Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μόνο κατ’ όνομα υπήρχε τις παραμονές της Άλωσης. Ήταν περιορισμένη, κυρίως, στην περιοχή γύρω από την Κωνσταντινούπολη και σε κάποιες σκόρπιες περιοχές, όπως το Δεσποτάτο του Μυστρά. Οι θρησκευτικές έριδες, οι εμφύλιες διαμάχες, οι σταυροφορίες, η επικράτηση του φεουδαρχισμού και η εμφάνιση πολλών και επικίνδυνων εχθρών στα σύνορά της είχαν καταστήσει την πάλαι ποτέ Αυτοκρατορία ένα «φάντασμα» του ένδοξου παρελθόντος της.

Το Βυζάντιο σ’ εκείνη την κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του με την οθωμανική λαίλαπα προ των πυλών του, δεν μπορούσε να ελπίζει παρά μόνο στη βοήθεια της καθολικής Ευρώπης, η οποία όμως ήταν μισητή στους κατοίκους της Κωνσταντινούλης. Η ύπαρξη «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών» δίχαζε τους Βυζαντινούς. Ωστόσο, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έκανε μία απέλπιδα προσπάθεια, στέλνοντας πρεσβεία στον πάπα Νικόλαο Ε’ για να ζητήσει βοήθεια. Ο Πάπας έβαλε και πάλι ως όρο την Ένωση των Εκκλησιών, αλλά αποδέχθηκε το αίτημα του αυτοκράτορα να στείλει στην Κωνσταντινούπολη ιερείς, προκειμένου να πείσουν τον λαό για την αναγκαιότητα της Ένωσης.

Οι απεσταλμένοι του Πάπα, καρδινάλιος Ισίδωρος και ο αρχιεπίσκοπος Μυτιλήνης Λεονάρδος, λειτούργησαν στην Αγία Σοφία, προκαλώντας την αντίδραση του κόσμου, που ξεχύθηκε στους δρόμους και γέμισε τις εκκλησίες, όπου λειτουργούσαν οι ανθενωτικοί με επικεφαλής τον μετέπειτα πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Το σύνθημα που κυριαρχούσε ήταν «Την γαρ Λατίνων ούτε βοήθειαν ούτε την ένωσιν χρήζομεν. Απέστω αφ’ ημών η των αζύμων λατρεία».

Το μίσος για τους Λατίνους δεν απέρρεε μόνο από δογματικούς λόγους. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει τη βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Σταυροφόροι στην Πρώτη Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ενώ αντιδρούσε στην οικονομική διείσδυση της Βενετίας και της Γένουας, που είχε φέρει στα πρόθυρα εξαθλίωσης τους κατοίκους της Αυτοκρατορίας, αλλά και στην καταπίεση των ορθοδόξων στις περιοχές, όπου κυριαρχούσαν οι καθολικοί.

Αντίθετα, οι Οθωμανοί φαίνεται ότι συμπεριφέρονταν καλύτερα προς τους χριστιανούς. Πολλοί χριστιανοί είχαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, ακόμη και στο στράτευμα, ενώ κυριαρχούσαν στο εμπόριο. Οι χωρικοί πλήρωναν λιγότερους φόρους και ζούσαν με ασφάλεια. Έτσι, στην Κωνσταντινούπολη είχε σχηματισθεί μία μερίδα που διέκειτο ευνοϊκά προς τους Οθωμανούς. Την παράταξη αυτή εξέφραζε ο Λουκάς Νοταράς με τη φράση «Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».

Από τις αρχές του 1453 ο Μωάμεθ προετοιμαζόταν για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Με έδρα την Ανδριανούπολη συγκρότησε στρατό 150.000 ανδρών και ναυτικό 400 πλοίων. Ξεχώριζε το πυροβολικό του, που ήταν ό,τι πιο σύγχρονο για εκείνη την εποχή και ιδιαίτερα το τεράστιο πολιορκητικό κανόνι, που είχαν φτιάξει Σάξωνες τεχνίτες. Στις 7 Απριλίου, ο σουλτάνος έστησε τη σκηνή του μπροστά από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού και κήρυξε επίσημα την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης.

