Επιζεί σήμερα ο Βιζυηνός ως λογοτέχνης;

Γράφει ο Νίκος Α. Τσούρας, στο Περιοδικό Παράδοση, β’ περίοδος, β’ έτος, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1993, τεύχος 3 (7), σελ. 339-343

‘Επιζεί σήμερα ό Γ. Μ. Βιζυηνός στά γράμματά μας ώς λογοτέχνης; Ώς ποιητής καί πεζογράφος; Τό έρώτημα φαίνεται νά άπαοχολεϊ πολλούς, ιδιαίτερα τούς νεότερους μελετητές καί κριτικούς τοϋ έργου του: Τί έχει νά πει σήμερα στούς ραγδαία έξελισσόμενους καιρούς μας ό ποιητικός καί άφηγηματικός πεζός λόγος τοϋ συγγραφέα τοϋ «’Αμαρτήματος της Μητρός μου»;

‘Αναμφισβήτητα, πολλά έχει νά πει καί νά διδάξει τίς νέες έλληνικές λογοτεχνικές γενιές, Ιδίως των πεζογράφων μας, ό Βιζυηνός. Πρώτ’ άπ’ όλα, πώς γράφεται καί οικοδομείται ένα καλοστεκούμενο διήγημα. Πώς μπορεί κανείς καί μέ ποιά μέσα νά γίνει ένας καλός καί δόκιμος πεζογράφος καί άφηγη-τής. Κι όλα αύτά, γιατί ό Βιζυηνός ύπηρξε ένας, ό καλύτερος ϊσως διηγηματογράφος των νεοελληνικών Γραμμάτων. Ένας μάγος τοϋ ϋφους καί της πλοκής. “Ενας στυλίστας τοϋ νεοελληνικού άφηγηματικοϋ λόγου. Τά διήγηματά του είναι ή καλύτερη καί πειστικότερη άπό-δειξη τοϋ ταλάντου του. Καί παρότι έχουν περάσει τόσα χρόνια, – καί τί χρόνια – άφ’ δτου γράφτηκαν τά άφηγημα-τικά του κείμενα, δέν πάλιωσαν, δέν έχασαν τήν άξία τους, άλλά έπιβιώνουν σήμερα πού τόσα καί τόσα έχουν άλλά-ξει (πρός τό καλύτερο; πρός τό χειρότερο;) στόν νεοελληνικό έντεχνο λόγο.

Ό Γ. Μ. Βιζυηνός φιλολογικό ψευδώνυμο τοϋ Γεώργιου Μιχαήλου Σύρμα ή Μιχαηλίδη, γεννήθηκε στίς 8 Μαρτίου 1849 στή Βιζύη (Βιζώ ή Βίζα) της Ανατολικής Θράκης καί μεγάλωσε κι έγραψε σέ μιάν άλλη, διαφορετική άπό τή δική μας έποχή. ‘Εποχή πού έτοίμαζε τή νέα πνευματική μας σπορά, τήν άνθιση τών Γραμμάτων μας. ‘Ωστόσο, άν καί έζησε σέ μιάν άλλη διαφορετική άπό τή δική μας έποχή καί έγραψε καί μίλησε μιά άλλη γλώσσα, κατάφερε νά στεριώσει ένα έργο άξιο νά σταθεί στά πόδια του καί ν’ άντέξει στήν κοσμοχαλασιά τοϋ αιώνα μας. Καί δέν παύει Να άποτελεϊ καί σήμερα κορυφαία μορφή τοϋ νεοελληνικού διηγήματος, άπό έκεΐνες πού έβαλαν τό θεμέλιο λίθο του καί πού άνοιξαν τόν δρόμο πρός τίς γενιές πού έρχονται. Μέ τόν Παπαδιαμάντη καί τόν Καρκαβίτσα είναι ol πατέρες τοϋ νεοελληνικού διηγήματος. Οί θεμελιωτές του. Ξεκίνησαν καί οί τρεις τους ήθογράφοι καί κα-θαρολόγοι. ‘Εξέφρασαν τήν έποχή τους, τά ήθη της, τά έθιμά της, τήν κοινωνία της. Κι έγιναν οί κριτές της καί ol άπολογητές της.

