Η ανασύνταξη της Ρώμης και η σύγκρουση με τους Ουόλσκους τον 4ο αιώνα π.Χ. (Α μέρος)

του Μανώλη Χατζημανώλη,

Στην παρούσα σειρά αναρτήσεων ξεκινάμε το ταξίδι μας για την πορεία της Ρώμης από μια μέση δύναμη της τυρρηνικής Ιταλίας σε αυτοκρατορία.

H επόμενη μέρα της γαλατικής επιδρομής του 390 π.Χ (βλ. παρακάτω link) βρήκε τους πολίτες και την ηγεσία της Ρώμης αντιμέτωπους με μεγάλες προκλήσεις. Αν και η ακρόπολη και τα περισσότερα δημόσια κτήρια είχαν μείνει άθικτα, μεγάλο μέρος του άστεως είχε καταστραφεί. Καθώς ειδικότερα οι οικίες των φτωχότερων πληβείων ήταν φτιαγμένες από άχυρο και καλάμια, υλικά σε μεγάλη αφθονία στα έλη και στις όχθες του Τίβερη μεν εύφλεκτα δε, η μεγάλη πλειοψηφία των προσφύγων που επέστρεφαν από τις φιλικές πόλεις της Ετρουρίας και του Λατίου είχε μείνει άστεγη.

Αυτή η καταστροφή, πέρα από το οικονομικό κόστος που συνεπαγόταν, αποτέλεσε νέα αφορμή αντιπαραθέσεων στην Ρώμη, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως πρόφαση από τους δημάρχους (tribuni plebis, οι άρχοντες της συνέλευσης των πληβείων) για να προτείνουν την μαζική μετανάστευση του πληθυσμού στους γειτονικούς Βηίους, την ετρουσκική πόλη που είχαν αλώσει οι Ρωμαίοι το 396 π.Χ. Αυτή η πρόταση, που επανέφερε στον δημόσιο διάλογο ένα παλαιότερο αίτημα των πληβείων για αποικισμό της εύφορης χώρας από ακτήμονες και μέρος της ρωμαϊκής αριστοκρατίας, έβρισκε σφόδρα αντίθετη την τάξη των πατρικίων που αποσκοπούσε στην ανακήρυξη της κατακτημένης γης σε δημόσιο αγρό, δηλαδή κρατικά αγροτεμάχια τα οποία οι πλούσιοι κτηματίες ενοικίαζαν σε σχετικά χαμηλές τιμές αποδίδοντας ένα σχετικά μικρό χρηματικό ποσό. Στη δημόσια διαβούλευση που ακολούθησε, ο δικτάτορας(1) και ήρωας του γαλατικού πολέμου Μάρκος Φούριος Καμίλλος με επίκληση στα θεία και στο φιλότιμο των πολιτών κατάφερε να αποτρέψει τελικά το εγχείρημα που αν πραγματοποιείτο πιθανότατα θα είχε αλλάξει τον ρου της ευρωπαϊκής και ίσως της παγκόσμιας ιστορίας.

Παράλληλα η σύγκλητος αποφάσισε την οικονομική ενίσχυση των πολιτών που θα ανοικοδομούσαν τις οικίες τους, ενώ οι τρίβουνοι(2) του έτους θεωρήθηκαν υπεύθυνοι εξ’ ολοκλήρου για την ήττα και την καταστροφή της πόλης, με αποτέλεσμα την ουσιαστική αφαίρεση των εξουσιών τους μέσω της παράτασης της δικτατορίας του Καμίλλου μέχρι το τέλος του χρόνου. Η πολιτική κρίση προς το παρόν είχε αποσοβηθεί, αλλά το χάσμα μεταξύ πατρικίων και πληβείων, με κυριότερες αιτίες τα ζήτηματα των ακτημόνων, των ιδιωτικών χρεών και της πρόσβασης στα ανώτερα πολιτειακά αξιώματα που διεκδικούσαν οι πλουσιότεροι πληβείοι, θα παρέμενε.

