Εμπόριο, εμποροκρατία και σύγχρονο κράτος, Β΄ : ο χώρος και ο νόμος του πολέμου και του εμπορίου

από  themermaidtavern.gr

Αφού είδαμε τις θεωρίες για την σχέση πολέμου ή κράτους και εμπορίου, θα δείξουμε ότι η σχέση αυτών θεμελιώνεται σε μία κοινή καταγωγή. Θα δούμε πώς θεμελιώνονται και τα δύο στον ίδιο νόμο και πώς η ίδια η εμπορική δραστηριότητα γεννάται ως κοινωνία και αναπτύσσεται παράλληλα με το κράτος όταν πρέπει να δραστηριοποιηθή στο εμπόριο μεγάλων αποστάσεων.

1. Το υπαρξιακό θεμέλιο της δεσποτείας και της καταλλαγής

Ο πόλεμος και η καταλλαγή (ανταλλαγή) είναι δύο τύποι κοινωνικής σχέσης που υπάρχουν από τις πρωτόγονες κοινωνίες. Οι ανθρωπολόγοι έχουν αναζητήσει ποιο από τα δύο φαινόμενα εμφανίζεται πρώτο. Bάσει μελετών στους Αμερινδούς της λατινικής Αμερικής, ο μεν Claude vi-Strauss υποστηρίζει ότι ο πόλεμος είναι αποτυχία καταλλαγής, ο δε Pierre Clastres[i] αντικρούοντάς τον, ότι πρωταρχικό φαινόμενο είναι ο πόλεμος που κάνει η φυλή για να συντηρήσει την ύπαρξή της ως αυτονομία· η καταλλαγή από την άλλη, γίνεται με τις φίλιες φυλές. Φυσικά ως καταλλαγή στις πρωτόγονες κοινωνίες δεν εννοούμε ακόμη εμπορική ανταλλαγή―πρᾶσι και ἀγορασία, καθώς οι φυλές είναι οικονομικά αυτάρκεις. Εκείνο που ανταλλάσσεται είναι οι γυναίκες για να αποφευχθή η ενδογαμία ενώ το πλεόνασμα της παραγωγής διατίθεται ως δώρα σε ξένους για πολιτικούς λόγους. Βλέπουμε ότι το πολιτικό πράγμα ―ο πόλεμος, ως διαφύλαξη της της φυλής και της νομής που καλλιεργεί η φυλή προηγείται της καταλλαγής όχι μόνον γιατί πρέπει να υπάρχει φυλή και νομή για να υπάρξει προϊόν για να επιβιώσει η φυλή βιολογικά αλλά και το πλεόνασμα που θα βοηθήσει πέρα από τον ίδιο τον πόλεμο στην πολιτική της επιβίωση: δηλαδή ορίζει επιπλέον τον λόγο της καταλλαγής, που είναι η φιλία με μία άλλη φυλή. Άρα η καταλλαγή καταρχήν σχετίζεται με την φιλία και την διαπραγμάτευση. Γι’αυτό και καταλλαγή εκτός από ανταλλαγή, συνδιαλλαγή, σημαίνει επίσης συμφιλίωση, δη με τους θεούς μέσω των θυσιών και των προσφορών. Το δώρο είναι μία πρώτη μορφή καταλλαγής αφού η προσφορά προκαλεί την δυνατότητα της αντιπαροχής. Σε ένα ανατολίτικο παζάρι ο πωλητής προσφέρει το αντικείμενο περιμένοντας ένα αντίδωρο, που είναι η αντάξια τιμή[ii]. Αλλά μήπως αυτό δεν είναι εκείνο που σήμερα ονομάζουμε marketing; Και στα οικονομικά την παραγωγή των αγαθών όταν βγει στην αγορά δεν την ονομάζουμε «προσφορά»;  Η ίδια η αμοιβή από την άλλη ονομάζεται honorarius, honoraire, honorary.  Στην περίπτωση της ευεργεσίας η αντιπαροχή είναι η αναγνώριση από την κοινότητα. Η καταλλαγή προϋποθέτει λοιπόν την κοινωνία και το ότι τα μέλη της αναγνωρίζουν μία διαπροσωπική πραγματικότητα που επιβάλλει σ’αυτά κανόνες, λέει ο Simmel. Γι’αυτό οι αριστοκράτες περιφρονούν το εμπόριο ενώ σε πρωτόγονους λαούς η κλοπή και η αρπαγή (rapina) θεωρούνται νόμιμες και ευγενείς[iii]. Ο νόμος δε, τιμωρεί την κλοπή και την αρπαγή αλλά αναγνωρίζει την νομή όταν είναι προϊόν πολέμου ή εύρεσης, αοίκητος τόπος, όταν δεν υπάρχει δεσπότης. Τόσο όμως η δεσποτεία όσο και η καταλλαγή προϋποθέτουν μίαν διάκριση του εαυτού από τον κόσμο, και είναι αυτή η θεμελιώδης πράξη του πολιτισμού. Το ότι θα πονέσω για να υπερασπιστώ την νομή μου ενώ η ίδια η νομή δεν θα πάθει κάτι με θέτει ανεξάρτητο προς αυτήν αλλά σχετιζόμενο με άλλους ανθρώπους. Η νομή μου αναγνωρίζεται έτσι από άλλους ανθρώπους ως δική μου δεσποτεία :

 

Καθώς η νομή δεν είναι πλέον possessio naturalis αλλά possessio civilis αυτή η διάκριση δίδει και την δυνατότητα εκμίσθωσης της νομής  ή της μεταβίβασής της  μέσω της αγοραπωλησίας, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε ιδιοκτησία είναι μεταβιβάσιμη όπως π.χ. δεν είναι η προίκα. Κοντολογίς, δεσποτεία και καταλλαγή προϋποθέτουν την πολιτική κοινωνίαsocietas civilis μεταξύ ανθρώπων την οποία οριοθετεί ο πόλεμος.

2. Η τάξη του πολέμου και του εμπορίου: ο χώρος και ο iusgentium―κοσμοοικονομίες και γραμμές φιλίας

 2.1. Χώρος και ανθρώπινη δράση

Οι ανθρώπινες δράσεις χώρῳ χρώνται. Μπορεί να εμβιούνται απ’τους ποιούντες ως χρόνος, ήτοι ως επιθυμίες και προσδοκίες ενός αποτελέσματος όπως βλέπουμε στο χρηματιστήριο αξιών, αλλά η πραγματικότητα αυτών είναι στον χώρο. Και τι άλλωστε είναι η ιστορία από την αρχαιολογία του χώρου; Το παγωμένο βλέμμα που χρειαζόμαστε για να κάνουμε τον χρόνο ιστορία είναι ο ίδιος ο χώρος όπου οι δράσεις αφήνουν ίχνη και δείχνουν την σχέση μεταξύ αυτών ήτοι, τους νόμους στους οποίους υπακούν. Κοινωνίες, κράτη, πολιτισμοί, οικονομίες υπάρχουν στον χώρο. Η μεν γεωγραφία (ανάγλυφο, κλίμα, άνεμοι κτλ.) ως δοχείο διαμορφώνει τις δράσεις, οι δε δράσεις αξιοποιούν την γεωγραφία. Το ότι η Μεσόγειος για παράδειγμα, με τα φυσικά της χαρακτηριστικά αγκάλιασε πολιτισμούς το γνωρίζουμε επειδή ακριβώς βρέθηκαν εκεί οι πολιτισμοί. Όπως μας αποκαλύπτεται το ανάγλυφο ενός λόφου από τους αναλημματικούς τοίχους που συγκρατούν τα χωράφια. Έτσι μιλούμε για πολιτισμό του Ινδού, της Μεσοποταμίας, του Νείλου, του Κίτρινου ποταμού. Αν δε, δεν υπήρχε η Κωνσταντινούπολη ως πολιτικό κέντρο δυο αυτοκρατοριών δεν θα μιλούσαμε για τα στενά του Βοσπόρου. Η γεωγραφία δίδει οδούς και θέσεις. Μία παρόμοια έννοια με εκείνη του Großraumsτης μείζονος περιοχής του Schmitt, είναι η έννοια του Fernand Braudeléconomie-monde, Welttheater, Weltwirtschaft, κοσμοθέατρο, κοσμοοικονομία, που είναι διαφορετικός όρος από την παγκόσμιο οικονομία (économie mondiale)[v]. Ο ίδιος ο Braudelιστορικός της λεγόμενης σχολής των Annales, μελέτησε την Μεσόγειο Θάλασσα του 16ου αι. της εποχής του Φιλίππου Β΄ ως μία τέτοια οικονομία ωρισμένη στην λεκάνη της Μεσογείου. Δεν έχει σημασία ότι δεν ήταν ενοποιημένη πολιτικά όπως τον καιρό που ήταν «ρωμαϊκή λίμνη», ή Baḥr al-Rūm όπως την έλεγαν οι Σαρακηνοί. Δεν έχει σημασία ότι πολιτικά χριστιανισμός και ισλάμ χωρίζονται ανάμεσα στη Μεσόγειο του Πουνέντε και τη Μεσόγειο του Λεβάντε από τη στιγμή που τη διασχίζουν εμπορικές ολκάδες. Το λατίνι ως ιστιοφορία συναντάται σ’όλην την Μεσόγειο και στην μείζω περιφέρεια της: από τον δρόμωνα και την γαλέρα στο σεμπέκο και την ταρτάνα, και από το ζαρούκ της Ερυθράς στις καραβέλες του Ατλαντικού. Κοσμοοικονομίες δημιουργούν οι θαλασσοκρατίες και οι αυτοκρατορίες: φοινικικές πόλεις και Καρχηδόνα, ελληνικές πόλεις και ελληνιστικά κράτη, ρωμαϊκή πολιτεία και αυτοκρατορία και χαλιφάτο των Ομμεϋάδων, Βενετία και Γένοβα,  Χάνσα και Ηνωμένες Επαρχίες, οθωμανική και ρωσική αυτοκρατορία, Κίνα και Ινδία  και φυσικά τα ευρωπαϊκά κράτη του Ατλαντικού (Πορτογαλία, Ισπανία, Γαλλία, Αγγλία). Οι λεγόμενες εθνικές οικονομίες όπως και η ίδια η παγκόσμιος οικονομία δεν είναι παρά προϊόντα αν όχι αφαιρέσεις των κοσμοοικονομίων.

2.2. Κοσμοοικονομία και κοσμόπολις

Κάθε κοσμοοικονομία έχει γεωγραφικά όρια και εκτείνεται δημιουργώντας σχέσεις με άλλες κοσμοοικονομίες. Π.χ. μία κοσμοοικονομία της Μεσογείου μπορεί να αγγίζει την Βαλτική θάλασσα μέσω του δρόμου του ηλέκτρου και του Ίστρου ή την Βρεταννία μέσω του δρόμου του ψευδαργύρου, τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του δρόμου των μπαχαρικών, την Κίνα μέσω του δρόμου του μεταξιού κτλ. Άλλωστε η ίδια η πορτογαλική οδός για τις Ινδίες μέσω ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος ήταν η καινούργια διαδρομή του δρόμου των μπαχαρικών όπως ήταν και η ίδια η ανακάλυψη της Αμερικής που έθεσε νέες κοσμοοικονομίες! Μέχρι σήμερα δε, μιλούμε ακόμη για δρόμο του μεταξιού.

