί ένα μόνο επίπεδο προσπάθειας για την εξόντωση του αντιπάλου. Ας δούμε τις πολιτικές κατηγορίες. Ο Κολοκοτρώνης κατηγορείται ότι ταυτίζει το πρόσωπό του με το έθνος. Ότι οικειοποιείται τα λάφυρα, ότι έχει προσωπικό στρατό, ότι οικειοποιείται τα εθνικά φρούρια (Τρίπολη και Ναύπλιο) και δεν τα αποδίδει στο έθνος. Το “έθνος” εκείνη τη στιγμή είναι η κυβέρνηση του Κουντουριώτη, η οποία εξελέγη με την μεσολάβηση του δανείου. Το πρώτο επίπεδο μιας πληρέστερης περιγραφής των όσων καταγγέλλονται, είναι ότι ο Κουντουριώτης χρησιμοποιεί όχι μόνον τα χρήματα του δανείου αλλά ακόμα και την φήμη του ως επερχόμενου χρήματος που θα καταλήξει στην δική του διαχείριση, για να σχηματίσει προσωπικό στρατό καταδίωξης όσων δεν δέχονται την εξουσία του. Ότι οικειοποιείται το έθνος, υποκρινόμενος πως απλώς εφαρμόζει τον νόμο, ότι ηγείται της δημιουργίας ενός πελατειακού κράτους πριν το κράτος υπάρξει. Ότι καταστρατηγεί και ευτελίζει τον (νεωτερικό) νόμο, φέρνοντάς τον σε εντελώς προσωπικά όρια. Την ίδια υποκριτική χρήση του έθνους διακρίνουμε στον Μαυροκορδάτο, όταν, ταυτίζοντας το έθνος με το πρόσωπό του, καταστρατηγεί και ευτελίζει κάθε έννοια δικαιοσύνης και ανεξάρτητων εξουσιών στην κατηγορία-δίκη-απόφαση (προαναγγελθείσα και άσχετη με τις κατηγορίες) εναντίον του Καραϊσκάκη. Διευρύνοντας το καθαρά νομικό-πολιτικό πλαίσιο, μπορούμε να πούμε ότι ενδεχομένως οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν αντίστοιχους τρόπους για να επιβάλλουν την πολιτική τους βούληση (η “οικειοποίηση” των λαφύρων από τον Κολοκοτρώνη εξυπηρετεί το πολιτικό σχέδιο της παραδοσιακής πλευράς). Ποια είναι η βασική μεταξύ τους διαφορά; Ότι η νεωτερική πλευρά είναι εκείνη που υποκρίνεται την νομιμόφρονα, επειδή οικειοποιείται την εξουσία με παράνομο τρόπο (η εκλογή του Κουντουριώτη είναι απόλυτα παράνομη), επειδή δεν τηρεί ούτε τους δικούς της νόμους. Είναι εκείνη που καταστρατηγεί την ισονομία και την αξιοκρατία. Ενώ υποστηρίζει πως εκπροσωπεί ένα ευρύτερο έθνος, είναι εκείνη που συνεχώς σμικρύνει την Επανάσταση, αδιαφορώντας για τις αποτυχίες που φέρνει στο πεδίο της μάχης. Υπάρχει όμως και μια ακόμη διαφορά. Η ζωή του Κολοκοτρώνη υφίσταται συνεχείς απειλές. Ο ίδιος γλυτώνει, δολοφονείται όμως ο γιός του Πάνος. Αντίστοιχες απειλές υφίσταται ο Ανδρούτσος (από την αρχή της Επανάστασης), ο Βαρνακιώτης (ακόμα και στον Κάλαμο), ο Καραϊσκάκης (ακόμα και μετά την “δίκη” και μάλιστα με την συμβολή των Τούρκων), η Μπουμπουλίνα, ο Κρεββατάς, ο Βισβίζης και άλλοι, ελληνόφωνοι και μη, που ανήκουν στην πλευρά της παράδοσης ή που δεν υπακούν στην πλευρά της νεωτερικότητας. Ο Τύπος της νεωτερικότητας γίνεται όχι μόνον όργανο συκοφαντιών, αλλά και συγκάλυψης δολοφονιών.

