Η Έκθεση Νικόστρατου Καλομενόπουλου για την κατάληψη των Κυκλάδων από τον στρατό της Εθνικής Άμυνας (1916-1917)

γράφει ο κ. Βασίλης Ν. Κολλάρος (Δρ. Ιστορίας Παντείου Πανεπιστημίου). Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το πολιτιστικό περιοδικό της Νάξου “Φλέα”, τεύχος 72, Δεκεμβρίου 2021. Αναδημοσιεύεται χάρις την ευγενική άδεια του συγγραφέα τον οποίο και ευχαριστώ προσωπικά).  

Η Ελλάδα ενώπιον του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου 

Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Ελλάδα διχασμένη. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επεδίωκε την άμεση ένταξη της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των Συμμάχων της Αντάντ.[1] Η πρόσδεσή της στο άρμα της βρετανικής πολιτικής ήταν μονόδρομος για τον Κρητικό πολιτικό, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η επιλογή αυτή θα οδηγούσε τη χώρα στην πραγμάτωση του εθνικού οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Ωστόσο, το Λονδίνο δεν επιθυμούσε, τουλάχιστον στην αρχή του πολέμου, την ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ, όσο η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία παρέμεναν ουδέτερες.[2]

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, όμως, επιθυμούσε ουδετερότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό ευνοούσε τα σχέδια των Κεντρικών Δυνάμεων. Η στενή σχέση του Έλληνα βασιλιά με τη Γερμανία, καθώς η γυναίκα του ήταν αδερφή του Γερμανού αυτοκράτορα (Κάιζερ) Γουλιέλμου Β΄, δεν άφησε στον Κωνσταντίνο πολλά περιθώρια ελιγμών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον θαυμασμό που αισθάνονταν το Στέμμα, αλλά και αρκετοί Έλληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί (βλ. Ιωάννης Μεταξάς, Βίκτωρας Δούσμανης), για τον μιλιταρισμό της πρωσικής Γερμανίας, ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να επιθυμεί νίκη των γερμανικών όπλων στη σύρραξη που μόλις είχε ξεσπάσει.[3] Ωστόσο, η επιθυμία του αυτή δεν μπορούσε να εκφραστεί ανοικτά, καθώς η χώρα ήταν όμηρος της αγγλικής ναυτικής κυριαρχίας στο χώρο της Μεσογείου. Η Αγγλία είχε και τον τρόπο, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια με τον ναυτικό αποκλεισμό, αλλά και τα μέσα, καθώς διέθετε τον ισχυρότερο στόλο της Μεσογείου, να επιβάλει στην Ελλάδα τις επιθυμίες της. Επίσης, το Λονδίνο δεν ανησυχούσε για τη στάση της Ελλάδας, καθώς η άσκηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής βρισκόταν στην ευθύνη της κυβέρνησης Βενιζέλου, που ήταν γνωστή για την αγγλόφιλη στάση της, και όχι στο Παλάτι, το οποίο εντούτοις είχε συνηθίσει να επιβάλει τη γνώμη του στα ζητήματα των διπλωματικών σχέσεων της χώρας. Επομένως, ο Κωνσταντίνος πρότεινε η Ελλάδα να τηρήσει στάση ουδετερότητας έναντι των εμπολέμων, η οποία όμως ευνοούσε σαφώς τα σχέδια της Γερμανίας.[4]

Η αντιπαράθεση του πρωθυπουργού με τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα, για τη θέση της

Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αποτέλεσε την αφορμή του Εθνικού Διχασμού, καθώς τα πραγματικά αίτια της ιδιότυπης αυτής αντιπαράθεσης μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου πρέπει να αναζητηθούν βαθύτερα, κυρίως στη σύγκρουση δυο άκρως διαφορετικών ιδεολογικών αντιλήψεων, που ήταν αδύνατον να ταυτιστούν. Η έξαρση των πολιτικών ηθών της περιόδου, έφτασε σε τέτοιο σημείο κορύφωσης, ώστε να επιζητείτο η βιολογική εξόντωση του πολιτικού αντιπάλου (βλ. τις δυο απόπειρες δολοφονίας του Βενιζέλου και τη δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη). Η δε ελληνική κοινωνία πολώθηκε και δηλητηριάστηκε για πολλά χρόνια, κουβαλώντας τις μνήμες ενός διχαστικού παρελθόντος, που, τουλάχιστον την περίοδο του Μεσοπολέμου, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει. Δεν είναι, λοιπόν, διόλου παράξενο το γεγονός ότι σπέρματα του Εθνικού Διχασμού εντοπίζονται στην ελληνική πολιτική σκηνή ακόμα και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[5]

Το χρονικό της ρήξης μεταξύ Βενιζέλου και Κωνσταντίνου έχει αφετηρία την προσπάθεια του Βενιζέλου, αρχές του 1915, να πείσει τον Κωνσταντίνο για την ορθότητα της σκέψης του να ταχθεί η χώρα στο πλευρό της Αντάντ.[6] Ο Έλληνας πρωθυπουργός, με αφορμή την προετοιμασία των Συμμάχων για απόβαση στη χερσόνησο της Καλλίπολης, ώστε να ελέγξουν τα Στενά και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και την επίσημη πρόσκληση των Βρετανών προς την Ελλάδα να συμμετάσχει στη σχεδιαζόμενη επιχείρηση, έφτασε αρκετά κοντά στο να πείσει τον βασιλιά για την ανάγκη να μπει η Ελλάδα στο πόλεμο στο πλευρό της Αγγλίας.[7] Ωστόσο, ο Μεταξάς, ως αρχηγός του Επιτελείου του στρατού, αρνήθηκε να συμφωνήσει να διαθέσει η Ελλάδα ένα Σώμα Στρατού στη σχεδιαζόμενη από τους συμμάχους επιχείρηση και για το λόγο αυτό υπέβαλε την παραίτησή του.[8]

Η παραίτηση Μεταξά επιτάχυνε τις εξελίξεις, που θα κατέληγαν σε μια ανοικτή πλέον σύγκρουση Βενιζέλου – Κωνσταντίνου. Ακολούθησαν συσκέψεις σε επίπεδο Συμβουλίου του Στέμματος, με τον Βενιζέλο να θεωρηθεί ότι είχε καταφέρει να πείσει τον Κωνσταντίνο περί της εθνικά αναγκαίας πολιτικής στο ζήτημα του πολέμου. Παρ’ όλα αυτά, ο Έλληνας βασιλιάς συμβουλευόταν πρόσωπα, όπως ο Γεώργιος Στρέιτ ή ο Ιωάννης Μεταξάς, που φημίζονταν για τις φιλογερμανικές τους απόψεις. Τελικά, ο Κωνσταντίνος απέρριψε την πρόταση Βενιζέλου για συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην επιχείρηση των Δαρδανελίων, αναγκάζοντας τον Έλληνα πρωθυπουργό σε παραίτηση.[9]

Η θεμελίωση του Εθνικού Διχασμού

Στη συνέχεια, ο Κωνσταντίνος έχρισε πρωθυπουργό τον Δημήτριο Γούναρη (24 Φεβρουαρίου), έναν ανεξάρτητο βουλευτή, ο οποίος κλήθηκε να αντιμετωπίσει τον Βενιζέλο, ενώ γύρω από το νεοϊδρυθέν κόμμα του Γούναρη, το Κόμμα των Εθνικοφρόνων, συσπειρώθηκαν οι παλαιοί πολιτικοί και όσοι αντιπολιτεύονταν τις αρχές του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι, λοιπόν, με προσωπική παρέμβαση του Στέμματος σχηματίστηκε η λεγόμενη αντιβενιζελική παράταξη, ως το αντίπαλο πολιτικό δέος του βενιζελισμού. Το σκηνικό της σύγκρουσης είχε στηθεί, τα αντίπαλα στρατόπεδα είχαν σχηματισθεί, ενώ η σκληρή φρασεολογία του Γούναρη, καθώς και ορισμένες ενέργειές του, εναντίον του Βενιζέλου έριχναν συνεχώς λάδι στη φωτιά του Εθνικού Διχασμού.[10]