Ο αγώνας ήταν άνισος για τους Βυζαντινούς, που είχαν να αντιπαρατάξουν μόλις 7.000 άνδρες, οι 2.000 από τους οποίους μισθοφόροι, κυρίως Ενετοί και Γενουάτες, ενώ στην Πόλη είχαν απομείνει περίπου 50.000 κάτοικοι με προβλήματα επισιτισμού.

Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Το τείχος αυτό, που επί 1000 χρόνια είχε βοηθήσει την Κωνσταντινούπολη να αποκρούσει νικηφόρα όλες τις επιθέσεις των εχθρών της, τώρα ήταν έρμαιο του πυροβολικού του σουλτάνου, που από τις 12 Απριλίου άρχισε καθημερινούς κανονιοβολισμούς.

Οι Τούρκοι προσπάθησαν πολλές φορές να σπάσουν την αλυσίδα που έφραζε τον Κεράτιο κόλπο και προστάτευε την ανατολική πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Στις 20 Απριλίου ένας στολίσκος με εφόδια υπό τον πλοίαρχο Φλαντανελλά κατορθώνει να διασπάσει τον τουρκικό κλοιό μετά από φοβερή ναυμαχία και να εισέλθει στον Κεράτιο, αναπτερώνοντας τις ελπίδες των πολιορκούμενων.

Ο Μωάμεθ κατάλαβε αμέσως ότι μόνο το πυροβολικό του δεν έφθανε για την εκπόρθηση της Πόλης, εφόσον παρέμεινε απρόσβλητος ο Κεράτιος. Με τη βοήθεια ενός ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο και τη νύχτα της 21ης προς την 22α Απριλίου, περίπου 70 πλοία σύρθηκαν από τον Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Η κατάσταση για τους πολιορκούμενους έγινε πλέον απελπιστική, καθώς έπρεπε να αποσπάσουν δυνάμεις από τα τείχη για να προστατεύσουν την Πόλη από την πλευρά του Κεράτιου, όπου δεν υπήρχαν τείχη.

Η τελική έφοδος των Οθωμανών έγινε το πρωί της 29ης Μαΐου 1453. Κατά χιλιάδες οι στρατιώτες του Μωάμεθ εφόρμησαν στη σχεδόν ανυπεράσπιστη πόλη και την κατέλαβαν μέσα σε λίγες ώρες. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που νωρίτερα απέκρουσε με υπερηφάνεια τις προτάσεις συνθηκολόγησης του Μωάμεθ, έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Αφού έσφαξαν τους υπερασπιστές της Πόλης, οι Οθωμανοί Τούρκοι προέβησαν σε εκτεταμένες λεηλασίες και εξανδραποδισμούς. Το βράδυ, ο Μωάμεθ ο Πορθητής εισήλθε πανηγυρικά στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε στον Αλλάχ «αναβάς επί της Αγίας Τραπέζης», όπως αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Στις αρχές Νοεμβρίου 1452, δυο βενετικά πλοία που κατέπλεαν από τον Εύξεινο Πόντο αρνήθηκαν να σταματήσουν στο Νεόκαστρο για επιθεώρηση. Παρά τις βολές των κανονιών εναντίον τους κατάφεραν να ξεφύγουν χωρίς ζημιές. Δεκαπέντε μέρες αργότερα ένα τρίτο προσπάθησε να κάνει το ίδιο, αλλά βυθίστηκε από ένα κανονιοβολισμό. Ο πλοίαρχος Αντόνιο Ρίτζο και το πλήρωμα αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στο Διδυμότειχο όπου βρισκόταν ο Μωάμεθ. Αυτός διέταξε τον αποκεφαλισμό των μελών του πληρώματος. Ο Ρίτζο καταδικάστηκε σε ανασκολοπισμό και το σώμα του “εκτέθηκε” δίπλα στον δρόμο (Δούκας, Νικολό Μπάρμπαρο).

