Ερωφίλη και Ερωτόκριτος: Η Ακμή της Κρητικής Λογοτεχνίας (τέλη 16ου αι.-1690)

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Εντωμεταξύ στην Κρήτη, ανάμεσα στο τελευταίο με ασφάλεια χρονολογημένο έργο της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας, που είναι ο Χαλασμός (ή Η Συμφορά) της Κρήτης του Μανόλη Σκλάβου το 1508, και τα πρώτα έργα της περιόδου «ακμής της κρητικής λογοτεχνίας» (1570-1669) παρατηρείται ένα δυσερμήνευτο κενό έξι δεκαετιών, μετά από το οποίο η θεματολογία και η ποιότητα των έργων αλλάζουν ριζικά. Λόγοι σχετικοί με τις οικονομικές συνθήκες στη Μεσόγειο και την κατάσταση του εμπορίου της Βενετίας επηρέασαν άμεσα τη ζωή στον Χάνδα­κα, ο οποίος για κάποιο διάστημα κατά το πρώτο μισό του 16ου αι. έχασε προσωρινά τη σημαντική θέση του στο διεθνές εμπόριο. Παράλληλα, η πρωτεύουσα, αλλά και ολόκληρο το νησί βλέπουν τους λογίους τους να φεύγουν προς τη μητρόπολη, η οποία τους προσφέρει περισσότερες πνευματικές ευκαιρίες. Στον συνδυασμό αυτών των αιτίων πρέπει να αναζητηθεί η ερμηνεία του εξηντάχρονου κενού στην επώνυμη λογοτεχνική παραγωγή, αυτού που έχει ονομαστεί «χειμερία νάρκη», από την οποία η Κρήτη θα αρχίσει να συνέρχεται πια μόνο γύρω στα 1560-1570, όπου χρονολογούνται τα έμμετρα Βίος του αγίου και μεγάλου Νικολάου του Θεολογίτη και Μάλτας Πολιορκία του Αχέλη (van Gemert 1994, 614-620).

Ωστόσο, σώζονται δύο ανώνυμα ποιητικά έργα από το νησί (όπως υποδεικνύει η γλώσσα τους), που εικάζεται ότι γράφτηκαν μέσα στις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα και ανήκουν στην παράδοση των σατιρικών και αλληγορικών ιστοριών με ζώα, για την οποία έχουμε ξαναμιλήσει. Το πρώτο είναι η Φυλλάδα του Γαδάρου, η ομοιοκατάληκτη εκδοχή του Συναξαρίου του τιμημένου Γαδάρου, η οποία πρωτοτυπώθηκε το 1539 και γνώρισε τόσες ανατυπώσεις μέχρι τον 19ο αιώνα, ώστε να αναδειχτεί στο δημοφιλέστερο λαϊκό ανάγνωσμα του ελληνισμού. Το δεύτερο έργο είναι το ολιγόστιχο Ο Κάτης και ο Μποντικός, το οποίο σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο και δεν γνωρίζουμε αν τυπώθηκε ποτέ. Αμφότερα είναι αφηγηματικά ποιήματα, με καυστικό χιούμορ και έξυπνα σατιρικά ευρήματα το πρώτο, ενώ «λιγότερο ανατρεπτικό στη σατιρική του διάθεση» το δεύτερο, το οποίο πάντως διαθέτει «αρκετό χιούμορ, έξυπνη και κυρίως γρήγορη πλοκή, και με καθόλου ευκαταφρόνητα στιχουργικά και αφηγηματικά χαρίσματα» (Τικτοπούλου 2010, 15 & 17).