Ανάλογη κρίση υπήρξε και στις σχέσεις της Ρώμης με τους γείτονές της. Στις αρχές του νέου έτους (389 π.Χ) εκπρόσωποι των ετρουσκικών πόλεων συναντήθηκαν στο ιερό του θεού Βολτούμνα στην πόλη Βολσίνοι και συνέπηξαν στρατιωτική συμμαχία που στρεφόταν ξεκάθαρα εναντίον της Ρώμης, ενώ και οι Λατίνοι, θορυβημένοι ήδη πριν την γαλατική κρίση από την εκρηκτική επέκταση της πόλης του Τίβερη, απείχαν από τις μάχες κατά των Κελτών κατά παράβαση της Κασσιανής Συνθήκης του 5ου αιώνα με τους Ρωμαίους που προέβλεπε την αμοιβαία υποστήριξη σε περίπτωση εξωτερικού κινδύνου.

Η πρώτη πρόκληση όμως ήρθε τελικά από τον νότο, στην εύφορη πεδιάδα του Ποντίνε. Eκεί οι εδαφικές διαφορές μεταξύ της ουολσκικής πόλης Σάτρικον και των ρωμαϊκών αποικιών του όρους Λεπίνου, που είχαν ιδρυθεί ως ανάχωμα στις επιδρομές των Ουόλσκων τον 5ο αιώνα π.Χ, εξερράγησαν σε νέα ένοπλη σύγκρουση, όταν οι Ουόλσκοι, θεωρώντας πως οι Ρωμαίοι δεν θα είχαν συνέλθει από την γαλατική επιδρομή του 390, εισέβαλαν στην ρωμαϊκή επικράτεια και άρχισαν να την λεηλατούν. Παρά το ότι οι πολίτες ήταν απασχολημένοι με την ανοικοδόμηση της πόλης, η ρωμαϊκή σύγκλητος αντέδρασε άμεσα στην απειλή ορίζοντας εκ νέου ως δικτάτορα τον Καμίλλο για να διευθύνει τον πόλεμο κατά των επιδρομέων. Αυτός, εκτιμώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, διέταξε την παύση κάθε ιδιωτικής εργασίας και επιστράτευσε το σύνολο του διαθέσιμου δυναμικού της πόλης, ακόμα και τους γηραιότερους πολίτες (seniores) τους οποίους οργάνωσε σε ξεχωριστές εκατονταρχίες που θα παρατάσσονταν ως εφεδρεία στα μετόπισθεν. Το στράτευμα χωρίστηκε σε τρία μέρη, με το ένα να παραμένει στην Ρώμη υπό τον τρίβουνο Α. Μάνλιο για να προστατεύει το ατείχιστο άστυ, το δεύτερο υπό τον Λ. Αιμίλιο να εγκαθίσταται στους Βηίους για να φρουρεί την επικράτεια πέραν του Τίβερη και το τρίτο και ισχυρότερο να τίθεται υπό την ηγεσία του ίδιου του Καμίλλου. Aκολουθώντας σύμφωνα με τον Πλούταρχο την διαδρομή πέριξ του Μαρκίου όρους έφτασε στην λατινική πόλη Λαβούνιον, βρισκόμενος έτσι στα νώτα των επιδρομέων και αιφνιδιάζοντάς τους.

Καθώς οι Ουόλσκοι πιθανότατα υστερούσαν αριθμητικά, δεν παρατάχθηκαν για μάχη, αλλά οχυρώθηκαν στην θέση ad Maecium, χτίζοντας φράκτη από κορμούς δέντρων στηριγμένους πάνω σε χωμάτινα αναχώματα. Τότε ο Καμίλλος διέταξε τους στρατιώτες του να στοιβάξουν εύφλεκτα υλικά μπροστά από τις εχθρικές οχυρώσεις με σκοπό όταν ο άνεμος θα έπαιρνε την κατάλληλη κατεύθυνση να τους βάλουν φωτιά. Πράγματι, οι δύστυχοι Ουόλσκοι είτε κάηκαν μέσα στο στρατόπεδό τους, είτε αναγκάστηκαν τυφλωμένοι και ασφυκτιώντας από τον πυκνό καπνό να το εγκαταλείψουν άτακτα για να κατακομματιαστούν από τους εξαγριωμένους Ρωμαίους. Την συντριπτική ρωμαϊκή νίκη, ακολούθησε η άγρια δήωση της εχθρικής χώρας.