Φεύγοντας τελείως από το νομικό πλαίσιο, αναζητούμε και το πρώτο συμπέρασμα του “εμφυλίου”. Η στρατιωτική και ηθική αποδυνάμωση της Επανάστασης πρέπει να χρεωθεί αποκλειστικά στην νεωτερική πλευρά, εφόσον αυτή είναι όχι μόνον έκνομη αλλά και επιτιθέμενη. Η πλευρά του Κολοκοτρώνη απορρίπτει την επιθετική πρόταση του Ανδρούτσου, ζητά Εθνοσυνέλευση μετά το Άστρος, απαντά ενωτικά και ήπια στις ποικίλες συκοφαντίες, φυλλοροεί υπό το δέλεαρ των λιρών, παραδίδει την Τρίπολη και το Ναύπλιο, αμύνεται και καταρρέει υπό το ψυχολογικό βάρος της δολοφονίας του Πάνου Κολοκοτρώνη. Είναι η πλευρά που υπομένει την αδικία και δεν ζητά εκδίκηση. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι η νεωτερική πλευρά -σε αντίθεση με την παραδοσιακή- υποθηκεύει τον βασικό εθνικό πλούτο που προκύπτει από την εκδίωξη της οθωμανικής διοίκησης: τη γη. Η πράξη αυτή -στο βαθμό που οι συνέπειές της είναι μη άμεσα αναστρέψιμες- ισοδυναμεί με ακύρωση ενός καίριου μέσου για την επίτευξη του επαναστατικού στόχου. Με την πράξη αυτή το προνόμιο της οικονομικής οθωμανικής καταδυνάστευσης μεταβιβάζεται στους δανειστές. Έτσι η “Επανάσταση της Ανεξαρτησίας” που κατά την νεωτερική εκδοχή προκύπτει μέσα από τα “Δάνεια της Ανεξαρτησίας” και την απόσχιση από την Κωνσταντινούπολη, ισοδυναμεί όντως με την απεξάρτηση από τον χριστιανισμό (ορθόδοξο Πατριαρχείο) και την εξάρτηση από ένα νέο κέντρο, που οικονομικά εδράζεται στο Λονδίνο.

Φεύγοντας και από αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο να φτάσουμε σε ένα πρώτο συμπέρασμα σχετικά με την ταυτότητα της σύγκρουσης. Πώς ορίζονται οι δυο πλευρές και από πού πηγάζουν; Ποια πλευρά εκπροσωπεί την Φιλική Εταιρεία και ποια ήταν αυτή η Εταιρεία; Οι δυο πλευρές έχουν διεθνή διάσταση. Κάθε μια εδράζεται σε έναν διαφορετικό ορισμό του δικαίου. Οι δυο ορισμοί είναι αντίθετοι μεταξύ τους γιατί απορρέουν από δυο αντίθετες κοσμοθεωρίες. Αυτό στην πράξη μπορεί να μην φαίνεται πάντα καθαρά, ιδιαίτερα επειδή αμφότερες οι πλευρές κρίνονται με ίδιους όρους που στην πλειοψηφία ερμηνεύονται με μια και μόνη διάσταση του καλού και του δικαίου. Όμως η εκατέρωθεν θεωρία επιβεβαιώνει το βαθύτερο κίνητρο των περισσοτέρων πράξεων. Και η θεωρία που αναπτύσσεται σε επίπεδο μυστικών εταιρειών, μιλάει είτε για κατά Χριστόν οντολογία είτε για κατ’ άνθρωπον -αγνώστου προελεύσεως- δικαιωματική θεώρηση του κόσμου. Οι δυο τάσεις θα έρθουν σε σύγκρουση μεταξύ τους στην ελληνική Επανάσταση. Η σύγκρουση μπορεί να ονομαστεί και “εμφύλιος”, χωρίς όμως να περιοριστεί αποκλειστικά στο ερμηνευτικό πλαίσιο που η λέξη ορίζει. Η ίδια η Επανάσταση που σωστά λέγεται “Ελληνική”, ορίζεται μέσα στο ίδιο διεθνικό πλαίσιο. Οργανώνεται και προσπαθεί να εκδηλωθεί κάτω από την εκδήλωση δυο αντίθετων τάσεων που καμουφλάρονται και παρουσιάζονται με διαφορετικά προσωπεία.

Την πλήρη αδυναμία του Petropulos να δει και να ορίσει την διαρκή σύγκρουση των δυο πλευρών ως σύγκρουση δυο αντίθετων κοσμοθεωριών, αποτυπώνει η φράση του “οι διάφορες όψεις του θρησκευτικού προβλήματος μπλέχτηκαν με τον κομματικό ανταγωνισμό…” που αναφέρεται στις “εκκλησιαστικές υποθέσεις” 1836-39. Ονομάζοντας “θρησκευτικό πρόβλημα” κάτι που το θεωρεί ως ξεχωριστό ζήτημα από τον “κομματικό ανταγωνισμό” ο Petropulos προεκτείνει και επιδεινώνει τις ερμηνευτικές γραμμές του “τοπικισμού”, του “φαναριωτισμού”, του “κεφταρματολισμού”…, δημιουργεί δηλαδή υποκατάστατες ερμηνείες, επειδή αδυνατεί να δει το 1814, το 1822, το 1839 ως συνέχεια της ιστορικής αναμέτρησης Δύσης-Ανατολής.

