Ερμηνεύοντας τα βαθύτερα αίτια των Σταυροφοριών

Η ερμηνεία των πράξεων των διεθνών δρώντων αποτελεί κεντρική αποστολή της επιστήμης των διεθνών σχέσεων.  Ανάλογα με την ανθρωπολογική (ανθρώπινη φύση) και κοινωνιολογική κοσμοθέαση (διάρθρωση και οργάνωση της κοινωνίας, εσωτερικές της σχέσεις), τις προτεραιότητες της διεθνούς πολιτικής (ασφάλεια, ευημερία, συνεργασία κ.α.) και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται, οι προσεγγίσεις αυτές κατατάσσονται σε «σχολές».  Οι Σταυροφορίες, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα γεγονότα της ευρωπαϊκής ιστορίας, έχουν κατά κύριο λόγο ερμηνευθεί βάσει της ρεαλιστικής ή της υλιστικής προσεγγίσεως.

 

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος*

 

Κατά τη ρεαλιστική θεωρία, την οποία πρώτος εφήρμοσε συστηματικά στις Σταυροφορίες ο Markus Fischer το 1992, οι μεσαιωνικές εκστρατείες στους Αγίους Τόπους, παρ’ όλες τις ιστορικές ιδιαιτερότητες και τη διαφορετική μορφή του τότε διεθνούς συστήματος, έχουν όλα τα χαρακτηριστικά που θα χαρακτήριζαν και μία σύγχρονη σύγκρουση, με βάση την πάγια επιδίωξη των δρώντων για ισχύ, ασφάλεια και πολιτική επιβίωση σε πνεύμα ιδιοτελείας.  Οι τότε δυνάμεις, από τις αυτοκρατορίες μέχρι τα μικρά φέουδα, παρ’ όλη την αντίληψη περί ιεραρχημένης πολιτικής κοινωνίας και την απουσία κρατικής κυριαρχίας, συμπεριφέρονταν γενικώς όπως τα κράτη του σήμερα, σε ένα περιβάλλον de facto αναρχικό, ακολουθώντας τις αρχές της ισορροπίας δυνάμεων, του διλήμματος ασφαλείας και της συγκρούσεως ως του βασικού χαρακτηριστικού της εξωτερικής πολιτικής.  Η επίκληση της πίστεως και των ιδανικών της Χριστιανοσύνης ήταν καθαρά ρητορική, ενώ η τελική αποτυχία των Σταυροφοριών παρατίθεται ως απόδειξη αυτού:  η Outremer (τα υπερπόντια φραγκικά εδάφη της Μέσης Ανατολής) χάθηκε διότι οι Χριστιανοί δεν μπόρεσαν να βάλουν το όραμα τους και τα συμφέροντα της res publica Christiana πάνω από αυτά της φατρίας ή του βασιλείου τους.

 

Τα επόμενα χρόνια επιχειρήθηκε η ανάλυση των Σταυροφοριών από την οπτική του ιστορικού υλισμού.  Διεθνολόγοι όπως ο Benno Teschke (2003) παρουσίασαν τους πολέμους αυτούς ως διέξοδο για τα υλικά προβλήματα των δύο κυριάρχων τάξεων της δυτικής Ευρώπης, των φεουδαρχών και του κλήρου.  Οι διαρκείς διαμάχες των ιπποτών και των ηγεμονίσκων προκαλούσαν καταστροφές στην περιουσία και το ποίμνιο της Εκκλησίας, συνεπώς πρώτα μέσα από το κίνημα της «Ειρήνης του Θεού» και ύστερα από τις Σταυροφορίες, ο κλήρος έθεσε υπό έλεγχο αυτήν την άλογη βία και την εξέτρεψε μακριά από τα εδάφη του, προς ανακούφιση της δικής του περιουσίας αλλά και για την επέκταση της στο εξωτερικό.  Από την άλλη, οι Σταυροφορίες έδιναν διέξοδο σε στρώματα χαμηλοβάθμων φεουδαρχών, οι οποίοι δεν είχαν δική τους γη ή οικογένειες, συνεπώς η Μέση Ανατολή προσέφερε την ευκαιρία οικονομικής αποκαταστάσεως.  Παρ’ ότι η Εκκλησία όντως κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για την τιθάσευση και διοχέτευση της πολεμικής ορμής των ιπποτών, ενώ το σταυροφορικό κίνημα σίγουρα προσέλκυσε ιδιοτελείς τυχοδιώκτες, η ερμηνεία αυτή έχει δεχθεί κριτική ως απλουστευτική και ιστορικά ανακριβής, καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις για μεγάλη δημογραφική πίεση στην δυτική Ευρώπη της εποχής.

