Η έννοια και τα σενάρια της επανάστασης από τα πρώιμα νεώτερα χρόνια μέχρι το 1789

Του Μιχάλη Ρέττου*

Η έννοια της επανάστασης και η πρακτική της επαναστατικής δράσης δεν αποτελούν στάσιμες και αδιαφοροποίητες στον χρόνο πραγματικότητες. Κατά τον 16ο και 17ο αιώνα ο όρος «επανάσταση» ήταν συνδεδεμένος με κάθε είδους μεταβολή. Όταν εντασσόταν στο πεδίο της πολιτικής μεταβολής, η έννοια «επανάσταση» αφορούσε είτε περιόδους αναταραχών και αναστατώσεων, όπου χρησιμοποιούταν με αρνητική χροιά* είτε τη μετατόπιση της πολιτικής τύχης, η οποία ερμηνευόταν a posteriori ως αποκατάσταση των πραγμάτων και τελεσίδικο γεγονός συντελεσμένο σε συμφωνία με τη θεία πρόνοια, όπου χρησιμοποιούταν με θετική χροιά (πχ. έτσι ερμηνεύτηκε η Ένδοξη Επανάσταση του 1688 στην Αγγλία).[1]

Η ανανοηματοδότηση της επανάστασης ως συλλογικής πράξης με στόχο μία ριζική πολιτική και κοινωνική μεταβολή ήταν προϊόν του διαφωτισμού και των εγκυκλοπαιδιστών (όπως ο Diderot ή ο Raynal), που είδαν την επανάσταση ως αποτέλεσμα της μεταμόρφωσης και της προόδου της κοινωνίας στον τομέα της γνώσης και της λογικής σκέψης. Σε αυτό το πλαίσιο η αμερικανική επανάσταση (επαν)ερμηνεύτηκε ως γεγονός παγκόσμιας δυναμικής που συνεχίζει να εκτυλίσσεται με στόχο έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, ανοίγοντας έτσι το ιδεολογικό πεδίο για την εκδήλωση της γαλλικής επανάστασης.[2] Η τελευταία εισήγαγε στην ιστορία την σύγχρονη έννοια της επανάστασης ως εκδηλώσεως μίας συλλογικής κινητοποίησης. Η επανάσταση, δηλαδή, μετά το 1789, δεν ερμηνεύεται πια ως γεγονός αποκατάστασης της πολιτικής ευταξίας αλλά ως επαναστατική συλλογική δράση με στόχο έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό. Σε αυτά τα συμφραζόμενα εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος του «επαναστάτη», για να χαρακτηρίσει τα υποκείμενα που δρουν για την υλοποίηση αυτού του πολιτικού και κοινωνικού σκοπού.[3]

Ως προς τη διάκριση των μοντέλων επανάστασης, που διαμορφώθηκαν από τα πρώιμα νεότερα χρόνια μέχρι και τη γαλλική επανάσταση, βασισμένοι στο απόσπασμα του Edelstein[4], μπορούμε να κατατάξουμε τα επαναστατικά σενάρια σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει το επαναστατικό σενάριο πρώιμου συνταγματισμού, το οποίο διαμορφώθηκε κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία κατά τον 17ο αιώνα -στον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο (1642-49), καθώς και στην Ένδοξη Επανάσταση του 1688. Σε αυτού του τύπου το σενάριο δεν υπάρχει επαναστατική πρόθεση από τα δρώντα υποκείμενα. Στόχος είναι ο περιορισμός των αυθαιρεσιών του βασιλιά και ο έλεγχος των ορίων της εξουσίας του, ο οποίος διεκδικείται στη βάση της υπεράσπισης παραδοσιακών αρχών και δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται από θεμελιώδεις συνθήκες (πχ. Magna Carta). Σε αυτό το πλαίσιο, η επανάσταση επιδιώκει την επιστροφή στο status quo ante, το οποίο διατάραξαν οι αυθαιρεσίες και η κατάχρηση της εξουσίας από τον μονάρχη· πράγματα που εκλαμβάνονται ως καινοτομίες αντίθετες στο παραδοσιακό πρότυπο διακυβέρνησης. Κατά την περίοδο του αγγλικού εμφυλίου οι αντιπολιτευτικοί λόγοι υπερασπίζουν την θρησκεία, την τιμή της πολιτείας και τον βασιλιά. Το κοινοβούλιο, ουσιαστικά, επρόκειτο να πολεμήσει τον βασιλιά για να σώσει τον βασιλιά.[5]