Ακολούθησε μια περίοδος «πολιτικών αποκαλύψεων», γύρω από τη διαπραγμάτευση του Βενιζέλου με τους Άγγλους, τα ανταλλάγματα των τελευταίων για να μπει η Ελλάδα στον πόλεμο, αλλά και τις ελληνικές παραχωρήσεις που ήταν έτοιμος να κάνει ο Έλληνας πρωθυπουργός (βλ. Καβάλα στη Βουλγαρία), ώστε η Ελλάδα να κερδίσει «το τετράγωνον Γευγελής – Δοϊράνης», πολλαπλάσια εδάφη στη Μ. Ασία και τη συμμετοχή της Βουλγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.[11] Οι πολιτικοί αντίπαλοι τα χρησιμοποίησαν όλα αυτά, ώστε να πλήξουν την αξιοπιστία του, αλλά και τον πατριωτισμό του. Ο Βενιζέλος, χολωμένος από τη συμπεριφορά του Στέμματος και της αντιβενιζελικής παράταξης απέναντί του, δήλωσε, στις 26 Μαρτίου/9 Απριλίου 1915, ενώπιον της συνέλευσης του κόμματος του ότι αποσύρεται από την πολιτική ζωή του τόπου. Λίγες μέρες αργότερα αναχώρησε για την Αίγυπτο.[12]

Στις 31 Μαΐου/13 Ιουνίου 1915 διενεργήθηκαν εκλογές, κατά τις οποίες, σε σύνολο 316 εδρών, οι Φιλελεύθεροι αναδείχθηκαν νικητές, συγκεντρώνοντας τις 189.[13] Ο Βενιζέλος επέστεψε στην πρωτεύουσα και ανέλαβε ξανά την αρχηγία του κόμματος του. Ωστόσο, το ζήτημα της υγείας του Κωνσταντίνου χρησιμοποιήθηκε από την αντιβενιζελική παράταξη ως πρόσχημα για να καθυστερήσει τις διαδικασίες ανάληψης της εξουσίας από τον Βενιζέλο. Τελικά, στις 10/23 Αυγούστου ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου.[14]

Η επιλογή στρατοπέδου από πλευράς Βουλγαρίας (Κεντρικές Δυνάμεις) και η επικείμενη επίθεση της σε βάρος της Σερβίας, τον Σεπτέμβριο του 1915, πυροδότησε ένα νέο γύρο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους Βενιζέλο  και Κωνσταντίνο. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επικαλέστηκε την ελληνοσερβική Συνθήκη Ειρήνης, Φιλίας και Αμοιβαίας Συνεργασίας του Μαΐου 1913, που προέβλεπε την αμοιβαία εγγύηση των εδαφικών κτήσεων και των δύο χωρών και την αμοιβαία παροχή στρατιωτικής βοήθειας σε περίπτωση απρόκλητης επιθέσεως εναντίον του ενός,[15] τον καθορισμό της διανομής των εδαφών που θα εκχωρούνταν από την Τουρκία μετά τον τερματισμό του πολέμου και, ακόμη, την ελληνική υποχρέωση για παροχή κάθε αναγκαίας ευκολίας στο σερβικό εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο μέσω Θεσσαλονίκης.[16]

Βάσει της στρατιωτικής σύμβασης της 19ης Μαΐου 1913, που υπεγράφη την ίδια ήμερα με τη συνθήκη συμμαχίας μεταξύ των δυο χωρών, η Σερβία έπρεπε να διαθέσει και να στείλει 150.000 άνδρες στην κοιλάδα του Αξιού, ώστε σε συνεργασία με 90.000 Έλληνες στρατιώτες να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική απειλή.[17] Ο σερβικός, όμως, στρατός ήταν απασχολημένος στο μέτωπο με την Αυστρία και οι δυνάμεις του δεν περίσσευαν σε καμία περίπτωση.[18] Τότε, ο Βενιζέλος πρότεινε στον Κωνσταντίνο το εξής: «η Αγγλία και η Γαλλία μας επρότειναν τον Ιανουάριον (1915) να στείλουν στρατόν προς ενίσχυσίν μας, εάν εβοηθούσαμεν την Σερβίαν. Τώρα ακριβώς παρουσιάζεται η περίστασις να σας ερωτήσωμεν αν αντικατασταθούν αυτάς τας 150.000 στρατιωτών που λείπουν από τους Σέρβους με ιδικούς των πολεμιστάς». Ο Κωνσταντίνος βρέθηκε απροετοίμαστος. Όπως αναφέρει ο Βεντήρης, του ήταν δύσκολο να πει όχι, χωρίς να μπορεί να δικαιολογήσει την άρνησή του.[19]

Ο Βενιζέλος εκμεταλλεύτηκε τη στιγμή αυτή και κάλεσε την Αντάντ να αναπληρώσει το

σερβικό στράτευμα σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης. Όταν ο Κωνσταντίνος και η γερμανόφιλη αυλή του αντιλήφθηκαν τι είχε γίνει, ότι δηλαδή τα συμμαχικά στρατεύματα θα αποβιβάζονταν σε ελληνικό έδαφος (Θεσσαλονίκη), όπως και έγινε, ήταν πια αργά. Ο Βενιζέλος είχε ήδη  μιλήσει με τους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας και περίμενε την απάντησή τους. Ουσιαστικά, η Ελλάδα έπαυε να είναι ουδέτερη χώρα. Παράλληλα, στις 10/23 Σεπτεμβρίου η χώρα αναγκάστηκε να προχωρήσει σε γενική επιστράτευση, μετά από προηγούμενη ανάλογη απόφαση της Βουλγαρίας.

Η χώρα, λοιπόν, περνούσε υπό καθεστώς ένοπλης ουδετερότητας. Αλλά και το ίδιο το γεγονός της επιστράτευσης αντιμετωπίστηκε διαφορετικά από τους δυο άνδρες. Για τον Βενιζέλο, η επιστράτευση ήταν απαραίτητη για την εφαρμογή της ελληνοσερβικής συμμαχίας. Απεναντίας, ο Κωνσταντίνος την αντιλαμβανόταν ως απαραίτητο αμυντικό μέτρο έναντι πιθανής βουλγαρικής επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας. Η σύγκρουση μεταξύ των δυο κορυφώθηκε με τον Βενιζέλο να επικαλείται τη λαϊκή κυριαρχία και τον Κωνσταντίνο τη θεία πρόνοια του βασιλικού αξιώματος.[20]

Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου, ο Κωνσταντίνος και οι ελεγχόμενοι από αυτόν πολιτικοί προσπάθησαν να δρομολογήσουν την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου μέσω της διαδικασίας ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή, χωρίς όμως να τα καταφέρουν.[21] Ο Βενιζέλος, αν και με αρκετές φθορές, άντεξε, ωστόσο ο πόλεμος που του είχε κηρύξει ο βασιλιάς, υπονομεύοντας συνεχώς την πολιτική του στα εθνικά θέματα, τον ανάγκασε να παραιτηθεί (24 Σεπτεμβρίου/7 Οκτωβρίου) για δεύτερη φορά μέσα σε ένα χρόνο. Αιτία, η ομιλία του Βενιζέλου στη Βουλή, στην οποία ξεκαθάρισε την αποφασιστικότητά του να βοηθήσει τη μαχόμενη Σερβία.[22]  Η διάδοχη κυβέρνησή του Αλέξανδρου Ζαΐμη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά εκτελεστής της προσωπικής πολιτικής του Κωνσταντίνου.[23]  Άλλωστε οι συνθήκες που είχαν επικρατήσει, λόγω της γενικής επιστράτευσης, δεν ευνοούσαν τη διενέργεια εκλογών. Συνεπώς, η αντιβενιζελική παράταξη με τη στήριξη του Κωνσταντίνου βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των εξελίξεων, χωρίς να διαφαίνεται η προοπτική επαναφοράς στη συνταγματική ομαλότητα.