Στο μεταξύ, στην Κωνσταντινούπολη η κατάσταση ήταν αποκαρδιωτική. Διάφοροι πρόσφυγες από τα περίχωρα είχαν καταφύγει σ’ αυτήν επιτείνοντας το πρόβλημα του επισιτισμού. Τα ταμεία του κράτους ήταν σχεδόν άδεια. Η συμφωνία με τον Ουννάδη, αποτελούσε τεράστιο πλήγμα, ενώ στο εσωτερικό της Βασιλεύουσας επικρατούσε πολιτικοϊδεολογική διαμάχη. Η μόνη ελπίδα πλέον, ήταν η βοήθεια της Καθολικής Ευρώπης. Ο Κωνσταντίνος έστειλε πρεσβεία στον Πάπα Νικόλαο Ε΄, ο οποίος έθεσε ως όρο την ένωση των δυο Εκκλησιών. Ο αυτοκράτορας φαινόταν διαλλακτικός, αλλά συναντούσε σφοδρή αντίδραση από τον λαό και τον κλήρο. Έτσι ζήτησε από τον Πάπα να στείλει ιερείς ικανούς και πειστικούς, οι οποίοι θα βοηθούσαν να πραγματοποιήσει την ένωση. Έτσι τον Νοέμβριο του 1452 έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη ο καρδινάλιος Ισίδωρος (του Κιέβου), γεννημένος το 1385 στην Ελλάδα (πιθανότατα στη Μονεμβασία), κάτοχος σημαντικής παιδείας και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λέσβου Λεονάρδος (γνωστός ως ο Λεονάρδος ο Χίος, ελληνικής καταγωγής κι αυτός). Μαζί τους είχαν και 200 πολεμιστές.

Στις 12 Δεκεμβρίου 1452 ο καρδινάλιος λειτούργησε στην Αγιά Σοφιά και κατόπιν κηρύχθηκε η ένωση που είχε ψηφίσει η Σύνοδος της Φλωρεντίας. Ο λαός ωστόσο, στη μεγάλη του πλειοψηφία, συγκεντρώθηκε στις εκκλησίες, που λειτουργούσαν ανθενωτικοί ιερείς και κυρίως στη Μονή του Παντοκράτορα, όπου ζούσε ο Γεώργιος Σχολάριος, ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση.

Το μίσος για τους Λατίνους, οφειλόταν στην κατοχή της Κωνσταντινούπολης από αυτούς (1204-1261) και όσα δεινά είχαν υποστεί τότε, αλλά και αργότερα οι Βυζαντινοί. Επίσης, οι ανεκτικότερες, σε κάποια σημεία, αρχές του Ισλάμ και του οθωμανικού κράτους από εκείνους που επέβαλε η Καθολική Δύση και η καταπίεση των Ορθόδοξων Ελλήνων στις γενουατικές και βενετικές αποικίες, μεγάλωναν ακόμα περισσότερο την αντιπάθεια των Βυζαντινών προς τους Δυτικούς.

Από την πλευρά τους οι Δυτικοί, αν και φαίνεται ότι ήθελαν να βοηθήσουν τους Βυζαντινούς, αντιμετώπιζαν τα δικά τους προβλήματα. Οι Βενετοί με τους Γενουάτες είχαν μεγάλη έχθρα. Οι σχέσεις τους με τον Πάπα δεν ήταν πολύ καλές, γιατί ο ποντίφικας δεν πλήρωσε ποτέ για κάποιες βενετσιάνικες γαλέρες που χρησιμοποίησε το 1444.

Ο στόλος τους, σε μεγάλο βαθμό, ήταν επιφορτισμένος με την προστασία των αποικιών της Γαληνοτάτης. Οι Γενοβέζοι, που είχαν στην κατοχή τους το Πέραν της Κωνσταντινούπολης και ορισμένες αποικίες, όπως και τη Χίο, αρκέστηκαν να δημοσιεύσει μια-δυο προτροπές προς τους χριστιανικούς λαούς της Ευρώπης, να κινηθούν εναντίον των Τούρκων.