Την ίδια εποχή στην Ιταλία, ο 16ος αιώνας, γνωστός στην ιστορία του πολιτισμού ως «Cinquecento», σήμανε το τέλος του μεσαιωνικού θεάτρου και την ανάδυση του αναγεννησιακού, τα οποία, όπως είναι φυσικό, συνυπήρξαν για μεγάλο διάστημα. Στο θέατρο ειδικότερα, τα πρώτα σημάδια της αλλαγής ήρθαν από τη μελέτη των ρωμαϊκών έργων του Σενέκα, του Πλαύτου και του Τερέντιου, τα οποία από τον 14ο αι. γίνονται αντικείμενο μίμησης από ιταλούς συγγραφείς που γράφουν στα λατινικά κωμωδίες και τραγωδίες, χωρίς ωστόσο να τις προορίζουν για επαγγελματικές παραστάσεις. Όμως, από τις αρχές του 16ου αιώνα τα έργα γράφονται πια στα ιταλικά, ενώ και τα ρωμαϊκά έργα μεταφράζονται στην καθομιλουμένη. Παράλληλα, αρχίζει η εντατική ενασχόληση των λογίων με την Ποιητική του Αριστοτέλη και την Ποιητική Τέχνη του Ορατίου, από τον σχολιασμό των οποίων διαμορφώθηκε η θεωρία του δράματος του Cinquecento: μια σειρά κανόνων, με μικρές παραλλαγές από σχολιαστή σε σχολιαστή, οι οποίοι καθόριζαν τον τρόπο συγγραφής των θεατρικών έργων – τρόπος διαφορετικός για κάθε θεατρικό είδος της εποχής.

Εκτός από την κωμωδία και την τραγωδία, που υπήρχαν από την αρχαιότητα, στην Ιταλία του 16ου αιώνα γεννήθηκε το νέο δραματικό είδος της τραγικωμωδίας, με παρακλάδι του την ποιμενική τραγικωμωδία («tragicommedia pastorale»), η οποία τοποθετείται σε ειδυλλιακά εξοχικά περιβάλλοντα μιας ακαθόριστης ελληνικής αρχαιότητας, με ήρωες βοσκούς και βοσκοπούλες, νύμφες και σατύρους, με κεντρικό θέμα τον έρωτα και ένα απαραιτήτως αίσιο τέλος. Επιπλέον, καλλιεργήθηκαν τα «ιντερμέδια» («intermezzi»), που ήταν σύντομα δράματα με μουσικό-θεαματικό χαρακτήρα και γράφονταν συνήθως σε ενότητες των τεσσάρων (με αυτόνομη ή συνεχόμενη υπόθεση) προορισμένα να παίζονται ανάμεσα στις πέντε πράξεις των κύριων έργων.

Τις παραπάνω εξελίξεις στη θεατρική θεωρία και πράξη της Ιταλίας φαίνεται να τις γνώριζε ο σημαντικότερος έλληνας ποιητής αυτής της εποχής, ο θεατρικός συγγραφέας Γεώργιος (ή Τζώρτζης, όπως ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του) Χορτάτσης, τα χρόνια της συγγραφικής ακμής του οποίου τοποθετούνται στην τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα – μπορεί ωστόσο να είχε αρχίσει να γράφει νωρίτερα, καθώς για την κωμωδία του Κατζούρμπος έχει προταθεί πρωιμότερη χρονολόγηση, στις αρχές της δεκαετίας του 1580. Είναι πιθανό ο Χορτάτσης να έζησε κάποιο διάστημα στην Ιταλία, γεγονός που θα ερμήνευε τη μεγάλη εξοικείωσή του με την ιταλική και λατινική λογοτεχνία. Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα γνωστά στοιχεία, είναι ο εισηγητής του αναγεννησιακού θεάτρου στην ελληνική γλώσσα και μάλιστα αποκαλείται «πατέρας του νεοελληνικού θεάτρου», γιατί τα έργα του είναι τα παλαιότερα σωζόμενα στα νέα ελληνικά (στην κρητική διάλεκτο) θεατρικά κείμενα: εκτός από την κωμωδία που αναφέραμε, πρόκειται ακόμη για την τραγωδία Ερωφί­λη, που θεωρείται το αριστούργημά του, το ποιμενικό δράμα Πανώρια, και τα τέσσερα ιντερμέδια της Ερωφίλης, που, αν παιχτούν στη σειρά, συνθέτουν ένα ξεχωριστό θεατρικό έργο στο οποίο οι σύγχρονοι εκδότες του έδωσαν τον τίτλο Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ. Ακόμη, στα χειρόγραφα των έργων του σώζονται και άλλα αυτόνομα ιντερμέδια τα οποία ενδεχομένως είναι δικά του.