Οι πιέσεις που δέχτηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη από τους Άγγλους ήταν ισχυρές, καθώς το Λονδίνο επιθυμούσε πια ξεκάθαρα να μπει η Ελλάδα στο πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ εκκρεμούσε η απάντηση της Αθήνας όσον αφορά τι θα έπραττε σε σχέση με την ελληνοσερβική συνθήκη. Παράλληλα, στη Θεσσαλονίκη αποβιβάζονταν τα πρώτα συμμαχικά στρατεύματα. Για να δελεάσει η αγγλική διπλωματία την ελληνική πλευρά, της προσέφερε αξιόλογα εδαφικά ανταλλάγματα (βλ. Κύπρος, Δυτική Θράκη), ωστόσο η τότε κυβέρνηση τα αρνήθηκε, εμμένοντας στην ένοπλη ουδετερότητα με τον ελληνικό στρατό να παραμένει σε παθητική εγρήγορση μέσα στους στρατώνες.[24] Μετά την πτώση της κυβέρνησης Ζαΐμη, στις 25 Οκτωβρίου/8 Νοεμβρίου 1915, ο Κωνσταντίνος διόρισε κυβέρνηση με επικεφαλής τον Στέφανο Σκουλούδη, και όχι τον Βενιζέλο που διέθετε την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Παρά την κρισιμότητα των στιγμών και τις συνθήκες γενικής επιστράτευσης, καθώς οι επιστρατευμένοι δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, προκηρύχτηκαν εκλογές για τις 6/19 Δεκεμβρίου 1915.[25] Το Κόμμα των Φιλελευθέρων αποφάσισε να απόσχει ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την παρεμβατική πολιτική του Στέμματος, αλλά και για τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας.[26]

Όπως ήταν αναμενόμενο, το αποτέλεσμα των εκλογών υπήρξε συντριπτικό υπέρ του Κόμματος των Εθνικοφρόνων του Γούναρη, καθώς απέσπασε 256 έδρες σε σύνολο 316.[27] Ο Στέφανος Σκουλούδης έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή στις 27 Ιανουαρίου/10 Φεβρουαρίου 1916, σχηματίζοντας μια ακόμα χειραγωγούμενη από το Παλάτι κυβέρνηση, που δυσκολευόταν πια να διαχειριστεί το ζήτημα της ουδετερότητας της χώρας, διότι, τον ίδιο μήνα, οι Σύμμαχοι κατέλαβαν την Κέρκυρα, ώστε να βρει εκεί καταφύγιο ο υποχωρών σερβικός στρατός, καθώς και η πολιτική ηγεσία της χώρας.[28] Η εσωτερική κρίση έλαβε οξύτατη μορφή, όταν η κυβέρνηση Σκουλούδη αποφάσισε, κατόπιν συμφωνίας του Κωνσταντίνου με τους Γερμανούς, την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Βούλγαρους, στις 13/26 Μαΐου 1916. Μπροστά σε αυτή την εξέλιξη, η Αντάντ κατέλαβε τη Θάσο, κήρυξε στρατιωτικό νόμο στη Θεσσαλονίκη και μερικό ναυτικό αποκλεισμό στην Παλαιά Ελλάδα.[29]

Ο Βενιζέλος, από τη στιγμή που οι Βούλγαροι πάτησαν πόδι στα απελευθερωμένα από τους

Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη, αποφάσισε να δράσει με  επαναστατικό τρόπο. Κάλεσε τους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας και τους ανακοίνωσε ότι θα σχημάτιζε Προσωρινή Κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη, με «επικράτεια» περιοχές, όπως η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, και με στόχο τη συγκρότηση στρατεύματος, που θα πολεμούσε στο πλευρό της Αντάντ στο Μακεδονικό μέτωπο.[30] Η απάντηση που έλαβε, ιδίως από την Αγγλία, ήταν αρνητική και έτσι το σχέδιο δεν προχώρησε άμεσα.

Εν τω μεταξύ, στις 8/21 Ιουνίου 1916 οι πρεσβευτές Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας με κοινή τους διακήρυξη απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο τα εξής: Αντικατάσταση της κυβέρνησης Σκουλούδη, άμεση αποστράτευση, αλλαγές στη διοίκηση της αστυνομίας, λόγω παρακρατικής δράσης σε βάρος των Φιλελευθέρων, διάλυση της Βουλής και διενέργεια εκλογών.[31] Ο Κωνσταντίνος, μπροστά σε αυτή τη ξεκάθαρη επέμβαση στα εσωτερικά της χώρας, υποχώρησε στις αξιώσεις της Αντάντ και την επόμενη κιόλας ημέρα (9/22) η κυβέρνηση Σκουλούδη αντικαταστάθηκε από την κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη.[32] Το δε ζήτημα της αποστράτευσης εργαλειοποιήθηκε από την αντιβενιζελική παράταξη με σκοπό τη δημιουργία των συνδέσμων των Επίστρατων.[33] Έτσι, λοιπόν, η μεγάλη μάζα των εφέδρων, αντί να επιστρέψει στην ιδιότητα του πολίτη, πέρασε στις τάξεις των Επίστρατων, μιας οργάνωσης της οποίας τα νήματα κινούσε ο Μεταξάς και το Επιτελείο του στρατού. Περιττό να τονιστεί, ότι η συγκεκριμένη πολιτική οργάνωση δήλωνε τυφλή πίστη στον στρατηλάτη των Βαλκανικών Πολέμων. Η έξαρση της βίας και των διώξεων σε βάρος των Φιλελευθέρων εντάθηκε μετά τη δημιουργία των Επιστράτων, ιδιαίτερα στις περιοχές της Παλαιάς Ελλάδα.  

Ο Βενιζέλος υποδέχτηκε θετικά την επέμβαση των ξένων στα εσωτερικά της χώρας, θεωρώντας ότι η συνταγματική τάξη και η διεθνή θέση της χώρας είχε εκτροχιαστεί από την πολιτική του Κωνσταντίνου. Βέβαια, η στάση του αυτή έριχνε νερό στο μύλο της προπαγάνδας των φιλοκωνσταντινικών που χαρακτήριζαν τους Φιλελευθέρους, πράκτορες και εντολοδόχους της Αντάντ. Αρχές Αυγούστου 1916, γερμανικά, κυρίως όμως βουλγαρικά στρατεύματα, εισέβαλαν στο έδαφος της Ανατολικής Μακεδονίας. Ο Γάλλος στρατηγός, Μωρίς Σαράιγ, αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό μέτωπο, μετά βίας την αναχαίτισε.[34] Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, οι Φιλελεύθεροι ξεσηκώθηκαν και εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους με την οργάνωση μεγάλων συλλαλητηρίων.[35] Οι Επίστρατοι, οι οποίοι λειτουργούσαν πια ανεξέλεγκτα, ανταπάντησαν με αντισυλλαλητήρια, στα οποία συμμετείχαν όλοι οι επιφανείς αντιβενιζελικοί πολιτικοί (βλ. Δ. Γούναρης, Δ. Ράλλης).[36]

Μέσα Αυγούστου, και συγκεκριμένα στις 16/29 του μήνα, η Ρουμανία μπαίνει στο πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων και αυτόματα αυξήθηκε η συμμαχική πίεση στην κυβέρνηση Ζαΐμη. Και ενώ η φιλοβασιλική κυβέρνηση προσποιούνταν ότι διαπραγματευόταν με τους Άγγλους την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, ξέσπασε στη Θεσσαλονίκη το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας(16/29.8.1916), από Φιλελευθέρους και ομοϊδεάτες στρατιωτικούς, υπό την προστασία των Αγγλογάλλων. Παράλληλα, στις 20 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου συμμαχικά αγήματα αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και κατέλαβαν ζωτικές υπηρεσίες επικοινωνίας, όπως το τηλεγραφείο και τον ασύρματο, ενώ συνελήφθησαν αρκετά πρόσωπα ως πράκτορες της γερμανικής προπαγάνδας.[37] Οι Σύμμαχοι, ακόμα, απαίτησαν τη διάλυση των συλλόγων των Επιστράτων και την αναβολή των εκλογών.

Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει την ηγεσία του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας

Ο Βενιζέλος, βλέποντας ότι η αναβολή των εκλογών αφενός μεν απομάκρυνε το ενδεχόμενο σύντομης επιστροφής στη συνταγματική ομαλότητα, αφετέρου δε παγίωνε την πρωτοκαθεδρία του Κωνσταντίνου και των αντιβενιζελικών στην εξουσία, αποφάσισε να ακολουθήσει την επαναστατική οδό και να αγκαλιάσει το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας.[38] Η δε κατάληψη της Ανατολικής Μακεδονίας από τους Βούλγαρους, χωρίς καμία ελληνική αντίσταση, και συγκεκριμένα η εγκατάστασή τους στη Καβάλα, στις 29 Αυγούστου/11 Σεπτεμβρίου, επέδρασε καταλυτικά στις αποφάσεις του Βενιζέλου και επιτάχυνε τις εξελίξεις. Το δε Δ΄ Σώμα Στρατού, που είχε στην ευθύνη του την άμυνα της συγκεκριμένης περιοχής, παραδόθηκε αμαχητί στους Γερμανούς και μεταφέρθηκε, υπό καθεστώς ιδιότυπης αιχμαλωσίας, στο Γκέρλιτς της Γερμανίας.[39] Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, εκτός των άλλων, την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη και τον σχηματισμό νέας υπό τον Νικόλαο Καλογερόπουλο.[40]