Πικρή ύπήρξε ή ζωή τοϋ Βιζυηνού. Πικρή καί δύσμοιρη. ‘Ορφανός άπό πατέρα στά μικρά του χρόνια ξενητεύεται στήν Πόλη, γιά νά γίνει «ραφτάκι», στήν Κύπρο (ψάλτης καί «άναγνώστης»), στή Γερμανία, τό Λονδίνο καί τό Παρίσι σπουδαστής, άφοϋ έμεινε γιά λίγα χρόνια στήν ‘Αθήνα γιά τίς έγκύκλιες καί πανεπιστημιακές σπουδές του. ‘Ανάποδη καί σκληρή τοϋ ήρθε ή ζωή. Τόσο ά-τομικά όσο καί οικογενειακά. ‘Ωστόσο, άν καί λιγόχρονη καί βαριόμοιρη ή ζωή του, κατόρθωσε νά μορφωθεί, νά σπουδάσει, νά γίνει μάλιστα καί ύφηγητής της Ιστορίας της φιλοσοφίας στό Πανεπιστήμιο της ‘Αθήνας, καί νά μας άφήσει ένα έργο (έκτός άπό τό φιλοσοφικό, παιδαγωγικό, μεταφραστικό καί ψυχολογικό), πού πιάνει πολύν τόπο στή νεότερη έλληνική λογοτεχνία.

Ψυχολογική είναι ή τέχνη τοϋ Βιζυηνού στά διηγήματα καί τίς νουβέλες του. ‘Ανατόμος της άνθρώπινης ψυχής όσον όλίγοι, μας έδωσε διηγήματα, όπου οί ψυχολογικές προεκτάσεις τους, ό μύθος τους καί ή σπονδύλωση τους, ή έμβέλειά τους, ή δραματικότητά τους καί ή άνθρωπιά τους δέν φαίνεται νά έχουν προηγούμενο στή λογοτεχνία μας. ‘Οργάνωσε τόν λόγο του κατά τέτοιον τρόπο ό Βιζυηνός, ώστε τά φύτρα του, ή εύρωστία του, ή ζωντάνια καί ή δραματικότητά του, νά μας έντυπωσιάζουν καί νά μας κερδίζουν. Ή παιδική καί έφηβική ήλικία τών παιδικών του χρόνων καί ή τραγωδία του: ή δική του καί της πατρικής του οικογένειας. Άπό τό περιβάλλον αύτό ξεκινά ώς άφηγη-τής ό Βιζυηνός. Άπό δώ άρχίζει γιά ν’ άπλωθεΐ καί νά φτάσει στή γενικότερη άνθρώπινη περιπέτεια καί τραγωδία. Τό μερικό καίάτομικό του βίωμα γίνεται πανανθρώπινο. Ανυψώνει σέ πανανθρώπινο τό ήθικό καί ψυχικό του δράμα. Τό καθολικεύει καί τοϋ δίνει διαστάσεις οίκουμενικοϋ συμβόλου. Παίρνει τούς ήρωες καί τίς ήρωίδες του άπό τά πα-τρομητρικά χώματα καί χωρίς ώραιολογίες καί αίσθηματολογίες, μάς τούς δίνει όλόσωμους, άκέραιους μέ τέχνη λεπτή, διεισδυτική καί άναπαραστατική: Τή μητέρα του Μιχαλιέσα, τόν πατέρα του, τόν παπού του, τόν φονιά τοϋ ά-δελφοϋ του, καί βέβαια τόν ϊδιο τόν έαυτό του. Κοντά στά πρόσωπα της τραγωδίας βρίσκονται, σάν άρχαιος χορός, τά χωριά καί τά καμποχώρια τής Ανατολικής Θράκης: ή Βιζώ πρώτα-πρώτα, τ’ άλλα χωριά, καί οί λόφοι, καί οί καταπράσινες πεδιάδες τους, ή άψυχη καί έμψυχη φύση τους, τά ήθη τους, τά έθιμά τους, οί λαϊκές παραδόσεις τους, ή ντοπιολαλιά τους. Αναδρομή στό παρελθόν; Ίσως άναρωτηθεϊ κανείς. Όλα τά διηγήματα τοϋ Βιζυηνού καί τά δεκατρία πού είναι ώς τώρα γνωστά, δέν είναι τίποτ’ άλλο παρά μιά αίματηρή άνα-πόληση καί μαρτυρία ένός δράματος πού παίζεται (τί τραγική είρωνία) μέ άν ύποπτους τούς συντελεστές του «ή-θοποιούς», τραγικά θύματα τής τύχης τους. Μόνο ή συγγνώμη, τό έλεος πού έρχεται συνήθως άργά, στό τέλος, κλείνει τόν κύκλο τοϋ θανάτου, λύνει «ώς άπό μηχανής θεός» τό δράμα τους καί τούς λυτρώνει άπό τά ψυχικά τους δεσμά.

