Η άλωση και απελευθέρωση της Ρώμης Ο Κελτο-Ρωμαϊκός πόλεμος του 390 π.Χ (Μέρος Β΄)

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά την συντριβή στις όχθες του ποταμού Αλλία, οι θριαμβευτές Κέλτες εισήλθαν στην ηττημένη Ρώμη και έθεσαν τους υπερασπιστές της που είχαν καταφύγει στον Καπιτωλίνο λόφο υπό πολιορκία. Πολιορκία η οποία χαράχτηκε ανεξίτηλα στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ρωμαίων των επόμενων γενεών και διανθίστηκε από πολλά επεισόδια ημιμυθικής φύσεως.

Η άφιξη στην Ρώμη των ελάχιστων ανδρών που κατάφεραν να διαφύγουν από το πεδίο της μάχης προς νότο προκάλεσε πανικό στον πληθυσμό της πόλης. Καθώς δεν είχε γίνει γνωστό ακόμα πως το μεγαλύτερο μέρος του ρωμαϊκού στρατεύματος είχε διαβεί τον Τίβερη και εγκατασταθεί με ασφάλεια στην ακρόπολη των Βηίων, οι κάτοικοι θεώρησαν πως τα ανθρώπινα κουρέλια που έβλεπαν μπροστά τους ήταν οι μοναδικοί επιζώντες της περήφανης στρατιάς που μόλις λίγες μέρες πριν είχε αναχωρήσει για τον βορρά. Καθώς από ό,τι φαίνεται μάλιστα η πόλη δεν διέθετε ακόμα εκείνη την εποχή ισχυρά λίθινα τείχη, παρά μόνο κάποιον πρόχειρο περίβολο τον οποίο είχε ξεπεράσει σε έκταση ο επεκτεινόμενος οικιστικός ιστός της Ρώμης, η πλειοψηφία του πληθυσμού των πληβείων αποφάσισε να εγκαταλείψει τις εστίες της, καταφεύγοντας είτε πέρα από τον Τίβερη προς την Ετρουρία, είτε προς νότο προς τις λατινικές πόλεις-κράτη. Οι ρωμαϊκές αρχές και οι πολίτες που αποφάσισαν τελικά να αντισταθούν στους εισβολείς οχυρώθηκαν μαζί με τις οικογένειές τους και ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν από τα τιμαλφή τους στον Καπιτωλίνο λόφο, ενώ οι ιερείς του Κιρινού και οι Εστιάδες φυγαδεύτηκαν με τα ιερά σκεύη προς την σύμμαχο ετρουσκική πόλη Καίρη.

Μετά την μεγάλη στρατιωτική επιτυχία τους στον Αλλία, οι Κέλτες υπό τον Σένονα φύλαρχο Βρέννο, έχοντας πλέον τον κύριο όγκο του ρωμαϊκού στρατού οχυρωμένο στους Βηίους στα δυτικά τους, και την Ρώμη φαινομενικά ανυπεράσπιστη στον νότο, πιθανότατα προβληματίστηκαν αρκετά για το ποιά θα ήταν η ενδεδειγμένη οδός δράσης. Μετά από σχολαστική αναγνώριση η οποία έδειξε πως οι Ρωμαίοι στους Βήιους δεν σκόπευαν να κινηθούν εναντίον τους και πως η Ρώμη ήταν άδεια από τον πληθυσμό της, το ένστικτο της λαφυραγωγίας τελικά υπερίσχυσε. Την αυγή της τέταρτης μέρας μετά την μάχη, αφού εισήλθαν στην πόλη από την βορειότερη πύλη της, κατευθύνθηκαν προς την Αγορά, το οικονομικό και πολιτικό της κέντρο. Αφού άφησαν ένα απόσπασμά τους να φρουρεί το μέρος, οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν στις εγκαταλελειμένες γειτονιές για να λεηλατήσουν τις άδειες οικίες. Ενώ όμως βρήκαν τα σπίτια των πληβείων κλειστά και έρημα, οι επαύλεις των πατρικίων ανακαλύφθηκαν με τις θύρες να χάσκουν ορθάνοικτες, φέρνοντας σε αμηχανία τους εισβολείς που έγιναν μάρτυρες ενός πρωτοφανούς, όσο και μεγαλοπρεπούς θεάματος:

Σύμφωνα με παράδοση που διασώζει ο Τίτος Λίβιος, οι γηραιότεροι από τους συγκλητικούς, αλλά και όσοι στα νιάτα τους είχαν διακριθεί στα στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα της πόλης, αρνήθηκαν να επιβαρύνουν με την παρουσία τους τους υπερασπιστές του Καπιτωλίου και αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν το τέλος τους υπερήφανα. Αφού ντύθηκαν με τα επισημότερα ενδύματά τους και τα διακριτικά των αξιωμάτων τους, κάθισαν στα αλαβάστρινα καθίσματά τους και περίμεναν τους βαρβάρους μέσα στις οικίες τους. Αβέβαιος αν πρόκειται για άνθρωπο ή για το άγαλμα κάποιου θεού, ένας από τους Κέλτες τράβηξε τη γενειάδα του πατρικίου Μάρκου Παπίριου, ο οποίος ως απάντηση τον χτύπησε με την μαγκούρα του στο κεφαλι. Ο γενναίος πατρίκιος ήταν ο πρώτος που εσφάγη από τους εξαγριωμένους Κέλτες, με τους υπόλοιπους Ρωμαίους πρεσβύτερους να ακολουθούν σύντομα την τύχη του…

Αφού λεηλάτησαν την ανυπεράσπιστη πόλη, οι Κέλτες συγκετρώθηκαν ξανά στην Αγορά, όπου εγκατέστησαν το στρατόπεδό τους. Παρά τις αρχαίες μαρτυρίες που υποστηρίζουν πως η Ρώμη ισοπεδώθηκε και πυρπολήθηκε, τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν να υπήρξε καταστροφή σε τέτοια έκταση. Είναι αρκετά πιθανό ομως οι πολιορκητές να ισοπέδωσαν τα κτίρια πέριξ του Καπιτωλίνου λόφου, ώστε να ξετρυπώσουν τυχόν ρωμαϊκές ενέδρες εντός του αστικού ιστού και για να έχουν καθαρό οπτικό πεδίο προς τους πολιορκημένους. Μετά από απραξία λίγων ημερών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Ρωμαίοι δεν έδειξαν διαθέσεις παράδοσης, οι Κέλτες αποφάσισαν να καταλάβουν το Καπιτώλιο με έφοδο. Καθώς ανέβαιναν την απότομη πλαγιά με κόπο και ενώ βρίσκονταν στα μισά της διαδρομής, οι Ρωμαίοι άνοιξαν τις πύλες και τούς αντεπιτέθηκαν με σφοδρότητα. Χάρη στην στενότητα του χώρου, τον βαρύ οπλιτικό τους οπλισμό και το πλεονέκτημα πως μάχονταν σε κατηφόρα, οι Ρωμαίοι νίκησαν μάλλον εύκολα τους ελαφρύτερα οπλισμένους Κέλτες, απωθώντας τους πίσω στην Αγορά. Οι απώλειες των τελευταίων μάλιστα ήταν τόσο μεγάλες, ώστε αποφάσισαν να μην επαναλάβουν πάλι κατά μέτωπο επίθεση, αλλά να κάμψουν τους υπερασπιστές με κανονική πολιορκία. Έτσι, αφού άφησαν ένα μέρος του στρατού τους να επιτηρεί τους οχυρωμένους Ρωμαίους, οι υπόλοιποι χωρίστηκαν σε επιμέρους τμήματα συλλογής εφοδίων και ξεχύθηκαν στα περίχωρα για να λεηλατήσουν τους αγρούς.

