Η Αθήνα του 2ου και 3ου αι. μ.Χ.

του Χαράλαμπου Ανδριανόπουλου, φοιτητή Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

H αρχαία πόλη της Αθήνας είχε αναπτυχθεί γύρω από την Ακρόπολη, αλλά κυρίως στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του λόφου. Αμέσως μετά τη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., η πόλη περιτειχίστηκε με το Θεμιστόκλειο τείχος , του οποίου κατάλοιπα έχουν διασωθεί σε διάφορα σημεία της σημερινής Αθήνας. Από τον λόφο των Μουσών (τον γνωστό ως λόφο του Φιλοπάππου), το Θεμιστόκλειο τείχος κατερχόταν προς τα νοτιοδυτικά, όπου άρχιζαν τα «μακρά τείχη» 1  που συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς τον λόφο των Νυμφών, διερχόταν από τον Κεραμεικό, έστρεφε ανατολικά τέμνοντας τη σημερινή οδό Αθηνάς στη διασταύρωση με την οδό Σοφοκλέους, προχωρούσε προς την οδό Αιόλου, τρεπόταν νοτιοανατολικά και ακολουθώντας φορά παράλληλη προς την οδό Σταδίου διερχόταν από την Πλατεία Κλαυθμώνος, διέσχιζε την οδό Κολοκοτρώνη, διερχόταν από την οδό Βουλής, ακολουθούσε το νοτιότερο τμήμα της οδού Νίκης και έφθανε στο Ολυμπιείο, απ’ όπου με τεθλασμένη γραμμή κατευθυνόταν προς τα δυτικά καταλήγοντας στον λόφο του Φιλοπάππου. Το Θεμιστόκλειο τείχος κατεδαφίστηκε από τον Λύσανδρο μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 403 π.Χ., αλλά ξαναχτίστηκε το 394 π.Χ. από τον Κόνωνα, ενώ κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., χτίστηκε το διατείχισμα από τον λόφο των Μουσών ως τον λόφο των Νυμφών. Τα τείχη της Αθήνας καταστράφηκαν οριστικά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. 2

Αλλά αμέσως μετά την καταστροφή εκείνη η Αθήνα άρχισε να ανασυγκροτείται και στους επόμενους αιώνες κοσμήθηκε με νέα λαμπρά οικοδομήματα χάρη στη γενναιόδωρη χορηγία Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ξένων βασιλέων (όπως ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αριοβάρζανος) και επιφανών φιλαθηναίων.

Κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα η Αθήνα όχι μόνο είχε ανακτήσει την αρχαία της λαμπρότητα, αλλά είχε οδηγηθεί σε νέα άνθηση με την ευεργετική επέμβαση του Ηρώδη του Αττικού και του αυτοκράτορα Αδριανού, όπως επιγραμματικά σχολιάζει ο Παυσανίας 3. Κατά την εποχή του Αδριανού επισκευάστηκαν τα παλιά τείχη και περιτειχίστηκε η νέα αδριάνεια πόλη.

Το νέο αυτό τείχος άρχιζε από το σημείο συμβολής των σημερινών οδών Βουλής και Κολοκοτρώνη, εκτεινόταν ανατολικά και κατά μήκος της οδού Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι του ύψους της οδού Μέρλιν, τρεπόταν νοτιοανατολικά μέχρι το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο και από εκεί κατευθυνόταν νοτιοδυτικά προς το Ολυμπιείο, όπου ενωνόταν με το Θεμιστόκλειο τείχος. Η μακρόχρονη ειρηνική περίοδος που ακολούθησε είχε ως συνέπεια να παραμεληθούν τα τείχη της Αθήνας. Τότε οικοδομήθηκε ο ναός του Ολυμπίου Διός, το Πάνθεον, το Αδριάνειο Γυμνάσιο και η Βιβλιοθήκη, καθώς και ολόκληρη η αδριάνεια πόλη κοντά στον Ιλισό, παράλληλα με πλείστα σημαντικότατα έργα κοινής ωφέλειας, όπως υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες, υπόνομοι 4.

Μόλις κατά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα πλαίσια του ευρύτερου αμυντικού προγράμματος του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.), έγινε συστηματική ανοικοδόμηση και μερική επέκταση των αθηναϊκών τειχών 5. Ωστόσο, την επομένη δεκαετία, τα τείχη αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή για να προστατεύσουν αποτελεσματικά την πόλη από τη βαρβαρική απειλή.

Το έτος 267 μ.Χ. οι Έρουλοι – ένας βαρβαρικός λαός με γερμανική προέλευση, εγκαταστημένος τον 3ο αιώνα στα βόρεια παράλια του Ευξείνου – σε συνεργασία με τους Γότθους επέδραμαν στα νησιά του Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα, εισέβαλαν στην Αττική, κατέλαβαν την Αθήνα, τη λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν 6 . Οι συνέπειες της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα ήταν τρομακτικές. Η περίλαμπρη πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά με μόνη εξαίρεση την Ακρόπολη, που διέφυγε τότε την καταστροφή. Ένα στρώμα στάχτης κάλυψε όλη την έκταση της πόλης, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν τα καπνισμένα ερείπια των έξοχων οικοδομημάτων και των άλλων μνημείων της.