Κάθε κοσμοοικονομία έχει ένα κέντρο το οποίο αποτελεί μία κοσμόπολις[vi] που μπορεί να είναι η μητρόπολη μιας θαλασσοκρατορίας ή η πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας, και έδρα ενός δεσπόζοντος κεφαλαιοκρατισμού. Το πλήθος αυτών είναι δείγμα είτε νεότητας είτε παρακμής και μετασχηματισμού μιας κοσμοοικονομίας. Πύργοι της Βαβέλ και Κιβωτοί του Νώε, είτε είναι αυτό Λονδίνο ή Κωνσταντινούπολη, Ισπαχάν ή Μαλάκκα, Σουράτ ή Καλκούττα. Ο κύρις του Villamont, αναφέρει ο Braudel, αναλογίζεται κατά το 1590 για την Βενετία: «δὲν ὑπάρχει τόπος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰταλίᾳ ὅπου τις ζῇ ἐν μεγαλυτέρα ἐλευθερίᾳ […] δίο, πρῶτον, ἡ σινιορία κωλύεται νὰ καταδικάσῃ τινα εἰς θάνατον, δεύτερον, τὰ ὅπλα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα, τρίτον, οὐδεμία ἐξέτασις πίστεως ὑπάρχει καὶ ἐν τέλει, ὁ καθεὶς ζεῖ κατὰ τὴν φαντασία του καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ συνειδήσεως, αἴτιο ποὺ πλείστοι Φραντσέζοι λιβερτῖνοι διαμένουσι ἐδὼ ἵνα φύγωσι ἐλέγχου καὶ ζήσωσι ἐν πλήρῃ ἐλευθερίᾳ». Η ανοχή είναι η απαραίτητη συνθήκη για να λειτουργήσει το εμπόριο και καταλαβαίνουμε πόθεν ξεπηδούν οι ιδέες του Constant. Οι πόλεις αυτές δεν στέγαζαν μόνο ανθρώπους από διαφορετικά έθνη και θρησκείες, αλλά και προλετάριους, αστούς και άρχοντες, όχι χωρίς προβλήματα: η ακρίβεια, αν όχι ο πληθωρισμός λόγω συσσώρευσης του υπεράκτιου πλούτου κάνουν την ζωή των πτωχοτέρων στρωμάτων δυσκολότερη. Αυτό επίσης οδηγεί συνήθως τις πόλεις αυτές και στην παρακμή: τα αυξημένα τέλη και φόροι τρέπουν τις εμπορικές επιχειρήσεις σε φυγή. Είναι ακριβώς οι λεγόμενοι εμπορικοί κύκλοι―ο Braudel κάνει αναφορά στους κύκλους Κοντράτιεφ―που καθορίζουν την ακμή και την πτώση των πόλεων αυτών. Πολλές φορές είναι και οι ίδιες οι αποφάσεις της εξουσίας που καθορίζουν την τύχη των κοσμοπόλεων και των κοσμοοικονομιών. Η μεταφορά της πρωτεύουσας της Κίνας από τους Μινγκ, από το παρά τον Γαλάζιο ποταμό, εξωστρεφές Νανκίν [Nanjing南京市], στο Πεκίνο [Beijing北京] εμπρός στους κινδύνους που αντιμετώπιζαν τα σύνορα προς Μαντζουρία και Μογγολία, αφήρεσε το κοσμοοικονομικό πλεονέκτημα της Κίνας. Παρομοίως ο Φίλιππος Β΄ έχασε το πλεονέκτημα που του έδιδε η παράλιος Λισαβώνα ως πρωτεύουσα μεταφέροντας την στην Μαδρίτη. Από την άλλην η παρακμή μιας κοσμοπόλεως έρχεται όταν χάνεται η περιφέρεια της. Η απώλεια των ενετικών αποικιών από τους Οθωμανούς έσβησε την πόλη της Βενετίας και το ίδιο συνέβη σε κάθε μητρόπολη όταν έχασε τις αποικίες της. Σε ό,τι αφορά το οπλοστάσιο της οικονομικής ισχύος δεν τώχαν όλες οι κοσμοπόλεις στην πλήρη μορφή του. Η Βενετία δεν είχε τόσην παραγωγή (industry) και το χρηματοπιστωτικό της σύστημα εξυπηρετούσε το εσωτερικό. Η Γένοβα απ’την άλλη θα πρωτεύσει στον τραπεζικό τομέα παίρνοντας τα σκήπτρα από την Φλωρεντία, στο τέλος της αποικιακής και εμπορικής της επέκτασης έχοντας πελάτη τον βασιλέα της Ισπανίας και έτσι θα γίνει πηγή τεχνογνωσίας τραπεζιτικής για τους Ολλανδούς και τους Άγγλους. Η Αμβέρσα δεν ήταν καν θαλάσσια πόλη αλλά στέγαζε τον ευρωπαϊκό κεφαλαιοκρατισμό παίζοντας τον ρόλο ενός ισπανικού πανδοχείου για τις επιχειρήσεις και την διακίνηση εμπορευμάτων. Το Άμστερνταμ και το Λονδίνο αντίθετα θα αποκτήσουν από τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας μέχρι την εμπορική επέκταση και την παραγωγή, και ένα πλήρες χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Braudel μάς παραθέτει επίσης την οικονομική-χωρική θεωρία της οριακής παραγωγικότητας του  Johann Heinrich von Thünen κατά την οποία σε μία ιδεοτυπική απομονωμένη αγροτική πολιτεία χωρίς υποδομές δρόμων τα πιο απομακρυσμένα σημεία είναι τα λιγότερο ωφέλιμα καθώς το κόστος μεταφοράς υπερκεράζει την αξία των προϊόντων της. Έτσι η περιφέρεια συνορεύει με την άγρια φύση. Επίσης έτσι διαφοροποιούνται και στην κοσμοοικονομία το κέντρο από την περιφέρεια. Το κέντρο είναι εκεί που είναι μαζεμένος ο πλούτος, που υπάρχει οι κοινωνική ποικιλία ενώ η περιφέρεια είναι πιο αρχαϊκή, υπανάπτυκτη, εύκολος τόπος για εκμετάλλευση. Έτσι δομείται η κοσμοοικονομία πάνω σε μίαν κατανομή εργασίας. Μπορεί η περιφέρεια νά’ναι έτσι εκ των προτέρων, όπως οι υπερπόντιες ανεξερεύνητες χώρες των πρώτων υλών, μπορεί όμως να υποβαθμισθή μέσα από τον δυναμισμό του κέντρου. Εδώ ας μην βιαστούμε να δούμε την περιφέρεια απαραίτητα μόνον ως εκμεταλλευoμένη από το κέντρο, καθώς η περιφέρεια μπορεί να βαρύνει το κέντρο ως συντήρηση, πράγμα που μας δείχνει το τέλος της αποικιοκρατίας και θίγει ο Paul Bairoch στο βιβλίο του Mythes et paradoxes de l’histoire économique (1993).

Εξίσου θέση με το εμπόριο μες τις κοσμοοικονομίες έχει ο πόλεμος που κινητοποιεί την πίστωση, την διάνοια και τις τεχνικές επινοήσεις. Συνήθως γίνονται έναντι πιο πτωχών αν όχι πρωτόγονων όπου δεν είναι ο κανών ο τακτικός πόλεμος ούτε οι πολυπληθείς στρατοί: περισσότερο ανταρτοπόλεμος και προσαρμογή στον τρόπο πολέμου των ντόπιων και στρατηγήματα. Σε κάθε περίπτωση ο πόλεμος αυτός πόρρω απέχει από το να είναι ένας ολοκληρωτικός πόλεμος όπως έγινε με τους Ναπολεοντείους πολέμους. Όπως γράφει ένας Άγγλος, Roger Boyle, κόμης του Orrery, το 1677: «πόλεμο ποιοῦμε πλειότερο ὡς ἀλώπεκες παρά ὡς λέοντες καὶ ἔχετε εἴκοσι πολιορκίες πρὸς μία μάχη[vii] Επίσης ο πόλεμος πρέπει να μένει όσο το δυνατόν μακριά από το κέντρο όπως το πέτυχε η Αγγλία, χάρη βέβαια και της νησιώτικης φύσης της.

Κάθε κοσμοοικονομία διακρίνεται από κοινωνικές ιεραρχίες οι οποίες μετασχηματίζονται σύμφωνα με την οικονομική πράξη. Έτσι κατά την ευρωπαϊκή κοσμοοικονομία μεταξύ 15ουκαι 19ου αι. οι (πληβείοι) άστοι, οι bourgeois (bourgeis, bourjois), οι βουργήσιοι, παίρνουν την θέση δίπλα στους πατρικίους του πολέμου και της διακυβέρνησης ενώ σταδιακά υποχωρούν οι αριστοκράτες της γης (αυτό το βλέπουμε και στην οθωμανική επικράτεια όπου ρωμηοί βουργήσιοι που πλουτίζουν μετά την απομάκρυνση των Βενετών και των Γενοβέζων από τον Λεβάντε λαμβάνουν οφφίκια που μέχρι τότε προορίζονταν για μωαμεθανούς). Το ίδιο το πρότυπο του αστού άλλωστε είναι ο αριστοκράτης. Στην Αγγλία, η μισθωτή εργασία διαπερνά εξίσου την πόλη και την εξοχή. Ο colonatus (επίμορτος αγρολήπτης, μεσιακάρης, κολλήγας) παραμένει στην Ευρώπη έχοντας πάρει την θέση του δουλοπάροικου (ο οποίος προήλθε από τον πρώτο με την πτώση της ρωμαϊκής αρχής) που παραμένει στην ανατολική τιμαριωτική Ευρώπη (Ρωσία, Οθωμανία). Η δουλεία επανεμφανίζεται για να εξυπηρετήσει την εκμετάλλευση του Νέου Κόσμου και το δουλεμπόριο παίρνει την θέση του μέσα στο «χρυσό τρίγωνο» του Ατλαντικού μέχρι οπόταν κατηργήθη με την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Όπως και νά’χει, κεφαλαιοκρατία και δουλεία μ’όλες τις αποχρώσεις μεταξύ αυτών, συνυπάρχουν[viii].

Η κοσμοοικονομία επίσης συνυπάρχει με έναν ωρισμένο κοσμοπολιτισμό (civilization-monde)[ix]. Ο πολιτισμός είναι το σταθερό στοιχείο, το πλέον δυσμετάβλητο, που αποτελεί βάση για μίαν κοσμοοικονομία. Μπορεί η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ν’απέρριπτε τον τόκο κατά τον Μεσαίωνα και δεν τον επέτρεψε παρά αφού τον ερμήνευσε ως κόστος ευκαιρίας, όμως αυτή η πολιτισμική ενοποίηση της Ευρώπης πώχε πετύχει ήταν η βάση για την κοσμοοικονομία της. Οι συναλλαγματικές (lettres de change, promissory notes) το βασικό όπλο του δυτικού κεφαλαιοκρατισμού, έφθαναν αρχικά μέχρι τα όρια της ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης καθώς ήταν αναγκαία η εμπιστοσύνη που προσέφεραν οι κοινοί ηθικοί κανόνες. Όσο οι έμποροι μεταφέρονται εκτός Ευρώπης και εγκαθιστούν επιτρόπους, επεκτείνεται και η εμβέλεια αυτών. Όχι πώς δεν υπήρχε το ίδιο σύστημα εκτός Ευρώπης, ανάμεσα σε μωαμεθανούς, αρμενίους και ινδούς εμπόρους―άλλωστε από κει το υιοθέτησαν στην Ευρώπη, απλώς η κοσμοοικονομία και κοσμοπολιτισμός αλληλοπεριχωρούνται καθώς ερύουν το ένα τ’άλλο. Εν τούτοις δεν έχουν κατ’ανάγκη το ίδιο κέντρο. Όταν η Βενετία και η Γένοβα είναι οικονομικά κέντρα, το πολιτισμικό κέντρο είναι η Φλωρεντία, και αντί της ενετικής διαλέκτου επεκράτησε η τοσκανική, καθώς ήταν η γλώσσα της λογοτεχνίας. Όταν πάλι, το Λονδίνο αρχίζει να γίνεται οικονομικό κέντρο η αρχιτεκτονική που υιοθετείται είναι ιταλική (παλλαδιανισμός). Στην Ολλανδία το Άμστερνταμ είναι το οικονομικό κέντρο, το Delft το καλλιτεχνικό.

Η τεχνολογία συναντάται πάντοτε στο οικονομικό κέντρο[x]: η θαλασσοκρατορία της Ολλανδίας ξεκίνησε με την επινόηση ενός αλιευτικού ρέγγας, το Haringbuis το οποίο επέτρεπε την επεξεργασία, το πάστωμα και το βαρέλωμα της ρέγγας επί του πλοίου και την κατευθείαν πώληση της στις σκανδιναβικές αγορές[xi]. Επίσης όταν δεν ήταν περίοδος αλιείας μπορούσε να τραπή σε φορτηγό για δημητριακά από την Βαλτική. Η εισαγωγή δημητριακών επέτρεπε τον προσανατολισμό της ολλανδικής αγροτικής παραγωγής σε υψηλής απόδοσης προϊόντα όπως τουλίπες, λινό, κάνναβη και βαφή για την εξαγωγική εριουργία.Εξασφαλίζοντας ξύλο και πίσσα από την Σκανδιναβία οι Ολλανδοί μπορούσαν να κτίσουν έναν υπερωκεάνιο στόλο με έναν άλλο τύπο φορτηγού πλοίου, το fluyt (fluijt) στον «the head of a cod and the tail of a mackerel» τύπο του γαλιονιού. Μη προορισμένο για πολεμικό ήταν φθηνό στην κατασκευή και με μεγάλη χωρητικότητα ενώ το χαμηλό βύθισμα το επέτρεπε να φέρει φορτίο σε λιμάνια και ποτάμια· το στενό κατάστρωμα λόγω απιοειδούς τομής γλίτωνε αρκετά από τα υψηλά τέλη των δανέζικων στενών (Øresund)· τα υψηλά ξάρτια τετράγωνης ιστιοφορίας το έκαμαν ταχύ. Ο ολλανδικός στόλος περί τα τέλη του 17ου αι. έφθανε τους 568.000 τόνους, στο ήμισυ της χωρητικότητας του ευρωπαϊκού στόλου.