Στο μεταξύ, η ακρόπολη των Βηίων, της ετρουσκικής πόλης που οι Ρωμαίοι είχαν αλώσει και εξανδραποδίσει τον πληθυσμό της λίγα χρόνια πριν, μετατράπηκε σε χώρο συγκέντρωσης και αναδιοργάνωσης τόσο των επιζώντων της μάχης στον Αλλία, όσο και πολλών προσφύγων που είχαν εγκαταλείψει την Ρώμη τις προηγούμενες μέρες. Έχοντας χάσει την ηγεσία τους, πρώτο μέλημα των λεγεωναρίων ήταν η εκλογή νέου αρχηγού. Τον βρήκαν στο πρόσωπο ενός έμπειρου εκατόνταρχου, του Κουίντου Καιδίκιου. Η επιλογή τους αποδείχθηκε επιτυχημένη, καθώς ο Καιδίκιος φάνηκε εξαιρετικά δραστήριος ηγέτης. Αποσπάσματα συλλογής εφοδίων απογύμνωσαν την ύπαιθρο γύρω από τους Βηίους, ώστε να στερήσουν τους πολύτιμους πόρους της από τους πολιορκητές, ενώ ένα σώμα Ετρούσκων επιδρομέων που θεώρησαν την συγκυρία ιδανική για να λεηλατήσουν τους αγρούς και τις αλυκές στην ρωμαϊκή επικράτεια (μάλλον από την πόλη Ταρκυνία ή τους Φαλέριους, παραδοσιακούς αντιπάλους της Ρώμης), αιφνιδιάστηκε και κατατροπώθηκε. Αν και το συγκεκριμένο επεισόδιο αποτελεί πιθανότατα αναχρονιστική αναφορά του Λίβιου σε αντίστοιχη ετρουσκική επιδρομή που έλαβε χώρα στα μέσα του 4ου αιώνα, ένα καιροσκοπικό εγχείρημα από τους αντιπάλους της Ρώμης δεδομένης της δύσκολης θέσης της δεν είναι διόλου απίθανο, ενώ διαφαίνεται πως αν και οι Κελτες κυριαρχούσαν νοτίως του Τίβερη, βορείως του ποταμού η κατάσταση ελεγχόταν από την φρουρά των Βηίων.

Παρά την επιτυχία της, η de facto αρχηγεία του Καιδίκιου ήταν ανεπίσημη, καθώς δεν είχε την επικύρωση της Συγκλήτου. Επιπλέον χρειαζόταν μια φυσιογνωμία της συγκλητικής τάξης και αναγνωρισμένου κύρους για να αναλάβει πρωτοβουλίες και να κινητοποιήσει το σύνολο του πληθυσμού και των συμμάχων της Ρώμης. Ένα τέτοιο πρόσωπο βρισκόταν αρκετά νοτιότερα, στο Λάτιο: Ο εξόριστος εκπορθητής των Βηίων, ο Μάρκος Φούριος Καμίλλος.

Έχοντας καταδικαστεί σε εξορία από τους πολιτικούς του αντιπάλους για υπεξαίρεση λαφύρων από τους Βηίους , ο Καμίλλος εξέτιε την ποινή του στην λατινική πόλη Αρδέα, όταν κατέφθασε κελτικό στρατιωτικό απόσπασμα που άρχισε να δηώνει την ύπαιθρο. Σύμφωνα με την εκδοχή της ιστορίας όπως διασώζεται από τον Λίβιο και τον Πλούταρχο, αλλά όχι από τον Διόδωρο και τον Πολύβιο που δεν αναφέρουν καθόλου στην εξιστόρησή τους τον Καμίλλο, οι κάτοικοι της Αρδέας, έχοντας το δίχως άλλο εκτίμηση στις ικανότητες του ξακουστού πολέμαρχου, συσπειρώθηκαν γύρω του για να τους οδηγήσει κατά των λαφυραγωγών. Μετά από νυκτερινή πορεία, ο Καμίλλος αιφνιδίασε τους Κέλτες πιάνοντάς τους κυριολεκτικά στον ύπνο και τους εξόντωσε.