Mετά την επιδρομή των Ερούλων η ανασυγκρότηση της Αθήνας ακολούθησε βραδύτατους ρυθμούς, χωρίς να αποκατασταθεί ολότελα η αλλοτινή φυσιογνωμία της πόλης.

Ο αστικός ιστός συρρικνώνεται και περιορίζεται στο κεντρικότερο τμήμα της πόλης, γύρω από τη Ρωμαϊκή Αγορά. Η περιοχή αυτή, που εκτείνεται βόρεια του λόφου της Ακρόπολης, περιτειχίστηκε στα τέλη του 3ου αιώνα, πιθανότατα κατά την εποχή του αυτοκράτορα Πρόβου (276-282 μ.Χ.) ή λίγο αργότερα. Το νέο αυτό τείχος ξεκινούσε από το βορειοδυτικό άκρο των τειχών της Ακρόπολης, κατευθυνόταν βόρεια κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της οδού των Παναθηναίων φθάνοντας στο νότιο άκρο της Στοάς του Αττάλου που ενσωματωνόταν σε αυτό, από το βόρειο άκρο της Στοάς κατευθυνόταν ανατολικά, συναντούσε τον νότιο τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που επίσης ενσωματωνόταν στο τείχος, προχωρούσε ανατολικά και σε απόσταση 350 περίπου μέτρων (εκεί όπου στη νεότερη εποχή θα ανεγειρόταν το αρχοντικό των Μπενιζέλων) έστρεφε νότια και κατευθυνόταν προς τα τείχη της Ακρόπολης. Είναι φανερό ότι το τείχος αυτό ήταν προϊόν έντονης ανησυχίας και φόβου και κατασκευάστηκε με σπουδή κάτω από την επήρεια της νωπής ακόμη ανάμνησης της συμφοράς που είχε προξενήσει η επιδρομή των Ερούλων. Αποβλέποντας στην αποτροπή νέων δεινών, οι Αθηναίοι – όσοι είχαν απομείνει στη ρημαγμένη πόλη – οικοδόμησαν ένα οχυρό περίβολο χρησιμοποιώντας ως δομικό υλικό τους ίδιους τους δόμους των ερειπωμένων αρχαίων κτηρίων και εξοικονομώντας χρόνο και εργασία με την ενσωμάτωση στον περίβολο αυτό εκείνων των αρχαίων κτισμάτων που χάρη στη θέση, την κατασκευή και τον όγκο τους προσφέρονταν γι’ αυτό.

Κατάλοιπα της Αδριάνειας βιβλιοθήκης και του τείχους

Ρωμαϊκή Αγορά. Διακρίνεται το Ωρολόγιο του Κυρρήστου (Πύργος των Ανέμων)
και οι αψίδες του λεγόμενου Αγορανομείου.

  1. Με αυτό το τείχος ( της Μουνυχίας και του Πειραιά), ενώνονταν τα σκέλη του τείχους που εκτείνονταν προς τα κάτω από το άστυ· αυτά ήταν τα Μακρά Τείχη, μήκους σαράντα σταδίων, που συνέδεαν το άστυ με τον Πειραιά. Οι πολλοί πόλεμοι, όμως, κατέστρεψαν το τείχος και το φρούριο της Μουνυχίας, ενώ μείωσαν τον Πειραιά σε μικρό οικισμό, γύρω από τα λιμάνια και το ιερό του Σωτήρος Διός. Οι μικρές στοές του ιερού έχουν έργα διάσημων καλλιτεχνών, ενώ έξω στο ύπαιθρο υπάρχουν ανδριάντες.
    Τα Μακρά Τείχη έχουν, επίσης, γκρεμιστεί, έχοντας καταστραφεί πρώτα από τους Λακεδαιμόνιους, και ύστερα από τους Ρωμαίους, όταν ο Σύλλας κυρίευσε με πολιορκία τον Πειραιά και το άστυ. Ι. Τραυλός, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών από των προϊστορικών χρόνων μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2005, σελ. 93
  2. Αππιανός, Μιθριδάτειος, XXXVIII. 147-150
  3. «Αθήναι μεν όντως υπό του πολέμου κακωθείσαι, τον Ρωμαίων αύθις Αδριανού βασιλεύοντος ήνθησαν», [Ι, 20, 7]
  4. Άλλα έργα Αδριανού στην Αθήνα, Παυσανίας, Ελλάδος περιηγήσεως, Αττικά, Ι.19.9, ό.π., σελ. 61, 62-71, 80
  5. Ζώσιμος, Ιστορία Νέα, Ι.29.2-3, εκδ. F. Paschoud, Zosime, Histoire Nouvelle, τ. Ι, βιβλ. Ι-ΙΙ, Les Belles Lettres, Παρίσι 2000, σελ. 17-25, 27
  6. «Των δε Σκυθών την Ελλάδα κάκιστα διαθέντων και τας Αθήνας αυτάς εκπολιορκησάντων», Ζώσιμος
, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.