Το βράδυ της 13/26ης Σεπτεμβρίου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, απηυδημένοι από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, αναχώρησαν κρυφά από την Αθήνα και αποβιβάστηκαν στα Χανιά.[41] Την επόμενη ημέρα, πραγματοποιήθηκε ένοπλο συλλαλητήριο στα Χανιά και αποφασίστηκε η συγκρότηση Προσωρινής Κυβέρνησης, με μέλη τον Κρητικό πολιτικό και τον Υδραίο ναύαρχο. Τα πρόσωπα αυτά εξουσιοδοτήθηκαν να προσλάβουν και τρίτο μέλος, ώστε η κυβέρνηση αυτή να επιδιώξει τη «σωτηρία του έθνους παρά το πλευρό των Συμμάχων δυνάμεων».[42] Ο στρατηγός Παναγιώτης Δαγκλής υπήρξε το τρίτο πρόσωπο της αποκαλούμενης Τριανδρίας. Στην πρώτη προκήρυξη της Προσωρινής Κυβέρνησης γινόταν λόγος, ότι η χώρα τελούσε υπό συνταγματικό εκτροχιασμό, ενώ βρισκόταν διπλωματικά απομονωμένη και περιφρονημένη από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η είσοδος του βουλγαρικού στρατού στην Ανατολική Μακεδονία και η αιχμαλώτιση του Δ΄ Σώματος Στρατού, του οποίου τα στελέχη (αξιωματικοί και στρατιώτες) μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, αποτέλεσε για τους βενιζελικούς τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της εθνικής αξιοπρέπειας.

Το Κίνημα έλαβε εθνικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι επαναστάτες κλήθηκαν να περισώσουν την εθνική αξιοπρέπεια και κυριαρχία του έθνους. Οι βενιζελικοί έκαναν λόγο για σταδιακή εθνική εξόντωση, λόγω της φιλογερμανικής πολιτικής του Κωνσταντίνου.[43]  Περιέγραφαν με τα πιο μελανά χρώματα την κατάσταση της χώρας, κάνοντας λόγο για πολιτειακό εκτροχιασμό, στρατιωτική παραλυσία, οικονομικό χάος και κυβερνητική αναρχία. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Βενιζέλος δήλωσε πρόθυμος να αναλάβει την ευθύνη της «εθνικής αναγεννήσεως». Ωστόσο, εξέφρασε την ευχή όπως το Στέμμα, ακόμα και την τελευταία στιγμή, απαλλασσόμενο των κακών συμβούλων, ετίθετο επικεφαλής των εθνικών δυνάμεων. Οπως είπε συγκεκριμένα «κανείς δεν θα είνε  ευτυχέστερος ημών, αν ούτως  αποκατασταθή η Εθνική ενότης και το έθνος ηνωμένον  αντιμετώπιση τους περιβάλλοντας αυτό κινδύνους. Αλλ’ αν, παρά την θερμήν ταύτην ευχήν, ο διχασμός της εθνικής ενεργείας συνεχισθή, υποσχόμεθα προς υμάς να αφιερώσωμεν πάσας τας ψυχικάς, πνευματικάς και σωματικάς δυνάμεις μας εν ευόδωσιν του αγώνος, τον οποίον από κοινού αναλαμβάνομεν».[44]

Η άρνηση του Κωνσταντίνου να ακολουθήσει τη γραμμή των εθνικών συμφερόντων, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Βενιζέλος, ανάγκασε τους βενιζελικούς να προβούν σε μονομερείς ενέργειες και να συμπράξουν με εκείνο το μέρος του έθνους, «το οποίον πιστεύει ότι, αν δεν συμπράξωμεν μετά των φυσικών Συμμάχων εις το έργον της αναπλάσεως της Ανατολής, το οποίον θα προέλθη εκ του μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου, το κράτος το Ελληνικόν και το έθνος το ελληνικόν βαίνει εις τον όλεθρον».[45] Ο Βενιζέλος, συνοδευόμενος από τον Κουντουριώτη, αναχώρησε από τα Χανιά στις 21 Σεπτεμβρίου/4 Οκτωβρίου και αφού πρώτα περιόδευσε σε Σάμο, Χίο και Μυτιλήνη,[46] έφτασε στη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε την ηγεσία του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας.[47] Η Ελλάδα κόπηκε στα δύο, καθώς στο νότο υπήρχε το «κράτος των Αθηνών» (γεωγραφικά τμήματα της Παλαιάς Ελλάδας) και βόρεια, το «κράτος της Θεσσαλονίκης» – ή αλλιώς η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης – το οποίο περιλάμβανε τη Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού αιγαίου (Σάμος, Μυτιλήνη, Χίος, Ικαρία, Λήμνος).[48]

Από την πρώτη στιγμή, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Κρητικός πολιτικός υπήρξαν τεράστιες και προοιώνιζαν περισσότερο τη κατάρρευση του κινήματος, παρά την εδραίωση και γεωγραφική του εξάπλωση. Το κίνημα ήταν απόλυτα εξαρτημένο από τη διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική στήριξη των Συμμάχων.[49] Χωρίς την έμπρακτη βοήθεια του Σαράιγ, το κίνημα θα είχε καταρρεύσει, καθώς η συμμετοχή σε αυτό ήταν υποτονική. Να σημειωθεί επίσης, ότι η Αντάντ αναγνώρισε μόνο de facto την Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, καθώς συνέχιζε τις προσπάθειες να μεταπείσει τον Κωνσταντίνο, ενώ, αν και ο Βενιζέλος υπογράμμιζε ότι το κίνημα δεν ήταν αντιδυναστικό, οι βασιλικές αυλές των Συμμάχων (Αγγλία, Ρωσία) ανησυχούσαν για το πραγματικό του περιεχόμενο.[50] Ακόμα, οι Σύμμαχοι προσπαθούσαν, πράγμα που δεν ήταν δύσκολο με δεδομένη την ανεπάρκεια του στρατού της Άμυνας, να ελέγξουν το βενιζελικό κίνημα και να το χρησιμοποιήσουν ανάλογα με τις επιθυμίες τους. Αλλά και το «κράτος του Κωνσταντίνου» έκανε ότι μπορούσε για να υπονομεύσει τη δημιουργία στρατού της Εθνικής Άμυνας.   


Νοεμβριανά

Η είδηση της συγκρότησης της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στο «κράτος του Κωσταντίνου» και δρομολόγησε εξελίξεις, όπως η αντικατάσταση, στις 27 Σεπτεμβρίου/10 Οκτωβρίου, της κυβέρνησης Καλογερόπουλου από εκείνη του Σπυρίδωνα Λάμπρου. Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος διαπραγματευόταν με την Αντάντ, σε μια προσπάθεια να ανασχέσει τη γεωγραφική εξάπλωση του «κράτους της Θεσσαλονίκης», κυρίως στα εδάφη της Θεσσαλίας, τη στρατιωτική ενίσχυσή του, αλλά και να αποτρέψει πιθανή διπλωματική αναγνώριση από τις κυβερνήσεις των Συμμάχων.[51] Κυρίως, όμως, τον ενδιέφερε η διατήρηση της Θεσσαλίας στο «κράτος των Αθηνών», καθώς αυτή συνδεόταν, εκτός των άλλων, και με το κρίσιμο ζήτημα του επισιτισμού.[52] 

Οι εξελίξεις, όμως, είχαν τη δική τους δυναμική και δεν μπορούσαν να διευθετηθούν με μυστικές συμφωνίες των εμπλεκομένων. Για παράδειγμα, στις 26 Οκτωβρίου/9Νοεμβριου ο βενιζελικός αξιωματικός Νικόλαος Πλαστήρας κατέλαβε, όχι εντελώς αναίμακτα, την Κατερίνη, αποσπώντας την από την «επικράτεια» του αθηναϊκού κράτους.[53] Ο Κωνσταντίνος αντέδρασε με αποτέλεσμα οι Γάλλοι να αναλάβουν να χαράξουν διαχωριστική γραμμή – ουδέτερη ζώνη –  μεταξύ των δυο κρατών (Λιτόχωρο – Σέρβια – Γρεβενά μέχρι τα υψώματα του Λεσκοβίκι) για να αποφευχθούν στο μέλλον νέα «συνοριακά» επεισόδια και κατ’ επέκταση το ξέσπασμα ενός εμφυλίου πολέμου.[54]  

Πάντως, οι Σύμμαχοι δεν έπαυσαν να πιέζουν τον Κωνσταντίνο για να αποσπάσουν όσα ζητούσαν, καθώς έβλεπαν έναν περισσότερο διαλλακτικό συνομιλητή σε σχέση με το παρελθόν. Η «αλλαγή» στάσης του Έλληνα βασιλιά, που διαπραγματευόταν μυστικά και παρελκυστικά με την Αντάντ, αιτιολογείται από τα νέα δεδομένα που είχαν δημιουργήσει αφενός η ολοένα και μεγαλύτερη συμμαχική παρουσία στον ελλαδικό χώρο, αφετέρου η συγκρότηση της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης. Παράλληλα, ο ίδιος ο Έλληνας βασιλιάς προσπαθούσε να σώσει τον θρόνο του, αλλά και να υπονομεύσει τον Βενιζέλο, διατηρώντας ανοικτούς δίαυλους επικοινωνίας με την Αντάντ.