Τα νέα της νίκης αυτής δεν άργησαν να διαδοθούν. Σύντομα πολλοί Ρωμαίοι φυγάδες, αλλά και Λατίνοι εθελοντές συσπειρώθηκαν γύρω από τον θρυλικό στρατηγό για να πολεμήσουν τους βόρειους βάρβαρους, ενώ η ειδηση έφτασε και στους Βηίους, όπου ο Καιδίκιος αποφάσισε πως είχε βρει τον κατάλληλο άνθρωπο. Ένας στρατιώτης, ο Κομίνιος Πόντιος, στάλθηκε ως αγγελιοφόρος στην Ρώμη για να πάρει την τελική έγκριση της Συγκλήτου. Αφού πέρασε τις κελτικές γραμμές σχετικά εύκολα, καθώς οι Κέλτες όντας άπειροι στις πολιορκίες εκτελούσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, αναρριχήθηκε τον Καπιτωλίνο Λόφο από μια απότομη πλαγιά. Εκεί η Σύγκλητος επικύρωσε το αίτημα των στρατιωτών, διορίζοντας μάλιστα τον Καμίλλο δικτάτορα (dictator).

Παρά την αρνητική έννοια που έχει ο όρος «δικτάτορας» σήμερα, στην δημοκρατική Ρώμη ο dictator οριζόταν θεσμικά από τη Σύγκλητο σε περιόδους πολιτικής ή στρατιωτικής κρίσης απολαμβάνοντας σχεδόν απόλυτη εξουσία ανάλογη με αυτή του «στρατηγού αυτοκράτορα» στην αρχαία Ελλάδα. Η λειτουργία των υπόλοιπων θεσμών δεν διακοπτόταν, αλλά όλοι τους υπάγονταν στην υπέρτατη εξουσία του dictator, το imperium, ώστε να επιταχύνεται η διαδικασία λήψης των αποφάσεων. H θητεία του dictator κρατούσε έξι μήνες ή μέχρι την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου πολιτικού ή στρατιωτικού στόχου (causa) που προκαθόριζε η Σύγκλητος. Στα πλαίσια της απόλυτης εξουσίας αυτού του αξιώματος λοιπόν ο Καμίλλος, ανέλαβε και τυπικά την ηγεσία των ρωμαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στους Βηίους, ακολουθούμενος από πλήθος Ρωμαίων φυγάδων και Λατίνων συμμάχων.

Και οι Κέλτες όμως δεν κάθονταν άπραγοι. Καθώς οι εβδομάδες περνούσαν και άρχισαν να πιέζονται από τις ελλείψεις τροφίμων και από μια επιδημία ελονοσίας που ενέσκυψε λόγω της εγκατάστασής τους κοντά στα έλη του Τίβερη (η διάρκεια επτά μηνών που αναφέρει ο Πλούταρχος για την πολιορκία είναι απλά εξωφρενική δεδομένης της απειρίας των Κελτών και των περιορισμένων μέσων που διέθεταν), είχε καταστεί σαφές πως η πολιορκία έπρεπε να τελειώνει το συντομότερο. Καθώς μια μετωπική επίθεση αποκλειόταν ως ενδεχόμενο λόγω των υψηλών απωλειών που αυτή συνεπαγόταν, οι Κέλτες άρχισαν να εξερευνούν τις πλαγιές του Καπιτωλίνου για κάποια εναλακτική διαδρομή προς την κορυφή. Μετά από ενδελεχή έρευνα βρήκαν το μονοπάτι από το οποίο είχε αναρριχηθεί ο Κομίνιος Πόντιος και ένα επίλεκτο σώμα πολεμιστών ετοιμάστηκε για νυκτερινή επιχείρηση αιφνιδιασμού της ρωμαϊκής φρουράς.