Ό Βιζυηνός μέ ώριμη τήν άφηγηματική του τέχνη πλέκει καί συμπλέκει τίς διηγήσεις του: Τά αίσθήματα, τίς άδυ-ναμίες, τίς έπιθυμίες καί τίς πράξεις τών προσώπων πού κινούνται στά διηγήματά του. Υποκειμενική ή άφήγησή του. Καί δοσμένη σέ πρώτο πρόσωπο. Ό ‘ίδιος είναι ό άφηγητής καί ό ήρωας τών ιστοριών του. Αύτός καί ή οίκογένειά του καί τά φιλικά της πρόσωπα. Ό ίδιος περιγράφει καί έρμηνεύει τά καθέκαστα. Δέν στέκεται άπλός παρατηρητής, άλλά συμμετέχει καί συμπάσχει μέ τούς ήρωές του. Γι’ αύτό καί είναι έξομολογητικός καί ό τόνος του. Ό Βιζυηνός αύτοβιογραφεϊται.

Τίποτα, άλλωστε, δέν παρεμβαίνει στήν άφήγησή του πού νά μήν τοϋ είναι οίκεϊο. “Εχει ζήσει (καί μάλιστα έντονα) ό,τι ζωντανεύει τά άφηγήματά του. Ό λόγος του (άπό συμπόνια) γίνεται ζεστός, φιλικός, όλος θαλπωρή. Αναβλύζει ή ποίηση τής καρδιάς. Αύτή ή ποίηση πού διαπερνά πολλές άφηγηματικές σελίδες καί δίνει τό χρώμα, τό νεύρο καί τήν ψυχή στόν πεζό του λόγο. “Ετσι, ρεαλιστική μέ έντονες λυρικές άπο-χρώσεις έμφανίζεται ή πεζογραφική του παραγωγή. Ό Βιζυηνός δέν έξαντλείται σέ περιγραφές καί λυρικές μεταρσιώσεις. ‘Απεναντίας, ώς δεινός ψυχογράφος πού είναι, βυθίζεται στά έσώτερα στρώματα τοϋ άνθρώπου, έκεϊ όπου τά πάντα είναι άγνά, στά έγκατα τής άνθρώπινης ψυχής, γιά ν’ άνεβάσει άπό έκεϊ τά «μεταλ-λεύματά» του: τόν πόνο καί τό δάκρυ, τό πάθος καί τήν άγάπη, τόν φόβο καί τό έλεος. Όλα έκείνα πού είναι άπό τά ύποστασιακότερα τοϋ άνθρώπου καί άπό τ’ άκριβότερα. Οί ψυχογραφίες του πηγαίνουν βαθιά καί γίνονται πολλές φορές όδυνηρές. Ήθολόγος πρώτης γραμμής ό Βιζυηνός, άλλά καί ήθογράφος, όχι βέβαια καθώς ό Καρκαβίτσας ή ό Παπαδιαμάντης. Ό Βιζυηνός είναι άλλης ποιότητας, άλλης κλίμακας. Ή ζωή τοϋ χωριού (τοϋ χωριού του, τής Βιζύης), οί συνήθειες, ή λαλιά, οί θρύλοι καί οί παραδόσεις της Θράκης, οί φυσικές όμορφιές της, ή τοπιογραφία της, ό λαϊκός θησαυρός της έχουν βέβαια τή θέση τους στήν ψυχή καί τή θεματογραφία τοϋ Βιζυηνού. Περιγράφονται μέ τούς άνάλογους τόνους στά διηγήματά του. Όμως δέν κατισχύουν. Δέν είναι έκεΐνο πού ένδιαφέρει τόν Βιζυηνό. Δέν είναι τό πρώτο στοιχείο, ένεργοϋν