Ερωφίλη και Πανάρετος, σχέδιο του Νίκου Τσαρούχη

Το εύρος της μόρφωσης του Χορτάτση, έτσι όπως το συμπεραίνουμε από τα έργα του, περιλαμβάνει γνώση των εξελίξεων του ιταλικού θεάτρου, τις οποίες περιγράψαμε παραπάνω. Ωστόσο, η μεγάλη προσφορά του στα νεοελληνικά γράμματα έγκειται στον τρόπο χειρισμού και αξιοποίησης της γλώσσας στη σύνθεση των έργων του, η οποία χαρακτηρίζεται από ωριμότητα, περίτεχνη σύνταξη και από λόγο «μέχρις επιτηδεύσεως έντεχνο» (Αλεξίου & Αποσκίτη 1988, 52). Με τον Χορτάτση, το κρητικό ιδίωμα αναδείχτηκε σε άρτια λογοτεχνική γλώσσα και ο παραδοσιακός δεκαπεντασύλλαβος οργανώθηκε έντεχνα με διασκελισμούς και αποφυγή της χασμωδίας.

Ξεπερνώντας τα όρια του αιώνα στον οποίο βρισκόμαστε, στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε σύντομα στη διάδοση που γνώρισαν τα έργα του Χορτάτση μετά τη συγγραφή τους. Για την Ερωφίλη διαθέτουμε μια γνωστή μαρτυρία από τα μέσα του 17ου αιώνα ότι η τραγωδία «είχε παρασταθεί πολλές φορές στον Χάνδακα και πάντοτε άρεσε». Αλλά, ήδη από τα χρόνια κατά τα οποία ζούσε ο ποιητής, έχουμε ενδείξεις για δύο διαφορετικές παραστάσεις της Πανώριας, στις οποίες ο ίδιος πρέπει να είχε ανάμειξη, όπως μαρτυρούν τα χειρόγραφα του έργου. Εκτός όμως από τις παραστάσεις, η επίδραση που άσκησε ο Χορτάτσης ανιχνεύεται σε πολλές περιπτώσεις στην επώνυμη λογοτεχνία μέσα και έξω από την Κρήτη: στον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου· στα έργα των επτανήσιων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων Θεόδωρου Μοντσελέζε (1646) και Πέτρου Κατσαΐτη (αρχές του 18ου αιώνα)· σε θεατρικά του 17ου και 18ου αι. από τις Κυκλάδες· και έντονα στη δημοτική ποίηση, στην Κρήτη, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Ρούμελη, μέρη στα οποία έχουν καταγραφεί διασκευές της Ερωφίλης σε αφηγηματικά τραγούδια του είδους των παραλογών. Στα χρόνια κατά τα οποία τοποθετείται η ακμή του Χορτάτση, ιδρύεται στον Χάνδακα μία ακαδημία λογίων, η Ακαδημία των Stravaganti, στο πρότυπο ανάλογων ακαδημιών που υπήρχαν σε όλες σχεδόν τις ιταλικές πόλεις κατά τον 16ο αιώνα και σκοπό είχαν την καλλιέργεια των γραμμάτων, τη διοργάνωση ποιητικών διαγωνισμών και την ενίσχυση και διάδοση της δραματικής τέχνης. Η Ακαδημία των Stravaganti ήταν η δεύτερη τέτοια προσπάθεια στην Κρήτη, με πιθανή χρονολο­γία ίδρυσής της γύρω στα 1590· νωρίτερα (1562) είχε ιδρυθεί στο Ρέθυμνο η αντίστοιχη των Vivi, και αργότερα (πριν από το 1632) στα Χανιά αυτή των Sterili. Ιδρυτής και πρόεδρος της Ακαδημίας των Stravaganti για πολλά χρόνια υπήρξε ο βενετοκρητικός ευγενής από τη Σητεία, Ανδρέας Κορνάρος του Ιακώβου, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως η «πλέον εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της Κρήτης του δευτέρου ημίσεως του 16ου και του αρχών του 17ου αι.» (Παναγιωτάκης 1968, 67). Αδελφός αυτού του Κορνάρου, σύμφωνα με μία θεωρία, υπήρξε ο διάσημος (αλλά όχι με βεβαιότητα ταυτισμένος με συγκεκριμένο πρόσωπο) Βιτσέντζος, ποιητής του Ερωτόκριτου, της ερωτικής μυθιστορίας του 17ου αιώνα. Ανάλογα με την ταύτιση του ποιητή την οποία δέχεται κανείς, η συγγραφή του έργου τοποθετείται πριν από το 1613 ή στο διάστημα 1630-45.