 

2.3. Ius gentium

Όμως έχοντας θίξει τους κοσμοπολιτισμούς ευρισκόμαστε ήδη στην σχέση χώρου και νόμου. Πᾶς νόμος ἢ ἀπὸ συναινέσεως ἐτέθη, ἢ ἀνάγκης, ἢ ἀπὸ συνηθείας ἐβεβαιώθη[xii]. Πίσω από κάθε κοσμοοικονομία υπάρχει ένα δίκαιο που την διαμορφώνει και μεταβάλλεται απ’αυτήν. Ο νόμος μεταξύ των εθνών ή ἐθνικὸς νόμος ως κανονικοποίηση των σχέσεων μεταξύ των εθνών αποτυπώνει τόσο τον τρόπο του πολέμου όσο και του εμπορίου και διαπερνά και το υπόλοιπο δίκαιο της πολιτείας. Η πόλις σήμαινε μία διαφοροποίηση ανάμεσα στον χώρο που κείται εντός των τειχών της και στον χώρο που κείται εκτός αυτών όπου τα πράγματα ανήκουν στην φύση. Ο ius gentium είναι κυρίως ένα άγραφο δίκαιο που στέκει ανάμεσα στον πολιτικό νόμο που αφορά στο συμφέρον κάθε πολιτείας και στον φυσικό νόμο που είναι κοινός για όλα τα όντα. Έτσι διαβάζουμε στα ινστιτούτα του Ιουστινιανού (LIB. I, TIT. II.) ότι ο εθνικός νόμος είναι κοινός σ’όλη την ανθρωπότητα καθώς τα έθνη έχουν θεσπίσει ωρισμένους νόμους όπως απαιτεί η περίσταση και η ανάγκη· πόλεμοι συμβαίνουν και επιφέρουν την αιχμαλωσία και ύστερα, τη δουλεία, παρότι αντιβαίνουν τον φυσικό νόμο κατά τον οποίον όλοι οι άνθρωποι γεννώνται ελεύθεροι· απ’τον εθνικό νόμο ακόμη εισήχθησαν εν πρώτοις όλα τα συμβόλαια όπως ἡ πρᾶσις (πώληση) και ἡ ἀγορασία (αγορά), ἡ ἐκμίσθωσις και ἡ μίσθωσιςἡ κοινωνία (εταιρεία), ἡ παραθήκη (παρακαταθήκη, κατάθεση), τὸ δάνος (δάνειο)  κ.α.

Ius autem gentium omni humano generi commune est. nam usu exigente et humanis necessitatibus gentes humanae quaedam sibi constituerunt:  bella etenim orta sunt et captivitates secutae et servitutes, quae sunt iuri naturali contrariae (iure enim naturali ab initio omnes homines liberi nascebantur); ex hoc iure gentium et omnes paene contractus introducti sunt, ut emptio venditio, locatio conductio, societas, depositum, mutuum, et alii innumerabiles.

Επίσης σύμφωνα με τον ius gentium: ὅσα ἀπὸ τῶν πολεμίων εἰλήφαμεν, ἡμέτερα παράχρημα γίνονται,  νήσος ἐν θαλάσσῃ φυομένη τοῦ προκαταλαμβάνοντος γίνεταιὁ ἐν ὄχθῃ ποταμοῦ κτίζων οὐ δεσπόζει αὐτοῦ καὶ μόνον ὁ ἐν αἰγιαλῷ (i.e. μέχρις οὗ τὸ χειμέριον κῦμα ἔξεισινκτίζων δεσπόζει τοῦ κτισθέντος[xiii]καθώς κατά τον φυσικό νόμο αήρ, ρέον ύδωρ, θάλασσα και ακτές είναι κοινές και οι όχθες των ποταμών και οι ίδιοι ποταμοί ανήκουν στον νόμο των εθνών ώστε ο καθένας να μπορεί να δένει στις όχθες το πλοίο του και ν’αναπλέει και να καταπλέει τον ποταμό, όπως επίσης να δένει το πλοίο του στην ακτή και να ψαρεύει στην θάλασσα. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι τα τείχη της πόλεως υπόκεινται στον ιερό νόμο μαζί δηλαδή με τους ναούς, και η τιμωρία για οποιαδήποτε ζημία αυτών είναι η κεφαλική.

Et quidem naturali iure communia sunt omnium haec: aer et aqua profluens et mare et per hoc litora maris. nemo igitur ad litus maris accedere prohibetur, dum tamen villis et monumentis et aedificiis abstineat, quia non sunt iuris gentium, sicut et mare. Flumina autem omnia et portus publica sunt: ideoque ius piscandi omnibus commune est in portibus fluminibusque. Est autem litus maris, quatenus hibernus fluctus maximus excurrit. Riparum quoque usus publicus est iuris gentium sicut ipsius fluminis: itaque navem ad eas appellere, funes ex arboribus ibi natis religare, onus aliquid in his reponere cuilibet liberum est, sicuti per ipsum flumen navigare. sed proprietas earum illorum est quorum praediis haerent: qua de causa arbores quoque in iisdem natae eorundem sunt. Litorum quoque usus publicus iuris gentium est, sicut ipsius maris: et ob id quibuslibet liberum est, casam ibi imponere, in qua se recipiant, sicut retia siccare et ex mare deducere. proprietas autem eorum potest intellegi nullius esse, sed eiusdem iuris esse cuius et mare, et quae subiacent mari terra vel harena.

IMPERATORIS IVSTINIANI INSTITVTIONVM LIB. II, TIT. I. DE RERUM DIVISIONE

 Ουσιαστικά, αν ο πολιτικός νόμος (το δίκαιο κάθε πολιτείας) εκφράζει μορφές σχέσεις βασισμένες λίγο πολύ πάνω στην συνήθεια, ο εθνικός νόμος εκφράζει μορφές σχέσης βασισμένες πάνω στην συναίνεση και γι’αυτό είναι κοινός ανάμεσα στους λαούς όχι μόνον ρυθμίζοντας τις σχέσεις των πολιτειών αλλά και τις σχέσεις των ανθρώπων μέσα στην κάθε πολιτεία όταν αφορούν σε συμβόλαια.

 2.4. Rayas και γραμμές φιλίας

Ρητή αναφορά σ’αυτές τις αρχές του iuris gentium κάνει το 1532 ο Ισπανός Francisco de Vittoria, ρωμαιοκαθολικός θεολόγος και φιλόσοφος ιδρυτής της σχολής της Σαλαμάνκα, μες στο πνεύμα του σχολαστικισμού του Θωμά του Ακινάτη, στο σύγγραμμά του Περὶ ἈμερινδῶνDe Indis. Γράφεται μετά την κουγκέστα του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς και τις θηριωδίες αυτών εκεί. Ο Vittoria αντικρούει την άποψη του Αριστοτέλη ότι οι βάρβαροι είναι φύσει δούλοι[xiv] αλλά δίδει το δικαίωμα στους Ισπανούς να ταξιδεύουν στις χώρες των Αμερινδών αρκεί να μην τους βλάπτουν (ΙΙ.3.2) και να εμπορεύονται μ’αυτούς αγαθά, εισάγοντας εκεί προϊόντα που στερούνται οι ιθαγενείς και εξάγοντας πίσω χρυσό και άργυρο ή άλλα αγαθά που οι ιθαγενείς έχουν σε αφθονία· εκάτεροι ηγεμόνες δεν έχουν το δικαίωμα να απαγορεύσουν αυτές τις καταλλαγές μεταξύ των υπηκόων αυτών(ΙΙ.3.3). Επίσης θεωρεί ότι αν μεταξύ των Αμερινδών υπάρχουν πράγματα που θεωρούνται κοινά για πολίτες και ξένους, οι Αμερινδοί δεν δύνανται ν’αποτρέψουν τους Ισπανούς από την κοινωνία αυτών. Αν αφήνουν ξένους να σκάπτουν για χρυσό στην γη της κοινότητας ή τους ποταμούς, το ίδιο θα ισχύσει και για τους Ισπανούς (ΙΙ.3.4). Κάθε παιδί Ισπανού που θα γεννηθή στην χώρα των Αμερινδών γίνεται αυτόματα υπήκοος της χώρας με τις υποχρεώσεις που αυτή η υπηκοότητα φέρει (ΙΙ.3.5.). Αν οι ιθαγενείς αρνηθούν στους Ισπανούς τα δικαιώματα αυτά που προκύπτουν από τον νόμο των εθνών τότε οι Ισπανοί αφού πρώτα προσπαθήσουν να τους πείσουν, έχουν δικαίωμα να κηρύξουν πόλεμο και να πάρουν τις ιδιοκτησίες αυτών (ΙΙ.3.6.).

Αυτά γράφονται σε μία εποχή που τα βασίλεια της Ισπανίας και της Πορτογαλίας έχουν χαράξει τις rayas―τα σύνορα, με τα οποία μοιράζονται τον μη-χριστιανικό κόσμο, ήτοι δύο μεσημβρινούς, τον μεσημβρινό 370 λεύγες ή 22° δυτικά των νήσων του Πράσινου Ακρωτηρίου, (ήτοι 46° από Greenwich) με την Tratado de TordesillasTratado de Tordesilhas το 1494,  και τον αντιμεσημβρινό, 297,5 λεύγες ή 17° ανατολικά  του νησιωτικού συμπλέγματος των Μολούκκων (ήτοι 142° από Greenwich) με την Tratado de Zaragoza το 1529. Κοινώς ειπείν η περιοχή από την Βραζιλία μέχρι την Ιαπωνία ήταν υπό πορτογαλική δικαιοδοσία ενώ το υπόλοιπο, δηλαδή η Αμερική, υπό ισπανική. Οι δύο συνθήκες ήσαν κεκυρωμένες η πρώτη από τον Πάπα Αλέξανδρο Ϛ΄ (Βοργία) και η δεύτερη από τον Πάπα Ιούλιο Β΄(della Rovere) ―οι οποίοι αμφότεροι ήσαν πλειότερο πολιτικές παρά εκκλησιαστικές μορφές. Η πρώτη συνθήκη προέκυψε από την ανάγκη να εξασφαλισθούν οι ανακαλύψεις του Κολόμβου που εκείντο νοτιώτερα της γραμμής της συνθήκης της Alcáçovas του 1479 ―και δεν είναι τυχαίο ότι ο Πάπας Αλέξανδρος ήταν Αραγωνέζος, ενώ η δεύτερη είχε να κάνει με την διεκδίκηση των Μολούκκων. Ο Vittoria από την άλλη, χάρη της χριστιανικής θεολογίας (κατά Αυγουστίνο «τὰ ἔθνη καὶτοι βαρβαρικὰ εἶναι ἀνθρώπινα»―gentes licet barbarae tamen humanae) και αποδίδοντας στους άπιστους ιθαγενείς χαρακτηριστικά πεπολιτισμένων  (όπως δεσποτεία),  καταφέρνει να δείξει ότι η κουγκέστα του Νέου Κόσμου μπορεί να θεωρηθή δίκαια και να εξασφαλίσει την ελευθερία μετακίνησης των ιεραποστολών. Ο Carl Schmitt στον Νόμο της γῆς βλέπει την προέκταση της μεσαιωνικής Reipublicae Christianae  της ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης στον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι κάπως το ελεύθερο εμπόριο―liberum commercium και το δίκαιο του ταξειδίου―ius peregrinandi εμφανίστηκαν ως σημασίες―μη διατυπωμένες ακόμη ως έννοιες―μες στην ευρωπαϊκή πολιτική θεωρία. Ωστόσο έμειναν θεωρία και ήταν η πολιτική που προχώρησε τα πράγματα όταν, πριν ακόμη την αμφισβήτηση της Reipublicae Christianae από την Διαμαρτύρηση και τον Τριακονταετή Πόλεμο, κατά την συνθήκη ειρήνης των Ιταλικών Πολέμων στο Cateau-Cambrésis το 1559 μεταξύ Ερρίκου Β΄ της Γαλλίας και Φιλίππου Β΄ της Ισπανίας, ο γάλλος μονάρχης έθεσε την έννοια των lignes d’amitiéγραμμῶν φιλίας, πράγμα που σήμαινε ότι πέραν του πρώτου μεσημβρινού και του τροπικού του Καρκίνου οποιαδήποτε εχθροπραξία δεν θα έθιγε την συνθήκη ―μ’άλλα λόγια, εκείθε, όλα επετρέποντο. Ήδη από την συνθήκη Crespy-en-Laonnais του 1544 οι Ισπανοί θα επέτρεπαν στους Γάλλους να  εμπορεύονται με τις αποικίες της στις δυτικές Ινδίες ενώ οι Γάλλοι από την μεριά τους θ’απέφευγαν κάθε νέα εξερευνητική αποστολή και κατάκτηση στον Νέο Κόσμο[xv]. Οι Πορτογάλοι δε, από το 1600 θα επέτρεπαν ξένους να εμπορεύονται με τις αποικίες στην Βραζιλία με ρήτρα ότι το ξένο καράβι θα έπαιρνε λουσιτανό κυβερνήτη (master novus) καθώς τα ταξίδια επιτρέπονταν μόνον για πορτογάλους υπηκόους. Στην συνθήκη της Χάγης (1661) όπου οι Ολλανδοί πώλησαν την Νέα Ολλανδία (στη Βραζιλία) στους Πορτογάλους αναγνωρίζεται η δυνατότητα του εμπορίου στις Ηνωμένες Επαρχίες.