Η Ραγούζα (σημ. Ντουμπρόβνικ), αν και είχε επικυρώσει πρόσφατα τα προνόμια της Κωνσταντινούπολης, εμπορευόταν και σε Οθωμανικά λιμάνια. Έτσι δεν διακινδύνευε κανένα τμήμα του μικρού της στόλου, παρά μόνο αν αυτός αποτελούσε τμήμα ευρύτερου χριστιανικού συνασπισμού.

Μόνο ο Αλφόνσος, βασιλιάς της Νεάπολης, με συμφέροντα και διεκδικήσεις στην Ελλάδα και τους Καταλανούς υπηκόους του να εμπορεύονται στην Κωνσταντινούπολη κινήθηκε έμπρακτα. Έστειλε, με βασικό χρηματοδότη τον Πάπα, ένα στολίσκο στο Αιγαίο, τον οποίο όμως απέσυρε αργότερα.

Στις αρχές Ιανουαρίου 1453, ο Μωάμεθ Β΄, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να κινηθεί εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Ο Χαλίλ, που ίσως χρηματιζόταν από τους Βυζαντινούς, ήταν αντίθετος στο σχέδιο αυτό.

Όμως οι στρατιωτικοί, ο εξωμότης Ζαγανός, ο Τουραχάν αλλά και ο ευνούχος Σεχαμπεντίν ήταν θερμοί θιασώτες της απόφασης του Μωάμεθ για επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης.

Το καλοκαίρι του 1452, ένας Ούγγρος (κατ’ άλλους Σάξονας) μηχανικός, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Βυζαντινούς. Ο Κωνσταντίνος όμως, δεν μπορούσε να του δώσει τα χρήματα που ζητούσε. Έτσι πήγε στον Μωάμεθ και συμφώνησε, εισπράττοντας τετραπλάσια χρήματα απ’ όσα ήθελε, να φτιάξει ένα τεράστιο κανόνι. Σε τρεις μήνες, έχοντας και τεχνική υποστήριξη έφτιαξε το πρώτο κανόνι. Ήταν αυτό που τοποθέτησε στο Ρούμελι Χισάρ ο Μωάμεθ και βύθισε το βενετσιάνικο πλοίο του Ρίτζο.

Έπειτα ο σουλτάνος, διέταξε τον Ουρβανό να φτιάξει ένα κανόνι διπλάσιο από το πρώτο. Αυτό, χυτεύθηκε στην Αδριανούπολη και ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο. Η κάννη του είχε μήκος περίπου 8 μέτρα. Το πάχος του μπρούντζου από το οποίο ήταν φτιαγμένο, ήταν 2 μέτρα και η περιφέρειά του, ένα μέτρο στο πίσω μέρος και 2,5 μέτρα στο μπροστινό.
Τον Μάρτιο, το κανόνι άρχισε το ταξίδι του για την Κωνσταντινούπολη. Το έσερναν 60 βόδια και διακόσιοι άνδρες βάδιζαν πλάι του για να κρατούν σταθερό το κάρο του κανονιού. Στο μεταξύ, υπό τις οδηγίες του Ουρβανού τα χυτήρια παρήγαγαν και άλλα κανόνια, μικρότερα όμως από το “θηρίο” που περιγράψαμε.

Στις 26 Ιανουαρίου 1453, έφτασαν στην Πόλη δυο γενουατικά πλοία με 700 πολεμιστές. Επικεφαλής τους ήταν ο (Γενουάτης) Giovanni Giustiniani Longo (Ιουστινιάνης). Γεννημένος το 1418, εξαιρετικός στρατιωτικός και ειδικός στην αντιμετώπιση των πολιορκιών, έλαβε τον τίτλο του πρωτοστράτορα και την υπόσχεση ότι θα του παραχωρηθεί η Λήμνος, αν η Πόλη δεν πέσει.