Η Επανάσταση είχε στόχο την ανασύσταση της Ανατολής και ο στόχος αυτός περνούσε μέσα από την προσπάθεια αναγέννησης της Δύσης που ξεκίνησε τον 15ο αιώνα. Η προσπάθεια αυτή έφερε περιορισμένους καρπούς στον 18ο αιώνα. Η Ελληνική Επανάσταση που έγινε ενάντια στην Οθωμανική αυτοκρατορία έγινε ταυτόχρονα και ενάντια στις πάγιες πολιτικές της Βρετανίας και της Γαλλίας που υποστήριζαν την ακεραιότητα της Οθωμανίας, ώστε να μην ανασυσταθεί η Ανατολή, δηλαδή ένα πολυεθνικό χριστιανικό κράτος με κέντρο τον ελληνισμό. Μετά την αποτυχία του διεθνικού 1787-92 που θεμελίωσε και την αλλαγή στάσης της Αυστρίας (θα ολοκληρωθεί στο Αούστερλιτς), το επαναστατικό δόγμα αλλάζει οριστικά. “Ό,τι είναι να κάνουμε, θα το κάνουμε μόνοι μας” σημαίνει ότι Ελληνική Επανάσταση σε διεθνική βάση είναι αδύνατη. Αυτό προκύπτει από την φαινομενική ενότητα μέσα στις μυστικές Εταιρείες που διαψεύδεται όταν έρχεται η ώρα της εφαρμογής, η ώρα της δράσης. Άρα, η ελπίδα για να περιοριστούν τα διεθνή εμπόδια, είναι να εμφανιστεί η Επανάσταση ως εθνικό κίνημα (δηλαδή ελληνόφωνο) και να διασφαλιστεί το αποτέλεσμά της με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι δυνατή μια διεθνική εξέλιξή της σε μελλοντικό χρόνο. Και αυτό που ο Δ. Υψηλάντης γνωρίζει άριστα, αλλά αδυνατεί πρακτικά να χειριστεί, ο Κολοκοτρώνης το έχει εμπεδώσει, τόσο από την προϊστορία του πατέρα του, όσο και από το εταιρικό κύκλωμα που συναντά στα Επτάνησα το 1806, αλλά μπορεί και να το χειριστεί λόγω χαρακτήρα. Γνωρίζει επίσης τι σημαίνει εθνικός “Γραικός” έναντι του διεθνικού “Έλληνα” και εργάζεται για να ανατρέψει το 1453 και όχι το 338 π.Χ..

Ως άτυπος αρχηγός της Επανάστασης, ως κύριος εκφραστής του φορέα που οργάνωσε και κήρυξε την Επανάσταση, κάνει συνεχείς πολιτικούς ελιγμούς, ανάλογα με τις συνθήκες και την πληροφόρηση που έχει μέσα από τα μυστικά δίκτυα. Το 1827 θα κατορθώσει να προσφέρει την ηγεσία στον Καποδίστρια, τον πολιτικό με παγκόσμια ενδιαφέροντα και δράση που οποίο η νεωτερική ευρύτητα θα χαρακτηρίσει -μεταξύ άλλων- “Κερκυραίο”. Αυτό που μένει αρκετά σκοτεινό είναι η σχέση της ρωσικής πολιτικής με την Φιλική Εταιρεία, αλλά αυτό είναι αδύνατο να εντοπιστεί όταν ο ιστορικός αυτοπαγιδεύεται σε υστερόπρωτα σχήματα όπου η κατάληξη των γεγονότων συνδέεται αιτιολογικά με την έναρξη. Είναι αδύνατο να εντοπιστεί όταν -χωρίς επαρκή στοιχεία- το αποτέλεσμα ταυτίζεται με την αρχική πρόθεση. Εφόσον μετά το 1833 επικρατεί (με κάποιους συμβιβασμούς) η εθνική διάσταση στο ελληνικό κράτος, αυτό σημαίνει ότι το 1814 έθεσε αντίστοιχο στόχο; Αν η Αθήνα είναι το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού, τότε πώς εξηγείται ο εθνικός στόχος της Κωνσταντινούπολης μετά το 1844; Ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν τον J. Petropulos να θεωρεί την Φιλική Εταιρεία εκφραστή μιας Μεγάλης Ιδέας στην οποία η Κωνσταντινούπολη θα αποτελεί πρωτεύουσα ενός εθνικού (ελληνόφωνου) κράτους;

Συμπερασματικά, η συσκότιση και η υποβάθμιση τόσο της Φιλικής Εταιρείας, όσο και της νεωτερικότητας που κινείται συστηματικά εναντίον της, καθιστά αναγκαία την ανάδειξη άλλων παραμέτρων που θα υποκαταστήσουν το συγκρουσιακό πλαίσιο και τον ερμηνευτικό άξονα της πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ νεωτερικότητας και παράδοσης: ο Νόμος του Ανθρώπου κινείται ενάντια στο Νόμο του Θεού.

karavaki.wordpress.com

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.