Ευρωπαϊκή Ένωση και Έθνος – Κράτος

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το μεγάλο, υπαρξιακών διαστάσεων, ερώτημα που έθεσαν κυρίως οι Γερμανοί και οι Γάλλοι πολιτικοί, όπως ο Ζακ Σιράκ και ο Γιόσκα Φίσερ: πώς θα μπορέσει η ΕΕ να διατηρήσει τη συνοχή της, την αποτελεσματικότητά της και τη δημοκρατική της νομιμοποίηση, όταν τα μέλη της θα έχουν γίνει περισσότερα από είκοσι; Αμφότεροι πρότειναν ως απάντηση στο ερώτημα την ομοσπονδιακή δομή για την «πρωτοπορία» εκείνη των ευρωπαϊκών κρατών η οποία θα επιλέξει να προχωρήσει προς αυτή την κατεύθυνση. 

Παράλληλα, η όλη αυτή προβληματική ανέδειξε ένα κρίσιμο ερώτημα που σταδιακά ήλθε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για ολόκληρη την περασμένη δεκαετία: κατά πόσο μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης θα υπάρξει υπέρβαση των εθνικών κρατών και σταδιακή αντικατάστασή τους είτε από πολυεθνικές και πολυπολιτισμικές κρατικές οντότητες είτε από πολιτικά μορφώματα όπως η ΕΕ. 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης έχει αρχίσει να προκαλεί μία διαφοροποίηση ακόμα και σε παραδοσιακά εθνικά κράτη. Το γεγονός όμως αυτό μπορεί, εν μέρει, να δικαιώνει τις ανωτέρω προβλέψεις. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας απέδειξε το αντίθετο, τη δυναμική επάνοδο του εθνικισμού και την επιβεβαίωση του έθνους κράτους. Μετά την κατάρρευση των παραδοσιακών αυτοκρατοριών και της αποικιοκρατίας, η Σοβιετική Ένωση και η Γιουγκοσλαβία ήταν δύο κλασικές απόπειρες για την υποχρεωτική ένταξη εθνών σε υπερεθνικές κρατικές οντότητες.  

Ο 20ός αιώνας σφραγίστηκε από την ίδρυση νέων εθνικών κρατών και όλα δείχνουν ότι αυτή η τάση θα παραμείνει κυρίαρχη. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση που τουλάχιστον μέχρι την τρέχουσα οικονομική κρίση έδειχνε να εξελίσσεται σε υπερεθνικό θεσμό. Η διαδικασία ενοποίησης της Γηραιάς Ηπείρου, όμως, είναι μία τελείως διαφορετική υπόθεση, η οποία επιβεβαιώνει ότι μόνον εάν τα έθνη αποκτήσουν το δικό τους κράτος μπορούν στη συνέχεια να συμμετάσχουν εθελοντικά στη διαμόρφωση μίας πολυεθνικής κοινότητας. 

Σχετικά με την Ευρώπη, το ζήτημα του έθνους-κράτους εμφανίζεται περίπλοκο επειδή τα σημαντικότερα έθνη της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης είναι, με πλανητικά μέτρα, μεσαίες δυνάμεις, δηλαδή δυνάμεις οι οποίες ούτε μπορούν να μείνουν στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων ούτε να διατηρήσουν τη θέση τους αυτοδύναμα η καθεμιά (πολύ λιγότερο αν η καθεμιά στραφεί εναντίον των υπολοίπων). Οι δυνάμεις αυτές συνειδητοποιούν τη νέα κατάσταση πραγμάτων βαθμιαία μόνον, επειδή παλιές νοοτροπίες τις εμποδίζουν να συλλάβουν τις πλανητικές πλέον διαστάσεις των προβλημάτων και επειδή εν μέρει ακόμα ζουν από τα τεράστια αποθέματα της ιμπεριαλιστικής εποχής. Όσο διαρκούσε αυτή η εποχή, ο ανταγωνισμός των μεγάλων ευρωπαϊκών εθνών μεταξύ τους δεν εμπόδισε την οικουμενική επικράτηση της Ευρώπης – απεναντίας μάλιστα ο ανταγωνισμός ωθούσε προς την επέκταση, προκειμένου ο καθένας να μην υστερήσει σε σχέση με την επέκταση των ανταγωνιστών του. 

Η κατάσταση αυτή, που κράτησε πάνω από τέσσερις αιώνες, άλλαξε τώρα διπλά: μειώνεται τόσο το ειδικό (οικονομικό, δημογραφικό, γεωπολιτικό) βάρος της Ευρώπης όσο και η κοσμοϊστορική σημασία των ενδοευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Ο πλανήτης δεν συνομαδώνεται πλέον γύρω από τον άξονα των ανταγωνισμών αυτών, παρότι τα ευρωπαϊκά έθνη υποχρεώνονται τώρα να συνομαδωθούν εν όψει των πλανητικών ανταγωνισμών. Αυτό ερμηνεύει το γεγονός ότι οι μεγάλοι Ευρωπαϊκοί πόλεμοι ήταν δυνατοί επειδή η Ευρώπη κυριαρχούσε στον κόσμο, σήμερα είναι αδύνατοι επειδή η Ευρώπη έπαυσε να είναι η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ιστορίας. 

Επιπλέον, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελείται από εθνικά κράτη δεν μπορεί να μετατραπεί σε ένα χωνευτήρι εθνοτήτων και πολιτισμών, όπως οι ΗΠΑ. Όσοι ονειρεύονται ένα είδος υπερεθνικού ομοιογενοποιημένου Ευρωπαίου, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να υπονομεύουν το ιστορικό πείραμα που συντελείται στην Ευρώπη. Η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα σε αυτό το πείραμα και σε όλα τα προηγούμενα είναι ότι τώρα τα εθνικά κράτη παραχωρούν τμήματα της κυριαρχίας τους εθελοντικά και στη βάση μίας δημοκρατικής διαδικασίας, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει εθνική αλλοτρίωση. 

Για να καταστεί το έθνος-κράτος ξεπερασμένο, η συλλογική οντότητα θα πρέπει να διευρυνθεί και να επιλέξει μίαν άλλη μορφή οργάνωσης της πολιτικής μονάδας. Όμως, πάντοτε θα υπάρχουν και θα δρουν συλλογικές οντότητες, με σκοπό να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους πλεονεκτική θέση στον αγώνα κατανομής-εκτός και αν καταστεί περιττή κάθε πολιτική οργάνωση, κάτι που στο παρόν ιστορικό στάδιο φαίνεται ουτοπία. Οι οικονομιστές νεο-φιλελεύθεροι, που προσδοκούν κάτι τέτοιο προσπαθώντας να επιβάλουν κυβερνήσεις οικονομικών τεχνοκρατών, θα όφειλαν να δουν πιο συνολικά την ιστορική πραγματικότητα κι όχι μόνο με αυστηρά οικονομικούς όρους. Με αυτό τον τρόπο υπονομεύουν το ευρωπαϊκό όραμα και αναγκάζουν τους ευρωπαϊκούς λαούς να περιχαρακώνονται σε εθνοκεντρικές προσεγγίσεις περασμένων δεκαετιών.  

philenews.com

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.