Παράλληλα, από τις αρχές του 1453, οι Οθωμανοί επιτέθηκαν στις πόλεις της Προποντίδας (Άγιος Στέφανος, Επιβάτες και Ηράκλειας) και του Εύξεινου Πόντου (Βιζύη, Αγχίαλος, Μεσημβρία) που βρισκόταν υπό βυζαντινή κυριαρχία και τις κατέλαβαν. Μόνο η Σηλυβρία φαίνεται ότι αντιστάθηκε αποτελεσματικά. Κατά μία εκδοχή, έπεσε στα χέρια των Τούρκων μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ

2 Απριλίου 1453: Γίνεται ορατό το πρώτο εχθρικό απόσπασμα. Καταστρέφονται οι γέφυρες της τάφρου και κλείνουν οι πύλες της Πόλης (Κριτόβουλος, Κάλλιστος).
Παράλληλα, με μια τεράστια αλυσίδα την οποία εγκατέστησε ο Γενοβέζος μηχανικός Μπαρτολομέο Σαλίνγκο κλείνει η είσοδος του Κεράτιου Κόλπου (Μπάρμπαρο, Λεονάρδος Χίου, Φραντζής, Δούκας).

5 Απριλίου 1453: Οι δυνάμεις των Οθωμανών με επικεφαλής του Μωάμεθ φτάνουν έξω απ’ τη Βασιλεύουσα. Οι υπερασπιστές καταλαμβάνουν τις θέσεις τους στα τείχη της.

6 Απριλίου 1453: Το σούρουπο της μέρας αυτής ξεκινούν οι κανονιοβολισμοί εναντίον της Πόλης. Ο οθωμανικός στόλος (6 τριήρεις, 10 διήρεις, 15 γαλέρες με κουπιά, 75 “φούστες”, πλοία πιο ελαφριά απ’ τις διήρεις και 20 παραντάρια, βαριές μεταφορικές μαούνες με πανιά), με επικεφαλής τον Βούλγαρο εξωμότη Σουλεϊμάν Μπαλτόγλου, επιχειρούν να σπάσουν χωρίς αποτέλεσμα την αλυσίδα του Βοσπόρου (η επίθεση αυτή, ίσως έγινε στις 9 Απριλίου).

12 Απριλίου 1453: Ξεκινά μαζικός βομβαρδισμός των τειχών της Πόλης. Τα κανόνια αποδεικνύοντας δύσχρηστα. Γλιστρούν μέσα στη λάσπη από τις βροχές τ’ Απρίλη ωστόσο οι βολές τους προξενούν ζημιές στα τείχη. Οι υπερασπιστές της Πόλης με επικεφαλής τον Ιουστινιάνη, τις επιδιορθώνουν με αξιοθαύμαστη ταχύτητα. Νέα προσπάθεια του οθωμανικού στόλου να σπάσει την αλυσίδα του Κεράτιου, αποτυγχάνει. Ο Μωάμεθ νιώθει ταπεινωμένος και διατάζει να βελτιωθούν οι βλητικές ικανότητες των κανονιών.

18 Απριλίου 1453: Μαζική επίθεση εναντίον της Πόλης αποτυγχάνει. Μετά από τετράωρη μάχη, οι πολιορκητές αποχωρούν αφήνοντας πίσω τους 200 νεκρούς. Κανένας Χριστιανός δεν έπαθε τίποτα. (Μπάρμπαρο, Κριτόβουλος)

20 Απριλίου 1453: Τρεις γενοβέζικες γαλέρες, με όπλα και προμήθειες, σταλμένες από τον Πάπα πλησιάζουν την Προποντίδα. Μαζί τους ενώνεται και αυτοκρατορικό πλοίο με επικεφαλής τον Φλαντανελά. Οι Τούρκοι τα αντιλαμβάνονται και κινούνται εναντίον τους. Μετά από μια συγκλονιστική ναυμαχία, τα πλοία φτάνουν ασφαλή στο αγκυροβόλιο του Κεράτιου. Ο Μπαλτόγλου τραυματισμένος σοβαρά στο μάτι, καθαιρείται, ραβδίζεται και περνά στη φτώχεια και την αφάνεια την υπόλοιπη ζωή του (Μπάρμπαρο, Κριτόβουλος, Δούκας).