Ο διάσημος πίνακας του Θεόφιλου, Ερωτόκριτος και Αρετούσα

Ο Ερωτόκριτος, των 10.000 περίπου ομοιοκατάλη­κτων δεκαπεντασύλλαβων, με την παραμυθένια υπόθεση και το καλό τέλος, τον ύμνο του έρωτα και της αρετής, την άψογη στιχουργία και την ισορροπημένη ποιητική γλώσσα, άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και παράδοσης.

Το έργο έχει έντονη σχέση με τη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, καθώς ακολουθεί κάποια ιταλική μετάφραση του γαλλικού μεσαιωνικού μυθιστορήματος Paris et Vienne, αλλά οφείλει πολλά και στον Αριόστο και στις ιταλικές λογοτεχνικές θεωρίες, καθώς και στην παράδοση των ελληνικών έμμετρων μυθιστοριών που έχουμε αναφέρει. Στην αρχή, επί έναν περίπου αιώνα κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα. Από το 1713 που πρωτοτυπώθηκε, διαβαζόταν επί 200 χρόνια στις φτηνές λαϊκές φυλλάδες της Βενετίας και αγαπήθηκε από εγγράμματους και αγράμματους· πέρασε στη δημοτική παράδοση και η από στήθους απαγγελία εκτενών αποσπασμάτων του συνόδευε τις πολύωρες αγροτικές εργασίες· ενέπνευσε καλλιτεχνικά από την ανώνυμη κρητικιά υφάντρα μέχρι τον αυτοδίδακτο Θεόφιλο και μείζονες σύγχρονους ζωγράφους· δεκάδες φορές διασκευάστηκε για το θέατρο ή για μουσικές εκτελέσεις σε όλη την Ελλάδα· με δυο λόγια, είναι το έργο που μίλησε όσο κανένα ανάλογο στην ψυχή του υπόδουλου και αργότερα του ελεύθερου ελληνισμού, αν και ήταν δημιούργημα ενός λόγιου ποιητή, ο οποίος φαίνεται ότι είχε γνώσεις ρητορικής, ποιητικής, ίσως ακόμη και ιατρικής.

Στον ίδιο ποιητή έχει κατά καιρούς αποδοθεί και ένα ακόμη έργο που μας παραδόθηκε ανώνυμο: η Θυσία του Αβραάμ, η οποία δραματοποιεί το γνωστό επεισόδιο από την Παλαιά Διαθήκη.

Η θυσία του Αβραάμ» («Κειμήλια προσφύγων από τη Μικρά Ασία»), 19ος αιώνας (Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών

Πρόκειται για σχετικά σύντομο έργο (περίπου χίλιοι ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι), χωρίς αφηγηματικά μέρη, στο οποίο όλοι οι ήρωες μιλούν σε ευθύ λόγο, αλλά που δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού θεατρικού της εποχής. Με πρώτη (σωζόμενη) έκδοση το 1713, υπήρξε και αυτό, όπως ο Ερωτόκριτος, μια εκδοτική επιτυχία των επόμενων αιώνων. Αν και έχει ένα ιταλικό πρότυπο, το Lo Isach του Luigi Grotto, οι ζεστοί χαρακτήρες του και οι ανθρώπινες αρετές που προβάλλει ξεπερνούν κατά πολύ τα αντίστοιχα του δυτικού έργου· το ίδιο και η γλωσσική και στιχουργική αρτιότητά του, που το κατατάσσουν στα μείζονα έργα της κρητικής λογοτεχνίας.