2.5. Ελεύθερη και κλειστή θάλασσα

Αυτή η αμφισβήτηση του παπικού χωρισμού του κόσμου αποκρυσταλλώθηκε θεωρητικά στο έργο του Ολλανδού Hugo Grotius (Huig de Groot) ο οποίος ξεκινώντας από ένα πολεμικό κείμενο για το δικαίωμα μη επιστροφής (ὑποστροφῆς) των λαφύρων της αιχμαλωσίας του πορτογαλικού carraca Santa Catarina από τον Jacob van Heemskerk της Ηνωμένης Εταιρείας του Άμστερνταμ στα στενά της Σιγκαπούρης. Το De Indis ήταν ένα κείμενο για να πείσει τους μετόχους της εταιρείας για το δίκαιο της πράξης το οποίο δεν εξεδόθη αλλά μετά θάνατον· εξέδωσε όμως το 1608, την επιφυλλίδα Mare liberum―Ἡ ἐλευθέρα θάλασσα όπου βασιζόμενος στον Vittoria και το ρωμαϊκό ius gentium, υποστηρίζει, σε μία πολεμική προς τους Λουσιτανούς (Πορτογάλους), ότι η θάλασσα δεν μπορεί ν’αποτελεί δεσποτείαdominium κανενός όπως επίσης και οι ξένες χώρες της Ινδικής. Ανάγει ουσιαστικά το θέμα της δικαιοδοσίαςimperium που αφορά το κράτος στην νομή και την δεσποτεία που αφορά πρόσωπα, πράγμα που μπορούμε να κατανοήσουμε επειδή το εμπόριο των ευρωπαϊκών χωρών γίνεται από εταιρείες κρατικά πιστοποιημένες. Στην αρχή τα πάντα ήταν κοινά μας λέει μέχρι που δημιουργήθηκε μέσω της νομής η δεσποτεία ως οὐσουκαπίωνusucapio (χρησικτησία). Κάποιοι χώροι εντός των συνόρων κρατήθηκαν προς κοινή χρήση για να εξυπηρετούν τις δεσποτείες. Όμως η θάλασσα είναι ένας χώρος που κρατεί το φυσικό χαρακτηριστικό του κοινού χώρου επειδή δεν μπορεί να την κατέχει κανείς κτίζοντας εκεί αλλά ταυτόχρονα επειδή είναι κοινής χρήσης. Στο τέλος, υποστηρίζει ότι το δίκαιο των Ολλανδών να εμπορεύονται με την Ινδική θα κρατηθή με την ειρήνη, με τις εκεχειρίες και με τον πόλεμο: batavis ius commercii Indicani qua pace, qua indutiis, qua bello retinendum. Πράγμα που σημαίνει ότι ο επιθετικός πόλεμος έναντι κάποιου που εμποδίζοντάς σε να ναυσιπλοείς και να εμπορεύεσαι ελεύθερα παραβιάζει τον νόμο των εθνών είναι δίκαιος πόλεμος όσο ένας αμυντικός. Μολονότι ο Grotius μιλεί και υπέρ του συμφερόντος των Βρεταννών που αποκλείονταν εξίσου από την χωροδεσποτική αντίληψη των Ισπανοπορτογάλων για την θάλασσα, ο Σκώτος Willian Welwood δημοσιεύει το 1613 την πραγματεία ναυτικού δικαίου,  An abridgement of all sea-lawes[xvi], όπου δεικνύει ότι η αλίευση σε νερά πλησίον μιας χώρας βλάπτει τους αλιείς της χώρας και επομένως το έθνος, ενώ ο  John Selden δημοσιεύει το 1635 το γραμμένο προ δεκαεπτά ετών, Mare Clausum,Seu, De Dominio Maris―κλειστή θάλασσα ἢ περὶ δεσποτείας θαλάσσης και στην αγγλική γλώσσα, Of the Dominion or Ownership of the Seas (1652), όπου διαπραγματεύεται επίσης το θέμα των ολλανδών ψαράδων σε νερά που θεωρεί βρεταννικής δικαιοδοσίας. Οι Βρεταννοί δηλαδή, κάνουν λόγο για χωρικά ύδατα. Όπως και νά’χει, ο Schmitt παρατηρεί ότι πέραν του σχολαστικισμού του Grotius αυτό που εμφαίνεται είναι το αλλότροπον μεταξύ θαλάσσης και γης. Αναφέρει μάλιστα την έννοια του «Βritish soil», του βρεταννικού εδάφους, όπου άρχει ο common law (ήτοι το εθιμικό, φεουδαλικό δίκαιο) και το παρλαμέντο, σε αντιδιαστολή με την θάλασσα όπου ισχύει το ρωμαϊκό δίκαιο και είναι υπόθεση του μονάρχου.

Μέχρι την συνθήκη της Ουτρέχτης (1713) την ανοιχτή θάλασσα πέραν των γραμμών φιλίας λυμαίνονται πειρατέςprivateersbuccaneers κανονικά hostis humanis generis, που όμως πολλοί απ’αυτούς ως κουρσάροι μπαίνουν στην υπηρεσία των βασιλέων και των εμπορικών πολιτειών. Έκτοτε όλοι αυτοί θα εκτοπιστούν. Για το Schmitt τότε είναι που εμφανίζεται o ius publicum europeaum,  ουσιαστικά ο άγραφος νόμος της balance of power μεταξύ των μεγάλων αποικιοκρατικών δυνάμεων κατά τον οποίον ο πόλεμος είναι ελεγχόμενος, κυρίως οστρακισμένος εκτός ευρωπαϊκού εδάφους. Το 1758, στο Le Droit des Gens ou principes de la loi naturelle, appliqués à la conduite & aux affaires des Nations & des SouverainsΌ Ἐθνικὸς Νόμος ἢ ἀρχαὶ τοῦ φυσικοῦ νόμου, ἐφηρμοσμέναι ἐπὶ τῇ ἀγωγῇ καὶ ταῖς ἐπιχειρήσεσι τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν Μοναρχῶν, ο Emerich de Vattel ορίζει το έθνος (nation) ή κράτος (État) ως πολιτικό σύνολο ανθρώπων αλλά και ως ηθικό (νομικό) πρόσωπο. Σε ό, τι αφορά το εμπόριο (τ. Α’ §§83-99) θεωρεί ότι ένα έθνος ευρίσκει αγαθά που δεν παράγει σ’άλλα έθνη όπως ακριβώς ένα φυσικό πρόσωπο, αλλά έχει δικαίωμα κατά τον ίδιο τρόπο να μην έχει αγοραπωλησίες με κάποιο άλλο έθνος. Το ελεύθερο εμπόριο ορίζεται από συνθήκες μεταξύ των εθνών, ενώ μέριμνα δίδεται για το εμπορικό ισοζύγιο προς άλλα έθνη. Επιπλέον το κράτος έχει δικαίωμα να συστήσει εμπορικά μονοπώλια μολονότι αυτό πληγώνει τους υπόλοιπους πολίτες, όταν απαιτούνται μεγάλα κεφάλαια και στρατιωτική προστασία καθώς είναι προς το συμφέρον όλου του έθνους. Είναι πλέον η εποχή του mercantilismeεμποροκρατίας.

3. Από το εμπόριο στην εμποροκρατία

 3.1. Η κοινωνία του εμπορίου

Η διαφορά ανάμεσα στον πραματευτή (colporteurpedlar) και τον μεταπράτη (négociant) βρίσκεται ότι ο δεύτερος δεν μεταφέρει μικροποσότητες κάποιου σπάνιου αγαθού σε πανήγυρεις όπως ο πρώτος αλλά και μεγάλες ποσότητες βασικών (κεφαλαιουχικών) αγαθών σε περιοχές μονοκαλλιέργειας. Βεστιοπράτες και μεταξοπράτες (έμποροι μετάξης), πανδιοπράτες (έμποροι μαλλιού), οθονιοπράτες (έμποροι λινού) είναι κάποιοι απ’αυτούς που συναντάμε στο ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ινδικό ωκεανό με την ευεργεσία των μουσώνων (οι οποίοι ρύθμιζαν τον βίο των αγορών)  μεταφέρονταν δημητριακά, ρύζι, ξυλεία, υφάσματα. Όμως αυτό δημιουργούσε ένα πολυπλοκώτερο οικονομικό πλαίσιο. Ο πραματευτής έπρεπε να δανεισθή ένα κεφάλαιο από έναν πλούσιο έμπορο ή καραβοκύρη, banyan ή μωαμεθανό, κύρη ή αξιωματούχο μ’ενέχυρο την οικογένεια του. Οι αρμένιοι έμποροι του Ινδικού ωκεανού είχαν έναν πάτρωνα, τον χότζα και εμπορεύονταν άργυρο, χρυσό, πολύτιμους λίθους, μόσχο, ινδικό και άλλες βαφές, υφάσματα μάλλινα και βαμβακερά, τσάι κτλ. από το Ισπαχάν μέχρι το Σουράτ και την Λάσσα του Θιβέτ, με έναν τύπο συμβολαίου που συναντάται στο κώδικα των Αρμενίων του Αστραχάν. Και δεν ήσαν μόνο Αρμένιοι, αλλά επίσης Λεβαντίνοι, Κύπριοι, Χανδιώτες, Μαρωνίτες, Σύριοι, Γεωργιανοί, Γραικοί, Μαυριτανοί, Πέρσες και Τούρκοι, όλοι αυτοί ευρίσκοντo το 1589 επί της νεώς Ferrera στο Malamocco, λιμένα της Βενετίας[xvii]. Έτσι το εμπόριο χρειαζόταν τους τραπεζίτες ή καταλλάκτες ή σαράφηδες που στην Ινδία αποτελούσαν ξεχωριστή κοινωνική κάστα, αυτή των banyan.  Ήταν κάστα ακριβώς επειδή δούλευαν ως δίκτυο (όπως οι τράπεζες με τα υποκαταστήματά τους σήμερα) και εξέδιδαν συναλλαγματικές (hunḍī), κατήλλασσαν χρήματα, εξαργύρωναν, πίστωναν, και ασφάλιζαν πλοία (bima). Οι ευρωπαίοι έμποροι μάλιστα κατέφευγαν στις υπηρεσίες των τοπικών καταλλακτών, όπως οι Λουσιτανοί (Πορτογάλοι) και οι Βαταβοί (Ολλανδοί) σε εκείνες των Ιαπώνων του Κιότο για το τοπικό εμπόριο. Οι σαράφηδες αυτοί ήσαν συχνά ταυτόχρονα και έμποροι. Διαβάζουμε ότι περί τα μέσα του 18ου αι. ο μωαμεθανός έμπορος Αβδούλ Γκαφούρ, με κεφάλαιο οκτώ εκατομμυρίων ρουπιών διέθετε 20 πλοία, από 300 μέχρι 800 τόνων και υπεστήριζε ότι είχε τέτοιο ενεργητικό εργασιών όσο η πανίσχυρη Εταιρεία των Ινδιών[xviii]. Το εμπόριο επίσης απαιτούσε αβρά ήθη: ένας διευθύνων της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών παρουσιαζόταν στον Μέγα Μογγόλο ως «ταπεινὸς John Russel, διευθύνων τῆς ἐπιλεγομένης Ἑταιρείας» κύπτοντας κατά γης[xix].

Αυτό που πρέπει να σημειώσουμε είναι ότι το εμπόριο γινόταν συνήθως από διακριτές κοινότητες, κυριαρχικές μειονότητες  των εμπορικών οδών και δικτύων, οι οποίες αφενός είχαν την απαραίτητη εμπιστοσύνη σχηματισμένη με αυστηρούς κανόνες, αφετέρου τις έδενε το φυσικό ορμέμφυτο της αλληλοβοήθειας και της αλληλάμυνας· ανήκαν είτε σε κάποια εθνότητα ή κάποια πίστη: Ιουδαίοι, Αρμένιοι,  Γενοβέζοι και Ουγενότοι στη Γαλλία, Κόπτες στην μωαμεθανική Αίγυπτο,  Παρσοί και Μπανιάν στην Ινδία, Ρασκολνίκοι στην Ρωσία κτλ. Οι εμπορικές αυτές κοινότητες έχαιραν σεβασμού όπως δεικνύει η περίπτωση κατά το 1723 γυναίκας της ινδικής παροικίας στην Μόσχα που επιθυμούσε να καεί στο πλάι του αποθανόντος συζύγου της, αίτημα, που παρά την αρχική αντίδραση της ρωσικής αρχής έγινε αποδεκτό εμπρός στην απειλή εγκατάλειψης της Μόσχας από τους Ινδούς[xx]. Όποτε από την άλλη, εξεδιώχθησαν γίνονταν ευπρόσδεκτοι κάπου αλλού όπως οι Ουγενότοι στην Αγγλία και την Πρωσία ή οι Ιουδαίοι στην οθωμανική Σαλονίκη.  Στον προσανατολισμό αυτών προς το εμπόριο βοηθούσαν πολλές φορές οι θρησκευτικοί κανόνες (όπως στην περίπτωση του ιουδαϊσμού και του ισλάμ), ή η κοινωνική μορφή (νομάδες). Ο Avner Greif[xxi] δεικνύει πώς οι ιουδαίοι έμποροι του Μαγκρέμπ ελλείψει νομικών συμβολαίων, εξησφάλιζαν την αφοσίωση των εμπορικών επιτρόπων μέσω ενός μηχανισμού φήμης: αν ένας επίτροπος είχε απιστήσει στον έμπορο που εκπροσωπούσε, ο έμπορος είχε την δυνατότητα να ενημερώσει όλους και να τον εξοστρακίσουν από κάποια μελλοντική υπηρεσία, μέχρι τουλάχιστον ο επίτροπος να ξεπληρώσει τον έμπορο. Μάς αναφέρει την περίπτωση στο 1055 όπου για την απιστία ενός επιτρόπου στα Ιεροσόλυμα απέναντι σε έναν έμπορο του Μαγκρέμπ είχαν ενημερωθή έμποροι μέχρι την Σικελία. Ας εξετάσουμε λοιπόν τον κοινωνικό χαρακτήρα του εμπορίου.