21 Απριλίου 1453: Νέος βομβαρδισμός των τειχών της Πόλης. Με οδηγίες κάποιου Γενοβέζου, εμπνευσμένου προφανώς από το ανάλογο κατόρθωμα του Κρητικού ναύαρχου Νικόλαου Σόρβολου (ή Καραβίτη), ο οποίος το 1439 πέρασε βενετικά πλοία από τον ποταμό Αδίγη, στη λίμνη Γκάρντα, μια διαδρομή 17 χλμ. σε χιονισμένο ορεινό αυχένα, ο Μωάμεθ διατάσσει την κατασκευή δρόμου στην ξηρά (μιμούμενος τον Δίολκο στην αρχαία Κόρινθο), για να οδηγηθούν τα πλοία του στον Κεράτιο. Ο δρόμος φτιάχνεται αυθημερόν και τα ξημερώματα της 22ας Απριλίου, περίπου 70 τουρκικά πλοία φτάνουν στον Κεράτιο, κοντά στην Κοιλάδα των Πηγών. Οι εμβρόντητοι πολιορκημένοι συνεδριάζουν για το πώς θ’ αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση.

28 Απριλίου 1453: Βυζαντινά πλοία ξεκινούν για να πυρπολήσουν τον οθωμανικό στόλο. Επικεφαλής τους ήταν ο Τζιάκομο Κόκο, ο Βενετός πλοίαρχος Τρεβιζάνο και ο υπαρχηγός του Ζαχαρία Γκριόνι. Η ολιγοήμερη καθυστέρηση της επιχείρησης, οδηγεί στην προδοσία της από κάποιον Γενοβέζο. Η προσπάθεια αποτυγχάνει .40 Χριστιανοί ναύτες συλλαμβάνονται από τους Οθωμανούς και σφαγιάζονται. Σε αντίποινα, 260 Τούρκοι αιχμάλωτοι, αποκεφαλίζονται πάνω στα τείχη.

Αρχές Μαΐου 1453: Απογοήτευση επικρατεί στους υπερασπιστές της Πόλης, αλλά και διαμάχες, κυρίως μεταξύ Βενετών και Γενοβέζων.

3 Μαΐου 1453: Ένα μπριγκαντίνι, με πλήρωμα 12 άνδρες μεταμφιεσμένους σε Οθωμανούς εθελοντές, φεύγει από την Πόλη προς το Αιγαίο, ελπίζοντας ότι θα συναντήσει βενετικά πλοία που θα έσπευδαν σε βοήθεια

6-7 Μαΐου 1453: Νέες τουρκικές επιθέσεις, αποκρούονται. Διαπρέπει ο Έλληνας Ραγκαβής που έκοψε στα δύο τον σημαιοφόρο του σουλτάνου Αμίρ μπέη. Σύντομα όμως περικυκλώθηκε και σκοτώθηκε (Μπάρμπαρο, Σλαβικό Χρονικό).

Μέσα Μαΐου 1453: Ξεκινούν προσπάθειες εκσκαφής ορυγμάτων κάτω από τα τείχη. Ο Ζαγανός πασάς, χρησιμοποίησε επαγγελματίες υπονομευτές από τα ορυχεία ασημιού του Νόβο Μπρόντο στη Σερβία. Οι Βυζαντινοί, με επικεφαλής τον Γερμανό (;) Γιοχάνες Γκραντ και τον Λουκά Νοταρά, εξουδετερώνουν όλες τις υπόγειες επιθέσεις (16 – 23 Μαΐου).
(Μπάρμπαρο, Φραντζής, Λεονάρδος Χίου)

18 Μαΐου 1453: Ένας πύργος που προσπαθούν οι Οθωμανοί να “κολλήσουν” στα τείχη της Πόλης, καταστρέφεται από βαρελάκια με δυναμίτιδα που τοποθέτησαν κοντά του μερικοί Βυζαντινοί. Μαζί με τον πύργο, σκοτώνονται και όσοι βρίσκονταν σ’ αυτόν.
Την ίδια μέρα επιστρέφει το μπριγκαντίνι που είχε σταλεί στο Αιγαίο και αναφέρει στον αυτοκράτορα ότι δεν έρχεται καμία βοήθεια για την Πόλη (Μπάρμπαρο).