Στις 3/16 Νοεμβρίου, ο Γάλλος ναύαρχος Φουρνιέ (Louis Dartige du Fournet) απαίτησε,

κατόπιν προηγούμενης γραπτής συμφωνίας μεταξύ του Γάλλου βουλευτή Πωλ Μπεναζέ και του Κωνσταντίνου, την παράδοση ελληνικού πολεμικού υλικού. Τα γαλλικά ανταλλάγματα ήταν ο σεβασμός της ουδετερότητας από το Παρίσι και η εμπόδιση εξάπλωσης του Κινήματος της Εθνικής άμυνας.[55] Ωστόσο, κάτω από την πίεση των Επίστρατων, και γενικότερα των στρατιωτικών κύκλων, αλλά και λόγω της δειλίας – φόβου του Κωνσταντίνου να αποκαλύψει στους υπόλοιπους (βλ. Μεταξά, Γούναρη κ.ά.) τι πραγματικά είχε συμφωνήσει με τον Μπεναζέ, η τότε ελληνική κυβέρνηση απέρριψε το τελεσίγραφο. Το αποτέλεσμα ήταν, στις 18 Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου, να αποβιβαστούν στον Πειραιά συμμαχικά στρατεύματα και να προωθηθούν προς την Αθήνα, με σκοπό να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της πόλης.[56] Βρήκαν, όμως, μπροστά τους ένοπλες δυνάμεις των Επίστρατων και μετά από αρκετές απώλειες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Σε αντίποινα, ο συμμαχικός στόλος βομβάρδισε την πρωτεύουσα.[57]    

Η «νίκη» των Επίστρατων κατά των συμμαχικών στρατευμάτων φούσκωσε τα μυαλά της αντιβενιζελικής παράταξης και οδήγησε, από τις 19 Νοεμβρίου/2 Δεκεμβρίου, σε ένα ανελέητο πογκρόμ κατά των οπαδών του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Πολιορκήθηκε και λεηλατήθηκε ακόμα και το σπίτι του Βενιζέλου στην Αθήνα.[58] Στις 24 Νοεμβρίου/7 Δεκεμβρίου, η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης κήρυξε έκπτωτο τον Κωνσταντίνο, ενώ, στις 12/25 Δεκεμβρίου, το κράτος των Αθηνών ανταπάντησε με το «Ανάθεμα» κατά του Βενιζέλου στο Πεδίο του Άρεως, πρωτοστατούντος του τότε αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου. Είχε προηγηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης του Βενιζέλου για εσχάτη προδοσία, συκοφαντία και εξύβριση του Γενικού Επιτελείου Στρατού.[59]  

Οι βραχυπρόθεσμες συνέπειες των «Νοεμβριανών» υπήρξαν εξαιρετικά αρνητικές για τον Κωνσταντίνο, ενώ επιτάχυναν τη λύση του ελληνικού δράματος. Ήδη από τις 25 Νοεμβρίου/8 Δεκεμβρίου, οι Σύμμαχοι είχαν επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων, πιστεύοντας ότι η πείνα, που θα επικρατούσε στις περιοχές της Παλαιάς Ελλάδας, θα δημιουργούσε οξύτατη δυσαρέσκεια για την πολιτική του Κωνσταντίνου. Επίσης, με τέσσερις διακοινώσεις της Αντάντ προς τη φιλοβασιλική κυβέρνηση των Αθηνών, τον Δεκέμβριο – Ιανουάριο του 1916-17, απονευρώθηκε κάθε στρατιωτική αντίδραση του «κράτους των Αθηνών», ενώ διαλύθηκαν, τουλάχιστον τυπικά, οι σύλλογοι των Επιστράτων.[60] Στις 19 Δεκεμβρίου 1916/2 Ιανουαρίου 1917, η Αντάντ, εκτός της Ιταλίας, αναγνώρισε διπλωματική υπόσταση στην Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης, ενώ οι Σύμμαχοι ανέλαβαν την προστασία των Φιλελεύθερων, που κατοικούσαν στο «κράτος των Αθηνών».[61] Πριν, όμως, από αυτά είχε αποφασιστεί περί τις αρχές Νοεμβρίου 1916,[62] η επέκταση των γεωγραφικών ορίων του «κράτους της Θεσσαλονίκης» με την κατάληψη τόσο των βορείων Σποράδων όσο και των Κυκλάδων από τον στρατό της Εθνικής Άμυνας.[63]


Η κατάληψη των Κυκλάδων από τον στρατό της Εθνικής Άμυνας

            Η κατάληψη των Κυκλάδων, του τελευταίου εδαφικού τμήματος που «προσαρτήθηκε» στο «κράτος της Θεσσαλονίκης», από τον στρατό της Εθνικής Άμυνας αποτελεί ιδιαίτερη ψηφίδα στο μωσαϊκό της ιστορίας του Εθνικού Διχασμού. Κάνουμε χρήση του όρου «κατάληψη», καθώς δεν επρόκειτο για ηθελημένη προσχώρηση των Κυκλαδιτών στο προσωρινό κράτος του Βενιζέλου, πράγμα που θα αποδειχθεί στη συνέχεια από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε και τα οποία επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό μας.[64] Εξάλλου, και ο ίδιος ο συνταγματάρχης Νικόστρατος Καλομενόπουλος,[65] επικεφαλής του στρατού των Αμυνιτών που ανέλαβε την απόσχιση των νησιών από το «κράτος των Αθηνών», και μετέπειτα Στρατιωτικός Διοικητής Κυκλάδων, χαρακτηρίζει τα γεγονότα ως κατάληψη, καθώς σε ελάχιστα νησιά υπήρξε ένθερμη υποδοχή του στρατού της Εθνικής Άμυνας.

Είναι γεγονός ότι η σπίθα της «επανάστασης» δεν μεταδόθηκε στα νησιά. Οι Κυκλαδίτες δεν επαναστάτησαν αυθορμήτως εναντίον του Κωνσταντινικού καθεστώτος, ούτε κάλεσαν αντιπροσώπους του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας για να δηλώσουν την επιθυμία τους να αποτελέσουν επικράτεια της Προσωρινής Κυβέρνησης Θεσσαλονίκης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός, ότι ο Βενιζέλος, αναχωρώντας από την Κρήτη για τη Θεσσαλονίκη, δεν σταμάτησε σε κανένα Κυκλαδονήσι, ούτε καν στη Φιλελεύθερη Σύρο. Αντιθέτως, περιόδευσε στα περισσότερα από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, πριν φτάσει στη Θεσσαλονίκη. Βέβαια, και σε αυτά τα νησιά η συμμαχική παρουσία καθόρισε τη στάση των νησιωτών και καθιστούσε μάταιη και ουτοπική οποιαδήποτε αντίδραση των φιλοβασιλικών.

