Ερωτική πρόσβαση σε «νόημα»

Του Χρήστου Γιανναρά

Το αν ο Θεός έγινε άνθρωπος δεν είναι είδηση δημοσιογραφική. Υπάρχουν δεδομένα της πραγματικότητας που δεν γνωστοποιούνται με πληροφόρηση ούτε με συλλογιστική ανάλυση.

Χιλιάδες άνθρωποι, κάτοικοι Αθηνών, βλέπουν κάθε μέρα μπροστά τους τον Παρθενώνα. Εχουν την πληροφόρηση ότι είναι σπουδαίο μνημείο Τέχνης, μοναδικό στην ανθρώπινη Ιστορία. Δεν ξέρουν γιατί. Δεν υποψιάστηκαν ποτέ ότι σαρκώνει «νόημα» (αιτία και σκοπό) της ύπαρξης των υπαρκτών και της συνύπαρξης. Το νόημα που οι Ελληνες ψηλαφούσαν στη συμπαντική αρμονία και τάξη: στον «κόσμο» – κόσμημα.

Αλλοι, εκατομμύρια άνθρωποι, ακούν τις σονάτες για βιολοντσέλο και πιάνο του Μπετόβεν, χωρίς ποτέ να αντιληφθούν ποιο καταστάλαγμα εκφραστικής τού αρρήτου τους χαρίζεται. Και άλλοι που δεν θα συναρπαγούν ποτέ από τα όσα «λέει» ο Βαν Γκογκ ή ο Γκωγκέν ή ο Σεζάν παλεύοντας με το χρώμα. H αλήθεια της ζωγραφικής τους, η αλήθεια της μουσικής του Μπετόβεν, η αλήθεια της αρχιτεκτονικής του Παρθενώνα, δεν μπορούν να γίνουν είδηση δημοσιογραφική.

Τι σημαίνει στη γλώσσα της κοινής μας συνεννόησης η λέξη «Θεός»; Ισως, απλά, ότι η ύπαρξη των υπαρκτών και η λογικότητα του ανθρώπου δεν είναι προϊόντα τυφλής αναγκαιότητας. Οτι η σοφία και το κάλλος («ώς πάντα προς εαυτό καλούν, όθεν και κάλλος λέγεται») παραπέμπουν στην προσωπική ετερότητα ενός δημιουργού, όπως παραπέμπει η ζωγραφική στον ζωγράφο, η μουσική στον μουσουργό, το ποίημα στον ποιητή. Είναι αυτή μια εμπειρική προσωπική πιστοποίηση που απηχείται στη λέξη «Θεός». Δεν συνιστά είδηση, δεν μεταβιβάζεται ως πληροφορία.

Η διαφαινόμενη ένδειξη είναι πάντως και στοιχειώδης λογική παραδοχή. Πάνω σε αυτήν χτίζει η ψυχολογική ανάγκη τη θρησκεία. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της αυτασφάλισης και θωράκισης του εγώ, απαιτεί σιγουριά, βεβαιότητες για να αντιταχθούν στο άγνωστο, στον τρόμο του θανάτου: Απαιτεί δόγματα, αξιωματικές αποφάνσεις, παρηγορητικές προσδοκίες. Καθόλου τυχαίο που η θρησκεία εξ ορισμού είναι ατομοκεντρική: Προσφέρει μία συγκροτημένη «πληροφόρηση», ικανή να θωρακίσει το εγώ με «ορθές» πεποιθήσεις («ορθόδοξες», θεσμοποιημένα αλάθητες). Παρέχει μια κωδικοποιημένη Ηθική, που η τήρηση των κανόνων της εξασφαλίζει σιγουριά αξιομισθίας. Και μια λατρεία, με άφθονο ψυχολογικό υλικό (συγκινήσεις, συναισθηματικές εξάρσεις, ευφραντική αυθυποβολή) για πληθωρική ατομική κατανάλωση. Ολα αυτά με έναν στόχο: Να πετύχει το άτομο την αιώνια σωτηρία, μια ατελεύτητη σε γραμμικό χρόνο επιβίωση του εγώ.

Στους Ελληνες η θρησκεία έμοιαζε να υπηρετεί περισσότερο τη μεταφυσική αναζήτηση και λιγότερο την ατομοκεντρική ψυχολογική ανάγκη. Οι αρχετυπικοί συμβολισμοί της μυθολογίας, ο φιλόσοφος λόγος, κάθε μορφή Τέχνης και κυρίως το «κοινόν άθλημα» για την πραγμάτωση της «πόλεως», ολοφάνερα σκόπευαν στη φανέρωση της «αλήθειας». H θρησκευτική εικονολογία συχνά λειτουργούσε ως «γλώσσα» υπαινικτική αυτής της φανέρωσης. Γιατί η αλήθεια δεν ήταν ιδεολόγημα ή ψυχολόγημα. Ηταν «τρόπος»: «ο τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος), δηλαδή η «κατά λόγον» τάξη και αρμονία της συμπαντικής κοσμιότητας. Και ο «τρόπος» δεν γνωρίζεται ως πληροφορία, ως είδηση. Μετέχεται, λέει ο μέγας Εφέσιος, τον γνωρίζουμε «κατά μετοχήν».

