Ελληνική Πεζογραφία τον 17ο αιώνα

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Πέρα από την κρητική λογοτεχνία, ο ζακυνθινός Άντζολος (Άγγελος) Σουμάκης έγραψε ένα χρονικό της εξέγερσης των μη ευγενών του νησιού του εναντίον της αριστοκρατίας, με τίτλο Διήγησις του ρεμπελιού των ποπολάρων, ήγουν του λαού του νησιού της Ζακύνθου, οπού έγινεν εις τους 1628, έργο σημαντικό για την αποτύπωση της λαϊκής ζακυνθινής γλώσσας του καιρού του. Επιπλέον, ο κεφαλλονίτης λόγιος ιερομόναχος, Ιερόθεος Αββάτιος, έγραψε το χρονικό ενός ισχυρού σεισμού που έπληξε την Κεφαλλονιά το 1637, με τίτλο Διήγησις περί του μεγάλου σεισμού. Ο Αββάτιος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την εκλαΐκευση της θεολογικής γραμματείας, και μάλιστα είχε μεταφράσει στη δημώδη μία προτεσταντική δογματική κατήχηση κατά τα χρόνια που έζησε στην Ολλανδία.

Από τον χώρο των Επτανήσων ίσως προέρχεται και ο ανώνυμος Μπερτόλδος (Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου), που αποτελεί μετάφραση ομότιτλου ιταλικού έργου του 1606, με τίτλο Le sottilissime astuzie di Bertoldo του Giulio Cesare dalla Croce. Το ελληνικό κείμενο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1646 στη Βενετία και έγινε γρήγορα εμπορική επιτυχία, προφανώς γιατί στο αναγνωστικό κοινό άρεσε «η σατιρική και αρκετά γκροτέσκα προέκταση των αισωπικών διηγήσεων και μύθων» που έχει, «τονίζοντας περισσότερο τη λαϊκή θυμοσοφία, την πονηριά και το χοντρό χιούμορ» (Κεχαγιόγλου 2009β, 365). Δύο χρόνια νωρίτερα από τον Μπερτόλδο, είχε εκδοθεί επίσης στη Βενετία ακόμη ένα βιβλίο με πολλές επανεκδόσεις στους επόμενους αιώνες: ένας ανώνυμος Βίος του Αισώπου, μία από τις δημώδεις επεξεργασίες ενός γνωστού αρχαίου μυθιστορήματος με ήρωα τον σοφό δούλο Αίσωπο, στον οποίο αποδίδονται οι διάσημοι ομώνυμοι μύθοι.

Από τον χώρο της νότιας Ελλάδας, χρονολογημένες ανάμεσα στο β΄ μισό του 16ου αιώνα και τις αρχές του 17ου, είναι οι ανώνυμου συγγραφέα Λαϊκές αφηγήσεις, δύο σύντομα πεζά αφηγηματικά κείμενα ανεκδοτολογικού χαρακτήρα με έντονο το στοιχείο του διαλόγου: η πρώτη αφήγηση αναφέρεται στη διαμάχη ενός πατέρα με τον γιο του και η δεύτερη στη συμφωνία που έκανε ένας πανδοχέας με τον Χάρο. Ακόμη, αξίζει να σταθούμε ενδεικτικά σε τρεις συγγραφείς από τουρκοκρατούμενες περιοχές, οι οποίοι έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι είναι κληρικοί και έγραψαν για την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Ο Κύπριος Νεόφυτος Ροδινός, αρχικά ορθόδοξος και κατόπιν ουνίτης καθολικός ιερωμένος που υπηρέτησε με το έργο του την «Προπαγάνδα» [Propaganda Fide, Επιτροπή για την προώθηση της πίστης] της Καθολικής Εκκλησίας, έζησε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στη συγγραφή του χρησιμοποίησε μιαν εύκαμπτη δημώδη γλώσσα με λίγα στοιχεία από το κυπριακό ιδίωμα, η οποία φαίνεται καθαρά στο γνωστότερο αφηγηματικό έργο του, το Περί ηρώων, μια συλλογή ιστοριών και ανεκδότων για αγίους, μυθικά και ιστορικά πρόσωπα κυρίως από την Κύπρο. Και αυτός, όπως είδαμε και για τον Λάνδο στο ίδιο περίπου διάστημα, υπηρέτησε με το τελευταίο αυτό βιβλίο του τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης του ελληνισμού.

Από τις Σέρρες προέρχεται ο λεγόμενος παπα-Συναδινός (γεν. 1600), του οποίου γνωρίζουμε μόνο ένα κείμενο, το Χρονικό των Σερρών, σημαντικό και επειδή σώζεται το ίδιο το αυτόγραφο χειρόγραφο του συγγραφέα του. Επιπλέον, το ίδιο το έργο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα περίπτωση συνδυασμού πεζών και έμμετρων κειμένων ποικίλου περιεχομένου, με πιο πρωτότυπο το τρίτο από τα πέντε μέρη του, όπου υπάρχει ένας συνδυασμός χρονογραφίας και αυτοβιογραφίας σε ζωντανή δημώδη γλώσσα, ο οποίος δίνει μιαν αυθεντική εικόνα της κοινωνίας των Σερρών στο πρώτο μισό του 17ου αι. και πληροφορίες για την πόλη από το τέλος του 15ου.

Τέλος, ο Ιερομόναχος Ευθύμιος, συγγραφέας του έργου που είναι γνωστό ως Χρονικό του Γαλαξειδιού –το οποίο καλύπτει χρονικό διάστημα από τον 10ο αι. έως τις μέρες του Ευθυμίου, δηλαδή μεγαλύτερο από ό,τι το Χρονικό των Σερρών– έντυσε με «εύχυμη δημώδη γλώσσα» και «ύφος καλοχωνεμένο» ένα κείμενο που παίρνει «εθνικοπατριωτική-αντιστασιακή διάσταση με αντιδυτική συνείδηση» (Κεχαγιόγλου 2009β, 449). Το έργο γράφτηκε πριν από το 1703, οπότε και χρονολογείται το μοναδικό χειρόγραφο που μας το διασώζει.

Η περιήγησή μας σε έξι αιώνες γραμματολογικής παραγωγής σε δημώδη γλώσσα θα κλείσει με ένα συλλογικό έργο που διαφέρει από οτιδήποτε είδαμε μέχρι τώρα: είναι προϊόν μαθητικών ασκήσεων, «γυμνασμάτων», των σπουδαστών της Φλαγγινείου Σχολής στη Βενετία, οι οποίοι συνέθεσαν μία συλλογή πεζών και ποιητικών κειμένων στη δημώδη ελληνική, την ιταλική και τη λατινική, τυπωμένη το 1708 με τον γενικό τίτλο Άνθη Ευλαβείας. Είναι πολύ σημαντικό για το θέμα αυτής της Εισαγωγής ότι στη Βενετία, η οποία υπήρξε ο θεματοφύλακας της παράδοσης των κρητικής λογοτεχνίας, τόσο πριν όσο –κυρίως– μετά την πτώση του Χάνδακα, η δημώδης γραμματεία ευνοήθηκε ιδιαίτερα, αφενός γιατί είχε καθιερωθεί η διδασκαλία της μέσα στη Φλαγγίνειο Σχολή, και αφετέρου γιατί ολόκληρος ο χώρος της ελληνικής κοινότητας, και πέρα από τη Σχολή, είχε μάθει να την απολαμβάνει χάρη στην εκεί παρουσία των λογίων που χρησιμοποιούσαν την απλή γλώσσα του λαού (Καραθανάσης 1978, κα΄ & νε΄).

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.