24 Μαΐου 1453: Σε λιτανεία στην Πόλη, γλιστρά η εικόνα της Θεοτόκου από το βάθρο όπου βρισκόταν. Μόνο με πολύ μεγάλες προσπάθειες ξαναμπαίνει στη θέση της.

Καταρρακτώδης βροχή, χαλάζι και ομίχλη οδηγούν στη διακοπή της λιτανείας.

Κάποια περίεργα φώτα που εμφανίστηκαν γύρω από τον τρούλο της Αγίας Σοφίας και σε απόσταση, πίσω από τα Οθωμανικά στρατεύματα (Μπάρμπαρο), δεν εξηγήθηκε ποτέ από πού προέρχονταν.

25 Μαΐου 1453: Ο Μωάμεθ συγκαλεί το μυστικοσυμβούλιο του. Προηγήθηκε μία αποτυχημένη προσπάθεια, μέσω του νεαρού αρνησίθρησκου Ισμαήλ, να πείσει τον Παλαιολόγο να παραδοθεί. Ο Χαλίλ, σχεδόν πείθει τον σουλτάνο να σταματήσει την πολιορκία, αλλά ο Ζαγανός πασάς και άλλοι στρατιωτικοί, επιμένουν.

Ο Μωάμεθ συμφωνεί μαζί τους και ετοιμάζεται για την τελική επίθεση.

Σάββατο 26 – Κυριακή 27 Μαΐου 1453: Σφοδροί βομβαρδισμοί των τειχών. Οι υπερασπιστές της πόλης ωστόσο, στη διάρκεια της νύχτας, βοηθούμενοι κι από αμάχους επιδιορθώνουν τις ζημιές. Ελαφρύς τραυματισμός του Ιουστινιάνη, από ένα θραύσμα. Η πληγή του δένεται και επιστρέφει στα τείχη, όπου είχε διαπρέψει (Σλαβικό Χρονικό).

Δευτέρα 28 Μαΐου: Ημέρα ξεκούρασης για τους πολιορκητές. Ο Μωάμεθ ήθελε να είναι πανέτοιμοι για την επόμενη ημέρα.

Τρίτη 29 Μαΐου 1453: 1.30 π.μΞεκινά η φοβερή επίθεση των Οθωμανών. Οι γενναίοι υπερασπιστές αντιστέκονταν με κάθε τρόπο. Ο Μωάμεθ έβλεπε ότι για μια ακόμη φορά δεν μπορούσε να επιβληθεί.

Λίγο πριν την ανατολή του ήλιου, μια βολίδα μπομπάρδας (κανονιού), χτύπησε τον Ιουστινιάνη διαπερνώντας τον θώρακά του. Αιμορραγώντας ασταμάτητα, μέσα σε αφόρητους πόνους, ο Γενοβέζος ζήτησε από τον Παλαιολόγο να φύγει. Παρά τις προσπάθειες του αυτοκράτορα δεν μεταπείστηκε. Τον ακολούθησαν οι άντρες του.
Ο Ιουστινιάνης κατέφυγε στη Χίο όπου πέθανε την 1η Ιουνίου 1453.

Παράλληλα, από την Κερκόπορτα (Δούκας, Σαντεντίν) οι πρώτοι Οθωμανοί μπήκαν στην Πόλη. Σύντομα ακολούθησαν και άλλοι. Ο αυτοκράτορας, έδειξε ότι δεν ήθελε να ζήσει περισσότερο από την Πόλη. Πετώντας τα αυτοκρατορικά εμβλήματα, με τον ξάδελφό του Θεόφιλο, τον γενναίο Ισπανό απ’ το Τολέδο δον Φρανσίσκο και τον ηρωικό συμπολεμιστή Ιωάννη Δαλμάτη, όρμησαν προς τους εχθρούς. Κανείς δεν τον ξαναείδε από τότε.

