Ζήσιμος Λορεντζάτος – Μικρά Σύρτις (Αποσπάσματα)

Εδώ στο κοκκινόχωμα με το έρμο πεύκο
Στο πέτρινο βουνό που το μουλάρι βοσκάει την ανηφόρα
Και το θυμάρι πετάει την κάφτρα του στο πρώτο τίναγμα της άνοιξης
Μια μοίρα δοκιμάζω μαγικά στραμένη
Μέσα στον κόσμο του πολέμου και της αναρχίας
Προς τη Μεγάλη Ενότητα που συνοψίζουν
Σε τούτη την αφετηρία της πατρικής μου γης
Λίγοι φελλοί κατράμι σάπια ροκανίδια
Μια τράτα που τραβούν λοξοί ψαράδες

Ένα νησί θεονήστικο από συννεφιά


Με ανθρώπους που πασκίζουν θ’ απομείνω
Άνθρωπος μικρής τροχιάς με δύσκολο ριζικό
Που στρέψανε το ρέμα του και το ποτάμι Στάθη
Και το Στοιχειό τού ποταμού πετάχτηκε στην άκρη

Άνθρωπος μικρής τροχιάς με δύσκολο ριζικό
Μέσα στο ξένο κατασκεύασμα τής ιστορίας
Με σπίτι για το σώμα του αλλά δίχως σπίτι
Ένας που μέγαρα είχεν άλλοτες και μαρμαρένιες προκυμαίες
Με πλήθη που κατέβαιναν από νωρίς αδειάζοντας την πόλη
Να προβοδίσουν μετ’ ελπίδος λέει και ολοφυρμών
Οι μεν εταίρους οι δε υιέας.
Και τούτοι παράβγαιναν ως την Αίγινα
Σαν καρποφόρα που τα γέλασαν καλοκαιριά
Μεγίστη ελπίδι των μελλόντων προς τα υπάρχοντα
Το τέλος τους γράφτηκε αργότερα στις Συρακούσες
Το άλογο που τους κράταγε φίδια καλλιγωμένο
Δρασκέλησε μιά νύχτα τ’ ουρανού τις πλάκες
Και από Οίας λαμπρότητος ες οίαν τελευτήν
Κατάντησαν

Σωπαίνω


Άγριες ανεμώνες και κοχύλια
Ψάρια με το θάνατο στα χείλια

Το μεγάλο πράσινο σμαράγδι
Θα το πιάσουμε στο παραγάδι

Στο βυθό που αράζουνε συντρίμια
Τα καβούρια στρώνουνε κιλίμια


Η οχιά ψηλά στον ουρανό
Μπαίνει στον πρώτο κεραυνό

Με το σεργιάνι τής οχιάς
Στη γλώσσα μπαίνει τής φωτιάς

Κι η οχιά σφιχτά κουλουριασμένη
Στο δίσκο τού ήλιου μέσα μπαίνει

[Ζήσιμος Λορεντζάτος / Περιοδικό ΑΝΤΙ – Αθήνα : Τεύχος 823-824, 2004]

ΑΝΕΜΟΥΡΙΟΝ

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΖΗΣΙΜΟΥ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΥ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.