Η Αν Χάτσινσον και η Αντινομιακή Διαμάχη

Η Αν Χάτσινσον (Anne Hutchinson, το γένος Μάρμπερι [Marbury], Ιούλιος 1591 – Αύγουστος 1633) ήταν Αμερικανή (γεννημένη στην Αγγλία) Πουριτανή θρησκευτική ηγέτιδα που αμφισβήτησε την ανδροκρατούμενη θρησκευτική ηγεσία της εποχής της και αγωνίστηκε ενάντια στον αποκλεισμό των γυναικών από τις θέσεις εξουσίας.

Η Αν Χάτσινσον γεννήθηκε το 1591 στο Λίνκολνσαϊρ της Αγγλίας και ήταν κόρη του αντικομφορμοστή αγγλικανού ιερέα και δασκάλου Φράνσις Μάρμπερι που ήταν γνωστός για την δριμεία κριτική που ασκούσε στην Εκκλησία της Αγγλίας και είχε καταδικαστεί σε δύο χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της αίρεσης αρκετά χρόνια πριν την γέννηση της κόρης του. Αυτός ο ασυμβίβαστος άντρας φρόντισε να μορφώσει την κόρη του (όπως και τις έξι αδερφές της) σαν να ήταν αγόρι παρά τις πεποιθήσεις της εποχής που θεωρούσαν την μόρφωση των γυναικών άχρηστη. Εν μέρει αιτία για την ευκαιρία αυτή μπορεί να ήταν το γεγονός πως στην εξουσία βρισκόταν μία ισχυρή βασίλισσα, η Ελισάβετ Α΄, μία δυναμική γυναίκα στην απόλυτη θέση εξουσίας που μιλούσε έξι γλώσσες και έδινε ένα νέο παράδειγμα στις προνομιούχες οικογένειες της Αγγλίας σχετικά με την εκπαίδευση των γυναικών.

Ο γάμος της και η έναρξη του θεολογικού της έργου

Όταν ενηλικιώθηκε μετακόμισε στο Λονδίνο όπου παντρεύτηκε το 1612 τον παιδικό της φίλο Γουίλιαμ Χάτσινσον που ήταν έμπορος υφασμάτων. Το ζευγάρι επέστρεψε στο Λίνκολνσαϊρ και η Χάτσινσον εργάστηκε ως μαία και θεραπεύτρια. Οι Χάτσινσον πολύ σύντομα άρχισαν να παρακολουθούν τις ομιλίες του μαχητικού πουριτανού ιερέα Τζον Κότον που δίδασκε την απλότητα στο θρησκευτικό τελετουργικό κα ασκούσε έντονη κριτική στην Εκκλησία της Αγγλίας. Τότε η Χάτσονσον άρχισε να μεταδίδει τις ιδέες του Κότον στις άλλες γυναίκες οργανώνοντας συναντήσεις και ομιλίες στο σπίτι της. Ορισμένοι μελετητές θεωρούν τέτοιου είδους συγκεντρώσεις εξαιρετικά σημαντικές για τις γυναίκες καθώς αποτελούσαν την μοναδική ευκαιρία για εκείνες να ασκήσουν θρησκευτική ηγεσία καθώς σε επίσημο επίπεδο εκείνη μονοπωλούνταν από άντρες.

Η φυγή στην Αμερική και η Αντινομιακή Διαμάχη

Το 1626 όμως ανήλθε στον αγγλικό θρόνο ο Κάρολος Α’ ο οποίος άρχισε να διώκει τους προτεστάντες με αποτέλεσμα από το 1630 και μετά οι πουριτανοί να αναγκάζονται να εγκαταλείπουν μαζικά την Αγγλία. Το 1632 και ο Τζον Κότον εξαναγκάστηκε να φύγει από την Αγγλία λόγω διώξεων από την επίσημη Εκκλησία της χώρας και να βρει καταφύγο στην Βοστώνη της Νέας Αγγλίας στην Αμερική. Ο βασιλιάς Κάρολος τότε διέταξε να κλείσουν τα σύνορα και απαγόρευσε τη μετανάστευση θεωρώντας ότι η Μασαχουσέτη αποτελεί απειλή για τα συμφέροντα της βρετανικής μοναρχίας. Οι Χάτσινσον όμως και τα 11 παιδιά τους κατάφεραν να φύγουν κρυφά και το 1633 ακολούθησαν τον Τζον Κότον και εγκαταστάθηκαν και εκείνοι στη Βοστώνη.