3.2. Από την διμερή συνεργασία στην societas και την compagnia και τις κοινωνίες κεφαλαίου

Καμία εμπορική αποστολή μεγάλης απόστασης δεν μπορεί να διεκπεραιωθή χωρίς ωρισμένα συνόλα―universitates ατόμων―agents, μέλη ή μη της ίδιας φίρμας σταθμευμένα σε διάφορα σημεία μιας διαδρομής ή ενός δεσμού διαδρομών. Επομένως ο οικογενειακός δεσμός είναι μία απλή λύση, η πιο φυσική, στο εμπόριο. Ο Braudel μάς αναφέρει την περίπτωση, κατά τον 18ο αι., δύο αδελφών, των Jean και Pierre Pellet οποίοι πλούτισαν συνεργαζόμενοι ο ένας στο Bordeaux και ο άλλος στην Martinique. Άλλη λύση είναι οι φακτιωνάριοι ή φάκτορεςfactores, υπεξούσιοι του εμπόρου, θεσμό που εισήγαγαν στην Ευρώπη από την Κωνσταντινούπολη το 1453 οι οικογένειες του Fondacco dei Tendeschi, FuggerWelserhlin έχοντας δουλέψει για λογαριασμό γραικορωμαίων εμπόρων, εφοπλιστών και τραπεζιτών[xxii]. Η οικογένεια των Affaitadi χρησιμοποιούσε συνεργαζόμενες τοπικές φίρμες, ενώ οι dei Medici είχαν σχηματίσει ένα σύστημα θυγατρικών τις οποίες μπορούσαν να ξεφορτωθούν σε μία τοπική κρίση χωρίς βλάβη της κεντρικής επιχείρησης. Κατά το τέλος του 16ου αι. γενικεύεται η χρήση επιτρόπων ή αλλιώς της commission όπου έναντι ενός μικρού ποσοστού κάποιος έμπορος αναλαμβάνει να εξυπηρετήσει έναν άλλο, πράγμα που μπορεί να γίνεται αμοιβαία. Τέλος, υπάρχει και η participation―συμμετοχή, μία νόθα εφήμερη εταιρεία για μία μόνον αποστολή, ανανεώσιμη για μίαν επομένη.

Αμοιβαία εμπιστοσύνη, υπακοή σ’έναν dominus και ανταγωνισμός σχηματίζουν έναν άγραφο νόμο του εμπορίου, μάλιστα η εμπιστοσύνη και η υπακοή δύνανται να είναι υπερεθνικές ενώ ο ανταγωνισμός ενδοεθνικός. Όμως αυτός ο άγραφος νόμος που είναι ανάλογος του ηθικού κώδικα του πολέμου, δεν ευρίσκεται αλλού παρά στον ius gentium όπου είναι κωδικοποιημένα όλα τα συμβόλαια. Η εταιρεία ονομάζεται societas, όθεν στην γαλλική γλώσσα, socié και στην γερμανική, Gesellschaft, ενώ στην ελληνική του βυζαντινορρωμαϊκού δίκαιού, κοινωνία. Αρχικά, όπως διαβάζουμε στα ινστιτούτα του Γαΐου, δεν είχε εμπορικό χαρακτήρα δηλαδή σκοπό το κέρδος, ούτε υπήρχαν μερίδια των socii―κοινωνῶν ή συνεταίρων, ήταν αυτό που ονομάζεται communio ή κοινοπραξία. Έτσι στην αρχική μορφή της δεν έχει συναινετικό χαρακτήρα αλλά πρόκειται για την κοινή διαχείριση της περιουσίας μιας οικογενείας από τους συγκληρονόμους μετά τον θάνατο του patris familias[xxiii].  Η societas omnium bonorum (ή rerum) λοιπόν, είναι ένα consortiumμία καθολική εταιρεία πάνω στο πρότυπο της αδιάσπαστης οικογενείας όπου οι συμβαλλόμενοι κοινωνοί σαν φυσικοί αδελφοί θέτουν κεφάλαια σ’έναν κοινό σκοπό. Αρχικά δεν σχηματιζόταν αλλά μεταξύ συγγενών και φίλων στο πλαίσιο της αγροτικής οικονομίας· όμως με την ανάπτυξη του εμπορίου πολλοί κεφαλαιούχοι που ήθελαν να συμβάλλουν τις ιδιωτικές τους περιουσίες ώστε να επιχειρήσουν στην τραπεζιτική, το δουλεμπόριο ή την οδοποιία έκαναν χρήση του συμβολαίου της societatis είτε επρόκειτο για omnium bonorum  είτε unius rei είτε alicuius negotiationis είτε η αρκετά δημοφιλής omnium bonorum quae ex quaestu veniunt όπου τα κεφάλαια προέρχονται αποκλειστικά από επιχειρηματική δραστηριότητα[xxiv]Η διαφορά της κοινωνίας από τα υπόλοιπα συμβόλαια είναι ότι τα συμφέροντα των συμβαλλομένων είναι κοινά και όχι ανταγωνιστικά (όπως π.χ. στην αγοραπωλησία), οι ρόλοι, ίδιοι (π.χ. δεν υπάρχει εντολεύς και εντολοδόχος, μισθωτής και εκμισθωτής) και τα δικαιώματα, ίσα (όλα τα μέλη ενέχονται εξίσου). Στην ρωμαϊκή μορφή της εταιρείας κανείς των συνεταίρων δεν εκπροσωπεί την εταιρεία και η εταιρεία λύεται αμέσως «φθειρομένων τῶν προσώπων ἢ τοῦ πράγματος ἢ τῆς γνώμης ἢ τῆς ἀγωγῆς».

Στην Ευρώπη το πρώτο είδος εμπορικής κοινωνίας ήταν η societas marisκοινωνία τῆς θαλάσσης, η οποία συναντάται και με διάφορα άλλα ονόματα όπως  societas veracollegantia ή commenda. Είναι μία διμερής σχέση ανάμεσα σ’έναν socius stans, έναν συνέταιρο σταθερό στην γη, και έναν socius tractator, έναν συνέταιρο που αποπλέει στην θάλασσα. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν καταμερισμό εργασίας μέσω ενός συμβολαίου μεταξύ ενός κεφαλαιοκράτη και ενός πραματευτή, που συνήθως κρατεί για μίαν αποστολή. Συναντάται, μετά τον 9ο-10ο αι. σε μεσογειακές πόλεις όπως η Γένοβα και τις βαλτικές πόλεις της Χάνσα μέχρι και τον 14ο αι. στην Μασσαλία και την Ραγούσα· στην Πορτογαλία μέχρι το 1578 συναντάται αυτό το διμερές συμβόλαιο «quando hum dinheiro outro trabalho», όποτε ο ένας προσφέρει τα δηνάρια και ο άλλος την εργασία[xxv].

Στην ενδοχώρα όπου δεν υπάρχει ο απόπλους για να καθορίσει την υποχρέωση, εμφανίζεται η compagnia ή συντροφία, όπου τα μέλη μιας οικογενείας μοιράζονται το ψωμί και τους κινδύνους της ζωής (cum-/συν- και panis/ψωμί, τροφή). Μία συντροφία ενίοτε δέχεται ξένους συνεργάτες που προσφέρουν κεφάλαιο ή εργασία. Όταν πέθαινε ο πάτρων, ο maggiore, αναδιαμορφώνονταν και συνέχιζαν. Η Magna Societas, η Grosse Ravensburger Gesellschaft, ένωση τριών οικογενειακών επιχειρήσεων  θα διαρκέσει από το 1380 μέχρι το 1530. Χάρη των 80 συνεταίρων της, το κεφάλαιο της θα φθάσει στα 132000 φιορίνια καλύπτοντας ένα πυκνό δίκτυο σε πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, έναν κόσμο από συνεταίρους, επιτρόπους, υπεξουσίους και μαθητευομένους εμπόρους που σύχναζαν στις μεγάλες αγορές κυρίως της Frankfurt am Main, ενώ θυγατρικές της υπήρχαν από την Βαρκελώνη και το Παρίσι μέχρι την Γενεύη και την Βιέννη. Η παρακμή αυτών ήρθε σταδιακά όταν οι συνέταιροι αποσύρονταν για να αγοράσουν γη και να γίνουν γαιοκτήμονες.  Ωστόσο δεν έπαυσαν να υπάρχουν μέχρι τον 18ο αι. λόγω του εύπλαστου χαρακτήρα αυτών των εταιρείων. Ο οίκος των Buonvisi της Λούκκας εδρεύων στην Λυών άλλαζε διαδοχικά τίτλους: κληρονόμοι Louis Buonvisi και Συντροφία (1575-7), Benoît, Bernadin Buonvisi et Compagnie (1578-1584),   Benoît, Bernadin, Étienne, Antoine Buonvisi et Compagnie (1584-1587), Bernadin, Étienne, Antoine Buonvisi et Compagnie(1588-1599), Paul, Étienne, Antoine Buonvisi et Compagnie (1600-1607) κτλ. Στο γαλλικό δίκαιο από το 1673 τέτοιες εταιρείες φέρουν τα ονόματα socié rale (γενική), société libre (ἐλευθέρα) ή société en nom collectif (συλλογικῷ τῷ ὀνόματι)[xxvi].

Καθώς λόγος σύστασης μιας εταιρείας είναι να μοιράσει τους κινδύνους της ζωής ή όπως λέει ο R.H.Coarse στο περιώνυμο άρθρο του[xxvii], να ελαχιστοποιήσει το κόστος συναλλαγών στο εσωτερικό της, λογικό είναι να αναπτύσσεται προς μία τέτοια κατεύθυνση περιορισμού των ευθυνών κατανέμοντάς τες. Έτσι ο επόμενος τύπος είναι η accomandita  ή commandite ή Kommanditgesellschaft που έκαμε την εμφάνισή της αρχικά στην Φλωρεντία το 1532 όπου συναντάται η πρώτη σύσταση εταιρείας τέτοιου τύπου, και μετά στην Γαλλία. Το χαρακτηριστικό της είναι ότι επιτρέπει την επένδυση ενός ανεξάρτητου κεφαλαίου όπως το φλωρεντινό κεφάλαιο σε μία εμπορική εταιρεία όπως κάνουν σήμερα τα holdings. Υπάρχουν οι commandités που είναι οι έμποροι που διαχειρίζονται την επιχείρηση και οι commanditaires εκείνοι που επενδύουν τα χρήματά τους στην επιχείρηση και ενέχονται μόνο στην χρηματοδότηση. Ο τύπος αυτός κοινωνίας επέτρεπε να υπερβαίνονται τα εμπόδια στην εμπορική δραστηριότητα που έθετε η Γαλλία σε μη gnicoles (υπηκόους του βασιλέως) ήτοι ξένους ή aubains (μετοίκους), αλλά και η απαγόρευση του τοκισμού από την ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Επίσης έδιδε μία ευκαιρία σε ευγενείς, γαιοκτήμονες ή κρατικούς αξιωματούχους να επενδύσουν χρήματα χωρίς να χρειάζεται να εμπλακούν με την εμπορική δραστηριότητα. Ήταν ευεργετική για το εμπόριο σε χώρες όπως η Γαλλία που το εμπόριο ήταν ακόμη μακριά από την μεγάλη κοινωνία[xxviii].

Ο επόμενος τύπος κοινωνίας είναι η κοινωνία αποκλειστικά κεφαλαίων (société par actionsKapitalgesellschaftόπου οι συνέταιροι κατέχουν μέρος του κεφαλαίου σε μερίδια (parts) ή χρηματιστηριακές μετοχές (actions). Στην Αγγλία ονομάστηκαν join stock companies, ήτοι συμμετοχικές εταιρείες ή μετοχικού κεφαλαίου. Στην Αγγλία η πρώτη τέτοια εταιρεία είναι η Muscovy Company πιστοποιημένη (chartered) το 1553. Στην Μεσόγειο, ήδη από τον 15ο αι. τα πλοία ήσαν μεμοιρασμένα σε μερίδια που ονομάζονταν partes στην Βενετία,  luoghi στην Γένοβα, carati στις πλείστες ιταλικές πόλεις, quiratz ή carats στην Μασσαλία. Και αυτά τα μερίδια ήσαν μεταβιβάσιμα. Επίσης τα μεταλλεία ήσαν διαμεμοιρασμένες ιδιοκτησίες[xxix]. Η λιγυριακή πολιτεία του Αγίου Γεωργίου, Repúbrica de Zêna και Dominante dei mari,  η Γένοβα, λόγω των αναγκών της και των πολιτικών της αδυναμιών είχε επινοήσει τέτοιου είδους κοινωνίες, τις compere και τις maone. Οι maone ήσαν πολυμετοχικές κοινωνίες επιφορτισμένες με την εκπλήρωση κρατικών αναγκών. Η κατάκτηση της Χίου από τους Giustiniani το 1346 έγινε μέσω της maona της Χίου και της Φωκαίας και κράτησε μέχρι το 1566. Θυμίζει το σύστημα των αθηναϊκών κληρουχιῶν αλλά και τις εταιρείες-βάνδους κοντοτιέρων του ύστερου μεσαίωνα όπως η Gran Companyia Catalana―Magna Societas Catalanorum. Η λέξη maona προέρχεται από τα αραβική λέξη mu‘āwanah (معاونة) που σημαίνει αλληλοβοήθεια. ‎Οι compere ήσαν κρατικά δάνεια, διαμεμοιρασμένα σε loca ή luoghi, εγγυημένα με τα εισοδήματα του κράτους. Το 1407,  compere και maone ηνώθησαν στην Casa di San Giorgio, ένα πραγματικό κράτος εν κράτει, έναν προάγγελο της κεντρικής τραπέζης, την οποία θα εξετάσουμε στο τελευταίο μέρος, όταν θ’ασχοληθούμε με το καινούργιο είδος κράτους που αναδύεται κατά τον 18ο αι. Αλλά πρώτα θα δούμε πώς η maona έγινε η βάση των ευρωπαϊκών θαλασσίων ηγεμονιών.