ώς διάκοσμος, ώς άτμόσφαιρα. Τόν κυρίαρχο ρόλο παίζει ό ψυχικός κόσμος τοϋ άνθρώπου. Ό “Ανθρωπος. Αυτός Ισκιώνει τόν περίγυρο. Άπό τόν ήθο-γράφο ό Βιζυηνός περνάει στόν ήθολό-γο, τόν ψυχογράφο καί τόν ψυχολόγο. Έκεϊ δίνει βαρύτητα: στό ψυχολογικό στοιχείο, στίς δραματικές συγκρούσεις τών ήρώων καί ηρωίδων του, στίς βαθύτερες ύποστασιακές τους στιγμές, στήν τραγωδία τους, στά βάσανα τους. Στό πάθος τους καί τό ψυχικό φορτίο τους πού είναι δυσβάστακτο καί εξουθενωτικό. Θά πρέπει νά ίδεί κανείς μέ πόσο πόνο, άλλά καί μέ πόστ τρυφερότητα αντιμετωπίζει τό δράμα της μητέρας του, της χαροκαμένης Μιχαλιέσας στο «Αμάρτημα τής μητρός μου», γιά νά έκτιμήσει τά ζεστά, άνθρώπινά, άλλά καί μεγάλα άφηγηματικά μέσα τοϋ Βιζυηνού. Πόση στοργή καί κατανόηση δείχνει στό θανάσιμο «άμάρτημά» της, άλλά καί μέ τί τρόπο καί ψυχισμό συγκροτεί τήν άφήγησή του, άφήγηση μεγάλου συγγραφέα. Μεγάλου ψυχαναλυτή. Μέ κομμένη τήν άνάσα παρακολουθούμε τήν έξέλιξη καί πλοκή τοϋ διηγήματος, άλλά καί τήν όλοζώντανη διαγραφή τών χαρακτήρων. Κι όχι μόνο στό «Αμάρτημα τής μητρός μου», άλλά καί στ’ άλλα άξια διηγήματά του: τό «Ποϊος ήτον ό φονεύς τοϋ άδελφοϋ μου», στό «Μο-σκώβ – Σελήμ» καί «Τό τελευταΐον τής ζωής μου ταξίδιον».

Ή μάνα του, πού άθελά της στόν ΰπνο της πλάκωσε καί σκότωσε τό κορίτσι της μωρό άκόμη, τήν Άννιώ, είναι μιά φοβερή άνθρώπινη τραγωδία, πού γίνεται ύψηλή λογοτεχνία μέ πανανθρώπινες προεκτάσεις άπό τόν Βιζυηνό. Είναι ένα κομμάτι άρχαίας τραγωδίας, άρχαία τραγωδία πού όμοιά της δέν βρίσκουμε στή λογοτεχνία μας. Συγκλονιστική είναι ή στιγμή γιά τή μάνα, όταν άνακαλύ-πτει έντρομη τό «έγκλημά» της: τόν θάνατο τοϋ μωροϋ. Ή άνθρώπινη τραγωδία στά ϋψη, μέσ’ άπό τά άφηγηματικά φίλτρα τοϋ Βιζυηνού, τοϋ μάγου τής άφήγησης καί τής ψυχογραφίας. Ή σελίδα τούτη νομίζω πώς είναι ή ώραιότερη καί συγκλονιστικότερη τοϋ έλληνικοϋ έντεχνου λόγου. Μιά σελίδα πού δείχνει πόση ίκανότητα χρειάζεται κανείς γιά νά φτάσει ώς τό έσχατο όριό της τήν άνθρώπινη άντοχή, στήν άπελπισία. Άλλά καί στή λύτρωση, τή χριστιανική έγκαρτέρηση, στή διαπίστωση πώς όλα είναι άνθρώπινά, πολύ άνθρώπινά.