Ως το απόγευμα όλα είχαν τελειώσει. Απέμενε μια μικρή εστία αντίστασης. Κρητικοί ναύτες στους τρεις πύργους κοντά στην είσοδο του Κεράτιου Κόλπου, εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, χωρίς να μπορούν να εκτοπιστούν. Βλέποντας ωστόσο ότι ήταν πλέον απελπιστικά μόνοι και απομονωμένοι, παραδόθηκαν με δυσφορία στους αξιωματικούς του Μωάμεθ, υπό τον όρο ότι η ζωή και η περιουσία τους θα παρέμειναν άθικτες. Τα δύο πλοία τους ήταν αραγμένα κάτω απ’ τους πύργους. Ανενόχλητοι από τους Τούρκους, που τους κοιτούσαν με θαυμασμό, τα καθέλκυσαν και έφυγαν για την Κρήτη (Φραντζής).

Ο απολογισμός της άλωσης και όσων την ακολούθησαν ήταν τραγικός. Ο Κριτόβουλος αναφέρει 4.000 νεκρούς και 50.000 αιχμαλώτους. Ο Λεονάρδος της Χίου, κάνει μνεία για 60.000 αιχμαλώτους. Ίσως οι αριθμοί είναι υπερβολικοί, καθώς ο πληθυσμός της Κων/πολης το 1453, ήταν μικρότερος των 50.000.

Η αναφορά των Φραγκισκανών μοναχών εκτιμά τους νεκρούς υπερασπιστές και κατοίκους της Πόλης, σε 3.000.

Στα τέλη Μαρτίου 1453, ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ κάλεσε τον γραμματέα του Φραντζή και του ζήτησε να καταγράψει όλους τους άνδρες της Πόλης που μπορούσαν να φέρουν όπλα. Το αποτέλεσμα, ήταν τραγικό: 4.983 Έλληνες και γύρω στους 2.000 ξένους. Αυτοί αντιμετώπισαν περισσότερους από 100.000 αντιπάλους (κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό τους στους 250.000).

Όπως γράφει ο Στίβεν Ράνσιμαν:

«Εάν ο σουλτάνος Μωάμεθ ήταν λιγότερο αποφασιστικός ή ο Χαλίλ πασάς περισσότερο πειστικός ή εάν η βενετσιάνικη αρμάδα είχε αποπλεύσει δεκαπέντε ημέρες νωρίτερα ή εάν κατά την τελευταία κρίση ο Τζουσινιάνι δεν είχε τραυματιστεί στα τείχη και η παράπλευρη πύλη της Κερκόπορτας δεν είχε μείνει μισάνοιχτη, μακροπρόθεσμα λίγα θα είχαν αλλάξει. Το Βυζάντιο ίσως θα είχε εξακολουθήσει να υφίσταται για μια ακόμα δεκαετία και η Τουρκική εξάπλωση θα είχε καθυστερήσει».

Η 29η Μαΐου σηματοδοτεί ένα σημείο-καμπή στην παγκόσμια ιστορία, το τέλος της ιστορίας του Βυζαντινού πολιτισμού. Η ιστορία των Ελλήνων κάτω από τον οθωμανικό ζυγό είναι «μη εποικοδομητική και μελαγχολική» γράφει ο Σ. Ράνσιμαν.

Ωστόσο, ο Ελληνισμός επιβίωσε και δεν πέθανε.

ΠΗΓΕΣ: “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ“, τόμος Θ, Εκδ. Αθηνών.
STEVEN RUNCIMAN, “Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 1453“, Δ’ Έκδοση, εκδ. ΠΑΤΑΚΗ.

heptapolis.com

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.