Το μεγάλο πλεονέκτημα του actionnaire ή shareholder (κατόχου μετοχών) ή adventurer κατά το αρχαιότερο, προς τον rentier (εισοδηματία)  είναι, γράφει ο Jean-François Melonσεκρετάριος του John Law, στο Essai politique sur le commerce (1734) ότι η αναπαράσταση του κεφαλαίου του πρώτου «ἢ ἡ μετοχή, οὐδένι τύπῳ ὑποκειμένῃ, κυκλοφορεί μετὰ πλείονος εὐκολίας καὶ παράγει μίαν μεγαλυτέραν ἀφθονίαν ἀξίας καὶ μίαν ἀσφαλὴν πηγὴν κατὰ τὴν παροῦσαν καὶ τὴν ἀπροσδόκητον ἀνάγκην.»[xxx] Αντίθετα ένα τυπικό συμβόλαιο δεν μπορεί να γίνει με την ίδια ευκολία πράγμα καταλλαγής χωρίς συμβολαιογραφική πράξη κτλ. Εν τούτοις παρά τα καινούργια εργαλεία, παραμένουν οι παραδοσιακές πατριαρχικές και οικογενειακές δομές. Ο Braudel χρησιμοποιώντας τον W. Sombart, σημειώνει ότι υπό την βασιλεία της Βικτωρίας σε πολλές επιχειρηματικές εγκαταστάσεις η εργασιακή ημέρα ξεκίναγε με οικογενειακές προσευχές, όπου συμμετείχαν τσιράκια και καλφάδες. «Ἔτσι, μήτε τὰ πράγματα, μήτε οἱ κοινωνικὲς πραγματικότητες δὲν ἐξελίσσονται ἀλματωδῶς. Οἱ μικρὲς καὶ πολυάριθμες φίρμες παρέμεναν ὁ κανών. Δὲν ὑπάρχει σημαντικὴ αὔξηση στὸ μέγεθος τῆς ἐπιχείρησης παρὰ μόνον ὅταν συνεργάζεται μὲ τὸ κράτος ―τὸ κράτος, ἡ πιὸ κολοσσιαία ἀπὸ τὶς σύγχρονες ἐπιχειρήσεις ποὺ μεγεθυνομένη ἡ ἴδια, εἶχε τὸ πλεονέκτημα νὰ μεγεθύνει τὶς ἄλλες».[xxxi]

3.3. Οι πιστοποιημένες εταιρείες: κράτη εν κράτει ή κρατικές εταιρείες;

Βασικός σκοπός των μεγάλων εταιρειών στις οποίες το κράτος έδιδε το μονοπώλιο της εμπορικής δραστηριότητας σε μίαν υπερπόντια περιοχή ήταν η εκμετάλλευση της περιοχής αυτής: μία από τις εταιρείες που προηγήθηκαν της Oostindische Compagnie―Ἑταιρείας τῶν Ἀνατολικῶν Ινδιῶν έφερε το όνομα Compagnie Van Verre, ήτοι «εταιρεία των μακρινών τόπων». Η Muscovy Company (είχε πρωτοσυσταθή ως Mystery[xxxii] and Company of Merchant Adventurers for the Discovery of Regions, Dominions, Islands, and Places unknown για την ανακάλυψη του βορειοανατολικού περάσματος) αποσκοπούσε στην εκμετάλλευση της Ρωσίας, ενώ η Βενετία αξίωνε την Μεσόγειο αλλά και τον ευρωπαϊκό βορρά. Μάλιστα οικοδομούσε τις galere da mercato[xxxiii], αρματωμένα πλοία που εκμίσθωνε στους πατρικίους εμπόρους της. Μιλούμε σαφώς για την χρήση του εμπορίου υπέρ του αγώνα για την ηγεμονία μιας πολιτείας. Παρόμοια συστήματα δημιουργήθηκαν σε Ισπανία (Consejo de Indias,  Casa de la Contrataçion,  Carrera de Indias) και Πορτογαλία (Casa da India), δείγματα ενός «μοναρχικού καπιταλισμού»,  υφ’έναν Βασιλέα-έμπορο[xxxiv]. Φυσικά το μονοπώλιο δεν εδίδετο δωρεάν. Οι μονοπωλιακές αυτές εταιρείες πλήρωναν για τα μονοπώλια ―τα οποία έπρεπε να επαναδιαπραγματεύονται κατά καιρούς― μέσω των φόρων, ποσά που ξεπερνούσαν τα κέρδη των μετόχων. Ας δούμε την περίπτωση της Ολλανδίας: Στις Κάτω Χώρες, το 1602, στο πρότυπο της Μοσχοβιτικῆς Ἑταιρείας,  η Πολιτεία τῶν Ἐπτὰ Ἡνωμένων Ἐπαρχιῶν ενώνει όλες τις εμπορικές εταιρείες υπό την Ἡνωμένη Ὁλλανδικὴ Πιστοποιημένη Ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικῶν Ἱνδιῶν (Vereenigde Nederlandsche Geoctroyeerde Oostindische Compagnie, VOC) ένα μονοπώλιο εμπορικής δραστηριότητας τον χώρο του Ινδικού ωκεανού, και μοιράζει μετοχές. Ενώ στο αρχικό καταστατικό θα μπορούσαν οι μέτοχοι να παίρνουν πίσω τα χρήματά τους κάθε δέκα χρόνια, αυτό δεν έγινε (δεν το επέτρεψε η κρατική διαχείριση, γιατί δεν θά’μενε φιορίνι), απλώς όσοι ήθελαν πώλησαν τις μετοχές ή πήραν μπαχαρικά σ’αντάλλαγμα. Μέχρι το 1608, οπότε έγινε μία συνθήκη με τους Ισπανούς, περισσότερα κέρδη είχε από τις πολεμικές επιχειρήσεις (αιχμαλωσία εχθρικών πλοίων) παρά από το ίδιο το εμπόριο. Το 1609 ιδρύθηκε και η πρώτη κεντρική τράπεζα η Τράπεζα Συναλλαγῶν τοῦ  Ἄμστερνταμ (Amsterdamsche Wisselbank). Οι τράπεζες άρχισαν να δέχονται ως εγγυήσεις τις μετοχές της VOC ενώ αργότερα μετοχές αγοράζονταν και με δάνεια έναντι πίστωσης. Ουδείς είχε γνώση των λογιστικών της βιβλίων. Κατόπιν εξέγερσης των μετόχων, έγινε μία μεταρρύθμιση το 1632 που κατήργησε την μονιμότητα των διευθυνόντων και μοίρασε τα κέρδη. Μετά απ’αυτό η εταιρεία εξέδωσε ομόλογα, ήτοι, χρέος. Μετά τον καταστροφικό για τους Ολλανδούς αγγλολλανδικό πόλεμο του 1780-4 η εταιρεία έγινε κρατική και ελύθη το 1799 μαζί με τις επτά επαρχίες. Οι περιοχές πώχε κατακτήσει έγιναν επισήμως επικράτεια του νέου ολλανδικού κράτους.

Γραφειοκρατικά, η εταιρεία ήταν δεδομημένη σε έξι οίκους―Kamers (Holland, Zeeland, Delft, Rotterdam, Hoorn, Enkhuizen) των οποίων υπερέκειτο η κοινή διεύθυνση των Δεκαεπτά Κυρίων (Heeren XVII) οι οκτώ των οποίων προήρχοντο από τον οίκο της Ολλανδίας, τέσσερις, από τον οίκο της Ζηλανδίας ενώ οι υπόλοιπες θέσεις κατελαμβάνοντο από έναν από τους άλλους, με μία θέση εκ περιτροπής. Αντίθετα προς τους απλούς μετόχους (participanten) οι Κύριοι εξελέγοντο από τους 76 (αργότερα 60) bewindhebbers―διευθυντές που ήσαν επίσης μέτοχοι αλλά με διοικητικά καθήκοντα. Αυτές τις θέσεις κατείχαν για χρόνια δυναστείες οικογενειών, και η εταιρεία ήταν μέσο της διαιώνισης αυτών. Καθώς ήσαν πλούσιοι δεν είχαν κάποιο πάθος για επιχειρηματική διακινδύνευση ενώ η διαφθορά δεν έλειπε. Εκείνο που κράτησε την Εταιρεία για δύο ολόκληρους αιώνες ήταν, μας λέει ο Braudel, ο μεγάλος όγκος συναλλαγών επειδή ακριβώς περιοχή δικαιοδοσίας της ήταν το πιο πλούσιο σε εμπορική δραστηριότητα μέρος του κόσμου, ο Ινδικός ωκεανός.

Ήσαν τελικά αυτές οι συμμετοχικές εταιρείες κρατικές; Μάλλον είναι αυτές που ενδυνάμωσαν τα κράτη. Ένας Άγγλος, αναφέρει πάλι ο Braudel,  έγραφε το 1645: «Private men cannot extend to making such long, adventurous and costly voyages.» Ναι, αλλά μία κοινωνία από private men μπορεί. Και πράγματι, αν στις Ηνωμένες Επαρχίες οι μέτοχοι της VOC ήσαν λίγο πολύ και μέλη της Republiek, στην μοναρχική Αγγλία συναντούμε συντεχνίες (guilds) ως εταιρείες: τις regulated companies. Δυο τέτοιες ήσαν κυρίως πανδιοπράτες δηλαδή εξαγωγείς μαλλιού, The Merchants of the Staple (1319) οι οποίοι είχαν ως έδρα (staple[xxxv]) το Calais (1363-1558) όσο ήταν αγγλικό, και The Merchant Adventures ωρμώμενοι κυρίως από το City του Λονδίνου (περιθωριοποιώντας την επαρχία)  είχαν έδρες στην Αμβέρσα, το Αμβούργο και λιμάνια των Κάτω Χωρών χωρίς να λείπουν οι συγκρούσεις με την Χανσεατική Ένωση η οποία είχε επίσης liberties από τον Άγγλο βασιλέα. Οι Merchant Adventures είχαν έναν διοικητή εκλεγόμενο απ’τα υπεράκτια μέλη,  τους αντικαταστάτες του και είκοσι τέσσερις βοηθούς ―μία πλήρη διακυβέρνηση, ενώ το δικαίωμα εισόδου κατωχυρώνετο  με κληρονομική διαδοχή,  με μαθητεία σε κάποιο μέλος, επί χρήμασι ή ως ελεύθερη δωρεά[xxxvi]. Κατά την ανάρρηση του Ιακώβου Α΄ τα μέλη ήσαν περί τα 200.  Τα μέλη της εταιρείας απεκαλούντο επισήμως ἀδελφοὶ και οι γυναίκες τους, ἀδελφές. Οι αδελφοί ώφειλαν να παρακολουθούν μαζί τις θρησκευτικές λειτουργίες, τις κηδείες, να κρατούν τους τύπους της ιεραρχίας προς τους υπεξούσιους (π.χ. δεν έπρεπε ένας αδελφός να κουβαλήσει το εμπόρευμα στην θέση του βοηθού του) και να αποφεύγουν την κακή συμπεριφορά εκτός εργασίας, στην κοινωνική ζωή. Οι regulated companies συνυπήρχαν με τις joint stock companies όπως της Muscovy (1555) ή του Levant (1581) ενώ οι δεύτερες μετετράπησαν σε regulated, το 1622 και το 1669 η πρώτη και το 1605 η δεύτερη, όπως και η Royal African Company όταν μετωνομάσθη σε African Company of Merchants το 1750. Ουσιαστικά η τροπή σε regulated ήταν δυνατή σε εταιρείες όπως η Μοσχοβιτική και η Λεβαντινή με μικρή φυσική υποδομή και επομένως μικρά έξοδα συντήρησης της διοίκησης, ικανά να καλυφθούν από τα μέλη, καθώς η πρώτη συμμετοχική μορφή αυτών είχε κάμει την δουλειά της που ήταν η εδραίωση στις περιοχές δικαιοδοσίας αυτών.

Κατά την μετάβαση στον 18ο αι. οι μονοπωλιακές αυτές εταιρείες άρχισαν να περιορίζονται. Ήδη κατά στην Glorious Revolution είχε διατυπωθή το αίτημα ανοίγματος των αγορών ενώ την μοίρα αυτών σφράγισε η φούσκα της South Sea Company[xxxvii] το 1720. Ας μην ξεχνούμε ότι αυτές οι εταιρείες ήσαν πιστοποιημένες από τους μονάρχες των Tudor και των Stuart, και το αγγλικό παρλαμέντο ήθελε μέσω αυτών να κτυπήσει πλειότερο τον δαπανηρό βίο του μονάρχη[xxxviii]. Το 1624 εισάγεται από τον Sir Eduard Coke και ψηφίζεται από το κοινοβούλιο το πρώτο θέσπισμα περί μονοπωλίων, the statute of monopolies που μεταφέρει την έγκριση αυτών στο κοινοβούλιο. Η Whig ιστοριογραφία του 19ου αι. έχει καλλιεργήσει την ιδέα ότι τα μονοπώλια ήσαν λίγο πολύ μοναρχική επινόηση ενώ ο common law ―την αρχή του οποίου εξέφραζε ο Coke εν αντιθέσει προς τον Thomas Hobbes  και τον Francis Bacon― ήταν αντιμονοπωλιακός. Από την άλλη, οι οικονομολόγοι θεωρούν συνήθως ότι οι guilds ήσαν υπεύθυνες για τις μονοπωλιακές πρακτικές. Η αλήθεια είναι ότι τα μονοπώλια εδίδoντο από τον βασιλέα με χρήση κάποιου letters patent[xxxix] βάσει του common law[xl], όπως επίσης αλήθεια είναι ότι οι guilds και οι διάφορες ρυθμίσεις και liberties του ύστερου μεσαίωνα δεν έχουν τη σύγχρονη σημασία του μονοπωλίου, πλειότερο προστάτευαν τις κοινότητες από οχλήσεις της παραγωγής, τον καταναλωτή και τον ανταγωνισμό αλλά και το εμπόριο σε ένα εχθρικό περιβάλλον[xli]. Αυτό που έγινε είναι ότι στο πλαίσιο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης των Tudor οι περισσότερες θρησκευτικές αδελφότητες έκλεισαν και η μοναρχική πιστοποίηση έγινε ένας τρόπος να συγκεντρώσει χρήματα η μοναρχία χωρίς να καταφύγει σε αύξηση των φόρων. Από την άλλη ο common law ενώ αναγνώριζε τις partnerships ήταν ασαφής προς τον καινοφανή τύπο των joint stock companies. Επομένως η έγκριση του μονάρχη έλυνε το πρόβλημα μόλο την όποια αυθαιρεσία.  Επόμενο όμως ήταν να περάσει στα χέρια των πολιτικών.