Σε γενικές γραμμές, οι Κυκλαδίτες δεν υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό το ενδεχόμενο της κατάληψης των νησιών τους από τους Αμυνίτες. Για παράδειγμα, ο κλήρος και το εκπαιδευτικό προσωπικό δεν χαιρέτησαν με ενθουσιασμό την «προσχώρηση» των Κυκλάδων στο Εθνικό Κίνημα. Αντιθέτως, αντέδρασαν «σατανικώτατα». Επιπλέον, οι επίσκοποι των Κυκλάδων (Σύρου, Νάξου, Θήρας) δεν θέλησαν ευθύς εξαρχής να προσανατολιστούν προς το νέο καθεστώς. Το ίδιο συνέβη με τους εκπαιδευτικούς, με μόνη εξαίρεση τους δασκάλους της Σύρου και ορισμένους, λιγοστούς, στα υπόλοιπα νησιά των Κυκλάδων. Οι περισσότεροι δάσκαλοι έμειναν προσηλωμένοι στην ιδέα ότι το Εθνικό Κίνημα θα ναυαγούσε. Βέβαια, η βενιζελική πλευρά ερμήνευε τη στάση αυτή, ισχυριζόμενη ότι αυτή είτε απέρρεε από ιδιοτελή κίνητρα, αποφεύγοντας κάθε ιδεολογική παράμετρο, είτε ήταν το αποτέλεσμα της «δηλητηρίασης» του φρονήματος του ελληνικού λαού.[66]

            Όσον αφορά την άποψη, ότι οι Κυκλαδίτες εμφορούνταν από φιλελεύθερες ιδέες, η βενιζελική πλευρά διατύπωνε την εκτίμηση ότι «το φρόνημα γενικώς των νήσων των Κυκλάδων ήτο ανέκαθεν φιλελεύθερον, υπό το κράτος όμως της βίας των απειλών και των ποικίλων ψευδών διαδόσεων των φαύλων οργάνων του παλαιού καθεστώτος είχε σημαντικώς μεταστραφή και οι αγαθοί νησιώται έντρομοι προ των καταδιώξεων και των άλλων διοικητικών ασχημιών απέβαλλον ολίγον κατ’ ολίγον το φιλελεύθερον φρόνημα, κυρίως εκ του φόβου των πιέσεων προερχομένων εκ των οργάνων της Διοικήσεως».[67]Σε αντίθεση με το κλήρο και τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις που δεν ταχθήκαν υπέρ του Κινήματος της Τριανδρίας, οι λιγότερο ανεπτυγμένες κοινωνικές τάξεις, όπως οι εργάτες και οι ναυτικοί, το στήριξαν από τη πρώτη στιγμή.

Οι Κυκλάδες, μετά τα Νοεμβριανά των Αθηνών, βρέθηκαν υπό αγγλική σχεδόν κατοχή, αλλά και πριν από τα γεγονότα αυτά ο συμμαχικός στόλος ήταν αυτός που ασκούσε απόλυτο έλεγχο στις θαλάσσιες μεταφορές του Αιγαίου. Ο γαλλικός στόλος επισκέπτονταν τα διάφορα νησιά των Κυκλάδων και συνιστούσε στους Κυκλαδίτες να συμπεριφέρονται «καλώς» έναντι των συμφερόντων της Αντάντ και να μην τροφοδοτούν με τρόφιμα και καύσιμα τα γερμανικά υποβρύχια, που την ίδια περίοδο επιχειρούσαν στα νερά του Αιγαίου, διότι θα αναγκάζονταν να προχωρήσουν σε διακοπή του επισιτισμού των νησιών.[68]

Η παρουσία των Αγγλογάλλων στο Αιγαίο και η επιβολή του ναυτικού αποκλεισμού υπήρξαν οι παράγοντες που καθόρισαν τη στάση των νησιωτών έναντι του Κινήματος της Εθνικής Άμυνας. Οι Κυκλαδίτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φάσμα της επισιτιστικής κρίσης, περισσότερο από ό,τι οι Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα άγονα Κυκλαδονήσια δεν μπορούσαν να καλύψουν τις βασικές διατροφικές ανάγκες των κατοίκων τους. Τόσο η βύθιση των ατμόπλοιων που μετέφεραν τρόφιμα και ζωοτροφές, από τα γερμανικά υποβρύχια, όσο και ο έλεγχος της τροφοδοσίας τους από τον στόλο των Αγγλογάλλων, οδήγησαν τους νησιώτες μεταξύ σφύρας και άκμονος. Ακόμα και μετά την κατάληψη των Κυκλάδων από τους Αμυνίτες, ο επισιτισμός των νησιών παρέμενε προβληματικός.[69]

 Αντικειμενικοί και βιοποριστικοί λόγοι επέβαλλαν στους νησιώτες να δεχθούν το στρατό της Εθνικής Άμυνας, καθώς οποιαδήποτε σκέψη για αντίδραση ήταν καταδικασμένη να αποτύχει λόγω της ισχυρής παρουσίας του αγγλογαλλικού στόλου, ο οποίος βρίσκονταν στα νερά του Αιγαίου, πριν ακόμα έρθει η ώρα της κατάληψης των Κυκλάδων από τους βενιζελικούς.[70] Χωρίς την αγγλική υποστήριξη, το Κίνημα του Βενιζέλου θα είχε καταρρεύσει στις Κυκλάδες.[71] Παρ’ όλα αυτά, η κατάληψή τους από τον στρατό του Βενιζέλου δεν έγινε αναίμακτα. Τα αιματηρά γεγονότα της Απειράνθου, του Ιανουαρίου του 1917, με τη σφαγή αμάχων που πραγματοποιήθηκε από το βενιζελικό στράτευμα, μαρτυρούν ότι το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας δεν ήταν αποδεκτό από το σύνολο του νησιωτικού πληθυσμού. Αναμφισβήτητα, υπήρχαν ισχυρές φιλοβασιλικές εστίες στο εσωτερικό των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες  αντέδρασαν δυναμικά στο ενδεχόμενο τα νησιά των Κυκλάδων να αποτελέσουν μέρος της επικράτειας του «κράτους της Θεσσαλονίκης».

Ωστόσο, επιβάλλεται να  προσεγγίσουμε τα γεγονότα υπό το πρίσμα των γενικότερων εξελίξεων της περιόδου. Εν ολίγοις, η κατάληψη των Κυκλάδων υπήρξε εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ασφάλεια του στόλου της Αντάντ. Όσο δρούσαν γερμανικά υποβρύχια στα νερά του Αιγαίου, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ανεφοδιάζονταν από τους ντόπιους, τα πλοία των Συμμάχων δεν ήταν ασφαλή, όπως επίσης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σκληρός ναυτικός αποκλεισμός της ηπειρωτικής από τη νησιωτική Ελλάδα. Η κατάσταση αυτή έπρεπε να τερματιστεί. Ακόμα, το νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην Κρήτη, που στήριζε δυναμικά το βενιζελικό κίνημα και τη Θεσσαλονίκη, που χτυπούσε η καρδιά της Προσωρινής Κυβέρνησης. Οι Κυκλάδες υπήρξαν η σπονδυλική στήλη του «κράτους της Θεσσαλονίκης», το κομμάτι εκείνο που ένωνε τη Θεσσαλονίκη με τη μακρινή Κρήτη. Χωρίς αυτές, το «κράτος της Θεσσαλονίκης» στερούνταν θαλάσσιας συνοχής.[72]  

            Ακολουθεί η δημοσίευση ολόκληρης της έκθεσης κατάληψης των Κυκλάδων  του συνταγματάρχη Νικόστρατου Καλομενόπουλου, με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1917, ενός αρχειακού τεκμηρίου που διαφωτίζει σε βάθος τον αναγνώστη για όσα συνέβησαν στις Κυκλάδες το χρονικό διάστημα Νοέμβριος 1916 – Ιανουάριος 1917.[73] Παραλήπτης της έκθεσης ήταν ο ίδιος ο Βενιζέλος. Μέρος της έκθεσης αυτής, αυτό που αφορά τα αιματηρά γεγονότα της Απειράνθου, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Βασίλη Φραγκουλόπουλο στο περιοδικό Ναξιακά Γράμματα.[74]

Ο αναγνώστης πρέπει να έχει κατά νου ότι ο Καλομενόπουλος υπήρξε όργανο της βενιζελικής διοίκησης στην περιοχή των Κυκλάδων, συνεπώς τα γραφόμενά του πρέπει να προσεγγίζονται με κριτική ματιά, καθώς ο στρατιωτικός διοικητής Κυκλάδων προσπαθεί να δικαιολογήσει αποφάσεις που πήρε, να λειάνει γωνίες για μελανά σημεία της κατάληψης και να πείσει τον αποδέκτη της έκθεσης, που ήταν ο Βενιζέλος, για τα φιλελεύθερα αισθήματα των Κυκλαδιτών, τα οποία όμως είχαν μεταστραφεί λόγω της προπαγάνδας των Κωνσταντινικών. Η έκθεση Καλομενόπουλου συνοδεύεται από εκτεταμένα σχόλια, με τη μορφή παραπομπών, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη.