Την νύχτα, οι Κέλτες επίλεκτοι σκαρφάλωσαν στην κορυφή χωρίς να γίνουν αντιληπτοί ούτε από τους σκοπούς, ούτε από τα σκυλιά της φρουράς. Σύμφωνα με τον θρύλο όμως τους αντιλήφθηκαν οι ιερές χήνες του ναού της Ήρας, οι οποίες στην θέα των ξένων πολεμιστών άρχισαν να κρώζουν και ξύπνησαν τους Ρωμαίους. Στην μάχη που ακολούθησε διακρίθηκε ο Μάρκος Μάνλιος, γόνος επιφανούς οικογένειας πατρικίων και πρώην ύπατος, ο οποίος αφού έκοψε το χέρι του πρώτου Κέλτη που συνάντησε, τον έσπρωξε με την ασπίδα του πάνω στους συμπολεμιστές του που ακολουθούσαν από πίσω του, με αποτέλεσμα να γκρεμιστούν όλοι μαζί από την απότομη πλαγιά. Σύντομα το σύνολο των φρουρών επέπεσε επί της κελτικής καταδρομικής ομάδας εξοντώνοντάς την.

Μετά από εβδομάδες ανεπιτυχούς πολιορκίας οι Κέλτες, εξαντλημένοι από την πείνα και τις ασθένειες που τους μάστιζαν, κάλεσαν τους Ρωμαίους σε διαπραγματεύσεις, αφήνοντας σαφές υπονοούμενο πως θα μπορούσαν να εξαγοραστούν για να φύγουν. Πιεσμένη εξίσου από τις στερήσεις και με τον ρωμαϊκό στρατό στους Βηίους να μην ειναι προφανώς σε θέση να νικήσει σε μάχη τους Κέλτες, η ρωμαϊκή φρουρά δέχθηκε την πληρωμή λύτρων (χιλίων λιβρών χρυσού σύμφωνα με τον Λίβιο) ως αντάλλαγμα για την λύση της πολιορκίας. Κατά την ζύγιση του χρυσού, οι Κέλτες παρασπόνδησαν, χρησιμοποιώντας σταθμά βαρύτερα από τα συνηθισμένα. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο διοικητής της ρωμαικής φρουράς Κουίντος Σουλπίκιος διαμαρτυρήθηκε, ο αρχηγός των Σενόνων Κελτών πέταξε κυνικά το βαρύ σιδερένιο ξίφος του στη ζυγαριά κραυγάζοντας το διαβόητο «Ουαί τοις ηττημένοις!» (Vae victis!).

H εξαγορά των Σενόνων προκειμένου να αποχωρήσουν υπήρξε βαριά ταπείνωση για τους Ρωμαίους. Τραυμάτισε το συλλογικό τους υποσυνείδητο σε τέτοιο βαθμό, ώστε 300 χρόνια μετά ο Λίβιος και οι λοιποί ρωμαιόφιλοι συγγραφείς της εποχής συνέγραψαν μια αρκετά ευφάνταστη ιστορία για το πώς διασώθηκε τελικά η ρωμαϊκή υπερηφάνεια, καθώς «θεός και άνθρωπος αρνήθηκαν να γίνουν οι Ρωμαίοι εξαγορασμένος λαός». Σύμφωνα με τα αρχαία χρονικά λοιπόν, πριν ακόμα ολοκληρωθεί το ζύγισμα του χρυσού, ο Καμίλλος έφτασε με στρατιά 20.000 ανδρών, Ρωμαίων και συμμάχων, στην Ρώμη. Κηρύσσοντας την συνθήκη άκυρη, καθώς δεν είχε επικυρωθεί από τον ίδιο ως ανώτατο πολιτειακό άρχοντα και δηλώνοντας πως η Ρώμη εξαγοράζει την ελευθερία της μόνο με σίδηρο, ο Ρωμαίος δικτάτωρ νίκησε τους Κέλτες σε δύο μεγάλες μάχες, μια ανάμεσα στα καπνισμένα ερείπια της Ρώμης και μία 13 χλμ ανατολικά της πόλης, όπου οι εισβολείς εξοντώθηκαν ολοκληρωτικά, καθώς «ούτε οι αγγελιαφόροι δεν σώθηκαν για να αναφέρουν την καταστροφή».