Εκεί ο Γουίλιαμ Χάτσινσον έγινε δικαστής ενώ η Αν Χάτσινσον εργάστηκε ως μαία και πνευματική καθοδηγήτρια των γυναικών. Την ίδια εποχή άρχισε να οργανώνει ανεπίσημες συναντήσεις των γυναικών στο σπίτι της όπου σχολίαζε και ανέλυε το κήρυγμα της κυριακάτικης εκκλησίας. Βασική στα κηρύγματά της ήταν η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει δεχτεί την χάρη του θεού και ως εκ τούτου αρκούσε η πίστη για να γίνει δεκτός στον Παράδεισο χωρίς να χρειάζεται η διαμεσολάβηση κάποιου ιερέα καθώς ο Θεός επικοινωνούσε με τους ανθρώπους άμεσα. Πολλές γυναίκες ασπάζονταν τις απόψεις της Χάτσινσον και άρχισαν να την ακολουθούν θεωρώντας την μέντορά τους καθώς στα λεγόμενά της διέκριναν την δυνατότητα να απελευθερωθούν από την ηγεμονία των συζύγων και των ιερέων. Αυτές οι απόψεις της Χάτσινσον αποτελούσαν «κόκκινο πανί» για την επίσημη Εκκλησία που έβλεπε την εξουσία της να αμφισβητείται ευθέως και να απειλείται η αντρική ηγεμονία.

Αυτές οι συγκεντρώσεις έγιναν τόσο δημοφιλείς που άρχισε να οργανώνει ανάλογες συγκεντρώσεις και για άντρες στις οποίες συμμετείχε μάλιστα και ο κυβερνήτης της Βοστώνης, Χένρι Βέιν. Σε αυτές τις συναντήσεις η Αν Χάτσινσον ασκούσε κριτική στην εκκλησιαστική ηγεσία της Βοστώνης τόσο σε πολιτικό όσο και θεολογικό επίπεδο και πολύ σύντομα διαμορφώθηκε ένα κλίμα αμφισβήτησης και διαίρεσης με την επίσημη Εκκλησία που περιλάμβανε και πολλά υψηλά ιστάμενα άτομα. Ειδικά η Χάτσινσον ενοχλούσε τόσο με τις θεολογικές της ερμηνείς όσο και με το γεγονός ότι ασκούσε καθήκοντα ιεροκήρυκα, μία θέση που η Εκκλησία θεωρούσε αποκλειστικά αντρικό προνόμιο. Η κατάσταση τελικά κλιμακώθηκε σε αυτό που έγινε γνωστό ως Αντινομιακή Διαμάχη που παρά λίγο να οδηγήσει σε σχίσμα. Η Αν Χάτσινσον αποτέλεσε κεντρική και ηγετική φυσιογνωμία της ταραγμένης αυτής εποχής που κράτησε από το 1636 μέχρι το 1638.

Η δίωξή της

Τελικά τον Νοέμβριο του 1637 η Αν Χάτσινσον κλίθηκε σε δίκη με δικαστή και ταυτόχρονα κύριο κατήγορο τον κυβερνήτη της Μασαχουσέτης Τζον Γουίνθροπ, τον άντρα που έβλεπε περισσότερο από κάθε άλλον να αμφισβητείται η πολιτική και εκκλησιαστική του εξουσία από μία γυναίκα που στα μάτια του είχε αδράξει τον έλεγχο του εκκλησιάσματος της Βοστώνης, μία δίκη το αποτέλεσμα της οποίας είχε σε μεγάλο βαθμο προαποφασισθεί. Αν λάβουμε υπόψην ότι ο Γουίνθροπ ήταν γνωστός πολέμιος της γυναικείας διάνοιας και δεν ειχε διστάσει να κριτικάρει δημόσια ακόμα και τις πιο γνωστές και αξιοσέβαστες κυρίες της κοινωνίας της Μασαχουσέτης επειδή ασχολούνταν με την συγγραφή και την ανάγνωση, καταλαβαίνουμε πως η απειλή που δεχόταν από την Χάτσινσον δεν ήταν απλά θεολογική ή πολιτική αλλά είχε και μία ξεκάθαρη διάσταση φύλου.

Αν και δεν κατέστη εφικτό να στοιχειοθετηθούν κατηγορίες αίρεσης εναντίον της, ήταν κάτι που είπε η Χάτσινσον την τελευταία μέρα της δίκης που οδήγησε στην καταδίκη της. Σε εναν μακροσκελή λόγο που έμοιαζε υπερβολικά με ιερατική διδασκαλία η Αν Χάτσινσον επιχείρησε να διαφωτίσει το αντρικό δικαστήριο σχετικά με τις απόψεις της και την θεολογία της και ολοκλήρωσε περιγράφοντας ένα αποκαλυπτικό μήνυμα που ισχυρίσθηκε πως είχε κατευθείαν από τον Θεό στο οποίο της αποκαλύφθηκε η καταστροφή των κατηγόρων της αλλά και της ίδιας της Μασαχουσέτης στην περίπτωση που καταδικάζονταν. Αυτό εκλήφθηκε ως άμεση αμφισβήτηση της εξουσίας του δικαστηρίου και η Χάτσινσον καταδικάστηκε σε προσβολή του δικαστηρίου και αποστασία και διατάχθηκε η απομάκρυνσή της από τη Βοστώνη. Την ίδια περίπου εποχή σχεδόν όλοι οι ομοϊδεάτες της (ανάμεσα στους οποίους και ο κυβερνήτης Χένρι Βέιν, ο ιερέας Τζον Χουίλραΐτ και ο ιεροκήρυκας Τζον Κότον) εκδιώχθηκαν από την Βοστώνη και έχασαν τα αξιώματά τους και την επιρροή τους. Η Χάτσινσον χαρακτηρίσθηκε «επικίνδυνη γυναίκα», αιρετική και όργανο του Σατανά και φυλακίσθηκε για τέσσερις μήνες υπό άθλιες συνθήκες ενώ την επισκέπτονταν καθημερινά διάφοροι ιερωμένοι προσπαθώντας να συγκεντρώσουν και άλλα στοιχεία εναντίον της.