To ίδιο έτος σύμφωνα με τον Λίβιο, οι Ρωμαίοι απέκρουσαν μια ετρουσκική επίθεση (μάλλον από τους κατοίκους της Ταρκυνίας) κατά της συμμαχικής τους ετρουσκικής πόλης Σούτριον, ενώ σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη νίκησαν σε μάχη και τους ορεσίβιους των Απεννίνων Αίκουους που πολιορκούσαν τον λατινικό οικισμό Μπόλαι. Έκτοτε η πόλη δεν ξαναναφέρεται στα χρονικά, πράγμα που σημαίνει πως πιθανότατα απορροφήθηκε στην ρωμαϊκή επικράτεια. Σε αυτό το συμπέρασμα συνηγορεί και η απόδοση το ίδιο έτος πλήρων πολiτικών δικαιωμάτων στους εναπομείναντες κατοίκους των Βηίων, της Καπένας και των Φιδινών, όλες πόλεις της ευρύτερης περιοχής του Τίβερη. Η Ρώμη έλεγχε πλέον άμεσα το σύνολο της πεδιάδας του μεγάλου ποταμού. Eίχε διευρύνει το σώμα των πολιτών της με τους πολίτες πρώην αντιπάλων της, ενώ τον επόμενο χρόνο (388 π.Χ) συγκροτήθηκαν τέσσερις νέες “αγροτικές φυλές” φυλές (Stellatina, Terentina, Sabatina και Arniensis) φτάνοντας το σύνολο των ρωμαϊκών φυλών στις εικοσιπέντε. Μετά το επιτυχές πέρας του πολέμου ο Καμίλλος παρέδωσε την δικτατορική του εξουσία, ενώ ως το τέλος της χρονιάς ολοκληρώθηκε και η ανοικοδόμηση της πόλης.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Απεικόνιση Ετρούσκου οπλίτη. Οι Ρωμαίοι οπλίτες του πρώιμου 4ου αιώνα π.Χ δεν διέφεραν πολύ.

Το 388 πέρασε με ρωμαϊκές επιδρομές στις χώρες των Αίκουων και των Ταρκυνίων υπό την ηγεσία των νέων τριβούνων του έτους. Αυτές οι επιχειρήσεις δεν εξυπηρετούσαν κάποιο σχέδιο επέκτασης, αλλά αποδείχθηκαν χρήσιμες για την οικονομική ανακούφιση των πληβείων που κατ’εξαίρεση κράτησαν τα λάφυρα που άρπαξαν (γενικά συνηθιζόταν ένα μέρος των λαφύρων να αποδίδεται στους ναούς και στην πολιτεία), αλλά και για την εκτόνωση της κοινωνικής έντασης που υπέβοσκε στην πόλη μεταξύ των κοινωνικών τάξεων. Πράγματι, εκκλήσεις των δημάρχων για απόδοση σε ακτήμονες κλήρων γης στην περιοχή του Ποντίνε, δεν είχαν απήχηση στους απασχολημένους με τις επιδρομές και την ανοικοδόμηση της πόλης πληβείους.

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, παπούτσια
Απεικόνιση Ιταλού πολεμιστή με οπλισμό αντιπροσωπευτικό των ορεσίβιων της οροσειράς των Απεννίνων όπως ήταν οι Ουόλσκοι, οι Σαβίνοι, οι Ούμβριοι, οι Όσκοι κλπ.