Αν και η παραπάνω ιστορία όπως διασώζεται από τους χρονικογράφους της ρωμαϊκής περιόδου προφανώς δεν αποτελεί παρά μύθευμα προς τέρψιν του κοινού τους, δεν αποκλείεται να εμπεριέχονται σπέρματα αλήθειας. Καθώς η ύπαιθρος γύρω από τη Ρώμη είχε δηωθεί, είναι πολύ πιθανόν η κελτική στρατιά να διασπάστηκε σε μικρότερες ομάδες υπό την ηγεσία τοπικών οπλαρχηγών ώστε να διευκολύνεται ο ανεφοδιασμός των ανδρών. Έτσι, και με τις ρωμαϊκές δυνάμεις υπό τον Καμίλλο να καραδοκούν στους Βηίους (από όπου ήδη πιθανότατα παρενοχλούσαν με καταδρομικές επιχειρήσεις τους πολιορκητές) δεν αποκλείεται μεμονωμένες μονάδες Κελτών να παγιδεύτηκαν κατά την υποχώρησή τους και να εξοντώθηκαν από τους ανασυνταγμένους Ρωμαίους ή από τις πολιτοφυλακές ετρουσκικών πόλεων, όπως η Καίρη. Ειδικότερα για την τελευταία, ο Στράβων αναφέρει πως οι στρατιώτες της νίκησαν σε μάχη τους Σένονες που επέστρεφαν από τον νότο και ανέκτησαν τον ρωμαϊκό χρυσό. Αν και τα πραγματικά γεγονότα δεν είναι ξεκάθαρα μέσα στην αχλή του μύθου, είναι προφανές πως η ετρουσκική πόλη μάλλον έπαιξε σημαντικότερο ρόλο στα γεγονότα από ό,τι αναφέρουν οι Ρωμαίοι συγγραφείς.

Όπως και να έχει πάντως, η πολιορκία της Ρώμης αποτέλεσε μάλλον πύρρειο νίκη για τους Κέλτες. Αν και θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως την προσοχή τους τράβηξαν οι διενέξεις με άλλα φύλα στην πεδιάδα του Πάδου ή η επικερδής μισθοφορική σταδιοδρομία στις τάξεις του συρακούσιου στρατού του τυράννου Διονυσίου Α’, είναι γεγονός πως οι άγριοι πολεμιστές του βορρά δεν θα ξαναεισέβαλαν στο Λάτιο παρά μόνο μια γενιά μετά, το 360 π.Χ, όταν μια κελτική στρατιά συμμάχησε με την λατινική πόλη των Τιβούρων που αγωνιζόταν κατά της ανανεωμένης εκείνη την περίοδο ρωμαϊκής επιθετικότητας.

Οι συνέπειες ήταν εξαιρετικά βαθύτερες στην ίδια την Ρώμη. Η καταστροφή των περιουσιών των πληβείων, το επί χρόνια άλυτο αγροτικό ζήτημα και το επιδεινούμενο πρόβλημα του χρέους, που είχε οδηγήσει στην εξαθλίωση μεγάλο αριθμό πολιτών, προκάλεσαν σοβαρή εσωτερική κρίση στην ίδια την Ρώμη, ενώ η ηγεμονική θέση της πόλης του Τίβερη στο Λάτιο και την Ετρουρία αμφισβητήθηκε.