Στη σπουδή του «τρόπου» της αλήθειας συναντιώνται ο Ελληνισμός με τον Χριστιανισμό. O Χριστιανισμός δεν εμφανίστηκε στην Ιστορία σαν καινούργια θρησκεία, αυτοπροσδιορίστηκε ως «εκκλησία». H εκκλησία των πολιτών στους Ελληνες ήταν η πραγμάτωση και φανέρωση του «τρόπου» της «πόλεως», τρόπου «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξης και συνύπαρξης. Το ίδιο και η εκκλησία των Χριστιανών. Μόνο που στους Χριστιανούς ο «τρόπος» της αλήθειας δεν ήταν η νομοτελειακά δεδομένη αναγκαιότητα λογικής αρμονίας και τάξης του σύμπανος. Ηταν η ελευθερία της σχέσης, η αγάπη: η ύπαρξη ελεύθερη από κάθε προκαθορισμό, κάθε αναγκαιότητα.

Η ιστορική αφετηρία του χριστιανικού «τρόπου» απολύτως ρεαλιστική: «αυτό που είδαμε με τα μάτια μας, που ακούσαμε με τα αφτιά μας και ψηλάφησαν τα χέρια μας, αυτό μαρτυρούμε». Ενα ιστορικό πρόσωπο, σε ακριβέστατες χρονολογικές και γεωγραφικές συντεταγμένες, πραγματώνει και φανερώνει τον «τρόπο» της υπαρκτικής ελευθερίας. Παραπέμπει με την ύπαρξή του στην Αιτιώδη Αρχή της ύπαρξης: είναι ο ένσαρκος Λόγος της. Ευαγγελίζεται ως Αιτιώδη Αρχή μιαν ενσυνείδητη «προσωπική» ελευθερία, που υπάρχει επειδή θέλει να υπάρχει, και θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

Στην περίπτωση της Ελεύθερης Αυθυπαρξίας η αγάπη δεν είναι συμπεριφορά που απλώς συνοδεύει την ύπαρξη, είναι ο «τρόπος» της ύπαρξης. O Αίτιος της ύπαρξης «υποστασιάζει» την ύπαρξή του ως αγαπητική κοινωνία: «γεννώντας» τον Υιό και «εκπορεύοντας» το Πνεύμα. Δεν είναι η θεότητά του που τον κάνει ελεύθερα αυθύπαρκτο, είναι η πατρότητα. H θεότητα θα ήταν αναγκαστικός προκαθορισμός, η πατρότητα (αγάπη) είναι επιλογή του, η ελευθερία του.

Ελεύθερος από τη θεότητά του ο Θεός μπορεί να υπάρξει και ως άνθρωπος. Τα Χριστούγεννα είναι Γιορτή, έκρηξη χαράς μέσα στους αιώνες, για όσους στο βρέφος της Βηθλεέμ βλέπουν την ελευθερία του μανικού έρωτα να γίνεται «νόημα» (αιτία και σκοπός) της ύπαρξης. Στη φάτνη ψηλαφούν τον Θεό ελεύθερον από τη θεότητά του, στην Ανάσταση τον άνθρωπο ελεύθερον από την ανθρωπότητά του. Με τον «τρόπο» του έρωτα, τον τριαδικό «τρόπο», χαρίζεται και στον άνθρωπο των ποθητών το ακρότατο: Να υπάρχει επειδή ελεύθερα θέλει να υπάρχει, και να θέλει να υπάρχει επειδή αγαπάει.

«Πού εστιν η κόλασις η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγάπης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσεως αυτού; H ανταπόδοσις των αμαρτωλών οποία τις εστίν; Αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδει αυτοίς και τον πεσόντα εις τον άδην εγείρει αυτόν εν δόξη».

Οι ερωτευμένοι τον Νυμφίο Θεό, συναγωγή αγίων, εκκλησία εκφρόνων. Ασχετοι με τη «βιο»-λογική της θρησκείας: την αλλοτρίωση της ζωτικής δίψας σε χρησιμοθηρία ξύλινης κηρυγματικής κενολογίας, σε αλτρουισμό κοινωφελών συσσιτίων, σε χρυσοστόλιστες στολές ανύπαρκτης εξουσίας, σε περιδεή ειδωλοποίηση του κότσου, της γενειάδας, του τούρκικου τσουμπέ. Πίσω από την παντοδαπή καταστροφή σήμερα της ελληνώνυμης κοινωνίας μας χαίνει αβυσσαλέο το κενό «νοήματος» του βίου και της συμβίωσης: η αλλοτρίωση της Εκκλησίας σε «επικρατούσα θρησκεία», ατομοκεντρική. Γι’ αυτό και τα Χριστούγεννα φτηνή φιοριτούρα, να μασκαρευτεί το κενό.

kathimerini.gr

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.