[1] «Τριπλή Συνεννόηση» ή «Τριπλή Αντάντ» (Triple Entante), επρόκειτο για συμμαχία μεταξύ της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας, και αργότερα της Ιταλίας, ενάντια στις Κεντρικές Δυνάμεις ή «Τετραπλή Συμμαχία», που αποτελούνταν από τις Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική αυτοκρατορία και (αργότερα) Βουλγαρία. Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, Διπλωματική Ιστορία Τριών Αιώνων. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες 1815 – 1919, τ. Β΄, Εκ. Σιδέρης, Αθήνα 2004, σσ. 387-395, 441-447, 475-499.

[2] Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915 Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2016, σσ. 36-37.

[3] Για τη φιλογερμανική αυλή – συμβούλους του Κωνσταντίνου (Γεώργιος Στρέιτ, Γεώργιος Θεοτόκης, Ιωάννης Μεταξάς, Βίκτωρ Δούσμανης) βλ. Γεώργιο Βεντήρη, Η Ελλάς του 1910-1920, τ. Α΄, Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα χ.χ., σσ. 141-152, 197-206, 226-240, 246-250.

[4] Γεώργιος Λεονταρίτης, «Η διεθνής θέση της Ελλάδος παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου» στο συλλογικό τόμο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΕ΄, Εκδ. Αθηνών, Αθήνα 2000, σ. 16.

[5] Για τη περίοδο του Εθνικού Διχασμού, ενδεικτικά βλ. Ιστορία του Εθνικού Διχασμού, κατά την αρθρογραφία του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Ιωάννου Μεταξά, Εκ. Κυρομάνος, Αθήνα 2010ꞏ Κωνσταντίνου Ζαβιτσιάνου, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1922), τ. Α΄- Β΄, Ιδιωτική έκδοση, Αθήναι 1946-1947 ꞏ Γεώργιος Στρέιτ, Απομνημονεύματα (Ημερολόγιον – Αρχείον) – τ. Α΄- Β΄, Αθήναι, 1964-66  ꞏ Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, 1915 Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2015 ∙ Του ίδιου, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωσηΟι επίστρατοι του 1916, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996 ̇ Ν. Πετσαλής – Διομήδης, Η Ελλάδα των δυο κυβερνήσεων 1916-17. Καθεστωτικά, Διπλωματικά και Οικονομικά προβλήματα του Εθνικού Διχασμού, Εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1988 ∙ Νικόλαος Τ. Γερακάρης, Σελίδες εκ της συγχρόνου ιστορίας (πρόσωπα και πράγματα), τ. Α΄, Εκδ. Ελεύθερος Άνθρωπος, Αθήναι 1936 ∙ Συλλογικός τόμος, Η κυβέρνηση Θεσσαλονίκης. Η κορύφωση της σύγκρουσης δυο κόσμων. Η ιστορική αποτίμηση 100 χρόνια μετά, Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017 ꞏ Γεώργιος Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005ꞏ Γεώργιος Σ. Πλουμίδης, «Αντιβενιζελικά φυλλάδια και η πολεμική τους (1910-1935)» στο συλλογικό τόμο (επιμ. Θάνος Βερέμης-Οδυσσέας Δημητρακόπουλος), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Εκδ Φιλιππότη, Αθήνα 1980, σσ. 605-631 ꞏ Χρήστος Δ. Βήττος, Ο εθνικός διχασμός και η γαλλική κατοχή (1915-1920), Εκδ. Όλυμπος, Θεσσαλονίκη 2008.

[6] Επρόκειτο για τις περίφημες τρεις επιστολές του Βενιζέλου προς τον Κωνσταντίνο (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1915), στις οποίες αναλύονταν οι διπλωματικές κινήσεις των εμπλεκομένων και τα ανταλλάγματα που έδινε η Αγγλία στην Ελλάδα. Βλ. Μαυρογορδάτο, 1915 Ο Εθνικός Διχασμός, σσ. 41-43.

[7] Βεντήρης, ό.π., σσ. 250-259.

[8] Λεονταρίτης, «Η διεθνής θέση της Ελλάδος…», ό.π., σσ. 20-22. Για το χρονικό της «λανθάνουσας κρίσεως», με αφορμή την επιχείρηση των Δαρδανελίων, βλ.  Βεντήρης, ό.π., σσ. 282-284.

[9] Μαυρογορδάτος, 1915 ο Εθνικός Διχασμός, σσ. 49-50. Βεντήρης, ό.π., σσ. 285-306.

[10] Λεονταρίτης, ό.π., σσ. 22-23.

[11] 140.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα στη Μικρά Ασία. Βεντήρης, ό.π., σ. 314.

[12] Βλ. Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, (επιμ. Στέφανος Στεφάνου), τ. Β΄ (1915-1920), Λέσχη Φιλελευθέρων, Αθήναι 1981, σσ. 59-81. Ακόμα, Π.Σ. Δέλτα, Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος (επιμ. Π.Α. Ζάννας), Εκδ. Ερμής, Αθήνα 2009,  σσ. 11-14.

[13] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 26.

[14] Βεντήρης, ό.π., σ. 342.

[15] Για το στρατιωτικό σκέλος της συνθήκης, βλ. τα κείμενα των στρατιωτικών συμβάσεων της 1ης και 19ης Μαΐου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας στο Διπλωματικά Έγγραφα 1913-1917: Ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας – Εισβολή Γερμανοβουλγάρων εις Μακεδονίαν, τ. Α΄,  Υπουργείον επί των Εξωτερικών, εν Αθήναις, 1917, σσ. 4-21.

[16] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900 – 1945, Εκδ. Εστία, Αθήνα 2008, σ. 91.

[17] Βλ. Άρθρο 2 της στρατιωτικής σύμβασης. Διπλωματικά Έγγραφα 1913-1917, ό.π., σ. 13.

[18] Βεντήρης, ό.π., σ. 349.

[19] Στο ίδιο, σσ. 358-359.

[20] Μαυρογορδάτος, ό.π., σσ. 63-64. Για τη συνομιλία των δυο ανδρών, βλ. Βεντήρης, ό.π., τ. Β΄, σ. 23-26.

[21] Βλ. αγόρευση Βενιζέλου στη Βουλή την 21η Σεπτεμβρίου 1915 στο Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, σσ. 87-94, 95-152.

[22] Αγόρευση Βενιζέλου στη Βουλή της 22ας Σεπτεμβρίου, στο ίδιο, σσ. 153-160.

[23] Κυβέρνηση Ζαΐμη (24.9.1915 – 25.10.1915) – Κυβέρνηση Σκουλούδη (25.10.1915 – 9.6.1916).

[24] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 30.

[25] Βεντήρης, ό.π., σσ. 88-89.

[26] Προκήρυξη προς τον λαό για τις εκλογές της 6ης Δεκεμβρίου 1916 στο Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, ό.π., σσ. 205-208.

[27] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 33.

[28] Βεντήρης, ό.π., σσ. 103-105.

[29] Στο ίδιο, σσ. σσ. 106-131, 132-150.

[30] Μαυρογορδάτος, ό.π., σ. 82.

[31] Στο ίδιο, σ. 83.

[32] Κυβέρνηση Αλέξανδρου Ζαΐμη (9.6.1916 – 3.9.1916).

[33] Βλ. Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση…, Ακόμα, Δ. Μιχαλόπουλος, Η Ξεχασμένη Επανάσταση. Οι Έλληνες Επίστρατοι και ο αγώνας τους, Εκδ. Πελασγός, Αθήνα 2012.

[34] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 36.

[35] Βλ. τον ιστορικό λόγο του Βενιζέλου στο παναθηναϊκό συλλαλητήριο της 14ης Αυγούστου 1916 στο Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, ό.π., σσ. 225-229, 231-233.

[36] Μαυρογορδάτος, 1915 Ο Εθνικός Διχασμός, σσ. 88-89.

[37] Στο ίδιο, σσ. 90-91.

[38] Βλ. την ομιλία του Βενιζέλου στη συνεδρίαση της Βουλής της 13ης Αυγούστου 1917, κατά την οποία εκθέτει το ιστορικό της διαφωνίας του με τον βασιλιά Κωνσταντίνο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Στέφανος Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου Πολιτικαί Υποθήκαι, τ. Β΄, Αθήναι 1969, σσ. 73-76.

[39] Για περισσότερα βλ. Γεράσιμος Αλεξάτος, Οι Έλληνες του Γκέρλιτς 1916-1919, Εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2015.

[40] Βεντήρης, ό.π., σ. 208.