Στις αρχές του 17ου αι., όπου κατά μία άποψη τοποθετείται η συγγραφή των δύο προηγούμενων έργων, και μάλλον νωρίτερα από αυτά (γύρω στο 1600), χρονολογούνται δύο ακόμη έργα διαφορετικού γραμματολογικού είδους, ανώνυμα και τα δυο: η κωμωδία Στάθης, που σώζεται σε μεταγενέστερη, συντομευμένη εκδοχή από τα Επτάνησα και το ποιμενικό ειδύλλιο Βοσκοπούλα, ένα αφηγηματικό ποίημα με τραγικό τέλος και ήρωες βοσκούς και κτηνοτρόφους στα κρητικά βουνά, σε ένα εξιδανικευμένο βουκολικό περιβάλλον· η Βοσκοπούλα, μάλιστα, αποτελεί ένα από τα ελάχιστα δείγματα έμμετρων έργων που δεν γράφτηκαν σε δεκαπεντασύλλαβο, αλλά σε ενδεκασύλλαβους ιαμβικούς στίχους, οργανωμένους σε τετράστιχες στροφές, με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία. Και ενώ ο Στάθης δεν τυπώθηκε ποτέ, η Βοσκοπούλα συμπληρώνει την τετράδα των «ευπώλητων» έργων της κρητικής ακμής, μαζί με την Ερωφίλη, τον Ερωτόκριτο και τη Θυσία του Αβραάμ.

Εντωμεταξύ, στα 1645 οι Τούρκοι αποβιβάζονται στη δυτική Κρήτη· μέσα σε πολύ λίγα χρόνια καταλαμβάνουν τα Χανιά, το Ρέθυμνο και όλη την υπόλοιπη ενδοχώρα, και από τον Μάιο του 1648 αρχίζουν την πολιορκία του Χάνδακα, η οποία διήρκεσε είκοσι ένα χρόνια και κατέληξε στην παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς Τούρκους τον Σεπτέμβριο του 1669. Ήδη πριν από την παράδοση της γενέτειράς του, του Ρεθύμνου, φαίνεται ότι ο ποιητής Ιωάννης-Ανδρέας Τρώιλος είχε εγκατασταθεί στη Βενετία, όπου το 1647 τυπώνει την τραγωδία Βασιλεύς ο Ροδολίνος, το εκτενέστερο έργο του κρητικού θεάτρου. Στον Ροδολίνο έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρουν δύο μοναδικά στο είδος τους σύντομα κείμενα του ποιητή που προηγούνται της καθαυτό τραγωδίας, η Αφιέρωση σε έναν επιφανή κερκυραίο λόγιο της Βενετίας, τον Θωμά Φλαγγίνη, και μία προσφώνηση «Τοις αρετοστολισμένοις αναγνώσταις». Και τα δύο περιέχουν αναφορές που μας παραπέμπουν στις λογοτεχνικές θεωρίες και έρι­δες του ιταλικού Cinquecento· πρόκειται για σχόλια με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μοναδικά μέσα στη σωζόμενη παραγωγή του κρητικού θεάτρου.

Στη διάρκεια της πολιορκίας του Χάνδακα, και ειδικά στα πρώτα χρόνια της, η ζωή στην πόλη συνεχιζόταν κανονικά, στο μέτρο του δυνατού. Απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι ότι οι κάτοικοι δεν εγκατέλειψαν τις λογοτεχνικές τους ασχολίες και υπήρχε επίσης θεατρική δραστηριότητα. Άλλωστε, τα έργα που εξετάζουμε εδώ, τα οποία δεν είναι προϊόντα του προφορικού πολιτισμού αλλά επώνυμων ποιητών (ακόμη και αν σώζονται ανώνυμα), ήταν δημιουργήματα του αστικού χώρου και οι δημιουργοί τους ήταν μορφωμένοι και μέλη της ανώτερων κοινωνικών τάξεων. Ένας από αυτούς, ο βενετοκρητικός φεουδάρχης Μαρκαντώνιος Φόσκολος, το 1655 έγραψε την τελευταία γνωστή κωμωδία του κρητικού θεάτρου, τον έμμετρο πεντάπρακτο Φορτουνάτο, που σώθηκε από πολύ καλή τύχη σε ένα μόνο χειρόγραφο, το οποίο πέρασε από διάφορες περιπέτειες εξαιτίας του πολέμου. Το σημαντικότερο όμως είναι πως αποτελεί αυτόγραφο χειρόγραφο, δηλαδή γραμμένο από το χέρι του ίδιου του ποιητή, και από αυτή την άποψη είναι βέβαια ο πιστότερος μάρτυρας της αυθεντικής γλώσσας του έργου. Ο Φορτουνάτος έχει συντεθεί στην κρητική διάλεκτο με πολλά στοιχεία της καθομιλουμένης, δηλαδή λέξεις ιταλικής προέλευσης, αλλά και ονομασίες φαγητών, όπλων, ακόμη και ειδών ρουχισμού που χρησιμοποιούνταν στα χρόνια εκείνα· δίνει ακόμη μεγάλη έμφαση στο λεκτικό χιούμορ, με τα σεξουαλικά υπονοούμενα και τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται ανάμεσα στους ήρωες.