 

Σε μία εποχή πριν την εκκοσμίκευση και την απομάγευση της δημοσίας σφαίρας και της κοινωνίας γενικότερα, σε έναν πολιτισμό όπου κυριαρχούσε το μεταφυσικό-υπερβατικό στοιχείο και δύο από τις υψηλότερες αρετές ήταν η τιμή και η ανδρεία, η προσέγγιση των Σταυροφοριών καθαρά υπό το πρίσμα του υλικού ή πολιτικού συμφέροντος αποτυγχάνει να συλλάβει πολλές πτυχές του.  Ο φρενήρης ενθουσιασμός, η ανάληψη εκ μέρους φεουδαρχών και βασιλέων τεραστίων εξόδων και μεγάλων κινδύνων για να εκστρατεύσουν στην άλλη άκρη του τότε γνωστού κόσμου αφήνοντας τα εδάφη τους ευάλωτα, οι μαρτυρίες για το πώς το θρησκευτικό κήρυγμα συγκινούσε βαθιά όχι μόνο τους απλούς πιστούς αλλά και την εξουσία, όλα είναι συμπεριφορές που αψηφούν την ορθολογική συμπεριφορά που υποτίθεται ακολουθούν οι διεθνείς δρώντες.  Για τον άνθρωπο του Μεσαίωνα έννοιες όπως η Βασιλεία του Θεού, η Ύστατη Κρίση, η δύναμη της μετανοίας και του προσκυνήματος ήταν άμεσες, σχεδόν απτές, κεντρικές και αυτονόητες για την προσωπική και δημόσια ζωή, σε βαθμό δύσκολα κατανοητό ακόμη και για έναν σύγχρονο πιστό.  Τη διάσταση αυτή καλύπτουν κονστρουκτιβιστικές θεωρίες (Tal Dingott Alkopher 2006, Andrew Latham 2011), που δίνουν μεγάλη σημασία στις συλλογικές νοοτροπίες (mentalite collective) της εποχής, οι οποίες, ανεξαρτήτως του πως δημιουργήθηκαν, πλέον είχαν αυτονομηθεί από τους δημιουργούς τους, επηρεάζοντας την πραγματικότητα ως «ζωντανοί οργανισμοί».  Για την κατανόηση των Σταυροφοριών χρειάζεται γνώση θεολογικών ζητημάτων όπως η αμαρτία, η μετάνοια, ο δίκαιος και ιερός πόλεμος, η θέση της Εκκλησίας στον κόσμο.  Η προβολή των συγχρόνων κρατοκεντρικών χαρακτηριστικών του συστήματος στο παρελθόν αδυνατεί να συλλάβει το πνεύμα μίας εποχής, όπου ο πόλεμος ήταν επί της αρχής υπόθεση της Εκκλησίας (δεύτερο ξίφος) και ο Θεός αντιπάλευε το Διάβολο κατά κυριολεξίαν.  Η αναμόρφωση της δυτικής Εκκλησίας μετά το Γρηγόριο Ζ’ σε κυρίαρχο πολιτικό μηχανισμό (σε συνδυασμό με την πνευματική αναγέννηση που ακολούθησε) οδήγησε στην γέννηση της κοινωνικής κατασκευής των Σταυροφοριών, η οποία μετέτρεψε τη στρατιωτική αριστοκρατία σε militia Christi.  Από εκεί δημιουργήθηκαν μόνιμοι μηχανισμοί εξαπόλυσης Σταυροφοριών, μία παράδοση που νομιμοποιούσε τις ενέργειες αυτές, όπως και νέοι πολιτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί (Σταυροφορικά Κράτη, ιπποτικά μοναστικά τάγματα).

 

*φοιτητής διεθνών, ευρωπαϊκών και περιφερειακών σπουδών (mnovakopoulos.blogspot.gr)

 

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.