Ό Βιζυηνός, χωρίς άμφιβολία, είναι ό πρώτος πού άνοιξε τόν δρόμο γιά τή γνήσια νεοελληνική διηγηματογραφία. Ο πρώτος καί καλύτερος διηγηματο- ράφος μας, Ιδίως στόν τομέα τής ψυχογραφίας. Αύτό πιά είναι κοινός τόπος καί σήμερα όλοι σχεδόν οί κριτικοί του σ’ αύτό τό σημείο συμφωνούν: Ότι ό Βιζυηνός, χωρίς νά έχει κάποιο πρότυπο, χωρίς δάνεια, έγραψε διήγημα καθαρά έλληνικό, πού τοΰ άνήκει όλοκληρωτικά ή τιμή τοϋ πρωτοπόρου στή νεότερη έλληνική διηγηματογραφία. Πρίν άπό τόν Βιζυηνό δέν ύπάρχει άλλος ίσάξιός του ή παράπλευρός του. Μόνος αύτός, μέ όλα τά μέσα τής τεχνικής τοϋ διηγήματος, συνέθεσε διήγημα με μύθο, πλοκή, διάλογο, ψυχολογικό ύπόστρωμα, μέ έπιμύθιο. Άν καί γραμμένα στή λόγια γλώσσα τά διηγήματά του καί διανθισμένα μέ πολλά θρακιώτικα Ιδιώματα (μόνο ό διάλογος είναι στή δημοτική), ώστόσο παρουσιάζουν πληρότητα στήν τεχνική καί τή γραφή τους. “Ετσι, άν καί έχουν περάσει τόσα χρόνια άπό τότε πού γράφτηκαν τά διηγήματά του καί πολλά άλλαξαν άπό τότε στή ζωή καί τή σκέψη μας, ώστόσο τό διήγημα τοϋ Βιζυηνού έξακολουθεϊ νά μάς κερδίζει τήν ψυχή καί τό ένδιαφέρον, νά Ικανοποιεί τίς ψυχικές άνάγκες μας, νά μάς συγκινεί καί νά μάς διδάσκει.