Στην Αγγλία ο πόλεμος του 1689-97 εγκλωβίζει το χρήμα στο εσωτερικό, πράγμα  που οδηγεί σε μια μανία επενδύσεων σε joint stock companies: από 24 που ήσαν όλες το 1688, θα ιδρυθούν τουλάχιστον 150 ανάμεσα στο 1692 και το 1695, ενώ το κοινοβούλιο προσπάθησε να περιορίσει τους stockjobbers ―χρηματιστές σε 100. Η μανία επανέρχεται στα τέλη της δεκαετίας του 1710 με αποκορύφωμα την χρηματιστηριακή φούσκα της Εταιρείας των Νοτίων Θαλασσών το 1720. Τότε το κοινοβούλιο θα νομοθετήσει την Bubble Act η οποία αφ’ενός κατευθύνεται εναντίον των ανεξαρτήτων joint stock companies ή «bubble companies» (οι οποίες δεν ήσαν σαφώς αναγνωρίσιμες από τον common law) προκειμένου οι επενδυτές να κατευθυνθούν προς τις πιστοποιημένες (όθεν είχε εισόδημα το κράτος), αφ’ετέρου θα θέσει περιορισμούς στις δεύτερες. Όπως έχει υποστηριχθή το νομοσχέδιο ήταν να ψηφισθή πριν σκάσει η φούσκα της South Sea, και σκοπό είχε να ενισχύσει το μετοχικό κεφάλαιο της φερώνυμης εταιρείας καθώς μέσα σ’αυτήν ενεπλέκοντο πολιτικά πρόσωπα. Όπως και νά’χει, το αποτέλεσμα ήταν αντίθετο, δηλαδή οι επενδυτές κατευθύνθηκαν στις ανεξάρτητες λόγω των περιορισμών στις πιστοποιημένες. Την Bubble Act ακολούθησαν και άλλες, όσο μάλιστα ενεφανίζοντο πολυπλοκώτερα χρηματιστηριακά προϊόντα, ώστε να καταπολεμήσουν την «infamous practice of stockjobbing»: η οικογενειακή εταιρεία μεταποίησης παρέμεινε ο κανών όμως οι joint stock companies γνώρισαν άνθηση στον κατασκευαστικό τομέα όπως ήσαν οι ποταμίσιες διώρυγες, σιδηρόδρομοι, προβλήτες αλλά και στις ασφάλειες και τα ορυχεία. Ο ίδιος ο Adam Smith υπεστήριζε ότι κατάλληλες για τέτοιου είδους εταιρείες έπρεπε νά’ναι οι επιχειρήσεις που αφορούν σε τυποποιημένες εργασίες όπως τράπεζες, ασφάλειες, διόρυξη καναλιών και δίκτυα υδροδότησης[xlii].

Ενώ με την ισχυροποίηση του κράτους και των οικονομικών του με την ίδρυση της Τραπέζης τῆς Ἀγγλίας δημιουργείται ένα σταθερό περιβάλλον για την επιχειρηματικότητα στην ενδοχώρα επιφέροντας την λεγόμενη βιομηχανική επανάσταση, στις ακτές εκείθεν των θαλασσών έχουν απομείνει οι παλαιές chartered joint stock companies. Η σημαντική διαφορά στο charter των regulated από τις joint stock ήταν ότι οι δεύτερες είχαν δικαίωμα να διεξάγουν πόλεμο. Η Μοσχοβίτικη και η Λεβαντινή επειδή είχαν ως δικαιοδοσίες το ρωσικό βασίλειο και το οθωμανικό δοβλέτι αντιστοίχως δεν είχαν λόγο ούτε δυνατότητα να κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού ―ένας λόγος ακόμη για να εγκαταλείψουν την joint stockμορφή. Βασίζονταν στην διπλωματία και λειτουργούσαν σε συνεννόηση με τους πρεσβευτές. Δηλαδή δεν διέφεραν πολύ από τις κοινότητες εμπόρων προσφέροντας όμως και πολιτικές υπηρεσίες όπως ήταν οι ανανεώσεις των capitulations (διομολογήσεων)―αχτναμές. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κινδύνευαν οι στόλοι αυτών: το 1693 οι Γάλλοι επετέθησαν στο στόλο της Levant στο λιμάνι της Σμύρνης όπου είχε εμπορικό γραφείο (factorium, factory, comptoir) ενώ σουηδοί πειρατές επέδραμαν προς τον στόλο της Muscovy κατά την διάρκεια του Μεγάλου Βορείου Πολέμου. Αλλά και αυτό αντιμετωπίσθηκε με την ίδρυση ασφαλιστικών joint stock εταιρειών το 1720 στις οποίες ήσαν εμπεπλεγμένοι διευθυντές της Levant. Δεν ισχύουν όμως τα ίδια για την Governor and Company of Merchants of London trading with the East Indies ή Honourable East India Company ή απλώς Ἑταιρεία τῶν Ἀνατολικών Ἰνδιῶν (EIC) η οποία έφθασε νά’ναι, κατά τα λόγια του Edmund Burkeκράτος ἐν περιβολῇ ἐμπόρου. Όπως και οι εξαδέλφες της The Governor and Company of Adventurers of England trading into Hudson’Bay και η Royal African Company, συντηρούσαν οχυρά factoria. Είχε στόλο, όπως όλες οι εταιρείες, από τα λεγόμενα indiamenμε την διαφορά ότι σε περίοδο πολέμου μπορούσαν να οπλισθούν και να τραπούν σε men o’war έχοντας εξασφαλίσει letter of marque and reprisal, άδεια να επιτρέχει και να αιχμαλωτίζει, σε περίοδο πολέμου, εχθρικά πλοία. Είχε την ελευθερία να καταλαμβάνει εδάφη πράγμα που χρησιμοποίησε όταν, έχοντας πάρει θάρρος από την νίκη επί των Γάλλων της Compagnie des Indes Orientales, με κατεστραμμένη την ισορροπία ισχύος μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων και την Mogul αυτοκρατορία νά’χει διαλυθή ανάμεσα σε τοπικούς ηγεμόνες όπως τους Μαράτα, θα ξεκινήσει την κατάκτηση της Ινδίας. Ο ιδιωτικός της στρατός της από 3000 στρατιώτες το 1750 θα φθάσει το 1778 τους 67000 για να αγγίξει τους 260000 το 1803,  στρατολογημένους ως επί το πλείστον επί τόπου, τους sepoy, η εξέγερση των οποίων το 1857 θα τερματίσει την πολιτική της κυριαρχία στην Ινδία. Μολονότι αρχικά ως εμπορική εταιρεία είχε ευνοηθή απ’την άρση των δασμών από τους Μεγάλους Μογγόλους,  μετά την νίκη στο Plassey το 1757 θα πάρει το diwani, το δικαίωμα να εισπράττει φόρους στην Βεγγάλη. Η αύξηση φόρων γης και δασμών που επέβαλε η εταιρεία σε μίαν κατεστραμμένη από τους πολέμους περιοχή, σε συνδυασμό με την αλλαγή από την ίδια, της αγροτικής παραγωγής σε μονοκαλλιέργεια οπίου, θα προκαλέσει τον μεγάλο λιμό του 1770, που εξόντωσε το ένα τρίτο του τοπικού πληθυσμού.

British (English) School; East India Company Ships at Deptford; National Maritime Museum; http://www.artuk.org/artworks/east-india-company-ships-at-deptford-172683

Επίσης κάποιες από αυτές τις εταιρείες εξελίχθηκαν και σε τραπεζικά ιδρύματα. Η συνήθης πρακτική ήταν ανταλλαγές προϊόντων (stock&barter): στον Καναδά μάλλινα ρούχα προς γούνες κάστορα, στην οθωμανική αυτοκρατορία, μάλλινα, ψευδάργυρο, μόλυβδο, κοχελίνη, αμερικανικό άργυρο προς σηρικά και βαμβακερά υφάσματα, κόμμι, ινδικό κ.α. Στην περίπτωση του ασιατικού εμπορίου τα πράγματα ήσαν διαφορετικά: εκεί χρειαζόταν άργυρος ή ακόμη χρυσός. Η EIC είχε κατηγορηθή κατά την εποχή της συζήτησης για τα μονοπώλια (1621) ότι εξήγαγε υπερβολικά χρυσό[xliii]. Ήδη λόγω του μάκρους της διαδρομής και του χρόνου απόσβεσης της επένδυσης, η EIC εξέδιδε μετοχές υπέρ συγκέντρωσης κεφαλαίου για συγκεκριμένο αριθμό ταξειδίων (τέσσερα) και για συγκεκριμένα χρόνια (επτά). Μετά το 1660 υιοθέτησε την πρακτική του μόνιμου μετοχικού κεφαλαίου και τελικά περί τα τέλη του 17ου αι. εξέδωσε ομόλογα, δηλαδή χρέος. Πλέον η Εταιρεία έπρεπε να κάνει προϋπολογισμούς ώστε να υπολογίζει την αποπληρωμή των ομολόγων και την έκδοση καινούργιων. Το 1721 η αγγλική κυβέρνηση θεώρησε ότι η Εταιρεία έπρεπε ν’αυξήσει το μετοχικό της κεφάλαιο έτσι ώστε να συμμετάσχουν περισσότεροι πολίτες στα κέρδη της, ενώ τα ομόλογά της δεν έπρεπε να ξεπερνούν τον κρατικό της δανεισμό. Δηλαδή πλέον έμπαινε το κράτος εγγυητής των δανείων της. Εν τούτοις, η αύξηση του εμπορίου τσαγιού με την Κίνα στο τέλος της δεκαετίας του 1740 απαιτούσε μεγαλύτερες ποσότητες αργύρου που ζητούσαν οι Κινέζοι. Δεν αρκούσε για την EIC να εξασφαλίζει σε φθηνές τιμές πολύτιμα μέταλλα στην Ευρώπη και να τα διαπραγματεύεται προς φθηνές τιμές αγαθών στην Ινδία, και έπρεπε να στραφεί στην ιδία την Ινδία και να εγκαθιδρύσει νομισματοκοπία στο Μαντράς και την Καλκούτα. Όμως οι Γάλλοι και οι Βαταβοί ήδη συντηρούσαν στον νότο νομισματοκοπία ενώ της Βεγγάλης ήταν υπό τον πανίσχυρο τραπεζικό οίκο Jagat Seth. Καθώς χρειαζόταν να μεταφέρει ποσά εντός της Ινδίας, αντέγραψε το νομισματικό σύστημα των Μεγάλων Μογγόλων για να μειώσει την εξάρτησή της από τους τοπικούς τραπεζικούς οίκους. Επίσης χρησιμοποιήθηκαν ποσά που κέρδιζαν από το τοπικό ιδιωτικό εμπόριο των μελών της που δεν γύριζαν στην Βρεταννία, όπως θα δούμε παρακάτω.