Τον Μάρτιο του 1638, εξαθλιωμένη και άρρωστη, με τους περισσότερους υποστηρικτές της εξορισμένους, κλίθηκε για δεύτερη φορά σε δίκη, αυτή την φορά από την Εκκλησία, με κύριο κατήγορο τον αιδεσιμότατο Τζον Γουίλσον, έναν αξιωματούχο της Εκκλησίας που είχε δεχτεί πολλές φορές την κριτική της Χάτσινσον. Και σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν εύκολο να στοιχειοθετηθούν κατηγορίες σε βάρος της αλλά μετά από την παρουσίαση στο δικαστήριο ορισμένων απόψεών της σε βάρος αξιωματούχων της Εκκλησίας που είχε διατυπώσει εμπιστευτικά και ιδιωτικώς αρκετά χρόνια πριν, η Χάτσινσον καταδικάστηκε και δεύτερη φορά, αφορίσθηκε και της δώθηκε προθεσμία τριών μηνών να εγκαταλείψει τη Βοστώνη μαζί με τους οπαδούς της. Με την απομάκρυνσή της από τη Βοστώνη έληξε σταδιακά μέσα στα επόμενα χρόνια και η σχετική διαμάχη.

Τα τελευταία της χρόνια και ο θάνατός της

Η Αν Χάτσινσον και οι οπαδοί της ίδρυσαν το 1638 το Πόρτσμουθ μετά από ένα πολυήμερο και δύσκολο ταξίδι που περιλάμβανε πεζοπορία μέσα στο χιόνι και διάσχιση του ποταμού με βάρκες. Η Χάτσινσον, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν έγκυος για πολλοστή φορά κατά την διάρκεια των δικών και της φυλάκισής της, απέβαλε. Οι αντίπαλοί της, με επικεφαλής τον Τζον Γουίνθροπ, ισχυρίσθηκαν πως αυτό ήταν η απόδειξη πως η Χάτσινσον ήταν όργανο του σατανά και έφτασαν μάλιστα στο σημείο να ισχυρισθούν ότι και όλα τα παιδιά που είχε βοηθήσει να γεννηθούν την εποχή που ήταν μαία ήταν εξίσου καταραμένα και είχαν γεννηθεί παραμορφωμένα.

Μερικά χρόνια αργότερα πέθανε ο σύζυγός της ενώ η Χάτσινσον αναγκάστηκε να εγκαταλείψει και το Πόρτσμουθ φοβούμενη επίθεση από την Μασαχουσέτη και τελικά εγκαταστάθηκε στην αποικία της Νέας Ολλανδίας σε αυτό που αργότερα θα γινόταν το Μπρονξ στη Νέα Υόρκη παρά τις ενδείξεις πως οι ιθαγενείς της περιοχής ήταν εξαιρετικά δυσαρεστημένοι με την αποικιοποίηση. Η Χάτσινσον και η οικογένειά της διατηρούσε από την αρχή ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με τους ιθαγενείς αλλά η εποχή εκείνη χαρακτηρίζονταν από έντονες συγκρούσεις λόγω εδαφικών διεκδικήσεων μεταξύ των Ινδιάνων και των λευκών. Η απάνθρωπη και καταπιεστική συμπεριφορά του κυβερνήτη Γουίλεμ Κιφτ κάθε άλλο παρά βοήθησε την κατάσταση με αποτέλεσμα να ξεσπάσει αυτό που ονομάστηκε «Πόλεμος του Κιφτ» και η Νέα Ολλανδία να καταστραφεί από πολλαπλές και εξαιρετικά αιματηρές επιθέσεις των Ινδιάνων.

Τον Αύγουστο του 1643 η Αν Χάτσινσον, έξι από τα παιδιά της και κάποιοι άλλοι συγγενείς της σφαγιάσθηκαν από τους Ινδιάνους. Επέζησε μόνο η κόρη της Σουζάνα που την πήραν αιχμάλωτη οι Ινδιάνοι λόγω των κόκκινων μαλλιών της και την ονόμασαν «Φθινοπωρινό Φύλλο».

Μετά τον θάνατό της αρκετοί από τους υποστηρικτές της άρχισαν να απομακρύνονται από τα διδάγματά της και να την κατηγορούν για κάθε δεινό που συνέβηκε στην Μασαχουσέτη, ειδικά από την στιγμή που εκείνη είχε ισχυρισθεί κάποια στιγμή ότι είχε δεχθεί μήνυμα από τον θεό σχετικά με την επικείμενη καταστροφή της Μασαχουσέτης.

Wikipedia

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.