Στη δεύτερη κατηγορία σεναρίου επανάστασης εντάσσεται αυτή του μοντέρνου συνταγματισμού. Πρόκειται, ουσιαστικά, για το σενάριο που εισήγαγε η αμερικανική επανάσταση, όπου η επανάσταση και το σύνταγμα είναι συνδεδεμένα σε μία ενιαία ιστορία.[6] Αυτό το μοντέλο χαρακτηρίζεται από την απαίτηση επαναφοράς της (συνταγματικής) σταθερότητας αμέσως μετά την έναρξη της επανάστασης. Διαφέρει από το παραδοσιακό μοντέλο επανάστασης στο ότι οι ιδεολογικές καταβολές του προέρχονται από τον κλασικό ρεπουμπλικανισμό και τις νεότερες θεωρίες αντίστασης και υπεράσπισης των φυσικών δικαιωμάτων, όπως αυτές αποτυπώθηκαν από τον John Locke.[7]

Τέλος, το τρίτο και τελευταίο μοντέλο είναι αυτό του σεναρίου της διαρκούς επανάστασης. Εδώ ο πρωταρχικός στόχος δεν είναι το «κλείσιμο» της επανάστασης με τη θέσπιση ενός συντάγματος αλλά ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Επειδή αυτός ο στόχος είναι «ασύλληπτος», η επανάσταση αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά και γίνεται η ίδια εξουσία στο όνομα της επανάστασης. Το σενάριο αυτό εισήχθη από τους Ιακωβίνους, κατά την περίοδο 1792-94, οι οποίοι ανέστειλαν επ’ αόριστον το σύνταγμα του 1793 -που οι ίδιοι θέσπισαν- και νομιμοποίησαν την εξουσία τους στηριγμένοι στην δικαιοδοσία που προσέφερε το ίδιο το γεγονός της επανάστασης.[8] Αυτό το σενάριο επανενεργοποιήθηκε κατά τον 20ο αιώνα, εντεταγμένο ως επί το πλείστον στα σοσιαλιστικά συμφραζόμενα, όπως αυτά εκφράστηκαν τον Αύγουστο του 1917 από τον Vladimir Lenin.[9]


[1] Tim Harris, “Did the English Have a Script for Revolution in the Seventeenth Century?,” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the   Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (Stanford, California: Stanford University Press, 2015), 34.

[2] Βλ.Keith Michael Baker, “Revolutionizing Revolution,” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the   Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (Stanford, California: Stanford University Press, 2015), 84–95.

[3] Στο ίδιο, 95-102.

[4] Dan Edelstein, “From Constitutional to Permanent Revolution,” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the   Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (Stanford, California: Stanford University Press, 2015), 118–30.

[5] Στο ίδιο, 123.

[6] Jack Rakove, “Constitutionalism: The Happiest Revolutionary Script,” στο Scripting Revolution: A Historical Approach to the   Comparative Study of Revolutions, Keith Michael Baker and Dan Edelstein (Stanford, California: Stanford University Press, 2015), 116.

[7] Για τη θεωρία της πολιτικής ανυπακοής του Locke βλ. Γιώργος Πολίτης, Το Δικαίωμα Της Πολιτικής Ανυπακοής Και η Φιλοσοφία Του John Locke (Αθήνα: Έννοια, 2004).

[8] Βλ. Dan Edelstein, ό.π., 125-130.

[9] Στο ίδιο, 130.

*Ο Μιχάλης Ρέττος είναι εκπαιδευτικός, απόφοιτος κλασικής φιλολογίας (ΕΚΠΑ) και εξειδικεύεται στο ΠΜΣ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας & Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ.

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.