Αυτό το τελευταίο αποτελούσε ένα σημαντικό θέμα σε τούτες τις υπεράκτιες joint stock companies. Στις regulated οι φάκτορες ήσαν συνεργάτες που είχαν περισσότερα να κερδίσουν απ’την επιτυχή έκβαση μιας αποστολής προς τους αντίστοιχους της joint stockπου ήσαν απλοί έμμισθοι υπάλληλοι. Έτσι οι joint stock είχαν μεν την δυνατότητα να εξασφαλίσουν μεγαλύτερα κεφάλαια και να επιχειρούν σε μεγαλύτερες και πιο απόμακρες περιοχές, ήσαν δε επιρρεπείς στην κακοδιαχείρηση όπως παρατηρεί και ο Adam Smith, και που είχε να κάνει με το ιδιωτικό εμπόριο των υπαλλήλων της. Είν’αυτό που στα οικονομικά ονομάζεται agency problem. Στην Hudson Bay Company το διευθυντήριο του Λονδίνου σκαρφιζόταν διάφορους τρόπους για να περιορίσει το ιδιωτικό εμπόριο των επιτρόπων της εκεί με έξοδα της εταιρείας. Ακόμη και όταν για έναν καιρό είχε επιτρέψει να εμπορεύονται τις γούνες ζώων που οι ίδιοι πιάνουν, τίποτε δεν μπορούσε να βεβαιώσει την διεύθυνση ότι δεν άλλαζαν τις γούνες ανώτερης ποιότητας που έπαιρναν απ’τους Ινδιάνους έναντι των εμπορευμάτων της εταιρείας, με τις δικές τους, κατώτερης. Έτσι η διεύθυνση προσπάθησε να τους αμείβει καλά, τους ανάγκασε να δίδουν όρκους μέχρι και μία χρηματική εγγύηση ώστε να έχουν κόστος σε πιθανή τους απιστία. Επίσης, ήλεγχε τα καράβια για λαθρεμπόριο, έθεσε σταθερές τιμές για τις γούνες (κάτι που ευαρέστησε τους Ινδιάνους), έκανε υποχρεωτική την τήρηση βιβλίων με τα αγαθά που ελάμβαναν απ’την εταιρεία (ακόμη και για δώρα) και μ’αυτά που της επέστρεφαν. Τέλος, προσπάθησε ν’αναπτύξει ανάμεσα στους υπαλλήλους της έναν ηθικό κώδικα ώστε ν’αλληλέλεγχονται και να τους εκπαιδεύει μάλιστα από μικρούς ώστε να καλλιεργήσει ένα αίσθημα οικογένειας κατ’αναλογία των οικογενειακών εταιρειών και των regulated.[xliv] Στην EIC τα πράγματα ήσαν πιο ελεύθερα καθώς δεν ήσαν τόσο οριακά όπως στον κόλπο του Hudson. Έτσι ήταν επιτρεπτό (από το 1661) το εμπόριο των υπαλλήλων της υπέρ προσωπικού οφέλους στο βαθμό που ήταν σε τοπικό επίπεδο. Ο πλούτος των επιτρόπων της ισχυροποίησε πολλούς από αυτούς σε τέτοιο βαθμό που σχημάτισαν μία ομάδα επιρροής (lobby) στο αγγλικό κοινοβούλιο τους οποίους η ίδια η Εταιρεία ωνόμασε μειωτικά interlopers, καθώς ζήτησαν το άνοιγμα του εμπορίου για ιδιωτικές εταιρείες στη Ινδία. Και πράγματι πέτυχαν έναν νόμο απορρύθμισης το 1694. Το 1698 η παλαιά Εταιρεία όταν της ζητήθηκε να πωλήσει τις εγκαταστάσεις της στο Masulipatam, προκειμένου ν’ανεβάσει την τιμή, έβαλε διεκδικήτρια την αντίστοιχη γαλλική! Τελικά οι δύο αγγλικές εταιρείες συγχωνεύθηκαν το 1708 στην United Company of Merchants of England Trading to the East Indies. Καθ’όλον τον 18ο αι. το κοινοβούλιο ήταν σε μία συνεχή αντιπαράθεση με το lobby της Εταιρείας προσπαθώντας να ελέγξει την ίδια, ενώ στην περιοχή δικαιοδοσίας της είχε αναπτυχθή ένα ολόκληρο σύστημα λαθρεμπορίου από εταιρικούς αλλά και ξένους.

Βλέπουμε ότι η joint stock company παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά, τα πλεονεκτήματα και τις παθογένειες ενός κράτους. Αυτό είναι λογικό γιατί η ανάπτυξή της από την οικογενειακή κοινωνία είναι ανάλογη με του κράτους όπου οι σχέσεις των υπηκόων γίνονται πιο αφηρημένες. Και στον ήσκιο της εμφανίζεται ο ιδιωτικός επιχειρηματίας, όπως εμφανίζεται η εμπορική επιχείρηση στον ήσκιο του παραδοσιακού κράτους―προϊόντος κατάκτησης. Γιατί το εμπόριο είναι καθαρό, σύμφωνο με τον ιδεότυπό του όταν είναι καθαρό και το κράτος. Σε αυτοκρατορικά περιβάλλοντα είχαμε καθαρούς εμπόρους. Αλλά και οι μικρές εμπορικές πολιτείες, οι φοινικικές, οι ελληνικές, οι ιταλικές της Μεσογείου και εκείνες της βορείου θαλάσσης και της βαλτικής  γύρω από αυτοκρατορίες ανδρώθηκαν και αυτές προσέφεραν το εμποροκρατικό μοντέλο. Το θέμα όμως θα διασαφηνίσουμε στο επόμενο μέρος όπου θα εξετάσουμε τα πράγματα από την πλευρά του κράτους.

Γ.Α.Σιβρίδης

[i]Pierre Clastres, L’archéologie de la violence, Paris, 1977 και La société contre l’État, Paris, 1974, κεφ.11

[ii]Βλέπουμε την διαφορά από τον επιθετικό πωλητή (placier) που προσπαθεί να πείσει για την ανάγκη της αγοράς του αγαθού, και θυμίζει τον προσηλυτιστή. Δεν είναι τυχαίο ότι μια τέτοιου είδους πρακτική αναπτύχθηκε στις Η.Π.Α. και βασίζεται στην άποψη ότι αγοράζεις αυτό που έχεις ανάγκη όχι αυτό που σε γοητεύει.

[iii]Georg Simmel, Philosophie des Geldes (1900), γαλλική μετάφραση Philosophie de l’argent Paris 1977, σελ.78

[iv] Αρμενοπούλου, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, Βιβλίον Α΄ Τίτλος α΄, Περί νόμων §12

Ibid. Βιβλίον Β΄, Τίτλος α’, Περὶ νομῆς καὶ δεσποτείας, §2

[v]Fernand Braudel, Civilisation matérielle, économie et capitalisme XVe-XVIIIe siècle, τ.3 Le Temps du Monde, Paris, 1979 σελ. 12

[vi]ibid. σελ. 17-26

[vii]ibid. σελ. 47

[viii]ibid. σελ. 48-9

[ix] ibid. σελ. 51-5

[x] ibid. σελ. 55

[xi] ‘The Hollanders do make both a profitable and a pleasant trade of this Summer fishing. For there was one of them that having a gallant great new Buss of his own, and he having a daughter married unto one that was his Mate in the Buss: the Owner that was Master of this Buss did take his wife with him aboard, and his Mate with his wife; and so they did set sail for the North seas, with the two women with them, the mother and the daughter. Where, having a fair wind, and being fishing in the North seas, they had soon filled their Buss with herrings; and a Herring-Yager cometh unto them, and brings them gold and fresh supplies and copeth [bargaineth] with them, and taketh in their herrings for ready money, and delivereth them more barrels and salt; and away goeth the Yager for the first market into Sprucia [Prussia]. And still is the Buss fishing at sea, and soon after again was full laden and boone [bound] home: but then another Yager cometh unto him as did the former, and delivering them more provision of barrels, salt, and ready money, and bids them farewell. And still the Buss lieth at sea, with the mother and daughter, so long, and not very long before they had again all their barrels full; and then they sailed home into Holland, with the two women, and the Buss laden with herrings, and a thousand pounds of ready money.’ Tobias Gentleman, England’s Way to Win Wealth and to employ Ships, London, 1614, στο Arber, E., Beazley, R.C., and Seccombe, T. (1903), Voyages and Travels Mainly During the 16th and 17th Centuries, p. 267

[xii]Αρμενοπούλου, Πρόχειρον Νόμων ἢ Ἐξάβιβλος, Βιβλίον Α΄ Τίτλος α΄, Περί νόμων §12

[xiii]Ibid. Βιβλίον Β΄, Τίτλος α’, Περὶ νομῆς καὶ δεσποτείας, §§ 25-30

[xiv] Πολιτικά βιβλίον α’,1252b: ἐν δὲ τοῖς βαρβάροις τὸ θῆλυ καὶ τὸ δοῦλον τὴν αὐτὴν ἔχει τάξιν. αἴτιον δ’ ὅτι τὸ φύσει ἄρχον οὐκ ἔχουσιν, ἀλλὰ γίνεται ἡ κοινωνία αὐτῶν δούλης καὶ δούλου. διό φασιν οἱ ποιηταὶ     βαρβάρων δ’ Ἕλληνας ἄρχειν εἰκός, Ευρ. IA 1400    ὡς ταὐτὸ φύσει βάρβαρον καὶ δοῦλον ὄν.

[xv]J.H.W.Verzijl, International Law in Historical Perspective τ.4 σελ. 19-20

[xvi] An abridgement of all sea-lavves Gathered forth of all writings and monuments, which are to be found among any people or nation, upon the coasts of the great Ocean and Mediterranean Sea. And specially ordered and disposed for the use and benefit of all benevolent sea-farers, within his Majesties dominions of Great Brittain, Ireland, and the adjacent isles thereof TIT. XXVII.

[xvii]Fernand Braudel, Civilisation matérielle, économie et capitalisme XVe-XVIIIe siècle, τ.2, Les Jeux de l’Échange, Paris, 1979, σελ. 98-102

[xviii]ibid. σελ. 102-3

[xix]Ibid. σελ. 190

[xx]Ο Braudel δίδει πηγή P.D. de Passenans, La Russie et l’esclavage, 1822, I, σελ.129, σημ. 1

[xxi] Avner Greif,  Contract Enforceability and Economic Institutions in Early Trade: The Maghribi Traders’

Coalition, The American Economic Review 83 No 3 (Iουν. 1993), σελ. 525-548. Επίσης του ιδίου Institutions and the Path to the Modern Economy: Lessons from Medieval Trade, ΝΥ, 2006

[xxii] Laurent Waelkens, Amne Adverso: Roman Legal Heritage in European Culture, Leuven 2015, σελ.222

[xxiii] Reinhard Zimmermann, The Law of Obligations: Roman Foundations of the Civilian Tradition, South Africa, 1990 σελ. 452

[xxiv]ibid. 453-4

[xxv]Braudel op.cit., σελ. 383-4

[xxvi]ibid. 386

[xxvii]R.H.Coarse, The Nature of the Firm in Economica 1937: ‘Outside the firm, price movements direct production, which is co-ordinated through a series of exchange transactions on the market. Within a firm, these market transactions are eliminated and in place of the complicated market structure with exchange transactions is substituted the entrepreneur-co-ordinator, who directs production’.

[xxviii]Braudel op.cit.15 σελ. 387-88

[xxix]ibid. σελ. 388

[xxx]ibid. σελ. 390

[xxxi]ibid. 391

[xxxii]Εδώ η λέξη mystery σημαίνει τέχνη, δεξιοτεχνία, μαστοριά. Από το λατινικό misterium, παραφθορά του ministerium «υπηρεσία, ασχολία, αξίωμα, διοίκηση» που επηρέασε την μεσαιωνική λατινική mysterium κατά την έννοια της maistrie. Όθεν το mystery play που έπαιζαν οι συντεχνίες. Για να καταλάβουμε την σημασία που έχει στον τίτλο αρκεί να δούμε και την μορφή Governor and Company.

[xxxiii]Bernard Doumerc, Doris Stockly, L’évolution du capitalisme marchand à Venise : le financement des

galere da mercato à la fin du XVe siècle,  Annales. Histoire, Sciences Sociales. 50ᵉannée, N. 1, 1995, σελ. 133-157

[xxxiv]Ibid. 392

[xxxv]Tο σύστημα των staples έχει να κάνει με την φορολόγηση, γι’αυτό και ο εμπορικός σταθμός ήταν συγκεκριμένος και προδιαγεγραμμένος μες στην ίδια τους την άδεια.

[xxxvi] William E. Lingelbach, The internal organisation of the Merchant Adventurers of England, Philadelphia, 1903

[xxxvii] Τhe Governor and Company of Merchants of Great Britain trading to the South Sea and other parts of America and for encouraging the Fishery

[xxxviii] William Robert Scott, The constitution and finance of English, Scottish and Irish joint-stock companies to 1720, Cambridge 1912, τ.1, σελ. 183

[xxxix] Είναι το βασιλικό διάταγμα, ο σουλτανικός αχτναμές βάσει του οποίου δίδεται ένα προνόμιο (liberties), ένας τίτλος ή ένα αξίωμα. Η λέξη patent εκ του λατινικού pateoσημαίνει ανοιχτός καθώς η κέρινη σφραγίδα δεν σφράγιζε το χαρτί αλλά κρεμόταν από κάτω. Το letters είναι στον πληθυντικό σημαίνοντας «ρήματα».

[xl]William L. Letwin, The English Common Law Concerning Monopolies, The University of Chicago Law Review 21 (1954) σελ. 355-85

[xli]Gary Richardson, Guilds, Laws, and Markets for Manufactured Merchandise in Late-Medieval England, Explorations in Economic History 41 (2004) σελ. 1–25 και A Tale of Two Theories: Monopolies and Craft  Guilds in Medieval England and  Modern ImaginationJournal of the History of  Economic Thought 23 No 2 (2001) σελ. 218-242

[xlii]Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations edited with an Introduction, Notes, Marginal Summary and an Enlarged Index by Edwin Cannan (London: Methuen, 1904). τ.2, σελ.246-7 https://oll.libertyfund.org/titles/119#Smith_0206-02_606.

[xliii]William Robert Scott, The constitution and finance of English, Scottish and Irish joint-stock companies to 1720, Cambridge 1912, τ.1, σελ. 179

[xliv]Ann M. Carlos and Stephen Nicholas, Agency Problems in Early Chartered Companies: The Case of the Hudson’s Bay Company, The Journal of Economic History 50, No. 4 (Δεκ. 1990), σελ. 853-875

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.