Ο ίδιος ο κώδικας μέσα στον οποίο ενσωματώθηκε το αρχικό χειρόγραφο του έργου, ο ελληνικός κώδικας ΧΙ 19 (1934) της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας, έχει τη δική του σπουδαιότητα, καθώς διασώζει πολλά και σημαντικά έργα της κρητικής λογοτεχνίας: την κρητοεπτανησιακή τραγωδία Ζήνων, την Πανώρια, το σατιρικό στιχούργημα Θρήνος του Φαλλίδου, τον Στάθη, τη Θυσία του Αβραάμ, το θρησκευτικό Αποκάλυψη της Υπεραγίας Θεοτόκου, την εκτενή έμμετρη Παλαιά και Νέα Διαθήκη (έργο διαφορετικό από το σχεδόν ομότιτλο του Ιωαννίκιου Καρτάνου που είδαμε) και τον Φορτουνάτο. Στα τέσσερα τελευταία, μάλιστα, παρατηρούμε το ενδιαφέρον φαινόμενο ότι έχουν γραφεί ή αντιγραφεί στο λατινικό αλφάβητο και όχι στο ελληνικό. Αυτή ήταν μία συνήθεια οφειλόμενη στην ιταλική μόρφωση των ποιητών ή αντιγραφέων, των οποίων ωστόσο η μητρική γλώσσα ήταν τα ελληνικά. Μάλιστα, από το χέρι του Μαρκαντώνιου Φόσκολου μάς σώζεται και ένα χειρόγραφο αντίγραφο της Ερωφίλης, επίσης σε λατινικούς χαρακτήρες.

Η πτώση του Χάνδακα, εφτά χρόνια μετά τον θάνατο του Φόσκολου, όπως και όλα τα γεγονότα του λεγόμενου Κρητικού Πολέμου (1645-1669) δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν ασυγκίνητους τους ποιητές.

Γερμανικός χάρτης με την τελευταία φάση της πολιορκίας του Χάνδακα

Το 1646 οι Τούρκοι κατέλαβαν το Ρέθυμνο· ανάμεσα στους πρόσφυγες που έφυγαν για μια καινούρια πατρίδα βρισκόταν και ο Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής, συγγραφέας μιας εκτενούς έμμετρης χρονογραφίας (σχεδόν 12.000 ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι) για την τουρκική κατάκτηση της Κρήτης, της Διηγήσεως διά στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου, γνωστής ως Κρητικός Πόλεμος για συντομία. Ο Μαρίνος άρχισε να γράφει τον Κρητικό Πόλεμο όταν ο Χάνδακας παραδόθηκε στους Τούρκους, και είχε ως πηγές του τις προσωπικές του αναμνήσεις (για την κατάληψη των Χανιών και του Ρεθύμνου), τις μαρτυρίες άλλων προσφύγων και κάποια ελληνόγλωσσα κείμενα. Ίσως όμως είχε γράψει νωρίτερα κάποια τμήματα του έργου και τα ενσωμάτωσε αργότερα στη μεγάλη σύνθεση. Ο Κρητικός Πόλεμος εκδόθηκε στη Βενετία το 1681. Στο τέλος του κυρίως έργου, το οποίο χωρίζεται σε άνισου μεγέθους και ποιότητος επεισόδια, ο ποιητής προσθέτει το ποίημα «Φιλονεικία Χάνδακος και Ρεθέμνου», όπου οι δύο προσωποποιημένες πόλεις ερίζουν για το ποια είναι ανώτερη από την άλλη απαριθμώντας τους φημισμένους ανθρώπους που γέννησε η καθεμιά.