H ήδη κακή μετά τον πόλεμο οικονομική κατάσταση των πολιτών επιδεινώθηκε λόγω της κατασκευής νέου ισχυρότερου λίθινου τείχους (του λεγόμενου σήμερα Σέρβιου Τείχους που αποδίδεται μάλλον αυθαίρετα στον Ρωμαίο βασιλιά Σέρβιο Τούλιο), έργου εξαιρετικά κοστοβόρου, ενώ ο Μάρκος Μάνλιος Καπιτωλίνος, ήρωας που διακρίθηκε κατά την κελτική καταδρομική επιχείρηση στο Καπιτώλιο και υπέρμαχος των αιτημάτων των φτωχότερων Ρωμαίων πολιτών, κρίθηκε ένοχος συνωμοσίας ανατροπής του ολιγαρχικού πολιτεύματος και ρίχθηκε ατιμωτικά σαν εγκληματίας από τον Ταρπηίο Βράχο. Διαφωνία υπήρξε μεταξύ των Ρωμαίων ακόμη και για το αν θα έπρεπε να ανοικοδομηθεί η ίδια η Ρώμη ή να μετοικήσουν μαζικά στην φύσει οχυρή θέση των Βηίων, ενώ για το υπόλοιπο της πρώτης πεντηκονταετίας του αιώνα, οι Ρωμαίοι θα πολεμούσαν συνεχώς σε όλα τα μέτωπα με πλειάδα αντιπάλων, από τις πλούσιες πόλεις της Ετρουρίας και τις κοινότητες των σκληροτράχηλων Ουόλσκων στην πεδιάδα του Ποντίνε στο νότιο Λάτιο, μέχρι τους Κέλτες και έναν πειρατικό στόλο του Συρακούσιου τυράννου Διονυσίου Β’ που στάλθηκε βόρεια για να λεηλατήσει την τυρρηνική ακτή.

Σε αυτή την δύσκολη εποχή για την πόλη, τις τύχες της ανέλαβε να σηκώσει στους ώμους του ο νέος μεγάλος άντρας της, ο Μάρκος Φούριος Καμίλλος. Αναλάμβανοντας απανωτά τόσο την υπέρτατη εξουσία του dictator, όσο και άλλα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα, εργάστηκε για την αναδιοργάνωση του ηττημένου στρατού της πόλης, αλλάζοντας τις τακτικές και τον εξοπλισμό του και ξεκινώντας την διαδικασία εκείνη που οδήγησε στον φοβερό ρωμαϊκό στρατό της ύστερης Δημοκρατίας, ενώ ηγήθηκε των πολεμικών προσπαθειών σε όλα τα μέτωπα κατανικώντας στις περισσότερες των περιπτώσεων τους εχθρούς της Ρώμης. Η πολιτεία του Ρέμου και του Ρωμύλου, αν και λύγισε, δεν κατέρρευσε. Στα επόμενα χρόνια η Ρώμη, όχι μόνο μπόρεσε να επαναφέρει στην τάξη τους αμφισβητίες συμμάχους της, αλλά και να επεκταθεί εδαφικά, κυρίως νότια στις περιοχές των πάντα εχθρικών Ουόλσκων, εγκαθιστώντας εποίκους στις περιοχές τους και τελικά εξαφανίζοντάς τους ως τα τέλη του αιώνα ως αυτοτελές έθνος.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 340 π.Χ, λιγότερο από μισό αιώνα μετά την καταστροφή της Ρώμης από τους Κέλτες, οι ρωμαϊκοί Aετοί ήταν έτοιμοι πλέον να απλώσουν τα φτερά τους πέρα από το Λάτιο, σε ένα ιστορικό παράλληλο της εκρηκτικής εξάπλωσης της αθηναϊκής ηγεμονίας σχεδόν αμέσως μετά την καταστροφή των Αθηνών από τους Πέρσες τo 480 π.Χ.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.