Άν όμως ό Βιζυηνός ώς πεζογράφος δείχνεται οίκοδόμος, στήν ποίησή του άντίθετα είναι ύποτονικός. Ή ποίησή του, γραμμένη καί στήν καθαρεύουσα (Ιδίως στήν άρχή), άλλά καί στή δημοτική, δέν κατορθώνει, παρ’ όλες τίς προσπάθειές του, νά μάς μιλήσει μέ τήν ϊδια γοητευτική φωνή τής πεζογραφίας του. Τά ποιητικά του συνθέματα έκτός άπό μερικά καλά λυρικά τραγούδια του, όπως λ.χ. τό «Μπαλουκλί», ή «Άγια Σο-φιά», ό «τελευταίος Παλαιολόγος», ό «Βασιλικός», ή «Ανεμώνη», «Τό όνειρο» κ.ά., είναι φτωχά σέ έκφραση, χωρίς ‘ιδιαίτερο λυρικό ή άλλο θέλγητρο. Μόνο τά ποιήματά του γιά παιδιά έχουν πλούτο καί δύναμη ψυχής, όμορφιά καί χάρη. Τρυφερότητα αισθημάτων. Ποιήματα γραμμένα μέ γνώση καί οίστρο, μέ καρδιά καί νοΰ, μέ άνθρωπιά. ‘Ιδιαίτερα όρισμένα άπό τά ποιήματά του αύτά είναι μοναδικά καί άνεπανάληπτα. Τά σημειώνω: «Τό σκυλί», «”Ερχεται ό πατέρας», «Τό φεγγαράκι», «Πώς νά πειράξω τή μητέρα», «Τό καλοκαίρι», «Ό νέος ναύτης», καί μερικά άλλα, είναι άπό τά ώραιότερα καί τά καλύτερα πού έχουμε. Τά διακρίνει ή λυρική εύαισθησία, ό αύθορμητισμός, ή χάρη τοϋ δημοτικού μας λόγου, ή έκφραστική τους δύναμη. Μέ πόση νοσταλγία θυμάμαι τά ποιήματα αύτά τοϋ Βιζυηνού! Μαθητής τοϋ δημοτικού σχολείου στήν πατρίδα μου ξεχνιόμουν ώρες διαβάζον-τάς τα (άπό τό σχολικό «Αναγνωστικό») καί άπαγγελλόντάς τα, όπως τά ποιήματα «Τό σκυλί», «”Ερχεται ό πατέρας», «Πώς νά πειράξω τή μητέρα», «Τό φεγγαράκι» κ.ά. Στάλαζαν μεσα μας τά ποιήματα αύτά τοϋ Βιζυηνού αύγινή δροσιά. Γινόντουσαν τραγούδι μελώδικό στίς πονεμένες μέρες μας, ϋστερ’ άπό τήν Κατοχή. Ό Βιζυηνός έθρεψε τά όνειρά μας μπροϋμε νάτόν ξεχάσουμε; Κυβερνούσε τά αίσθήματά μας. Ή θέση πού κατέχει ό Βιζυηνός στή λογοτεχνία μας γιά παιδιά είναι άληθινά περίβλεπτη. Τοΰ άνήκει δικαιωματικά. Γιατί τό έργο του αύτό έχει ποιότητα. Άνθρωπιά ζέστα ψυχής καί καρδιάς πού δέν μπορούμε νά τοϋ άρνηθοϋμε.

Παρά τό γεγονός ότι έγραψε τά διηγήματά του κι ένα μέρος τής ποίησής του στήν καθαρεύουσα ό Βιζυηνός, δέν έπαψε ώστόσο να θεωρεί ώς μόνη κατάλληλη γλώσσα γιά τήν παιδεία μας τή δημοτική. Τό γλωσσικό του πεζογράφημα «Διατί ή μιλιά δέν έγινε μηλέα» τό έπιβεβαιώνει. Μέ τό κείμενο του αύτό ό Βιζυηνός παίρνει άπροκάλυπτα θέση ύποστηρίζοντας τή δημοτική γλώσσα, ώς τή μόνη γλώσσα πού είναι ίκανή ν’ άνταποκριθεϊ στίς γλωσσικές άνάγκες τοϋ τόπου. Γι’ αύτό καί τήν ύπερασπίζε ται μέ τόν τρόπο του, γράφοντας τή χαριτωμένη αύτή πεζογραφική του ιστορία. Θέλει νά μας διδάξει καί νά μας προτρέψει στη χρήση της δημοτικής γλώσσας, άσχετα άπό τό γεγονός ότι αύτός ώς συγγραφέας έγραψε τά ώραΐα πεζογραφήματά του (καί πολλά ποιήματά του) σέ άλλη γλώσσα, νεκρή, γλώσσα πού δέν προσφέρεται στή γλωσσική παιδεία τοϋ έθνους. Ό Θρακιώτης συγγραφέας δέν έχει άμφιβολίες καί δέν διστάζει νά ταχθεί άπερίφραστα μέ τό μέρος έκείνων πού έπιζητοϋσαν τήν έ-πιβολή της δημοτικής στόν έντεχνο (καί όχι μόνο) λόγο μας, καί όχι μέ τό μέρος των γλωσσαμυντόρων.