Την καταστροφή του 1669 έχει ως θέμα και ο Θρήνος της Κρήτης του Κρητικού, μετέπειτα Πατριάρχη Αλεξανδρείας, Γεράσιμου Παλλαδά (περ. 1625-1713). Πρόκειται για ένα ποίημα με λόγια επίδραση, το οποίο αποτελείται από 42 στροφές και είναι γραμμένο σε σπάνιο μέτρο, που το καθιστά ικανό να ψάλλεται σε εκκλησιαστική μελωδία, σε ήχο πλάγιο β΄. Το έργο ξεκινά μιλώντας για την αστάθεια του κόσμου, στη συνέχεια περιγράφει τον πολύνεκρο πόλεμο, τον εκπατρισμό και τα βάσανα των προσφύγων, καθώς και την απελπισία ορισμένων από αυτούς που γύρισαν στο νησί και βρήκαν τα πάντα αλλαγμένα.

Εντωμεταξύ, εκτός από τα μείζονα έμμετρα αυτά έργα που γράφτηκαν νησί, υπάρχει και άλλη λογοτεχνική δραστηριότητα στη δημώδη από Κρητικούς μέσα στον 17ο αι. Το 1632, ο ιερωμένος και αντιγραφέας χειρογράφων Νικηφόρος Βενετζάς κάνει μια καινούργια μετάφραση του μυθιστορήματος Βαρλαάμ και Ιωάσαφ στην κοινή γλώσσα με στοιχεία του κρητικού ιδιώματος, πιθανώς απευθείας από το βυζαντινό κείμενο του Ιωάννη Δαμασκηνού. Η αξία του κειμένου αυτού, πέρα από λογοτεχνική, είναι και γλωσσική, καθώς μας σώζεται το αυτόγραφο χειρόγραφο του Βενετζά και έτσι έχουμε «μια πιστή εικόνα της γλώσσας ενός απλού ανθρώπου εκείνης της εποχής» (Τσαβαρή 1992, 23). Λίγα χρόνια αργότερα, το ίδιο κείμενο μεταφράζει και ο πολυταξιδεμένος λόγιος μοναχός Αγάπιος Λάνδος, ο οποίος γεννήθηκε στον Χάνδακα, ασκήτεψε στο Άγιον Όρος και πέθανε στη Βενετία. Χρησιμοποιώντας την ομιλουμένη της εποχής του στο πολυποίκιλο έργο του, ο Λάνδος βοήθησε στην παιδεία και την αφύπνιση των υπόδουλων Ελλήνων.

Τέλος, αναφορά πρέπει να γίνει και σε ένα ποίημα 672 στίχων, που συνδέεται βέβαια με τα γεγονότα του Μεγάλου Κρητικού Πολέμου, αλλά μας μεταφέρει στις γειτονικές Κυκλάδες, και πιο συγκεκριμένα στο νησί της Πάρου· η ανώνυμη Λεηλασία της Παροικιάς της Πάρου αποτελεί μια έμμετρη ιστορική αφήγηση που εστιάζει στις συνέπειες της επιδρομής του οθωμανικού στόλου στην πρωτεύουσα του νησιού και πιθανολογείται ότι γράφτηκε λίγο μετά τα γεγονότα (Μάιος 1668), πιθανότατα από κάποιον κρητικό πρόσφυγα. Κείμενο λησμονημένο και παραμελημένο από τους μελετητές, παρουσιάζει ενδιαφέρον ως η μοναδική λογοτεχνική πηγή των σχετικών ιστορικών συμβάντων, η οποία μάλιστα αποκλίνει από τον μετρικό «κανόνα» της εποχής, δηλαδή τον δημοφιλή δεκαπεντασύλλαβο, καθώς είναι γραμμένο σε ομοιοκατάληκτους ιαμβικούς ενδεκασύλλαβους στίχους.

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.