[41] Βλ. την ενδιαφέρουσα επιστολή Βενιζέλου προς Κουντουριώτη για το κίνημα της Θεσσαλονίκης και την απόφασή του να «επαναστατήσει» (30.8.1916). Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, ό.π., σσ. 235-238. Ακόμα, δηλώσεις Βενιζέλου στο δημοσιογράφο Γεώργιο Βεντήρη, πριν αναχωρήσει από την Αθήνα, σχετικά με την εθνική ανάγκη του κινήματος. Στο ίδιο, σσ. 240-241.

[42] Βλ. «Προκήρυξις της Προσωρινής Κυβερνήσεως προς τον ελληνικόν λαόν», Εφημερίς της Προσωρινής Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φύλλο 15ης Σεπτεμβρίου 1916. Στο ίδιο, σσ. 244-245.

[43] «περαιτέρω ανοχή των καταστροφών και ταπεινώσεων, ας προκάλεσεν η εφαρμοσθείσα πολιτική, θα ισοδυναμεί με θάνατον εθνικόν». Στο ίδιο, σ. 245.

[44] Στο ίδιο,

[45] Στο ίδιο,

[46] Βλ. λόγο του Βενιζέλου στη Μυτιλήνη την 26η Σεπτεμβρίου 1916 στο Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, σσ. 247-249.

[47] Βλ. λόγο του Βενιζέλου στο λαό της Θεσσαλονίκης για το Εθνικό Κίνημα στις 30 Σεπτεμβρίου 1916, στο ίδιο, σσ. 251-254.

[48] Βασίλης Κολλάρος, «Οι Κυκλάδες μέσα στη δίνη του Εθνικού Διχασμού», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, τόμος ΚΒ΄, Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Κυκλαδολογικού Συνεδρίου, Αθήνα 2021, σ. 366.

[49] Βλ. Γιάννης Γ. Μουρέλος, «Η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους (Σεπτέμβριος 1916 – Ιούνιος 1917)», Μνήμων, 8 (1982), σσ. 150-188.

[50] Στο ίδιο, σσ. 154-156, 158. Βλ. επίσης συνέντευξη Βενιζέλου στους Times, που εξηγεί τους λόγους του Κινήματος, 8 Νοεμβρίου 1916. Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου τα κείμενα, σσ. 274-278.

[51] Βλ. Συμφωνίες Κωνσταντίνου – Μπεναζέ στο Λεονταρίτης, «Η διεθνής θέση της Ελλάδος…» σσ. 41-42. Επίσης, Μουρέλος, ό.π., σσ. 155-157.

[52] Πετσαλής – Διομήδης, ό.π., σ. 73.

[53] Γερακάρης, ό.π., σ. 219 ꞏ Μαυρογορδάτος, ό.π., σσ. 97-98 ꞏ Αρετή Τούντα – Φεργάδη, «Προσπάθειες για την κατάληψη των βορείων Σποράδων» στο συλλογικό τόμο (επιμ. Θ. Βερέμης – Γ. Γουλιμή) Ελευθέριος Βενιζέλος, Κοινωνία – Οικονομία – Πολιτική στην εποχή του, Εκδ. Γνώση, Αθήνα 1989, σσ. 541, 548.

[54] Μουρέλος, ό.π., σ. 157.

[55] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 41.

[56] Μαυρογορδάτος, ό.π., σσ. 98-99.

[57] Λεονταρίτης, ό.π., σ. 42.

[58] Για τα Νοεμβριανά, βλ. Ιωάννης Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής αποζημιώσεων των θυμάτων, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007. Ακόμα, Χρ. Σ. Χουρμούζιου, Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκειναΜετά ιστορικής προεισαγωγής και επί τη βάσει των γενομένων εν τη Βουλή και δι’ επισήμων εγγράφων αποκαλύψεων, Εκ των τυπογραφείων της Εσπερίας, Λονδίνο 1919.

[59] Βλ. και την περίπτωση της κακοποίησης του τότε δημάρχου Αθηναίων και στενού φίλου του Βενιζέλου, Εμμανουήλ Μπενάκη. Βεντήρης, ό.π., σσ. 273-281.

[60] Μουρέλος, «Η Προσωρινή Κυβέρνηση Θεσσαλονίκης και οι σχέσεις της με τους Συμμάχους», σσ. 159-160.

[61] Μαυρογορδάτος, ό.π., σ. 103.

[62] Βλ. παρακάτω έκθεση Νικόστρατου Καλομενόπουλου περί της καταλήψεως των Κυκλάδων νήσων.

[63] Για τα γεγονότα της κατάληψης των βορείων Σποράδων από τον στρατό των Αμυνιτών, βλ. Τούντα – Φεργάδη, ό.π., σσ. 537-551.

[64] Κώστας Δανούσης, «Εθνικός Διχασμός 1916-1917. Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις» στο συλλογικό τόμο 1915-2015. 100 χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό. Οι πολιτικές, πολιτειακές και κοινωνικές διαστάσεις και οι μεταγενέστερες επιδράσεις, Πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου 2015, Άργος 2018, σσ. 84-90.

[65] Ο Νικόστρατος Καλομενόπουλος γεννήθηκε στη Σύρο το 1865. Κατατάχθηκε στον Στρατό το 1884, φοιτώντας στη Σχολή Υπαξιωματικών και ονομάσθηκε ανθυπολοχαγός Πεζικού το 1891. Το 1892 μετέβη στην οθωμανική Κρήτη μεταμφιεσμένος και τοπογράφησε το νησί. Το 1896 μετείχε της Κρητικής Επανάστασης ως αρχηγός της Επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνου. Το 1897 συμμετείχε στις επιχειρήσεις στις επιχειρήσεις υπό τον Τιμολέοντα Βάσσο. Το 1905 συμμετείχε στον Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908) με το προσωνύμιο «Καπετάν Νίδας», επικεφαλής σώματος ανταρτών. Τον συνέλαβαν σε μια συμπλοκή και τον καταδίκασαν σε πενταετή φυλάκιση, αλλά μετά από τρία χρόνια δραπέτευσε από τις φυλακές Μοναστηρίου. Μετείχε, επίσης, στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και τραυματίστηκε στη μάχη του Σαρανταπόρου. Διετέλεσε διοικητής του Συντάγματος Λέσβου το 1914, της ΙΙΙ Μεραρχίας Σερρών το 1917, διοικητής της VIII Μεραρχίας το 1918, Συνταγματάρχης Φρούραρχος Σμύρνης το 1919 και διοικητής του Ε΄ Σώματος Στρατού το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, ενώ το 1920 διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Αθηνών. Αποστρατεύθηκε το 1921 και απεβίωσε στις 3 Ιουλίου 1952. Στο φάκελό του δεν αναφέρεται τίποτα για τη θητεία του ως στρατιωτικός διοικητής Κυκλάδων, τα χρόνια του Εθνικού Κινήματος. Βλ. το βιογραφικό σημείωμα του Νικόστρατου Καλομενόπουλου που βρίσκεται στο αρχείο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ/ΑΣ).

[66] Νικηφόρος Κυπραίος, Επαναστατικαί σελίδες, Το Εθνικόν κίνημα ανά τας Κυκλάδας, εκ του τυπολιθογραφείου Γ. Πρίντεζη, εν Σύρω, 1919,  σ. 67.

[67] Στο ίδιο, σσ. 62,70. 

[68] Στο ίδιο, σ. 59.

[69] Στο ίδιο, σ. 61.

[70] Μέσα του 1915 συμμαχικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τη Λήμνο και την Τένεδο, ενώ σχεδιαζόταν η κατάληψη της Μυτιλήνης, της Μήλου και του Καστελόριζου, για να χρησιμοποιηθούν ως ναυτικές βάσεις. Τούντα – Φεργάδη, ό.π., σσ. 546-547. Για την περίπτωση της Μήλου, βλ. Γρηγόρης Μπελιβανάκης, Οι Αγγλογάλλοι στη Μήλο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αθήνα 2003.

[71] Compton Mackenzie, Aegean memories, Publ. Chatto and Windus, London 1940, p.112 ꞏ Κολλάρος, ο.π., σ. 370-371.

[72] Στο ίδιο, σ. 371.  

[73] Η έκθεση βρίσκεται στο Διπλωματικό και Ιστορικό αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών, 1917/Α.Α.Κ./3

[74] Βασίλης Φραγκουλόπουλος, «Η ανθρωποσφαγή στην Απείρανθο το 1917, η αδημοσίευτη έκθεση Καλομενόπουλου στη δίνη του εθνικού διχασμού», Ναξιακά Γράμματα, 26, (Ιαν. – Μαρτ. 2018) Εκδ. Εταιρείας Ναξιακών Γραμμάτων, σσ. 11-26.

istorikathemata.com

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.