‘Αλλά δέν είναι μόνο οί γλωσσικές του πεποιθήσεις πού μας κάνουν ν’ άγαπή-σουμε τόν δημιουργό τοϋ «Μοσκώβ Σελήμ». Είναι καί άλλες πλευρές καί όψεις του, περισσότερο Ισως άξιες νά έκτιμη-θοϋν καί νά τόν άνεβάσουν στή συνείδησή μας, λ.χ. ό Ελληνισμός του καί ή ζωντανή ‘Ορθοδοξία του. Τόσο στή ν ποίησή του όσο καί στήν πεζογραφία του, όλοκάθαρες είναι οί θέσεις του στό θέμα της θρησκευτικής πίστης. Ό Βιζυηνός θρησκεύει καί μάλιστα όρθό-δοξα χριστιανικά. Δέν είναι βέβηλος πιστός. ‘Αντίθετα, όταν τό φιέρνει ό λόγος, χωρίς άναστολές ή παρεκβάσεις, μιλάει γιά τήν όρθόδοξη πίστη του. Δέν τήν προδίδει. Τή διαλαλεί μέ τόν τρόπο του καί μέ όλη του τήν ύπαρξη.

Όλιγογράφος στάθηκε ό Βιζυηνός. Τό συγγραφικό του έργο παρέμεινε ήμι-τελές. Ή φρενοβλάβειά του, πάθηση πού φαίνεται πώς ύπέβοσκε άπό χρόνια, δέν άφησε νά ολοκληρώσει τό έργο του. Τέσσερα χρόνια υστέρα άπό τήν είσαγωγή του στό Δρομοκαΐτειο νοσοκομείο (14 ‘Απριλίου 1892) ήρθε ό Θάνατος στίς 15 ‘Απριλίου 1896 νά τόν πάρει στήν ήλικία των 47 χρόνων, άπό «μαρασμό» καί «προϊούσα γενική παράλυση», όπως γράφει ή σχετική ιατρική γνωμάτευση. Ή μάνα του ζούσε άκόμη (πέθανε ύπέργηρη τό 1907). Όταν τόμαθε μαυροφορέθηκε καί τυφλώθηκε άπό τό κλάμα γιά τόν άδικοχαμένο πεζογράφο καί ποιητή. Τόν γιό πού τή δόξασε μέ τήν πένα του. Οί σελίδες πού της άφιέρωσε είναι άπό τίς θερμότερες καί λυρικότερες τοϋ έργου του.

‘Ωστόσο,άν καί όλιγογράφος ό Βιζυηνός, (καί δέν είναι ό μόνος στά Γράμματά μας), κατόρθωσε νά έπιβληθεϊ στήν πνευματική μας ζωή μέ τήν έξοχη ποιότητα τοϋ άφηγηματικοϋ του λόγου. Λόγου πού κέρδισε τήν πνευματική του διάρκεια καί πού όλοένα κερδίζει άνα-γνώστες, πρό πάντων στίς μέρες μας. Μολονόΐι ή ζωή του ήταν γεμάτη βάσανα, άναποδιές καί θανάτους, δέν άνέκοψε τή συγγραφική του πορεία. Φτωχός καί άποκαμωμένος άπό τή ζωή του. “Ας θυμηθούμε μέ τί άγωνία άναζητοϋσε στό Σαμακόβι της Στράντζας, στήν ‘Ανατολική Θράκη, τό άνύπαρκτο μετάλλευμα στό όρυχεϊό του, ντυμένος μέ τή στολή τοϋ άνθρακωρύχου, μέ ψηλές μπότες, γούνινη ζακέτα καί τή θρακιώτικη «μούκια» (σκούφο άπό άστραχάν). Χτυπημένος άπό τήν άρρώστια, παιδεμένος κι άπελπισμένος άπό τόν άνολοκλήρωτο ϊμερό του πρός τή Μπετίνα Φραβασίλη, δέν μπόρεσε νά κρατήσει κι έπεσε. Τό έργο του δμως μένει, γιά νά μας θυμίζει τόν πλούσιο ψυχικό του κόσμο, τήν έλληνορθόδοξη παράδοση πού άρδεύει τά άφηγήματά του.Τή θρησκευτική του πίστη, αύτή τήν πίστη πού δέν παύει νά τήν ύψώνει ώς λαμπερό σύμβολο στά διηγήματά του καί στά ποιήματά του.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.