Το ζήτημα όμως θα επανερχόταν στον δημόσιο διάλογο τον επόμενο χρόνο (387 π.Χ), όταν μια ομάδα “φυγάδων” κατά τον Λίβιο, προερχόμενων από την περιοχή του Ποντίνε, πληροφόρησε τις αρχές πως οι Ουόλσκοι, υπό την ηγεσία των Αντιαντών αυτή τη φορά, είχαν συνασπιστεί εκ νέου με άγριες διαθέσεις, ενώ υπήρχαν και ανησυχητικές αναφορές πως στον ενωμένο στρατό είχαν συνταχθεί και Λατίνοι. Όντως, η επεκτατική ορμή της Ρώμης και η αντίστοιχη έκπτωση της ουολσκικής ισχύος στο Λάτιο φαίνεται πως είχαν μεταβάλλει πολιτικές ισορροπίες αιώνων και οι Λατίνοι και Έρνικες (οσκικό φύλο που συμμετείχε στην Κασσιανή Συνθήκη) πρώην σύμμαχοι της αιώνιας πόλης είχαν αρχίσει να επαναξιολογούν τις δυνητικές γι’αυτούς απειλές. Στο εξής ο κίνδυνος απώλειας της αυτονομίας τους από μια διαρκώς γιγαντούμενη Ρώμη θα ήταν η κύρια ανησυχία των πόλεων του Λατίου για το υπόλοιπο του 4ου αιώνα, τόσο των λατινικών, όσο και των ουολσκικών.

τέλος Α’ μέρους

Σημειώσεις:

1.Παρά την αρνητική έννοια που έχει ο όρος “δικτάτορας” σήμερα, στην δημοκρατική Ρώμη ο dictator οριζόταν θεσμικά από τη Σύγκλητο σε περιόδους πολιτικής ή στρατιωτικής κρίσης απολαμβάνοντας σχεδόν απόλυτη εξουσία ανάλογη με αυτή του “στρατηγού αυτοκράτορα” στην αρχαία Ελλάδα. Η λειτουργία των υπόλοιπων θεσμών δεν διακοπτόταν, αλλά όλοι τους υπάγονταν στην υπέρτατη εξουσία του dictator, το imperium, ώστε να επιταχύνεται η διαδικασία λήψης των αποφάσεων. H θητεία του dictator κρατούσε έξι μήνες ή μέχρι την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου πολιτικού ή στρατιωτικού στόχου (causa) που προκαθόριζε η Σύγκλητος. Στα πλαίσια της απόλυτης εξουσίας αυτού του αξιώματος ο Καμίλλος είχε αναλάβει την ηγεσία των ρωμαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στους Βηίους για την αναχαίτηση των Κελτών.

2.Αν και μετά την κατάργηση της ετρουσκικής βασιλείας το 509 π.Χ η αριστοκρατία των πατρικίων γαιοκτημόνων κυριαρχούσε πολιτικά, κατέχοντας αποκλειστικότητα συμμετοχής στα σημαντικότερα δημόσια αξιώματα και στο ανώτατο νομοθετικό και δικαστικό όργανο της πολιτείας, την Σύγκλητο, μέχρι τις αρχές του 4ου αιώνα οι πληβείοι (λατ. plebis=λαϊκοί) είχαν διεκδικήσει και κερδίσει σημαντικές πολιτικές παραχωρήσεις υπέρ τους, όπως το δικαίωμα να εκλέγουν τους δικούς τους αξιωματούχους, τους tribuni plebis (“δήμαρχοι”) που είχαν δυνατότητα αρνησικυρίας (veto) έναντι των αποφάσεων της Συγκλήτου, καθώς και την εκχώρηση της εκτελεστικής εξουσίας σε εκλεγμένους από την συνέλευση των στρατιωτών (comitia centuriata) αξιωματούχους, τους tribuni militum consulari potestate ή απλά τριβούνους. Καθώς στις τάξεις των τριβούνων δικαίωμα εκλογής είχαν και οι επιφανέστεροι πληβείοι, πλέον δυνατότητα πολιτικής εκπροσώπησης είχε αποκτήσει και η ανερχόμενη τάξη των πληβείων αστών. Διαμορφωμένο έτσι, το ρωμαϊκό πολίτευμα λειτούργησε σταθερά και χωρίς εκτροπές, από το 444 π.Χ μέχρι το 367 π.Χ, οπότε επανήλθε το γνωστό σύστημα των δύο υπάτων, με τις διάφορες εξουσίες και τάξεις να ελέγχουν θεσμικά η μία την άλλην.

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.